Δίκαιο,Επιτελεστικότητα

Στη Γαλλία, η ελευθερία του λόγου προστατεύεται –από τις κάννες των όπλων

του Άκη Γαβριηλίδη

Μετά την τελευταία τρομοκρατική επίθεση στο Παρίσι, κατά την οποία ένας Τσετσένος –σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, φανατικός ισλαμιστής- δολοφόνησε άγρια έναν καθηγητή ιστορίας της μέσης εκπαίδευσης, και σε αντίδραση προς αυτή, οι τοπικοί άρχοντες δύο πόλεων της Γαλλίας, του Μονπελλιέ και της Τουλούζ, αποφάσισαν να προβάλουν επί κάποιες ώρες στους τοίχους των αντίστοιχων δημαρχείων μεγεθυνμένες αναπαραγωγές εξωφύλλων του Charlie Hebdo που γελοιοποιούσαν όχι μόνο το Κοράνι, αλλά και τη Βίβλο και την Τορά, με πρόθεση να διατρανώσουν την ελευθερία του λόγου και την προσήλωση της République στην αρχή αυτή και στην άσκησή της.

Με βάση τον ίδιο αυτόν δεδηλωμένο στόχο, θεωρώ ότι πρόκειται για παροιμιώδη αστοχία και σπασμωδική ενέργεια, η οποία βασίζεται σε αποικιοκρατική υπεροψία και πεισματική αγνόηση του (των) πληθυσμού (-ών) στον οποίο απευθύνεται αυτή η κίνηση.

Συνέχεια
Κλασσικό
Ιστορία,θρησκειολογία

Ο Άγιος Δημήτριος είναι ένα ψεύτικο πρόσωπο

του Σιράκου-Ιωάννη Κεσέν

Ο Άγιος Δημήτριος είναι ένα ψεύτικο πρόσωπο. Το story λέει ότι ο Δημήτριος ήταν ανώτατος αξιωματικός του στρατού των Ρωμαίων, έγινε χριστιανός και κήρυττε τον χριστιανισμό στους άλλους φαντάρους, είχε κι ένα φανταράκι με το οποίο είχε πιο προσωπικές σχέσεις, τον Νέστορα -μια μέρα οι Ρωμαίοι έβαλαν τον Νέστορα να παλέψει μ’ έναν γίγαντα, τον Λυαίο, ο μικρόσωμος Νέστορας με την ευχή του Δημητρίου σκότωσε τον γίγαντα, κι έπειτα οι Ρωμαίοι σκότωσαν τον Δημήτριο και τον Νέστορα, κι όλα αυτά γίνανε στη Θεσσαλονίκη, αρχές του 4ου αιώνα. Α! Ο κακός στην ιστορία αυτή που διατάζει τα σκοτώματα είναι ο Γαλέριος, αυτός που έφτιαξε την Καμάρα, που συν τοις άλλοις είχε ορίσει την Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα δική του:

Συνέχεια
Κλασσικό
σεξισμός,Βία,Φύλο

Aπό τον Μπουτάρη στον Ζακ: το ανυπόφορο της παρρησίας

του Άκη Γαβριηλίδη

ο Φουκώ τονίζει ότι ούτε η δομή ούτε ο σκοπός ενός λόγου αρκούν για να εντοπίσουμε αν είναι παρρησιαστικός, ότι η παρρησία είναι «ένας τρόπος να λέγεται η αλήθεια». Η ιδιαιτερότητα αυτού του τρόπου μπορεί να έρθει στο φως μόνο με την εστίαση στο υποκείμενο του λόγου, κάτι που σημαίνει επίσης στη σχέση του με αυτόν στον οποίο απευθύνεται, στις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η αληθολογία στον ακροατή και, κατ’ επέκταση, στις συνέπειές της για τον ίδιο τον ομιλητή. Η αλήθεια που λέγεται είναι μια αλήθεια που μπορεί να πληγώσει ή να εξεγείρει τον ακροατή, να προκαλέσει το θυμό ή ακόμη και την έχθρα του. Η παρρησία συνίσταται επομένως στην ανάληψη μιας διακινδύνευσης που κυμαίνεται από την καταστροφή της σχέσης με αυτόν στον οποίο απευθύνεται ο λόγος μέχρι τον θάνατο του ίδιου του ομιλητή. (…) Η παρρησία συνεπώς είναι μια πράξη θάρρους. Ωστόσο υπάρχει ή, μάλλον θα πρέπει να υπάρχει θάρρος και από την πλευρά του ακροατή: το θάρρος να ακούσει την αλήθεια και να είναι έτοιμος «να τη δεχτεί».

Ιακώβου (2019), σ. 176

Λίγους μήνες πριν τη δολοφονία του Ζακ, στις 19 Μαΐου 2018, είχε σημειωθεί στη Θεσσαλονίκη ακόμη ένα περιστατικό σωματικής βίας με ρατσιστικά/ ανδροκρατικά χαρακτηριστικά: τη μέρα εκείνη, («επέτειο της ποντιακής γενοκτονίας»), οργανωμένη ομάδα παρακρατικών, υπό την ανοχή –ή την εκ των υστέρων λεκτική απλώς διαφοροποίηση- του μεγαλύτερου μέρους του λεγόμενου «οργανωμένου ποντιακού χώρου», επιτέθηκε εναντίον του τότε δημάρχου Θεσσαλονίκης Γιάννη Μπουτάρη και τον ξυλοκόπησε (Γαβριηλίδης 2018β).

Συνέχεια
Κλασσικό
Πολιτική

Πιπιλώντας και αποκεφαλίζοντας ψωλές: αποικιακά/έμφυλα άγχη του Σεφέρη

του Άκη Γαβριηλίδη

Περίληψη: Ο Γιώργος Σεφέρης έχει εδώ και καιρό καθιερωθεί ως ο κατεξοχήν εθνικός –και ταυτόχρονα ευρωπαϊκός– ποιητής «μας», και ειδικότερα ως ένας αρρενωπός εκφραστής της ελληνικότητας και της εθνικής αντιδικτατορικής ενότητας, μολονότι πολιτικά συντηρητικός ή πάντως μετριοπαθής. Στο άρθρο αυτό επιχειρείται να δειχθεί ότι αυτές οι ταξινομήσεις βασίζονται σε μια μερική και επιλεκτική ανάγνωση του έργου του. Αν στρέψουμε το βλέμμα σε μέχρι τώρα παραμελημένες σελίδες από τα κατάλοιπα, τα ημερολόγια και τις επιστολές του, προκύπτει μια αρκετά διαφορετική εικόνα: εκεί διαπιστώνουμε θερμό ενδιαφέρον και προβληματισμό για την αποικιακή κατάσταση, αφενός, και για πρακτικές σεξουαλικής υποκειμενοποίησης αφετέρου. Τη δεκαετία του ’30, ο Σεφέρης δείχνει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ινδική κουλτούρα, μεταξύ άλλων σε ένα σατιρικό ποίημα και σε μια επιστολή για μια παράσταση χορού που παρακολούθησε στο Λονδίνο. Την αμέσως επόμενη δεκαετία, στη Νότιο Αφρική, πρόσεξε ιδιαίτερα και προβληματίστηκε για την κατάσταση των κατοίκων της. Αυτό δεν σήμαινε πάντα αλληλεγγύη: επρόκειτο για μια αμφίθυμη κατάσταση υποτίμησης, γοητείας και φθόνου. Τη δεκαετία του ’50, σε μια πιο γνωστή του «εκδρομή», ο Σεφέρης βρέθηκε στην Κύπρο. Από την επαφή αυτή η κριτική έχει κρατήσει την «εθνικοαπελεθερωτική», αν όχι αλυτρωτική της διάσταση. Τα ίδια τα γραπτά όμως ενεργοποιούν έναν αποικιοκρατικό μηχανισμό λόγου και μια μυθολογία εξωτισμού, διαλεγόμενα με αυτόν επίσης αμφίθυμα και υπονομευτικά. Αυτή η ευαισθησία οφείλεται στο ότι ο ίδιος ο Σεφέρης, κατά την ένταξή του στην ελληνική κοινωνία και το ελληνικό κράτος, υπέστη μια τέτοια αποικιοκρατικού χαρακτήρα ιεράρχηση και αξιολόγηση, και μπορεί να ταυτιστεί με όσους βλέπει να υφίστανται κάτι ανάλογο.

Συνέχεια
Κλασσικό
Δίκαιο

Δικτατορικές δικολαβίες δημιουργίας δημοσιότητας –και άλλα από Δ[ημ]

του Άκη Γαβριηλίδη

Το να επιχειρήσει κανείς να ανασκευάσει όσα γράφει ο Δημήτρης Δημητριάδης στο χθεσινό άρθρο του σε κάποιο ανυπόληπτο ηλεκτρονικό μέσο, θα ήταν σαν να εκτελεί πέναλτι σε κενή εστία. Παρόλα αυτά, εν ονόματι μιας παλιάς γνωριμίας και εκτίμησης, θα μπω στον κόπο να επισημάνω (κυρίως στον ίδιο, διότι για όλους τους άλλους πρέπει να είναι προφανείς) τις κυριότερες ανακολουθίες, αστοχίες και αυθαιρεσίες που το χαρακτηρίζουν, χωρίς καν να μπαίνω στο πολιτικό περιεχόμενο –ή έλλειψη περιεχομένου- του άρθρου. Έστω κι αν αυτός δεν φαίνεται να είναι σε θέση να ακούσει πλέον· διότι κάτι ανάλογο είχα επιχειρήσει και στο παρελθόν, αλλά μάλλον το πράγμα είχε ήδη πάρει έναν κατήφορο χωρίς επιστροφή.

Καταρχάς, ο ίδιος ο τίτλος είναι ασυμβίβαστος με κάτι που λέγεται μέσα στο κείμενο, έστω και προς το τέλος του: στην τελευταία παράγραφο, η καταδίκη τής Χρυσής Αυγής χαρακτηρίζεται «εξόχως δίκαιη και ζωτικής σημασίας για μία ευνομούμενη πολιτεία». Ωστόσο, ο τίτλος δηλώνει ότι «Στη θέση της Χρυσής Αυγής θα έπρεπε να καταδικαστεί ο ΣΥΡΙΖΑ» (η υπογράμμιση δική μου). Αν όμως ο Α πρέπει να καταδικαστεί στη θέση του Β, αυτό στα ελληνικά –και σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα- σημαίνει ότι ο Β δεν πρέπει να καταδικαστεί.

Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο μάς λέει ότι επιπλέον, ή αντί, της ΧΑ, θα έπρεπε να καταδικαστεί (και) ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό, ιδίως μάλιστα καθώς διατυπώνεται την επαύριο της έκδοσης μιας δικαστικής απόφασης μετά από μια ποινική δίκη τεράστια σε διάρκεια, σε όγκο και σε σημασία, αποτελεί πρώτα απ’ όλα νομικό ισχυρισμό.

Είναι φυσικά δικαίωμα, αν όχι καθήκον, του καθενός να ζητά να τιμωρηθεί κάποιος άλλος πολίτης, ή ομάδα πολιτών, εάν νομίζει ότι παρανόμησαν. Εξίσου όμως αναμένεται από τον καθένα, και ιδίως από κάποιον ο οποίος σε όλη του τη ζωή εργάστηκε –έστω και σε μη νομικά καθήκοντα- σε ένα Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου, να γνωρίζει ότι στις κοινωνίες αυτές που ζούμε, έτσι όπως είναι καλώς ή κακώς οργανωμένες, για να πάει κανείς στη φυλακή απαιτείται να εκδοθεί κάποια δικαστική απόφαση που να τον καταδικάζει σε φυλάκιση. Και για να εκδοθεί τέτοια απόφαση, με συγχωρείτε τώρα που λέω τα βου α βα του κράτους δικαίου, αλλά θα πρέπει να ασκηθεί κάποια ποινική δίωξη, είτε αυτεπάγγελτα από κάποιον εισαγγελέα, είτε κατόπιν έγκλησης από αυτόν τον «καθένα» που δηλώνει ότι έχει υπόψη του την τέλεση τέτοιων εγκλημάτων και τους δράστες τους. Για προφανείς πρακτικούς και δεοντολογικούς λόγους, που και ένα παιδί καταλαβαίνει, κανείς δεν μπαίνει φυλακή απλώς επειδή κάποιος δικτατορίσκος του καφενείου ξυπνά ένα πρωί, παίρνει ένα στυλό ή έναν υπολογιστή και γράφει κάπου την αποψάρα του ότι «ο τάδε είναι εγκληματίας» ή «θέλει κρέμασμα». Αν μη τι άλλο, αν ο καταγγέλλων δεν θέλει να μπαίνει σε πληκτικές δικαστικές διαδικασίες διακανονισμού διαφορών, θα μπορούσε τουλάχιστον να γνωστοποιήσει ποια είναι αυτά τα εγκλήματα σε αυτό το άρθρο όπου διατυπώνει αυτή την αποψάρα.

Ο Δημητριάδης όμως στο άρθρο του μας διαβεβαιώνει ότι αυτή η έστω «δίκαιη» απόφαση που μόλις εκδόθηκε «δεν αγγίζει τούς αληθινούς ενόχους» (άρα ο Μιχαλολιάκος, ο Λαγός και οι λοιποί ναζιστές δεν είναι αληθινοί αλλά ψευδείς ένοχοι), δηλ. τον αρχηγό και τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι είναι «δράστες εξίσου ειδεχθών με την δολοφονία τού Παύλου Φύσσα εγκλημάτων» [sic].

Ποιων εγκλημάτων; Παρασυρμένος από τον ποιητικό (;) του οίστρο, ο Δημητριάδης δεν μας κάνει τη χάρη ούτε εδώ, ούτε πουθενά αλλού να μας αναφέρει έστω ένα εξ αυτών. Διότι όταν μιλάμε, όπως εν προκειμένω, σε ένα δικαστικό συγκείμενο, δεν μπορούμε να παίζουμε με τις λέξεις και να χαρακτηρίζουμε «έγκλημα» το ότι κάποιος απλώς … προμηνύει (!) «την ζοφερότερη προοπτική γι’ αυτήν την χώρα, με όρους απολυταρχίας, εκχυδαϊσμού και εκμηδένισης όλων των βάσεων τού δημοκρατικού πολιτεύματος». Κανένας ποτέ δεν πήγε στη φυλακή επειδή «προμήνυε» οτιδήποτε. Δηλαδή, συγνώμη ρε Δημήτρη, πού ζεις τόσα χρόνια; Κάτι για nullum crimen nulla poena sine lege δεν έχει πάρει το αυτί σου; «Εγκλήματα», με την έννοια που συζητάμε εδώ, δεν είναι ό,τι απλώς δεν ταιριάζει με τα γούστα μας, η «προδοσία της εμπιστοσύνης», η «διαστρέβλωση των εννοιών» ή άλλες ηθικολογικού τύπου γενικότητες. Εγκλήματα είναι όσα τυποποιούνται στον Ποινικό Κώδικα. Ποια απ’ αυτά τέλεσαν ο αρχηγός και τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ; Δολία αποφυγή πληρωμής εισιτηρίου; Διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας; Διάθεση προϊόντων εγκλήματος;

Εάν έχεις κάτι υπόψη σου, πες το μας κι εμάς να το ξέρουμε. Αλλιώς, αν υποστηρίζεις ότι κάποιοι πολίτες πρέπει να τιμωρηθούν απλώς επειδή εσύ έτσι γουστάρεις, και μάλιστα με ποινές οι οποίες εξ όσων έχω υπόψη μου δεν προβλέπονται από το ποινικό σύστημα καμίας «ευνομούμενης πολιτείας», καμίας «πολιτισμένης» (ούτε καν απολίτιστης) χώρας, αλλά απλώς έβγαλες εσύ απ’ το κεφάλι σου, όπως «να βρίσκονται δια παντός σιδηροδέσμιοι, καταδικασμένοι στην απόλυτη σιωπή και στην δια βίου αφάνεια» (!!?), εν ονόματι κάποιας «αληθινής δίκης» και κάποιας «αληθινής απόδοσης δικαιοσύνης» των οποίων το μυστικό γνωρίζεις μόνο εσύ δυνάμει ποιος ξέρει ποιας θείας ενόρασης, τότε εσύ είσαι ο Χρυσαυγίτης. Πάντως είσαι κάποιος που επιχειρηματολογεί όχι μόνο εκτός, αλλά και εναντίον των στοιχειωδών δημοκρατικών κατακτήσεων του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού. Για να διακανονίσεις ποιος ξέρει ποιες διαφορές με ποιον. Προφανώς με τον εαυτό σου.

Κλασσικό
Φιλοσοφία,κομμουνισμός

Κρυπτοκομμουνισμός

του Μαρκ Αλιζάρ

Δημοσιεύουμε παρακάτω αποσπάσματα από το βιβλίο: Mark Alizart, Cryptocommunisme, PUF, Παρίσι 2019 (σελ. 9-13, 43-57). Οι σημειώσεις μέσα σε αγκύλες είναι του μεταφραστή.

Οι κωδικοί του μέλλοντος

Το 1968, μια ομάδα χίππηδων ξεκινά ένα οραματικό περιοδικό με τον τίτλο Whole Earth Catalog, το οποίο αναμιγνύει κυβερνητική, οικολογία και σοσιαλισμό, και όλο αυτό υπό την καθοδήγηση της ενόρασης ότι η πληροφορική μπορεί να σώσει τον πλανήτη και να επαναφέρει στο προσκήνιο τον κομμουνισμό.

Κατά τον ιδρυτή του, τον Στιούαρτ Μπραντ, οι υπολογιστές προορίζονται να θέσουν τέρμα στην αέναη εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των εθνών· είναι επίσης σε θέση να ανακουφίσουν την ανθρωπότητα από το βάρος της εργασίας· είναι μάλιστα ικανοί να επινοήσουν μία νέα φύση όπου, όπως λέει ο ποιητής Ρίτσαρντ Μπράουτιγκαν, «θηλαστικά και υπολογιστές θα ζουν μαζί σε μια αμοιβαία προγραμματισμένη αρμονία υπό τα βλέμματα μηχανών γεμάτων αγάπη και χάρη»[1].

H επιθεώρηση αυτή γνώρισε αμέσως επιτυχία. Κυκλοφόρησε ταχύτατα στους κύκλους της αντικουλτούρας, αλλά επίσης ανάμεσα στους μηχανικούς και τους προγραμματιστές, και μάλιστα, σύμφωνα με τον ιστορικό Φρεντ Τέρνερ, αυτή η κυβερνο-κομμουνιστική ή «κυβερνο-κοινοτική» ουτοπία συνέβαλε στη διαμόρφωση της κοινωνίας της πληροφορίας στην οποία ζούμε σήμερα. Υπήρξε το φόντο για να εφευρεθεί το διαδίκτυο· αρδεύει τα κοινωνικά δίκτυα και την δημοκρατική τους κουλτούρα. Αποτέλεσε τη βάση για προτάγματα open-source όπως το Linux και η Wikipedia. Και κυρίως, είναι ο λόγος για τον οποίο η Σίλικον Βάλλεϋ μπορεί να αυτοθεωρείται επιφορτισμένη με μία οιονεί θεϊκή αποστολή ευαγγελισμού ανεπίδεκτη αμφισβήτησης.

Πενήντα χρόνια μετά το πρώτο τεύχος του Whole Earth Catalog, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αισιοδοξία των τεχνο-χίππηδων υπήρξε αδικαιολόγητη. Είμαστε μάρτυρες του γεγονότος ότι από το διαδίκτυο πλούτισαν οι τράπεζες, οι πολυεθνικές των τηλεπικοινωνιών, οι γίγαντες της διανομής, το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα και οι κεραίες της κοινωνίας του ελέγχου. Στο εμπόριο και τη διαφήμιση συγκροτήθηκαν απίθανα μονοπώλια, τα οποία απειλούν την ίδια τη δημοκρατία που υποτίθεται ότι το Web θα αναζωογονούσε. Τα τείχη μεταξύ των λαών ξαναϋψώθηκαν σχεδόν εξίσου γρήγορα όσο είχαν πέσει. Ο διαπολιτισμικός διάλογος εκφυλίστηκε σε ταυτοτική σύγκρουση. Τα κοινωνικά δίκτυα έγιναν αλγοριθμικές φούσκες όπου η αγανάκτηση αυτοσυντηρείται σε ένα κλειστό κύκλωμα. Για κάποιους, ακόμα και η οικονομία του μερισμού και της συνεισφοράς το μόνο που πέτυχε είναι να εξασφαλίσει δωρεάν εργατικά χέρια στον «γνωσιακό καπιταλισμό»[2]. Oι γονιδιακές τεχνολογίες παραμόρφωσαν την «κυβερνητική οικολογία» του ποιητή. Με δυο λόγια, τις τρελές ελπίδες της δεκαετίας του 70 διαδέχθηκε μία απέραντη απογοήτευση, σε βαθμό που έχουμε χάσει πια το μέτρημα των διανοουμένων που μας καλούν να αποσυνδεθούμε από το διαδίκτυο, να σπάσουμε το μονοπώλιο των GAFA ή των FAΝG[3] ή να διαλύσουμε τα  big data όπως κάποτε είχαμε διαλύσει το big oil[4].

Αντικείμενο του βιβλίου αυτού δεν είναι να αρνηθεί τη διαπίστωση αυτής της αποτυχίας, αλλά ούτε είναι να προσθέσει ακόμα μία φωνή στην ήδη πληθωρική χορωδία αυτών των κατηγοριών. Πράγματι, παρά τις ανεπάρκειές τους, θεωρούμε ότι οι τεχνο-χίππυς είχαν δίκιο να πιστεύουν στη σύζευξη του σοσιαλισμού και της κυβερνητικής.

Κατά πρώτο λόγο, ξέρουμε πολύ καλύτερα τώρα ότι ο ίδιος ο Μαρξ είχε υποθέσει ότι μία «κοινωνία της γνώσης» θα υπερνικούσε τον καπιταλισμό[5]. Ειδικότερα, ξαναανακαλύπτουμε τους δεσμούς που διατηρούσε ο μαρξισμός με μία επιστήμη γεννημένη την ίδια εποχή, τη «θερμοδυναμική»[6], οι εργασίες της οποίας οδήγησαν στην καθιέρωση της έννοιας της ενέργειας, αλλά επίσης στην πραγματικότητα της έννοιας της πληροφορίας, από την οποία εν μέρει απορρέει η σύγχρονη πληροφορική.

Έπειτα, οι ίδιοι οι πληροφορικοί άντλησαν τα διδάγματα από την αποτυχία τους. Από τη δεκαετία του 1980, οι κυβερνο-πανκ και ιδίως οι cypher-punks[7] βάλθηκαν να κάνουν ξανά κατοικήσιμο το ψηφιακό σύμπαν. Ανέπτυξαν πρωτόκολλα προστασίας της ιδιωτικής ζωής βασισμένα στην κρυπτογράφηση, από τα οποία προέκυψαν τα «κρυπτονομίσματα», που μπορούν να διορθώσουν σε μεγάλο βαθμό τις αυταρχικές και εμπορευματικές εκτροπές του Web, αν όχι και να προσδώσουν στις κυβερνο-κομμουνιστικές ιδέες την ουσία που τους έλειπε.

Οι κυβερνο-πανκ και οι cypher-punks σίγουρα θα βρουν εξωφρενικό να τους ανατεθεί ο ρόλος του ελλείποντος κρίκου ανάμεσα στην ιδέα του κομμουνισμού και την πραγματοποίησή της. Εκείνοι προτιμούν να αυτοπεριγράφονται ως πειρατές, ως ελευθεριακοί ή ως «κρυπτο-αναρχικοί»[8], όταν δεν εκδηλώνουν μία ξεκάθαρη απέχθεια για οτιδήποτε έχει στενή ή χαλαρή σχέση με το σοσιαλισμό. Από την άλλη, οι μαρξιστές, καθώς θεωρούν τα κρυπτονομίσματα μία τερατογένεση της πληροφορικής και της χρηματοοικονομίας, δεν θα εκτιμούσαν καθόλου την ιδέα ότι ο Μαρξ θα μπορούσε να ενθουσιαστεί με το Bitcoin.

Ωστόσο, ο ίδιος ο Μαρξ (και ο Χέγκελ) μίλησαν για τις «πανουργίες» του Λόγου και της «διαλεκτικής» … Η ιστορία προχωρά ως τυφλοπόντικας, σκάβοντας στα τυφλά στοές κάτω απ’ τη γη, έλεγαν. Στο κάτω κάτω, αυτή η απρόσμενη συνάντηση μεταξύ «κρυπτο-» και «κομμουνισμού» θα ήταν απλώς μία ακόμα απόδειξη. Ποιος ξέρει, η λέξη «κρυπτοκομμουνιστής», που άλλοτε προσδιόριζε τους συγκαλυμμένους μαρξιστές, ίσως έχει γίνει ήδη το λάβαρο υπό το οποίο υπηρετούν χωρίς να το γνωρίζουν όλοι όσοι δεν έχουν ακόμα πάψει να ελπίζουν στον κωδικό για ένα ευτυχισμένο αύριο[9].

(…)

Σοβιέτ συν wifi

Oι κυβερνο-κοινοτιστές της δεκαετίας του 1960 είχαν σκεφτεί την άρθρωση μεταξύ κομμουνισμού και κυβερνητικής κατά τρόπο όχι πολύ διαφορετικό από τον Μαρξ του “General Intellect”. Είχαν σκεφτεί το διαδίκτυο ως ένα “World Brain”[10] το οποίο, συσσωρεύοντας μια ποσότητα πληροφορίας οιονεί άπειρη και διαχέοντάς την σε μια ταχύτητα οιονεί άπειρη, θα παρήγαγε μία αξία οιονεί άπειρη.

Είναι ενδιαφέρον ότι στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο Νόρμπερτ Βήνερ, ο πατέρας της κυβερνητικής. Στο βιβλίο του Cybernétique et société[11] διακηρύσσει ότι θα πρέπει να μεταφερθούν σε κλίμακα ολόκληρων κοινωνιών οι αρχές που διέπουν την επεξεργασία της πληροφορίας. Η δημοκρατία θεωρεί ότι μπορεί να περιγραφεί ως ένα θερμοδυναμικό σύστημα που επιτυγχάνει την ισορροπία (την «ομοιόσταση») χάρη σε θετικούς βρόγχους ανάδρασης. Aπό αυτό συνάγει ότι η κατάστασή της είναι τόσο καλύτερη, όσο ενθαρρύνουμε το σχηματισμό παρόμοιων βρόγχων μέσα στην κοινωνία και όσο πολλαπλασιάζουμε τους διαύλους εκπομπής και υποδοχής της πληροφορίας.

Η θέση αυτή, διατυπωμένη μέσα σε ένα κλίμα ψυχρού πολέμου σημαδεμένου από διώξεις κομμουνιστών, ερμηνεύτηκε ως μία δήλωση πίστης του κύκλου των πληροφορικάριων στην ιδεολογία της «αόρατης χειρός» που δημιουργεί αυθορμήτως ισορροπίες εντός μιας ελεύθερης αγοράς όπου τα άτομα συμπεριφέρονται ως μόρια κάποιου αερίου. Τα γεγονότα διαψεύδουν αυτή την ερμηνεία. Κάποιες σελίδες του βιβλίου του Βήνερ απορρίπτουν εξίσου τον καπιταλισμό όσο και το σταλινισμό, κατά τρόπο αρκετά καινοφανή και προκλητικό για την εποχή[12]. Αυτό που ανησυχεί τον Βήνερ –όπως και όλους τους διανοουμένους που είχαν τρομοκρατηθεί από τον κίνδυνο πυρηνικής σύγκρουσης πυροδοτημένης από κάποιον Dr. Strangelove- είναι η ιδιωτικοποίηση της εξουσίας, και αυτή κάλλιστα μπορεί να συμβεί υπό καπιταλιστικό καθεστώς, με τα εργαλεία που προσφέρει η πληροφορική. Αλλά το καλύτερο αντίδοτο για τους κινδύνους που θέτει η πληροφορική είναι, κατ’ αυτόν, η ίδια η πληροφορική, εφόσον εφαρμοστεί ολικά, πράγμα που τον οδηγεί να ονειρεύεται μία «ενοποιημένη κυβέρνηση της Γης» βασισμένη σε αλγορίθμους που να ενεργούν κατά τρόπο ουδέτερο, αυτόματο και αποκεντρωμένο –ένα σχέδιο άλλωστε που θα τεθεί σε εφαρμογή με πρωτοβουλία ενός κομμουνιστή πολιτικού, του Σαλβαδόρ Αλιέντε, τη δεκαετία του 70. Το πρόγραμμα CyberSyn, από τις λέξεις Cybernetic Synchronisation, που συνέλαβε ο Στάφφορντ Μπήρ, ένας ερευνητής αρκετά εκκεντρικός (κυκλοφορούσε με λιμουζίνα και κάπνιζε πούρα), προέβλεπε ότι συλλέγονται δεδομένα στα εργοστάσια και διαβιβάζονται με τέλεξ σε ένα κέντρο εντολών όπου ένας υπολογιστής αναλαμβάνει να εξασφαλίζει τη συστημική σταθερότητα της οικονομίας αυτόματα και αποκεντρωμένα.

Καθώς η αποτυχία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» γινόταν όλο και πιο φανερή, η κυβερνητική άρχισε να προσελκύει κομμουνιστές οι οποίοι δεν δίσταζαν πλέον να παίρνουν αποστάσεις από το ενεργειοκρατικό δόγμα του κόμματος. Έτσι, βρίσκουμε ίχνη κυβερνητικής στον Λουί Αλτουσέρ, τα οποία ίσως προέρχονται από τον στρουκτουραλισμό του: ο Κλωντ Λεβί-Στρως ήταν ακροατής στις «διαλέξεις Macy» οι οποίες συγκέντρωναν τον ανθό της μεταπολεμικής κυβερνητικής, ο Ζακ Λακάν ήταν παθιασμένος με την πληροφορική, ενώ ο Νόαμ Τσόμσκι χρησιμοποίησε γλώσσες προγραμματισμού για να αναπτύξει τη γλωσσολογική δουλειά του πάνω στη γενετική γραμματική. Eφοδιασμένος με αυτές τις αποσκευές, ο Αλτουσέρ ισχυρίστηκε ότι ο κομμουνισμός δεν υπέφερε τόσο από το ότι είχε περιπέσει στην ομηρία αυταρχικών και κοινωνιοπαθών ηγετών που θα έπρεπε να εξαλειφθούν ώστε να αναδυθεί ένας «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο», όπως πίστευαν ο Σαρτρ και ο Μερλώ-Ποντύ, όσο από το ότι παρέμεινε εγκλωβισμένος σε μία «ανθρωπιστική» θέαση της πολιτικής. Με αυτό δεν εννοούσε ότι ο Μάο ή ο Στάλιν ήταν υπερβολικά συναισθηματικοί, αλλά ότι ήταν το γελοιογραφικό παράδειγμα του «μεγάλου ανδρός» ο οποίος πρόδιδε την ιδέα που έτρεφε ο Μαρξ για μια διαφορική πολιτική. Αντίστροφα, ο Αλτουσέρ σκέφτηκε ότι ο μόνος τρόπος για να σώσουμε τον κομμουνισμό συνίστατο στο να γυρίσουμε την πλάτη στην «μεταφυσική του υποκειμένου» και να ασπαστούμε τη ριζοσπαστική ιδέα κατά την οποία η ιστορία κατευθύνεται από μόνη της, ότι είναι μια «διαδικασία χωρίς υποκείμενο». Ο κομμουνισμός του είναι μία δομή: ένα σύστημα με πολλές εισόδους, χωρίς κέντρο, χωρίς διοίκηση, που περιέχει πολλαπλά υπο-συστήματα τα οποία αρθρώνονται το ένα με το άλλο κατά τρόπο «επικαθορισμένο», πράγμα που σημαίνει ότι δεν καθορίζονται «μονόπλευρα» αλλά μέσω βρόγχων που εξασφαλίζουν τη συνοχή του, κατά το παράδειγμα που δίνει η κυβερνητική με τις «λούπες» και τις «ανατροφοδοτήσεις» της.

Τέλος, η ίδια η υπόθεση του Μαρξ περί του General Intellect τράβηξε την προσοχή ενός ρεύματος της ριζοσπαστικής αριστεράς τη δεκαετία του 70. Εκκινώντας από την αρχή ότι η εργασία καταλήγει πάντοτε να ευνοεί τον καπιταλισμό, καθότι του παρέχει την ενέργεια με την οποία τρέφεται, το εξαιρετικά πρωτότυπο κίνημα των «εργατιστών», στο οποίο πρωτοστατούσαν ο Αντόνιο Νέγκρι και ο Μάριο Τρόντι, κήρυξε την αυτοκαταστροφή της εργατικής τάξης. Το ζητούμενο ήταν να διαρρήξουμε το δεσμό μεταξύ μαρξισμού και ενεργειοκρατίας, προς όφελος εκείνης της πληροφορικής υπεραξίας της οποίας ο Μαρξ αναγγέλλει την έλευση. Πλην όμως, οι εργατιστές δεν συνδέθηκαν με τους κυβερνο-κοινοτιστές. Όπως ο Μαρξ, έτσι και αυτοί παρέμειναν επιφυλακτικοί όσον αφορά την ικανότητα μιας κοινωνίας της πληροφορίας να οδηγήσει από μόνη της στην ανάδυση του κομμουνισμού. Έτσι, δεν αιφνιδιάστηκαν όσο εκείνοι από την αποτυχία της πληροφορικής επανάστασης την οποία διαπιστώνουμε σήμερα.

Σύμφωνα  με τους εργατιστές και τους κληρονόμους τους, υπάρχουν δύο κύριοι λόγοι για αυτή την αποτυχία. Ο πρώτος είναι ότι οι υπολογιστές δεν μετέβαλαν την κυριότητα του πάγιου κεφαλαίου. Και μάλιστα, την αξία την οποία παράγει η πληροφορία την καρπώνονται όλο και λιγότερα χέρια. Σε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Πρωτόκολλο. Πώς ο έλεγχος εξακολουθεί να υπάρχει μετά την αποκέντρωση»[13], ο Αλεξάντερ Γκάλλογουέι υπενθυμίζει ότι ξεχνάμε εύκολα πόσο το διαδίκτυο βασίζεται σε ένα σύστημα υποδομών [logistique] πολύ ιδιαίτερο, και πολύ συγκεκριμένο, εν προκειμένω ένα σύστημα άκρως συγκεντρωτικό. Εστιάζοντας στο ψηφιακό στοιχείο, οι κυβερνο-κοινοτιστές ξέχασαν τις πραγματικές οικονομικές συνθήκες παραγωγής του, εμφανίζοντας την παραγωγή των αλγορίθμων που μας κυβερνούν σαν έργο του Αγίου Πνεύματος, ενώ αυτή προφανώς εμπλέκεται με την παραγωγή ανθρώπινων και ιδεολογικών προκαταλήψεων.

Όπως σωστά είπε ο Ζιλ Ντελέζ, σε μια συζήτησή του ακριβώς με τον Τόνι Νέγκρι: «Σε κάθε τύπο κοινωνίας μπορούμε προφανώς να αντιστοιχίσουμε έναν τύπο μηχανής: απλές ή δυναμικές μηχανές για τις κοινωνίες κυριαρχίας, μηχανές ενεργείας για τις πειθαρχίες, κυβερνητική και υπολογιστές για τις κοινωνίες ελέγχου. Αλλά οι μηχανές δεν εξηγούν τίποτε, πρέπει να αναλύσουμε τα συλλογικά συναρμολογήματα, μέρος μόνο των οποίων αποτελούν οι μηχανές. Μπροστά στις προσεχείς μορφές ασταμάτητου ελέγχου σε ανοιχτό χώρο, οι σκληρότεροι εγκλεισμοί μπορεί να μας φαίνεται ότι ανήκουν σε ένα ξένοιαστο και ευτυχισμένο παρελθόν. Η αναζήτηση ‘καθολικών εννοιών της επικοινωνίας’ πρέπει να μας κάνει να τρέμουμε»[14].

(…)

Όσο παράδοξο όμως κι αν ακούγεται, είναι πιθανό το πρόβλημα της «κοινωνίας της πληροφορίας», όπως αποκαλούμε τις κοινωνίες μας, να είναι ακριβώς η έλλειψη πληροφορίας.

Κατά της επικοινωνίας

(…)

Στη συζήτησή του με τον Νέγκρι, ο Ντελέζ χρησιμοποιεί αυτή την παράξενη διατύπωση: ότι, αν οι κοινωνίες ελέγχου ή επικοινωνίας γεννήσουν μορφές αντίστασης, αυτό δεν θα συμβεί «στο βαθμό που οι μειονότητες θα μπορούσαν να ξαναπάρουν το λόγο. Ίσως ο λόγος, η επικοινωνία έχει διαφθαρεί». Το πρόβλημα, συνεχίζει ο Ντελέζ, έγκειται στη σχέση επικοινωνίας και χρήματος. «Μέσα στο λόγο και την επικοινωνία έχει πλήρως διεισδύσει το  χρήμα –όχι συμπτωματικά, αλλά εκ φύσεως». Η ανάλυση αυτή εν μέρει συναντάται με εκείνη των εργατιστών. Για εκείνους, το κεφάλαιο δεν κατανέμει τον πλούτο της παραγόμενης πληροφορίας κατά τη δίκαιη αξία του. Αλλά οι δύο κριτικές δεν επικαλύπτονται πλήρως. Στη σκέψη του εργατισμού, το πρόβλημα είναι ότι η πληροφορία δεν μετατρέπεται ορθώς σε μετρητά, χειροπιαστά και κουδουνιστά. Ο Ντελέζ αντίθετα σκέφτεται ότι θα έπρεπε η πληροφορία να μην αφήνεται ποτέ να μετατραπεί σε χρήμα. «Απαιτείται μια υπεξαίρεση του λόγου. Η επικοινωνία ποτέ δεν ήταν δημιουργία. Το σημαντικό θα είναι ίσως να δημιουργήσουμε κενά μη-επικοινωνίας, διακόπτες, για να ξεφεύγουμε από τον έλεγχο».

Η διατύπωση αυτή ωστόσο μπορεί να νοηθεί κατά δύο αντίθετους τρόπους. Μπορούμε να σκεφτούμε ότι ο Ντελέζ οραματίζεται μια πληροφορία που θα αντιστεκόταν στη χρηματική της οικειοποίηση, μια κοινωνία της πληροφορίας που θα είχε «χακαριστεί», προκειμένου να διατηρηθούν μέσα της ζώνες αποσύνδεσης, μη εμπορευματικές. Αλλά μπορούμε και να σκεφτούμε ότι ο Ντελέζ ενδιαφέρεται για το γεγονός ότι ανταλλάσσουμε απλώς πληροφορία «φτωχή» σε πληροφορίες («επικοινωνία»), δίπλα στην οποία υπάρχει μια πληροφορία «πλούσια» σε πληροφορίες («η δημιουργική πράξη»). Αυτή λοιπόν η «πλούσια» πληροφορία, στο μέτρο που «αξίζει», θα μπορούσε να έχει την ικανότητα να είναι από μόνη της η μορφή-χρήμα του εαυτού της. Θα μπορούσε να ανταλλάσσεται χωρίς να περνά από το στάδιο της μετατροπής σε χρήμα, εκεί όπου ασκείται ο «έλεγχος», εκεί όπου βρίσκεται πράγματι το ρήγμα απ’ το οποίο οι φορείς της μετατροπής, οι χρηματιστές και οι κεφαλαιούχοι, μπορούν να εισέλθουν μέσα στην κοινωνία της πληροφορίας.

(…)

Από τα τέλη της δεκαετίας του 60, μετά την ανακάλυψη του DNA, καταλάβαμε ότι ο γενετικός κώδικας δεν είναι καθόλου ένα καθαρό πρόγραμμα συγκείμενο από bits: δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός αν δεν ενταχθεί στο χώρο, αν δεν γειωθεί στη χημεία των μορίων που τον εκφράζουν και, επιπλέον, είναι αδιαχώριστος από μία μορφή τυχαιότητας η οποία επιλέγει τα γονίδια που πρέπει να εκφραστούν εκ των υστέρων, επιγενετικά[15]. (…) Με δυο λόγια, αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ότι, στη φύση, τα πράγματα δεν ανταλλάσσουν απλώς πληροφορία μεταξύ τους όπως εμείς μιλούσαμε στο τηλέφωνο –καλά μονωμένοι από τον εξωτερικό θόρυβο μέσα σε μια καμπίνα-, αλλά είναι πληροφορία, και επιπλέον κολυμπάνε σε έναν τρομερό ορυμαγδό που προκαλούν οι συγκρούσεις των ατόμων μεταξύ τους, τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία, η αρτηριακή πίεση, οι χτύποι της καρδιάς, η θερμοκρασία του σώματος …

Η επιστημονική κοινότητα αναγκάστηκε να αναθεωρήσει τον τρόπο με τον οποίο αναπαριστούσε έναν κόσμο διεπόμενο από καθαρές ανταλλαγές πληροφορίας πολύ πριν αποκαλύψει τα όριά του το Web. Μάλιστα, οι φυσικές επιστήμες για ένα διάστημα εξέτασαν το ενδεχόμενο να εγκαταλείψουν τελείως το πληροφορικό μοντέλο, όπως άλλωστε και οι ανθρωπιστικές. Η κριτική του στρουκτουραλισμού από την οποία προέρχεται ο Ντελέζ είναι κριτική της κυβερνητικής. Αλλά ήταν την ίδια στιγμή φανερό ότι αυτό που χρειαζόταν ήταν όχι τόσο μια εγκατάλειψη, όσο μια εμβάθυνση της κυβερνητικής. Προφανώς, αυτό που έθετε πρόβλημα ήταν ο επικοινωνιακός αναγωγισμός της. Δεν επέτρεπε να θέσουμε το δάκτυλο πάνω σε αυτή την πιο βαθιά και μυστηριώδη πραγματικότητα της πληροφορίας που είναι ότι δεν αποτελεί ένα στρώμα νοήματος που τίθεται πάνω στην ενέργεια, αλλά μια έκφραση της ίδιας της ενέργειας, η ενέργεια υπό άλλη μορφή.

Πώς μπορούμε να πετύχουμε η κοινωνία της πληροφορίας να μην είναι ένας μύλος φλυαρίας, αλλά ένας μύλος που αλέθει, για να επαναλάβουμε την έκφραση του Μαρξ; (…)

Κατά μία έννοια, αυτό επιχείρησαν να διακρίνουν οι μετα-δομιστές υποστηρίζοντας ότι πρέπει να συμπληρώσουμε το πληροφορικό παράδειγμα με αυτό που του λείπει: το «συμβάν», την «διαφο/ωρά» ή την «ασυμφωνία» [différend]. Κατά τα λοιπά, ποτέ δεν έκοψαν τις γέφυρες ούτε με τον κομμουνισμό, ούτε με την κυβερνητική. Ο Ντελέζ, σε ένα κείμενο σύγχρονο με τη συνέντευξή του στον Νέγκρι, επιδόθηκε σε έναν εντυπωσιακό έπαινο του ανθρώπου προσαυξημένου από την πληροφορική[16]. Ομοίως, ο Ζακ Ντερριντά εξήγησε στο Περί γραμματολογίας ότι η εργασία του επέβαλλε να ριζοσπαστικοποιήσουμε την κυβερνητική του Βήνερ, η οποία θεωρούσε ότι είναι ακόμα πολύ «ανθρωπιστική». Ο Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ προσπάθησε, με το Η μεταμοντέρνα κατάσταση και με Τα άυλα, να σκεφτεί μια νέα πληροφορική για την οποία ελπίζει ότι θα επιτρέψει την έλευση ενός νέου κομμουνισμού.

Δεν είναι όμως μειωτικό για τους συγγραφείς αυτούς να πούμε ότι δεν ήταν ικανοί να πάνε πέρα από την φιλοσοφική τους διαίσθηση. Μόνο ένα τελευταίο πέρασμα από τη θεωρία της πληροφορίας μπορεί στην πραγματικότητα να δώσει σάρκα και οστά στον κυβερνο-κομμουνισμό.

Μετάφραση: Α.Γ.


[1] R. Brautigan, All Watched over by Machines of Loving Grace, 1967.

[2] Yann Moulier Boutang, Le Capitalisme Cognitif: La Nouvelle Grande Transformation, ed. Amsterdam, Paris 2008.

[3] [Ακρωνύμια από τα ονόματα των κολοσσών της ηλεκτρονικής επικοινωνίας: Google, Amazon, Facebook, and Apple και Facebook/ Αmazon/ Netflix/ GOOG αντίστοιχα – Σ.τ.μ.].

[4] Θα αναφέρουμε τους Εβγκένυ Μορόζοβ, Κάρμεν Ερμοσίγιο, Μπέρναρντ Στίγκλερ, Ρίτσαρντ Μπάρμπρουκ, ή τον Άνταμ Κέρτις, δημιουργό ενός πετυχημένου ντοκυμανταίρ που πήρε τον τίτλο του από το κυβερνο-βουκολικό ποίημα του Μπράουτιγκαν, All Watched over by Machines of Loving Grace, ο οποίος όμως εδώ χρησιμοποιήθηκε με καθαρά ειρωνική σημασία.

[5] Σκέφτομαι ιδίως την αξιοθαύμαστη δουλειά που έχει γίνει πάνω στο θέμα αυτό εδώ και είκοσι περίπου χρόνια από τους διανοούμενους που συγκεντρώνονται γύρω από το περιοδικό Multitudes, το οποίο ίδρυσε ο Yann Moulier Boutang.

[6] Βλ. Daniel Bensaïd, Marx l’intempestif, Paris, Fayard 1995· A. Tosel, Communisme de la finitude, Paris, Kimé 1996· J.B. Foster, Marx’s Ecology, New York, Monthly Review Press, 1999.

[7] Από την αγγλική λέξη cypher, «κρυπτογράφηση».

[8] Πρβλ. το Crypto-anarchist Manifesto του Τίμοθυ Μέι, διαθέσιμο ηλεκτρονικά.

[9] [Στο πρωτότυπο, εδώ, όπως και στον τίτλο της συγκεκριμένης ενότητας, χρησιμοποιείται η φράση les lendemains qui codent. Πρόκειται για λογοπαίγνιο αμετάφραστο στα ελληνικά, το οποίο παραλλάσσει μία πολύ γνωστή φράση που χρησιμοποιείται κοινώς στα γαλλικά για να δηλώσει την ελπίδα σε ένα καλύτερο αύριο, les lendemains qui chantent (κατά λέξη: «οι επαύριο που τραγουδούν»), αλλάζοντας το ρήμα σε «που κωδικοποιούν». Σ.τ.μ.].

[10] Έκφραση του H.G. Wells.

[11] Πρωτοκυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1950 με τίτλο The Human Use of Human Beings.

[12] Οι σελίδες άλλωστε αυτές αφαιρέθηκαν από τον εκδότη κατά τη δεύτερη έκδοση, την περίοδο του μακκαρθισμού.

[13] Alexander R. Galloway, How Control Exists after Decentralization, ΜΑ MIT Press 2004.

[14] Gilles Deleuze, «Contrôle et devenir, entretien avec Toni Negri», στο: Pourparlers, Παρίσι, Minuit 2003.

[15] J. Monod, Le Hasard et la Nécessité, Paris, Seuil 1970 [Ζακ Μονό, Η τύχη και η αναγκαιότητα, Ράππα, Αθήνα 2008].

[16] Στο έργο του Foucault (1986).

Cryptocommunisme - Mark Alizart - Perspectives critiques - Format Physique  et Numérique | PUF
Κλασσικό
Κινήματα,Πολιτική,εκπαίδευση

Οι καταλήψεις είναι δημοκρατικός παιδαγωγικός θεσμός

του Άκη Γαβριηλίδη

Ήρθε ο καιρός να αναγνωρίσουμε ότι οι καταλήψεις σχολείων είναι ένας σημαντικός, ίσως ο σημαντικότερος, θεσμός που παρήχθη απ’ τα κάτω στην ελληνική κοινωνία από το 90 και μετά. Ένας θεσμός με σημαντική παιδαγωγική αξία, ίση και ίσως μεγαλύτερη από την ίδια τη λειτουργία του σχολείου, συμπληρωματική προς αυτήν. Ενίοτε και ανταγωνιστική προς αυτήν. Αλλά σε αυτόν τον ανταγωνισμό –στην εκπαίδευση σε αυτόν- έγκειται ακριβώς η παιδαγωγική της λειτουργία: οι καταλήψεις είναι μία αγωγή του πολίτη, δηλαδή ένα έμπρακτο μάθημα, και μία άσκηση, στη δημοκρατία· μια εξοικείωση με την ιδέα ότι, στην κοινωνία, οι άνθρωποι δεν συνυπάρχουν πάντα αρμονικά, έχουν ασυνεννοησίες, αποκλίνουσες απόψεις, και ότι, όταν συμβαίνει αυτό, τις συζητάνε και προσπαθούν από κοινού να βρουν τι θα κάνουν. Και αρμόδιοι να κάνουν αυτή τη συζήτηση είναι όσοι δεν έχουν καμία αρμοδιότητα, όσοι δεν έχουν κανέναν τίτλο για να αποφασίζουν. Από κοινού οι άριστοι και οι χείριστοι, όπως και αν ορίσουμε τους μεν και τους δε.

Συνήθως, από την κοινωνία των ενηλίκων εκπέμπεται ένας παραδοσιακός λόγος αφ’ υψηλού απόρριψης των μαθητικών καταλήψεων ως ανώριμων και ανορθολογικών. Έτσι και τώρα, ο καλοπληρωμένος με τα εκατομμύρια του Πέτσα στρατός «δημοσιογράφων» διαδίδει ότι βασικό αίτημα των μαθητών είναι η κατάργηση της μάσκας. Φυσικά, όποιος έχει κάποια επαφή με τη σχολική πραγματικότητα, ή έστω όποιος απλώς παρακολουθήσει με προσοχή τα ίδια τα ρεπορτάζ των τηλεοπτικών καναλιών και διαβάσει τι γράφουν τα πανώ, αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για τερατολογία. Εγώ όμως θα έλεγα κάτι ακόμα: ας υποθέσουμε ότι μεταξύ των μαθητών –όπως συμβαίνει γενικά και στην κοινωνία σαν σύνολο- κυκλοφορούν παρόμοιες απόψεις, ότι «ο κορονοϊός είναι ένας μύθος» κ.λπ. Υπό ίσους όρους, ο ανορθολογισμός που αυτό προσδίδει στον θεσμό των καταλήψεων είναι πολύ μικρότερος από τον αντίστοιχο του επίσημου εκπαιδευτικού προγράμματος, που συνίσταται στο να βομβαρδίζουμε επί δώδεκα χρόνια τους μαθητές και τις μαθήτριες με τη θεωρία ότι ένας καλοκάγαθος ηλικιωμένος κύριος με γενειάδα έφτυσε στο χώμα και έτσι δημιουργήθηκε ο άνθρωπος –ή μάλλον, ορθότερα, όχι ο άνθρωπος, ο άνδρας, από τον οποίο αργότερα απέσπασε λέει ένα πλευρό και δημιούργησε και τη γυναίκα, και άλλες παρόμοιες αφηγήσεις.

Μία μονιμότερη επωδός του αντι-καταληψιακού οπλοστασίου είναι ότι οι μαθητές «δεν έχουν αιτήματα» και ότι «θέλουν μόνο να χάσουν μάθημα». Μία επανάληψη δηλαδή της γνωστής φαλλογοκεντρικής αντίθεσης που είχε διατυπωθεί με σφοδρότητα πριν από μερικά χρόνια κατά των «πλατειών» και των «Αγανακτισμένων», προσαρμοσμένης εδώ σε ένα λεξιλόγιο «πάλης των γενεών»: ορθολογικότητα είναι ό,τι «μεγιστοποιεί το όφελος», ό,τι ιεραρχεί σωστά τους σκοπούς και βρίσκει τα προσφορότερα μέσα για την επίτευξή τους, ό,τι προετοιμάζει τις νέες για την ένταξή τους στην κοινωνία και ιδίως στην αγορά εργασίας.

Όσοι παρακολουθούν όσα κατά καιρούς έχω γράψει σε αυτό εδώ το ιστολόγιο θα είναι εξοικειωμένοι με την ιδέα ότι, στις σημαντικότερες στιγμές του πολιτικού, η διάκριση μέσων και σκοπών χάνει τη σημασία της, και ότι κινητοποιήσεις όπως οι καταλήψεις έχουν σημασία όχι τόσο καθόσον προβάλουν «σωστά», «εύλογα», «εποικοδομητικά» αιτήματα, αλλά καθόσον οι ίδιες αποτελούν ήδη υλοποίηση ενός αιτήματος -μη αιτήματος. Ενός αιτήματος, ακριβώς, εξόδου από την κανονικότητα της θεσμοποιημένης πλήξης και εντατικοποίησης. Η απώλεια του «μαθήματος» νοούμενου ως ώρας διδασκαλίας του προγράμματος του υπουργείου είναι ασήμαντη μπροστά στο πολλαπλάσιο κέρδος της διαπαιδαγώγησης στη δημοκρατία. Μερικές φορές η διακοπή, η απόσταση, το χάσμα που δημιουργείται από την ανατροπή του προγράμματος μπορεί να μας κάνει να σκεφτούμε όσο η κάλυψη της ύλης δέκα σχολικών μαθημάτων. Όσο για το «φάσμα της ανεργίας», αυτό δεν φοβίζει τους νέους –και τους λιγότερο νέους- περισσότερο απ’ ό,τι το φάσμα της εργασίας.

Γι’ αυτό, είναι βέβαια καλό να διαψεύδουμε τις διαδόσεις δείχνοντας στους διαδοσίες τα πλάνα με τους μαθητές και τις μαθήτριες, οι οποίοι –φορώντας μάσκα- ζητάνε να αυξηθούν οι αίθουσες, να πληρωθούν οι θέσεις με το διορισμό περισσότερων καθηγητών κ.λπ. Εξίσου καλό όμως είναι να έχουμε στο μυαλό μας ότι οι καταλήψεις είναι σημαντικές καθόσον κατατείνουν όχι μόνο στην πλήρωση, αλλά και στην εκκένωση (dégagisme)· όχι στο περισσότερο, αλλά στο λιγότερο· όχι στην εύρυθμη λειτουργία της εκπαίδευσης, αλλά στην προβληματοποίηση της λειτουργίας της. Η δε αγράμματη υπουργός παιδείας, αντί να απειλεί όσους κάνουν καταλήψεις ότι θα τους αποκλείσει από την εξ αποστάσεως εκπαίδευση, θα έπρεπε να τους παρακαλάει να την συμπεριλάβουν εκείνοι στην εκ του σύνεγγυς εκπαίδευση που συνιστά η κινητοποίησή τους, ή απλώς να επισκεπτόταν η ίδια κάποια κατάληψη και να συζητούσε μαζί τους.

Καταλήψεις σχολείων: Ξεκινά υποχρεωτική τηλεκπαίδευση, θα μπαίνουν και  απουσίες | in.gr
Κλασσικό