Archive

Monthly Archives: Ιουνίου 2016

του Άκη Γαβριηλίδη

Περί τα τέλη της δεκαετίας του 90, είχε γίνει μία προσπάθεια για έκδοση ενός περιοδικού που να χρησιμεύσει ως πλαίσιο συνύπαρξης μεταξύ διαφόρων δυνάμεων της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής αριστεράς που το διάστημα εκείνο απέβλεπαν να μετάσχουν στις διεθνείς ζυμώσεις στο χώρο της εναλλακτικής (αντι)παγκοσμιοποίησης. Το περιοδικό τελικά εκδόθηκε, με το όνομα Μανιφέστο. Υπήρξε βραχύβιο και νομίζω ότι δεν πρέπει να πρόλαβε τον 21ο αιώνα. Δεν δημιούργησε ποτέ ηλεκτρονικό αρχείο. Το κείμενο που ακολουθεί υπήρξε η μόνη συμβολή μου στην προσπάθεια του Μανιφέστου, και το αναδημοσιεύω επειδή σήμερα δεν είναι διαθέσιμο πουθενά. Δεν είχα κρατήσει αρχείο και έτσι δεν είμαι σε θέση να αναφέρω όχι ημερομηνία, αλλά ούτε καν έτος δημοσίευσης. Ξαναδιαβάζοντάς το πάντως δύο δεκαετίες αργότερα, βρίσκω ότι άντεξε μια χαρά τη δοκιμασία του χρόνου και δεν θα είχα τίποτα να αλλάξω.

 

Ποιος άκουσε τα βήματα

απ’ του σκακιού το πιόνι;

Θ.Π.

 

Με τις διπλωματικές διατυπώσεις αποφεύγει κανείς να εκθέσει ή να εκτεθεί, αλλά οι απερίφραστες είναι προτιμότερες γιατί εξοικονομούμε χρόνο και υποκρισία. Σε μια τέτοια λοιπόν θα προβώ αμέσως τώρα. Μην ακούτε τι σας λένε: ήρθε η στιγμή να παραδεχτούμε ότι η σημαντικότερη νέα εμφάνιση στην ελληνική δισκογραφία κατά τη δεκαετία του 90 ήταν αναμφίβολα ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

Για να χρησιμοποιήσουμε μία εικόνα που σίγουρα θα εκτιμούσε ο ίδιος, ο Θανάσης Read More

των Ευτυχισμένων Ανέργων[1]

 

Τη στιγμή αυτή υπάρχουν διάφορες κινήσεις και πρωτοβουλίες κατά των μέτρων λιτότητας, κατά της ανεργίας, κατά του νεοφιλελευθερισμού … Αλλά το ερώτημα είναι επίσης: υπέρ ποίου πράγματος πρέπει να δηλώσουμε; Πάντως, όχι υπέρ του κράτους προνοίας και της πάλαι ποτέ πλήρους απασχόλησης, τα οποία ούτως ή άλλως έχουν τόσες πιθανότητες να επανέλθουν όσο και η ατμομηχανή στα τραίνα. Αλλά αυτό που μας περιμένει θα μπορούσε να ήταν ακόμα χειρότερο. Δεν είναι απίθανο να δοθεί στους ανέργους η δυνατότητα να καλλιεργούν τα λαχανικά τους και να αυτοσχεδιάζουν τις κοινωνικές τους σχέσεις στα ασαφή πεδία και τις χωματερές της μετανεωτερικότητας, ενώ θα τους παρακολουθεί από απόσταση η ηλεκτρονική αστυνομία και θα τους έχει αναλάβει κάποια μαφία, ώστε η ευκατάστατη μειοψηφία να μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς μπελάδες. Οι Ευτυχισμένοι Άνεργοι ψάχνουν ένα πέρασμα για να βγουν από αυτό το δίλημμα Read More

του Πάνου Κομπατσιάρη

Τα λεγόμενα pufferfish, ή «διαβολόψαρα» σύμφωνα με μια από τις άτυπες ορολογίες των Ελλήνων ψαράδων, συνιστούν μια διακριτή κατηγορία ψαριών που συναντώνται κυρίως σε τροπικές περιοχές. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της ομάδας ψαριών είναι πως είναι ικανά να «φουσκώνουν» ολόκληρο το σώμα τους και να γίνονται μια σχεδόν τέλεια, στρόγγυλη μπάλα όταν αισθάνονται ότι κινδυνεύουν. Εξαιτίας αυτής τους της ιδιαιτερότητας, τα pufferfish έχουν απεικονιστεί στην παγκόσμια δημοφιλή κουλτούρα με διάφορους τρόπους. Έχουν πρωταγωνιστήσει στο YouTube, έχουν αποτελέσει έμπνευση για ήρωες κόμικς, όπως ο χαρακτήρας Mrs Puff στον Μπομπ τον Σφουγγαράκη, έχουν ακόμα δώσει το όνομά τους σε μια Σκωτσέζικη επιχείρηση κατασκευής διαδραστικών, σφαιρικών συστημάτων οθόνης. Ενώ ως φουσκωμένα μπαλόνια μπορούν να προσφέρουν διασκέδαση με τη χαριτωμένη τους όψη, τα ψάρια αυτά κρύβουν, όπως συνήθως λέγεται, ένα «θανάσιμο μυστικό». Τα pufferfish είναι άκρως τοξικά, και αποτελούν μάλιστα, μετά από το χρυσό δηλητηριώδη βάτραχο, τα δεύτερο πιο τοξικό είδος σπονδυλωτού στον πλανήτη (θρυλείται πως η τοξική ουσία που περιέχει ένα pufferfish είναι ικανή να σκοτώσει μέχρι και 30 ανθρώπους). Ως συνέπεια της υψηλής τοξικότητάς τους καθώς και της ικανότητας τους να φουσκώνουν και να γίνονται άβολα ως θηράματα, οι φυσικοί τους εχθροί είναι σχετικά λίγοι, και κατά βάση μεγάλοι θηρευτές.

Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Απάντηση: καθόλου.

Πεντάρα δεν δίνουν γι’ αυτόν και για την ποίησή του, όπως άλλωστε και για την ποίηση γενικά. Λατρεύουν τον Ρίτσο ως τοτέμ, ως ιερό τέρας, αλλά δεν έχουν ποτέ χαλαλίσει και το χρόνο τους για να τον διαβάσουν. Ούτε καν τώρα, τη στιγμή που δίνουν τον μέχρις εσχάτων αγώνα για να τον προφυλάξουν από τις «εσφαλμένες αναγνώσεις», είναι διατεθειμένοι να μπουν στον κόπο να το κάνουν.

Αυτό το συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε άφοβα από το όλο νταβαντούρι με αφορμή το πρόσφατο σημείωμά μου για το ποιηματάκι που χρησιμοποιήθηκε στη σχολική γιορτή.

Από την πρώτη στιγμή που δημοσιεύτηκε, το σημείωμα πυροδότησε σε πολλούς και πολλές μία λυσσαλέα αντίσταση, έως άρνηση, με έντονα στοιχεία σκανδαλισμού. (Την αντίδραση αυτή ομολογώ Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Aπό φίλο που πήρε μέρος στη γιορτή του σχολείου της κόρης του, πληροφορήθηκα ότι σε αυτή, μεταξύ άλλων «ποιοτικών» τραγουδιών και ποιημάτων που είχαν επιλέξει οι δάσκαλοι/ δασκάλες και οι γονείς, χρησιμοποιήθηκε και ένα ποίημα από αυτά που είχε αφιερώσει ο Γιάννης Ρίτσος στην κόρη του. Το ποίημα αυτό δεν το γνώριζα. Ψάχνοντας λίγο στο διαδίκτυο, βρήκα ότι αποτελεί μεγάλο κυβερνοσουξέ, σημειώνει αλλεπάλληλες αναρτήσεις (οι οποίες αντιγράφουν η μία την άλλη, είναι οι περισσότερες σε πολυτονικό και έχουν τα ίδια λάθη), ενώ στο Youtube κυκλοφορεί μία «εικονογράφηση» του ποιήματος με αδιευκρίνιστη μουσική υπόκρουση, αλλά και μία μελοποίησή του από τον Θάνο Ανεστόπουλο. Ο τίτλος που αναφέρεται είναι «Κοριτσάκι μου», αλλά δεν είμαι σίγουρος αν είναι ο τίτλος που είχε δώσει ο ίδιος ο Ρίτσος, ούτε σε ποια συλλογή είναι δημοσιευμένο.

Μία ανάρτηση μάλιστα των στίχων αυτών συνοδεύει την αναγγελία της καθόδου της Έρης Ρίτσου, του υπαρκτού προσώπου το οποίο ως κοριτσάκι είχε εμπνεύσει τότε αυτό το ποίημα, ως υποψήφιας στις ευρωεκλογές[1].

Είναι φανερό ότι οι σημερινοί Έλληνες γονείς συγκινούνται από τους στίχους του ποιήματος αυτού. Για τα κοριτσάκια δεν ξέρω. Ελπίζω όμως ειλικρινά να μην συγκινούνται. Τι λένε οι στίχοι αυτοί; Read More

συνέντευξη του Χάιντς Βίσμανν[1]

Πώς ανακαλύψατε το πρώτο επεισόδιο του Star Wars;

Όταν βγήκε για πρώτη φορά στις αίθουσες, μετά από επίμονες συμβουλές κάποιων φίλων φιλοσόφων που είχαν βρει πλούσιο υλικό για σκέψη. Όσο για μένα, πρώτα απ’ όλα εντυπωσιάστηκα από την αντίθεση ανάμεσα στη σχετική απλότητα της υπόθεσης και την αξιοσημείωτη πολυπλοκότητα της εικονογράφησης. Σκέφτηκα ότι μας παρακινεί να αναρωτηθούμε για την παράδοξη εγγραφή του μύθου στη σύγχρονη κοινωνία.

 

Ποια είναι η αγαπημένη σας σκηνή;

Δεν θα πρωτοτυπήσω ιδιαίτερα: η τελική μάχη ανάμεσα στον Νταρκ Βέιντορ και τον Λιουκ Σκάιγουώκερ. Θα θέλαμε να ταχθούμε με την καλή πλευρά, την πλευρά του φωτεινού ξίφους, μόνο που αντιλαμβανόμαστε ότι το φως αυτό τρέφεται από κάτι πολύ σκοτεινό και ότι, ακόμα και αν ο γιος νικάει τον πατέρα, και οι δύο εμψυχώνονται από την ίδια δύναμη, η οποία εν τέλει σταθεροποιείται ως καθαρή βία. Σε αυτή την κομβική σκηνή, όπου ανακαλύπτουμε ότι υπάρχει ισοδυναμία ανάμεσα στη δύναμη του γιου και εκείνη του πατέρα, αγγίζουμε μία από τις πιο κρίσιμες πτυχές του προβληματισμού πάνω στο Καλό και το Κακό, που στοιχειώνει τη θρησκευτική σκέψη μέχρι και στις ψυχαναλυτικές της προεκτάσεις. Αλλά καθώς μου αρέσει και η πλάκα, απόλαυσα επίσης τις σκηνές Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Σαν σήμερα, πέθανε ο μεγαλύτερος Θεσσαλονικιός ποιητής, και ταυτόχρονα ο διασημότερος ποιητής της τουρκικής γλώσσας στον 20ό αιώνα, ο Ναζίμ Χικμέτ.

Ο Χικμέτ είναι αρκετά γνωστός στην Ελλάδα και αρκετά ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά –κάποια απ’ αυτά μάλιστα έχουν μελοποιηθεί.

Υπάρχει ένα ποίημά του, το Mavi liman (Γαλάζιο λιμάνι), το οποίο εξ όσων γνωρίζω δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά (έχει όμως μελοποιηθεί στο πρωτότυπο από τον μεγάλο Τούρκο τραγουδοποιό Τζεμ Καρατζά). Τουρκικά δεν μπορώ να πω ότι γνωρίζω με την αυστηρή έννοια του όρου, ούτε έχω καμία πρόθεση ή αρμοδιότητα να μεταφράσω ποίηση. Για τις ανάγκες μιας πρώτης πρακτικής προσέγγισης, όμως, με τη βοήθεια του Google translate και κάποιων φίλων, συνήγαγα ότι το νόημα των στίχων είναι περίπου το εξής:

 

Είμαι πολύ κουρασμένος, μην με περιμένεις καπετάνιε.

Ας γράψει κάποιος άλλος το ημερολόγιο καταστρώματος.

Ένα γαλάζιο λιμάνι, με πλατάνια και με θόλους,

δεν μπορείς να με βγάλεις σε κείνο το λιμάνι …

 

(Στο πρωτότυπο:

Çok yorgunum, beni bekleme kaptan.

Seyir defterini başkası yazsın.

Çınarlı, kubbeli, mavi bir liman.

Beni o limana çıkaramazsın…).

 

Διαβάζοντας τους στίχους έτσι μεταφερμένους, ο Έλληνας αναγνώστης μένει κατάπληκτος με το πόσο «σεφερικά» είναι τα θέματα και οι εικόνες τους. Το λιμάνι, ένα πλοίο που φεύγει και κάποιος που μένει πίσω, τα πλατάνια, οι θόλοι, η λαχτάρα για ένα άλλο λιμάνι το οποίο παραμένει απρόσιτο … Ένα προς ένα, τα στοιχεία αυτά αποτελούν έμμονες ιδέες της εικονογραφίας του Σεφέρη. Όσο για το ημερολόγιο καταστρώματος, αυτό έχει δώσει τον τίτλο όχι σε μία, όχι σε δύο, αλλά σε τρεις ποιητικές συλλογές τού πλέον διάσημου ποιητή της ελληνικής γλώσσας τον 20ό αιώνα. Αν διαβάζαμε τους στίχους στα ελληνικά χωρίς να ξέρουμε τι είναι, εύκολα θα μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι το ποίημα αυτό το έχει γράψει όχι ο Χικμέτ, αλλά ο ελληνόφωνος συνάδελφός του που γεννήθηκε δύο χρόνια νωρίτερα απ’ αυτόν. Ο τόπος αυτής της γέννησης ήταν, ως γνωστόν, η Σμύρνη, μία άλλη κοσμοπολίτικη μητρόπολη με λιμάνι στο Αιγαίο, την οποία και αυτός αναγκάστηκε να αφήσει οριστικά όπως και ο Χικμέτ τη Θεσσαλονίκη.

Δηλαδή, τελικά μήπως το έχει όντως γράψει;

 

Είναι παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια να περιμένω

ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα,

ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πλατάνια,

ούτε το φίλο που έφυγε για τ’ ανοιχτά,

 

λέει ένα άλλο ποίημα που, αυτό, είναι του Σεφέρη (και που επίσης μελοποιήθηκε από τον Δήμο Μούτση, δίνοντας βέβαια ένα τραγούδι το οποίο θα ήταν καλύτερα όλοι να ξεχάσουμε, εάν δεν το έχουμε ήδη κάνει –αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία).

 

Μολονότι σε αυτή τη φάση δεν έχω ελέγξει στο σύνολό τους τις ιστορικές-φιλολογικές λεπτομέρειες, φαίνεται απίθανο κάποιος εκ των δύο να είχε υπόψη του το αντίστοιχο ποίημα του άλλου. Για τον Σεφέρη ξέρουμε ότι δεν γνώριζε τουρκικά, και αρνήθηκε να μάθει ακόμη και τα στοιχειώδη όταν διορίστηκε πρέσβης στην Άγκυρα τη δεκαετία του 50· το συγκεκριμένο ποίημα του Χικμέτ δεν έχει μεταφραστεί ποτέ στα ελληνικά. Στα δε τουρκικά, οι πρώτες μεταφράσεις του Σεφέρη έγιναν από τον τουρκοκρητικής καταγωγής Τζεβάτ Τσαπάν και δημοσιεύτηκαν στις αρχές δεκαετίας του 80. Λογικά δεν μπορούμε να αποκλείσουμε τελείως το ενδεχόμενο να είχε υπόψη του ο Χικμέτ κάποια αγγλική μετάφραση.

Ακόμη όμως και αν συμβαίνει αυτό, δεν αναιρεί την υπόθεση που θέλω να διατυπώσω για πρώτη φορά γραπτά εδώ, και που επιφυλάσσομαι να αναπτύξω περισσότερο στο μέλλον:

ότι ο Σεφέρης, μολονότι έκανε τα πάντα στη ζωή του για να αποκοπεί και να εθνοκαθάρει την ποίηση και την όλη του ύπαρξη από κάθε ανατολίτικο στοιχείο, και μολονότι αναφέρει ως πηγές έμπνευσής του και διαρκώς διαλέγεται αυστηρά με ποιητές και καλλιτέχνες της ελληνικής αρχαιότητας, της Αναγέννησης και της νεωτερικής Δύσης, ίσως είναι περισσότερο Ασιάτης απ’ όσο φανταζόταν ο ίδιος, και όλοι ανεξαιρέτως οι μέχρι τώρα μελετητές του.

yorgo

Ευχαριστώ την Άνθη Καρρά, την Μαρία Σαρρή και τον Mustafa Çolak για τη βοήθειά τους