του Άκη Γαβριηλίδη, της Ελισάβετ Γρηγοριάδου και του Μάριου Εμμανουηλίδη
Πολλά γράφτηκαν, και συνεχίζουν να γράφονται, γύρω από την «καταγγελία για άγριο βιασμό» που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο Indymedia. Δύο από αυτά ήταν τα εξής: α) «εγώ αδελφή μου σε πιστεύω». β) «Γιατί δεν προσέφυγε στη δικαιοσύνη;». Το πρώτο προφανώς λέγεται προς υποστήριξη της καταγγελίας· το δεύτερο μπορεί να λέγεται από δύο οπτικές γωνίες: αφενός προς αμφισβήτηση («αφού δεν προσέφυγε, δεν μπορεί να γίνει πιστευτή η καταγγελία»)· αλλά και, αφετέρου, προς ενθάρρυνση της καταγγέλλουσας να προσφύγει ώστε να τιμωρηθεί ο δράστης.
Ασχέτως οπτικής γωνίας, και οι δύο αποφάνσεις είναι εκτός θέματος, κατά διαφορετικό τρόπο αλλά για τους ίδιους λόγους.
Ο ένας λόγος είναι ότι δεν υπάρχει προς το παρόν καμία «αδελφή». Το κείμενο είναι ανώνυμο, δεν υπάρχει κάποιο πρόσωπο για το οποίο να τεθεί ζήτημα εάν το πιστεύουμε ή όχι. Το μόνο που μπορούμε να πιστέψουμε ή όχι είναι το κείμενο.
Όμως, τι σημαίνει να «πιστεύουμε» ένα κείμενο; Όποιος/-α δεν ακολουθεί μία εμπειριστική-μεταφυσική λογική της προφάνειας, της παρουσίας και της ταυτότητας κάθε πράγματος με τον εαυτό του, γνωρίζει ότι τα κείμενα εκ φύσεως σημαδεύονται από εντάσεις και ενέχουν περισσότερα νοήματα απ’ όσα κυριολεκτικά λένε, όχι λόγω κάποιας αδυναμίας ή υποκρισίας του συντάκτη τους αλλά κατ’ Συνέχεια