Γλώσσα,Φύλο

Το δράμα των επιζησασών

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Σε μια διαδικτυακή ανταλλαγή μεταξύ κυρίως γυναικών, (προφανώς φεμινιστριών αλλά δεν γνωρίζω να σας πω ποιας κατεύθυνσης/ κύματος/ τάσης), την οποία έτυχε να παρακολουθήσω, μία άγνωστή μου κυρία, στο τέλος μιας εκτενούς τοποθέτησης, διακήρυξε με έμφαση το εξής (μεταφέρω με κόπυ/πέιστ):

 

μια γυναίκα που επιβιώνει απο βιασμο και καθε είδους σεξουαλική κακοποίηση ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΖΗΣΑΣΑ.Για να γινει επιζησασα θέλει δρόμο.

 

Η λέξη επιζήσασα, όπως όλοι γνωρίζουμε ή μπορούμε να μάθουμε, είναι η μετοχή αορίστου του ρ. επιζώ.

Οπότε, η παραπάνω διατύπωση είναι μία μεγαλοπρεπής αντίφαση όρων. Είναι σαν να λέμε: κάποια που σηκώθηκε δεν είναι όρθια, κάποια που ενηλικιώθηκε δεν είναι ενήλικη, ένας κύκλος δεν είναι στρογγυλός κ.ο.κ.

Ίσως βέβαια να είναι ένα ηθελημένο οξύμωρο σχήμα. Όμως, ακριβώς, πόσο επιτυχημένο είναι αυτό το σχήμα από γλωσσική και ουσιαστική άποψη; Μας βοηθάει σε κάτι, εμάς ή –το κυριότερο- τις γυναίκες στις οποίες αναφέρεται;

Κατά τη γνώμη μου, καθόλου.

Είναι σαν να εγκαθιδρύει μία ιεράρχηση: η ιδιότητα της επιζησάσης είναι ένας επίζηλος τίτλος, ένα παράσημο· το να κακοποιηθείς απλώς δεν αρκεί για να το αποκτήσεις, αλλά χρειάζεται επιπλέον προσπάθεια για να κριθεί (από ποιον άραγε;) ότι έχεις πλέον μπει στο επίλεκτο κλαμπ.

Ίσως όμως μπορούμε να βγάλουμε καλύτερα συμπεράσματα αν προσπαθήσουμε να μαντέψουμε τι ακριβώς εννοεί αυτή η αξιοπερίεργη διατύπωση, ποιος είναι ο επιπλέον «δρόμος» που απαιτείται να έχει διανύσει η ενδιαφερόμενη προκειμένου να αποκτήσει το παράσημο.

Στον ιστότοπο της οργάνωσης Διοτίμα[1], υπό την ενότητα «ορολογίες»[2], βρίσκουμε μεταξύ άλλων και το λήμμα «επιζήσασα/επιζών, θύμα».

Καταρχάς: η ίδια η διατύπωση του λήμματος πάσχει. Το επιζήσασα δεν είναι το θηλυκό του επιζών· το πρώτο, όπως ήδη έγραψα, είναι μετοχή αορίστου, ενώ το δεύτερο ενεστώτα. Ή θα πούμε επιζήσασα/επιζήσας, ή αλλιώς επιζώσα/επιζών.

Σε αυτό θα επανέλθω. Ας δούμε προς το παρόν ποιο είναι το περιεχόμενο του λήμματος «επιζήσασα/επιζών, θύμα»:

 

Άτομο που έχει βιώσει έμφυλη βία. Οι όροι «θύμα» και «επιζήσασα/ών» μπορούν να χρησιμοποιηθούν εξίσου. Ο πρώτος προτιμάται κυρίως στο νομικό και τον ιατρικό τομέα, ο δεύτερος σε τομείς όπως η ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη. Στη δεύτερη περίπτωση υποδηλώνει το ψυχικό σθένος και την ανθεκτικότητα του ατόμου που βιώνει/βίωσε έμφυλη βία.

 

Σύμφωνοι. Αλλά κατά ποίον τρόπο άραγε, και σε ποιους/ες, η λέξη επιζών υποδηλώνει ψυχικό σθένος;

Η λέξη «επιζώ» σημαίνει απλώς «δεν πέθανα» (ενώ κινδύνεψα να πεθάνω).

Αν ανοίξουμε πρόχειρα κάποιο λεξικό, έστω το Τεγόπουλου/ Φυτράκη του 1993, θα διαβάσουμε τον εξής ορισμό:

Εξακολουθώ να ζω μετά τον θάνατο κάποιου/ διαφεύγω το θάνατο.

 

Καμία από αυτές τις δύο έννοιες δεν συνεπάγεται ότι αυτή η αποφυγή του θανάτου οφείλεται σε κάποιο σθένος, ψυχικό ή άλλο, ή γενικώς σε κάποια ιδιότητα του/της ενδιαφερομένου/ης. Μπορεί να οφείλεται απλώς στην τύχη, ή πάντως σε εξωτερικούς παράγοντες. Συνήθως μάλιστα έτσι συμβαίνει. Πριν αποφασιστεί να χρησιμοποιείται ως όρος σχετικός με την έμφυλη βία, η λέξη αυτή ήταν –και εξακολουθεί να είναι- όρος της νομικής πρακτικής, και ειδικότερα του κληρονομικού δικαίου, και μάλιστα στη μετοχή του ενεστώτα και εδώ: «ο επιζών/ η επιζώσα σύζυγος». Το ότι μεταξύ δύο ανθρώπων ο ένας έζησε περισσότερο από τον άλλο, υπό κανονικές συνθήκες δεν οφείλεται –ή μόνο εν μέρει και ενδεχομενικά οφείλεται- σε κάποιο «σθένος» του, ιδίως ψυχικό.

Με την δεύτερη από τις δύο έννοιες του ορισμού, μια συνήθης χρήση της λέξης είναι η έκφραση «οι επιζώντες ενός ναυαγίου/ ατυχήματος» και άλλες συναφείς. Εδώ ακόμη περισσότερο είναι σαφές ότι η επιβίωση αυτή οφείλεται καθαρά στην τύχη.

 

Με βάση αυτόν τον ορισμό, η χρήση του όρου σε σχέση με έναν βιασμό ή άλλη κακοποίηση είναι άστοχη και βερμπαλιστική.

Ένας βιασμός ασφαλώς είναι πολύ οδυνηρή εμπειρία. Κανείς δεν το αμφισβητεί αυτό. Ωστόσο, ως τέτοιος δεν είναι θανατηφόρα. Είναι άλλο το θέμα ότι, σε κάποιες περιπτώσεις, οι βιαστές στη συνέχεια θανατώνουν τα θύματά τους, είτε για να καλύψουν τα ίχνη τους, είτε από αρρωστημένη σαδιστική ικανοποίηση, είτε δεν ξέρω για ποιον άλλο λόγο. Ωστόσο, αυτό ακριβώς δείχνει ότι η θανάτωση συνδέεται ενδεχομενικά και επιπρόσθετα, όχι αναγκαία, με τον βιασμό.

Μπορεί βέβαια κανείς να ισχυριστεί ότι ο βιασμός οδηγεί σε «ψυχικό θάνατο». Σύμφωνοι. Ωστόσο, όταν μιλάμε για «ορολογίες», ζητούμενο είναι η ακρίβεια και η κατά το δυνατόν αποφυγή μεταφορών και νοηματικών επικαλύψεων. Η απαίτηση αυτή ισχύει ακόμη περισσότερο στην περίπτωση του συνειδητού χειρισμού της γλώσσας την οποία συνιστά η εισαγωγή νεολογισμών. Το να εισάγουμε ως νεολογισμό μία λέξη που υπήρχε ήδη και συνεχίζει να χρησιμοποιείται με άλλο νόημα (νοήματα), προκειμένου αυτή να αντικαταστήσει –ή να χρησιμοποιείται παράλληλα με- μία άλλη λέξη η οποία επίσης υπήρχε ήδη και απέδιδε το σκοπούμενο νόημα, «ξεχειλώνοντας» τα νοηματικά της όρια, δεν είναι πολύ καλή ιδέα.

Θεωρώ λοιπόν ότι η εισαγωγή αυτού του νεολογισμού είναι μία τρύπα στο νερό. Η έκφραση «επιζώσα βιασμού» δεν μου φαίνεται από καμία άποψη προτιμότερη από την έκφραση «θύμα βιασμού».

Είναι αλήθεια ότι η λέξη «θύμα» σκέτη ενέχει ένα νόημα υποτίμησης και παθητικότητας. Ωστόσο, όταν συνοδεύεται από τη λέξη «βιασμού» δεν έχει κανένα τέτοιο νόημα. Ποιος θα σκεφθεί ότι κάποια που υπέστη βιασμό ήταν παθητική και έδειξε μειωμένο σθένος; Και εάν κανείς έχει την τάση να το σκεφθεί, τότε αυτός δεν πρόκειται να αλλάξει μυαλά αν του πούμε ότι η γυναίκα αυτή δεν είναι θύμα βιασμού αλλά επιζώσα. Γιατί άραγε το «επιζώσα» δηλώνει ενεργητικότητα;

Let me guess: o όρος αυτός, όπως συνήθως συμβαίνει, προορίζεται να αποδώσει έναν όρο της αγγλικής γλώσσας, από την οποία εισάγεται σχεδόν το σύνολο της ορολογίας του φεμινισμού ή/ και της ψυχολογίας, της αυτοβελτίωσης, του life coaching και συναφών πειθαρχιών. Ο όρος αυτός είναι το survivor.

Ναι· αλλά η απόδοση αυτή είναι αποτυχημένη. Γραμματικά, η λέξη survivor δεν είναι μετοχή ρήματος, αλλά ουσιαστικό. Η γραμματική αυτή διαφορά έχει σημασία: survivor δεν είναι κάποιος ο οποίος απλώς κινδύνεψε μια φορά να πεθάνει αλλά ήταν τυχερός και γλίτωσε· είναι κάποιος που έχει την γενική –και όχι one off- ικανότητα να επιβιώνει και να ξεπερνά τους κινδύνους και τις απειλές. Oπότε, πράγματι η λέξη αυτή αποδίδει κάποια θετική ιδιότητα, κάποιο σθένος, στον φορέα της. Αυτό δεν συμβαίνει με την ελληνική της απόδοση.

Παρενθετικά, καλό είναι να σημειώσουμε ότι, παρόλη αυτή τη διαφορά, ανάλογες ενστάσεις για τη χρησιμότητα της συγκεκριμένης ορολογικής αντικατάστασης έχουν διατυπωθεί εδώ και καιρό και στα αγγλικά για τον ίδιο τον όρο survivor, και μάλιστα από τουλάχιστον μία γυναίκα, και ακόμα πιο μάλιστα από μία φεμινίστρια ακτιβίστρια η οποία υπέστη η ίδια βιασμό στα δεκαεφτά της. Πρόκειται για την Κέιτ Χάρντινγκ, της οποίας το πολύ ενδιαφέρον σχετικό κείμενο είχα μεταφράσει παλιότερα εδώ με τον εύγλωττο τίτλο Γιατί είναι καλύτερο να είσαι «επιζώσα» παρά «θύμα» βιασμού; Ειδικότερα, η Χάρντινγκ, μιλώντας από πρώτο χέρι, καταθέτει την αίσθησή της ότι, όταν οι «αρμόδιοι» βελτιωτές της ζωής της και της ανθρωπότητας γενικά, μετά τον βιασμό της, της επαναλάμβαναν ότι πρέπει να λέει survivor και όχι victim, αυτό σε τίποτα δεν την βοήθησε, αντιθέτως το βίωσε ως πατερναλισμό και ως υποβιβασμό, ως παραβίαση της δικής της αίσθησης (και άρα της αυτενέργειάς της).

Κάτι που κάνει ακόμα χειρότερα τα πράγματα είναι ότι ο όρος (οι όροι) που επιλέχθηκαν στα ελληνικά για να αποδώσουν το ήδη προβληματικό –κατά τα ανωτέρω- survivor είναι εξαιρετικά δύσχρηστοι και ξένοι προς το τρέχον γλωσσικό αίσθημα των περισσότερων ομιλητ(ρι)ών της ελληνικής.

Οι μετοχές γενικά, και ιδίως οι ενεργητικές μετοχές, βρίσκονται εδώ και καιρό σε μία αργή αλλά σταθερή πορεία αχρησίας. Αυτό είναι φανερό από το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι, ιδίως νεότεροι, δυσκολεύονται και κάνουν λάθη στη χρήση τους και, ιδίως, στην κλίση τους –όπως δεν παραλείπουν τακτικά να μας ενημερώνουν διάφοροι επαγγελματίες λαθολόγοι.

Ας προσπαθήσουμε να κλίνουμε αυτές τις αποδόσεις. Έστω, στην ονομαστική του ενικού έχουμε το επιζώσα/ επιζήσασα, δύο θηλυκά ουσιαστικά που λήγουν σε -α και άρα μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε ως πρωτόκλιτα (και να πούμε επιζώσας, επιζήσασας αντί του ορθού επιζώσης, επιζησάσης). Όμως, αμέσως αμέσως, ούτε καν αυτό δεν ισχύει για το αρσενικό αντίστοιχο, πράγμα που καθιστά περίπλοκη την κλίση του ήδη στον ενικό. Ο επιζών, γενική; Δεν είμαι σίγουρος αν οι παραλήπτ(ρι)ες της βοήθειας, αλλά και οι ίδιοι οι πάροχοί της, θα είναι όλοι σε θέση να την σχηματίσουν σωστά. Εξάλλου, ποιο είναι αυτό το «σωστά»; Του επιζώντος; Μήπως του επιζώντα; Του επιζήσαντος;

Εκεί όμως που γίνεται το πανηγύρι, είναι η γενική πληθυντικού. Η οποία συχνά έχει πρόβλημα ήδη σε πολλά ουσιαστικά. Στις μετοχές, όμως, ή πάντως σε αυτές εδώ τις μετοχές, πέφτουμε σε μαύρη τρύπα.

Οι επιζώντες/ επιζήσαντες/ επιζώσες/ επιζήσασες. Γενική;

Το ορθό γραμματικά είναι: των επιζώντων, επιζησάντων, επιζωσών, επιζησασών.

Τα έγραψα όλα αυτά και η σελίδα του υπολογιστή μου γέμισε κοκκινάδια.

Πόσοι/ες χρήστ(ρι)ες της ελληνικής γλώσσας είναι σε θέση να σχηματίσουν ορθά όλους τους παραπάνω τύπους; Και από αυτές τις λίγες που είναι, πόσες θα τολμούσαν να τους χρησιμοποιήσουν σε μία φράση που να απευθύνεται σε άλλους αναμένοντας να γίνουν κατανοητές; Αν πούμε –ή και γράψουμε- τη φράση «Το θάρρος των επιζησασών ήταν αξιοθαύμαστο», θα μας κοιτάξουν σαν ούφο.

Για όλους αυτούς τους λόγους, λοιπόν, θεωρώ ότι η επιλογή του συγκεκριμένου νεολογισμού είναι ένα μεγαλειώδες αυτογκόλ. Αποτυγχάνει παταγωδώς να επιτύχει τους δηλωμένους σκοπούς του. Όχι απλώς αποτυγχάνει, αλλά παράγει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Διότι, στις κοπέλες οι οποίες «πρέπει να διανύσουν μία πορεία», εμπεδώνει μια αίσθηση κατωτερότητας: ότι εκείνες δεν ξέρουν, είναι αγράμματες, ενώ οι ειδικοί της φροντίδας, οι εξειδικευμένοι ιεραπόστολοι/αποστόλισσες της ενδυνάμωσης των γυναικών, ξέρουν.

Πράγμα που διαψεύδεται από το γεγονός ότι τα ίδια τα δικά τους λήμματα είναι λάθος λεξιλογικά.

[1] Αντιγράφω από την αυτοπαρουσίασή της: «Είμαστε  μια γυναικεία μη κερδοσκοπική οργάνωση εξειδικευμένη σε ζητήματα φύλου και ισότητας, που ιδρύθηκε το 1989.  Όραμα μας είναι η ανάδειξη και άρση των έμφυλων διακρίσεων και αποστολή μας η ενδυνάμωση των γυναικών. Πυρήνας της δράσης μας είναι η πρόληψη και αντιμετώπιση της έμφυλης βίας».

[2] Γιατί άραγε ορολογίες; Η λέξη ορολογία είναι περιληπτικό ουσιαστικό, οπότε η χρήση της λέξης στον ενικό δηλώνει ήδη ένα σύνολο όρων. Ο πληθυντικός θα δικαιολογούνταν εάν επρόκειτο για περισσότερα σύνολα όρων, π.χ. η ορολογία στα ελληνικά και μαζί της η ορολογία σε κάποιες άλλες γλώσσες. Ακόμη και τότε, δεν θα ήταν τελείως απαραίτητος· νομίζω ότι ο ενικός θα αρκούσε.

Ο υπότιτλος της ενότητας αυτής συνιστά: «Διάβασε το γλωσσάρι με τους διεθνώς αναγνωρισμένους ορισμούς της έμφυλης βίας, για να την αναγνωρίζεις όπου τη συναντάς».

Κλασσικό

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.