Κοινωνιολογία,Οικονομία

Το θάρρος της Ελέν Λεγκοτιέν-Aλτουσέρ

της Λυσί Ροντώ ντυ Νουαγιέ

 

Ένας τρόπος να αποτίσουμε φόρο τιμής στην Ελέν Ρυτμάνν-Αλτουσέρ είναι να θυμηθούμε ότι ήταν επίσης συγγραφέας, με το ψευδώνυμο Ελέν Λεγκοτιέν, ενός ποικίλου έργου, που κυμαίνεται από κινηματογραφικές κριτικές έως την κριτική κοινωνιολογία της ανάπτυξης.

Σε αντίθεση με τη λύπη που εξέφρασε ο Ρίτσαρντ Σίμορ, ο οποίος ανέφερε ότι «είναι ντροπή που, στις συζητήσεις για τη δολοφονία της, η Ρυτμάνν σχεδόν ποτέ δεν εμφανίζεται ως μια γυναίκα γεμάτη αρετές», θα ήθελα να προτείνω, αυτή την 16η Νοεμβρίου, μια απάντηση διπλά μετατοπισμένη. Αυτή προϋποθέτει να απομακρυνθούμε για λίγο από αυτή τη δολοφονία και από το ίδιο το επώνυμο της Ρυτμάνν.

Χρειάστηκε θάρρος από την Ελέν Ρυτμάνν για να αλλάξει στη μέση της ζωής της το όνομα με το οποίο ήταν γνωστή και να γίνει, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, Ελέν Λεγκοτιέν. Σε αντίθεση με τον αδελφό της Mοΐς, η Ελέν δεν ζήτησε ποτέ από το ληξιαρχείο να επικυρώσει επίσημα αυτή την αλλαγή. Ζητούμενο δεν ήταν η γαλλοποίηση ενός επωνύμου εβραϊκής προέλευσης· ήθελε απλώς να δώσει στον εαυτό της ένα νέο επώνυμο, προκειμένου να υπογράφει κείμενα, να αφήνει πλήρη ταχυδρομική διεύθυνση σε νέους φίλους και να προσπαθήσει να ξαναρχίσει να ζει μετά τη βία της εμπειρίας της ως ακτιβίστριας και μέλους της Αντίστασης.

Τα κείμενα που αναφέρουν την Ελέν Λεγκοτιέν συνήθως υποστηρίζουν ότι αυτό το όνομα της αποδόθηκε όταν ήταν ενταγμένη στην Αντίσταση στη Λυών. Ο αββάς Λαρύ, αντιστασιακός μοναχός που εκτελέστηκε λίγες ημέρες πριν απελευθερωθεί η Λυών, φέρεται να την ονόμασε έτσι προς τιμήν ενός Ιησουίτη που έγραψε τον17ο αιώνα για την Κίνα και για τη διαμάχη των θρησκειών. Κανείς δεν παραξενεύεται που ο κληρικός αυτός ονομαζόταν στην πραγματικότητα Σαρλ Λε Γκομπιέν (1652 – 1708). Ένα κενό λιγότερο και ένα γράμμα αλλαγμένο: είναι λίγο, αλλά ίσως αρκεί για να μην αρκεστούμε να θεωρήσουμε το «Λεγκοτιέν» ένα όνομα που προήλθε από έξω και της δόθηκε από έναν άνδρα.

Στην αυτοβιογραφία του, ο σύζυγος της Ελέν εξηγεί επίσης αυτή την αλλαγή ονόματος μέσω του μίσους που φέρεται να έτρεφε η σύζυγός του για το επώνυμο (Ρυτμάνν) ενός πατέρα (Μπενζαμέν) τον οποίο, ωστόσο, αγαπούσε. Με την ίδια κίνηση, επιβεβαιώνει ότι αυτό από το οποίο είχε πράγματι υποφέρει η νεαρή Ελέν ήταν, πρώτον, η έλλειψη αγάπης από τη μητέρα της (η οποία ονομαζόταν Μλοτκίν και όχι Ρυτμάνν κατά τη γέννηση της κόρης της Ελέν το 1910) και, δεύτερον, το γεγονός ότι, κατά την εφηβεία της, είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά από τον γιατρό των γονιών της. Σχετικά με τις τραγωδίες της παιδικής και εφηβικής της ηλικίας, η Ελέν Ρυτμάνν δεν έχει αφήσει κανένα κείμενο γνωστό μέχρι σήμερα. Η σύνεση μας οδηγεί λοιπόν να επικεντρωθούμε σε ό,τι υπάρχει: κείμενα υπογεγραμμένα με το ψευδώνυμο Λεγκοτιέν, τα οποία από κοινού συγκροτούν ένα γραπτό έργο.

Είναι πράγματι αναμφισβήτητο ότι ήδη από το 1944, το Λεγκοτιέν αποτελεί για την Ελέν τόσο ψευδώνυμο όσο και όνομα τρέχουσας χρήσης, πιθανή ανάμνηση της Αντίστασης. Το συναντάμε τυπωμένο στο κάτω μέρος του παλαιότερου κειμένου της Λεγκοτιέν που γνωρίζω: μια κριτική της σοβιετικής ταινίας «Camarade που δημοσιεύθηκε στο Combat στις 2 Νοεμβρίου 1944. Επίσης, με αυτό το όνομα η Ρυτμάνν συγγράφει μέχρι το 1948 ένα μυθιστόρημα αφιερωμένο στην Αντίσταση, με τον προσωρινό τίτλο «Passé simple»[1]. Αν και το χειρόγραφο που είχε κατατεθεί τότε στον εκδοτικό οίκο Gallimard, έχει σήμερα χαθεί, η απορριπτική επιστολή του Αλμπέρ Καμύ και η απάντηση της Λεγκοτιέν φυλάσσονται στα αρχεία της Ελέν Ρυτμάνν-Λεγκοτιέν, τα οποία είναι προσβάσιμα στο IMEC. Η αλληλογραφία αυτή έχει αναπαραχθεί εκτενώς σε μια βιογραφία [του Αλτουσέρ] που συνέταξε το 1992 ο Γιάν Μουλιέ-Μπουτάν. Αν και η Λεγκοτιέν αναγνωρίζει ότι το χειρόγραφό της είναι απλώς ένα προσχέδιο και ότι θα άξιζε να αναθεωρηθεί, δεν ντρέπεται να εξηγήσει στον πιθανό εκδότη της ότι αυτό που την απομακρύνει από αυτό το λογοτεχνικό έργο είναι η φτώχεια. Θαρραλέα ή απερίσκεπτη, δηλώνει στον άνδρα από τον οποίο ζητά βοήθεια για να βρει δουλειά:​​ «θα ήθελα η φιλία μας να μην είναι μόνο ένα καταφύγιο, αλλά και, μερικές φορές, μια ανταλλαγή».

Η Ελέν Λεγκοτιέν δεν έγινε μυθιστοριογράφος. Δεν κατάφερε να πείσει τον φίλο της Ζαν Μπαλάρ να της αναθέσει μια κινηματογραφική στήλη στο Les Cahiers du Sud, το διάσημο λογοτεχνικό περιοδικό που διηύθυνε στη Μασσαλία. Στο περιοδικό Esprit κατάφερε να δημοσιεύσει τρία κριτικά κείμενα αφιερωμένα στον κινηματογράφο κατά τη διάρκεια του έτους 1955. Αν και η κριτική της για  Το τραγούδι των ποταμών του Γιόρις Ίβενς εκτιμήθηκε από τον Ολλανδό σκηνοθέτη σε τέτοιο βαθμό ώστε να αναδημοσιευθεί εν μέρει σε μια ανθολογία του [εκδοτικού οίκου] Seghers, εκείνη που αφιέρωσε στο L’Air de Paris αποτελεί αντικείμενο μιας μακροχρόνιας παρεξήγησης στην κινηματογραφική γραμματεία. Επειδή η Λεγκοτιέν υποστηρίζει ότι ο Καρνέ, είτε σε συνεργασία με τον ποιητή Ζακ Πρεβέρ είτε όχι, δεν κατάφερε πάντα να αποτυπώσει την ψυχολογία των λαϊκών τάξεων, δύο συγγραφείς ανέδειξαν την Ελέν Λεγκοτιέν ως το αρχέτυπο της σταλινικής κριτικής, την οποία υποτίθεται ότι συνέχιζαν να επιβάλλουν, είκοσι χρόνια μετά το Λαϊκό Μέτωπο, οι στενοί συνεργάτες τού Ζαν Ρενουάρ και τα μέλη του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι το 1955 είχαν περάσει περισσότερα από δέκα χρόνια από τότε που είχε απορριφθεί η επανένταξή της Ελέν Λεγκοτιέν-Ρυτμάνν στο Κομμουνιστικό Κόμμα, για το οποίο ωστόσο είχε αγωνιστεί κατά τον μεσοπόλεμο. Ούτε ο Ζαν Ρενουάρ ούτε οι συνεργάτες του είχαν, εξάλλου, υποστηρίξει τη Λεγκοτιέν στα αιτήματά της να αποκατασταθεί, παρότι η Ρυτμάνν φέρεται να είχε συμμετάσχει, υπό όρους που παραμένουν ασαφείς, στα γυρίσματα των ταινιών «Η ζωή είναι δική μας» και «Η Μαρσεγιέζα».

Μαζί με τη σύντομη κριτική της για Το τραγούδι των ποταμών, το δοκίμιο που η Λεγκοτιέν αφιέρωσε τον Ιούνιο του 1955 στην κινηματογραφική διασκευή του [μυθιστορήματος] Το κόκκινο και το μαύρο από τον Κλοντ Οτάν-Λαρά αποτελεί το τελευταίο άρθρο που υπέγραψε μόνο με το όνομά της και δημοσιεύθηκε σε ένα γενικού περιεχομένου και ευρείας κυκλοφορίας περιοδικό. Μετά από μια δεκαετία εναλλαγής μεταξύ θέσεων ως υπεύθυνη κοινωνιολογικών μελετών και προσπαθειών να επανενταχθεί επαγγελματικά στον κόσμο του κινηματογράφου και των ζωντανών παραστάσεων, η Λεγκοτιέν επέλεξε το 1959 να αφοσιωθεί πλήρως στον τομέα της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Ως υπάλληλος της SÉDÉS (Εταιρείας Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών και Ανάπτυξης) μέχρι τη συνταξιοδότησή της το 1975, συμμετείχε ως κοινωνιολόγος στη σύνταξη μελετών που αφορούσαν κυρίως την αγροτική ανάπτυξη της Γαλλίας και των πρώην αποικιών της στη Μαύρη Αφρική. Ορισμένες από αυτές οδήγησαν στη δημοσίευση άρθρων στον επαγγελματικό τύπο της εποχής, ο οποίος ασχολούνταν τότε με τα ζητήματα της ανάπτυξης.

Τα επιστημονικά αυτά άρθρα συνυπογράφονται με γεωπόνους ή επαγγελματίες που κατείχαν υψηλότερες θέσεις από αυτήν στην ιεραρχία της SÉDÉS. Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί ποια ακριβώς μέρη έγραψε η Λεγκοτιέν· η ίδια η φύση τους δεν συνάδει με τη χρήση ενός προσωπικού και αναγνωρίσιμου ύφους. Αντίθετα, στις πιο εμπιστευτικές εκθέσεις που συντάσσει η Λεγκοτιέν για τους πελάτες της SÉDÉS ή προς τους ιεραρχικά ανωτέρους της, υιοθετεί τον δυναμικό τόνο που χαρακτηρίζει την αλληλογραφία της και επιδεικνύει εκ νέου μια ειλικρίνεια που αγγίζει τα όρια του θάρρους.

Στους χρηματοδότες που την πληρώνουν και στους εμπειρογνώμονες που την εποπτεύουν, συχνά δικαιολογεί, στο όνομα της αυστηρής της αντίληψης για την κοινωνιολογία και της θεωρητικής της μετριοφροσύνης, το ότι δεν παραδίδει αυτό που περιμένουν. Σε επενδυτές που της ζητούν, στα τέλη του 1967, να τους προμηθεύσει επικοινωνιακές ιδέες για να κάνουν ελκυστική τη νέα πόλη του Mιράιγ, τους συμβουλεύει να δώσουν μεγαλύτερη προσοχή στους κοινωνικούς και οικονομικούς φόβους που ταλανίζουν τότε τα λιγότερο εύπορα νοικοκυριά της Τουλούζ. Στα ευρωπαϊκά μέλη της Διεθνούς Ένωσης για την Ανάπτυξη, που επιθυμούσαν να βελτιώσουν την εκπαίδευση στον Τρίτο Κόσμο το 1970, πρότεινε να ξεκινήσουν διαβάζοντας το έργο που αφιέρωσε ο φυσικός Αμπντού Μουμούνι Ντιόφο, από το Νίγηρα, στο θέμα «Η Εκπαίδευση στην Αφρική». Προς τους ανωτέρους της, οι οποίοι εκφράζουν προφορικά τη λύπη τους για τις επαναλαμβανόμενες αποτυχίες των πρωτοβουλιών αγροτικής ανάπτυξης που ανέλαβε η μετααποικιακή Γαλλία στο εξωτερικό, συντάσσει το 1971 ένα επιστημονικό σχέδιο έκθεσης «σχετικά με τις εσωτερικές και εξωτερικές δομές της παραδοσιακής αφρικανικής αγροτικής οικονομίας». Βασισμένη στις πιο πρόσφατες ανακαλύψεις της οικονομικής ανθρωπολογίας της εποχής της, προτρέπει τους συναδέλφους της οικονομολόγους να συμπληρώσουν γραπτώς τις θεωρητικές και μεθοδολογικές προτάσεις της.

Αυτή η έκκληση του 1971 δεν βρήκε άμεση απήχηση στους εμπειρογνώμονες της SÉDÉS. Δεν εντόπισα ούτε στο IMEC ούτε αλλού κάποια τελική, συλλογική έκθεση που να δίνει συνέχεια, σε εσωτερικό επίπεδο, στις προτάσεις του Λεγκοτιέν. Εκτός της SÉDÉS, ωστόσο, η έκθεση αυτή κυκλοφόρησε αρκετά ώστε να της εξασφαλίσει μια μικρή θέση στην ιστορία των κοινωνικών επιστημών της ανάπτυξης. Έτσι, αναφέρεται μερικές φορές, μαζί με τους πολύ διασημότερους Κλωντ Μεγιασσού, Mωρίς Γκοντελιέ και Σαρλ Μπεττελέμ, ως μία από τις ερευνήτριες και τους ερευνητές που διαμόρφωσαν, κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, μια κριτική και μαρξιστική σκέψη για την ανάπτυξη. Ο ίδιος ο Λουί Αλτουσέρ εξέφρασε τη λύπη του που δεν μπόρεσε να δημοσιεύσει αποσπάσματα από αυτό το κείμενο στη σειρά του «Théorie»: από νομική άποψη, το κείμενο αυτό ανήκε στη SÉDÉS και όχι στη Λεγκοτιέν.

Μια άλλη απόδειξη του θάρρους της Λεγκοτιέν είναι ότι συνέχισε να εργάζεται και να γράφει μετά τη συνταξιοδότησή της. Το ζητούμενο δεν ήταν απλώς να εξασφαλίσει την οικονομική της ανεξαρτησία από τον άνδρα που είχε παντρευτεί τον Φεβρουάριο του 1976. Το 1979 και το 1980, διεξήγαγε εθελοντικά και με δική της πρωτοβουλία μια έρευνα για την οικογενειακή ζωή των Γάλλων εργατών. Καταγράφοντας σχολαστικά τα λόγια τους, ήλπιζε να κατανοήσει γιατί δεν εκλείπει η δυσφορία και η εκμετάλλευσή τους, παρά τις τρεις δεκαετίες υψηλής ανάπτυξης που είχε μόλις διανύσει η Γαλλία από το 1945. Όταν η επιδεινωμένη ψυχική υγεία του συζύγου της της το επέτρεπε, η Λεγκοτιέν πήγαινε να διεξάγει έρευνα στο Port-de-Bouc με την υποστήριξη της κομμουνιστικής δημαρχίας και τη συνεργασία μιας ομάδας τοπικών ερευνητών. Το 1984, η ομάδα αυτή ερευνητών δημοσίευσε μια έκθεση με τίτλο «Από το ναυπηγείο στο εργοστάσιο: η εργατική μνήμη του Port-de-Bouc». Τη δημοσίευση την αφιέρωσαν στη μνήμη της Ελέν Λεγκοτιέν και, εκτός αυτού, δανείστηκαν από τον Εμίλ Αζάρ, έναν άλλο συγγραφέα με πολλαπλά ονόματα, το ακόλουθο απόσπασμα για να περιγράψουν τη συνάδελφό τους, η οποία πέθανε στις 16 Νοεμβρίου 1980, στραγγαλισμένη από τον Λουί Αλτουσέρ:

Illustration 1

 

Στη μνήμη της Ελέν Λεγκοτιέν

Ναι, όλοι θυμούνται τους επιφανείς άνδρες και κανείς δεν ασχολείται με τους ανθρώπους που δεν υπήρξαν τίποτα —που όμως αγάπησαν, ήλπισαν και υπέφεραν. Εκείνους που παρέλαβαν ταπεινά κατά τη γέννησή τους όσα μας δόθηκαν έτοιμα και τα κουβάλησαν ταπεινά ως το τέρμα. Η ίδια αυτή η έκφραση, «εκείνοι που δεν υπήρξαν τίποτα», είναι επαίσχυντη, αληθής και ανυπόφορη. Την απορρίπτω με όση δύναμη διαθέτω.

Émile AJAR, Η αγωνία του βασιλιά Σολομώντα, Mercure de France, 1979, σ. 31.

 

Η επιλογή αυτής της επιγραφής θα πρέπει να αρκεί για να μας πείσει όλους και όλες για τις αρετές της γυναίκας που μπορούμε να αποκαλέσουμε, κατά την κρίση μας, Ελέν Λεγκοτιέν, Ελέν Ρυτμάνν ή Ελέν Αλτουσέρ. Και σε όσους και όσες εξακολουθούν να εκπλήσσονται που κάποιος μπορεί, όπως εγώ, να αφιερώνει τόσο χρόνο για να γράψει τη βιογραφία και να μελετήσει το έργο μιας γυναίκας που μέχρι τώρα δεν ήταν σχεδόν τίποτα στην πνευματική ιστορία της χώρας μας, θέλω να γράψω για μια φορά αυτό που έχω επαναλάβει συχνά σε συντρόφους: ο κόσμος θα είχε αναμφίβολα αλλάξει, ίσως ακόμη και να είχε επαναστατικοποιηθεί, αν όλοι μας διαθέταμε ένα θάρρος τόσο απλό όσο αυτό της Ελέν Λεγκοτιέν.

 

Η Lucie Rondeau du Noyer είναι υποψήφια διδάκτορας στην ιστορία της οικονομικής σκέψης.

Πρώτη δημοσίευση: Le courage d’Hélène Legotien

Μετάφραση: Α.Γ.

[1] Ο τίτλος κατά λέξη σημαίνει «απλό παρελθόν», αλλά είναι και όρος της γραμματικής που δηλώνει έναν παρελθοντικό χρόνο, σαν να λέγαμε π.χ. «αόριστος».

Κλασσικό

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.