μετάφραση: Anna Zwarte Hond*

 

boom1

Ο Φουκώ και ο Μάικλ Στόουνμαν στο Death Valley

Boom: Τι μπορείτε να μας πείτε για την παραπάνω φωτογραφία;

Simeon Wade: Έβγαλα την παραπάνω φωτογραφία με την Leica μου, τον Ιούνιο του 1975. Η φωτογραφία δείχνει την οροσειρά Panamint, τις αλυκές του Death Valley και τους παγωμένους αμμόλοφους στο Zabriskie Point. Σε πρώτο πλάνο, δυο φιγούρες: ο Μισέλ Φουκώ, με το άσπρο ζιβάγκο, την ιερατική του ενδυμασία και ο Michael Stoneman, ο οποίος ήταν ο σύντροφος της ζωής μου.

Boom: Πως καταλήξατε στo Death Valley με τον Μισέλ Φουκώ;

Simeon Wade: Εκτελούσα ένα πείραμα. Ήθελα να δω πώς ένα από τα μεγαλύτερα μυαλά Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Πρόσφατα, από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, κυκλοφόρησε το εξαιρετικό βιβλίο τού Άλμπερτ Ο. Χίρσμαν Η αντιδραστική ρητορική. Αντίστροφο αποτέλεσµα, µαταιότητα, διακινδύνευση. Στο σημείωμα παρουσίασης του βιβλίου, οι εκδότες ισχυρίζονται ότι «αποτελεί έναν μοναδικό –και άκρως απολαυστικό– πιλότο στα θολά νερά του δημόσιου διαλόγου του καιρού μας». Ίσως ούτε κι οι ίδιοι όμως φαντάζονταν πόσο σύντομα, και πόσο πανηγυρικά, επρόκειτο να επιβεβαιωθεί αυτή η εκ πρώτης όψεως τετριμμένη επαινετική φράση.

Στο δημόσιο διάλογο αυτών των ημερών κυριαρχεί μια δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη, η εξής:

Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση. Όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα.

Η δήλωση αυτή αποτελεί την καλύτερη σύνοψη που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς για το βιβλίο· αν την είχε υπόψη του ο Χίρσμαν, σίγουρα θα τη χρησιμοποιούσε ως αρχετυπικό παράδειγμα που συνδυάζει σε μια πρόταση και τις τρεις βασικές γραμμές αντιδραστικής επιχειρηματολογίας τις οποίες αναλύει στις διακόσιες σελίδες του πονήματός του.

Όπως συνοψίζονται στο οπισθόφυλλο, οι τρεις αυτές γραμμές είναι:

1) το επιχείρημα του αντίστροφου αποτελέσματος – κάθε απόπειρα βελτίωσης των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών στην πραγματικότητα προκαλεί το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα·

2) το επιχείρημα της ματαιότητας – καμιά προσπάθεια αλλαγής της κοινωνίας δεν επηρεάζει έστω και ελάχιστα το status quo·

3) το επιχείρημα της διακινδύνευσης – οι νέες μεταρρυθμίσεις πρέπει να αποτρέπονται, γιατί θέτουν σε κίνδυνο σημαντικά επιτεύγματα του παρελθόντος.

Όπως γίνεται αντιληπτό, η δήλωση Μητσοτάκη λέει ακριβώς αυτά, και τίποτε άλλο από αυτά. Το μόνο στοιχείο που κάπως ξεφεύγει είναι η αναχρονιστική ανάσυρση της ανθρώπινης φύσης, μιας έννοιας που γνώρισε δόξες την εποχή των θεωριών κοινωνικού συμβολαίου, δηλαδή το 17ο αιώνα, αλλά έχει εγκαταλειφθεί πλέον εδώ και καιρό στη δυτική –και στην παγκόσμια- σκέψη. Ο Χίρσμαν δεν μιλάει πολύ γι’ αυτή, αλλά μιλάει για άλλες αυθαίρετες υποθέσεις τις οποίες χρησιμοποιούν οι αντιδραστικοί στοχαστές ως συνώνυμο ενός αδήριτου νόμου ή μιας ασυμπίεστης νομοτέλειας η οποία καταδικάζει σε αποτυχία και σε αναποτελεσματικότητα όποιον την αγνοήσει και επιχειρήσει να δράσει ερήμην της –όπως την «θεία πρόνοια» (ντε Μαιστρ) ή διάφορους «νόμους της κοινωνίας» που θεωρούσαν ότι είχαν ανακαλύψει διάφοροι αυτόκλητοι κοινωνικοί επιστήμονες (Παρέτο, Μίχελς, Στίγκλερ κ.λπ.). Ο Μητσοτάκης δεν επικαλείται τίποτε απ’ όλα αυτά, αλλά μας διαβεβαιώνει ότι με κάποια επιφοίτηση έλαβε γνώση της «ανθρώπινης φύσης» και διαπίστωσε ότι αυτή είναι αντίθετη προς την ισότητα, άρα δε γίνεται τίποτε.

 

Το να εντάξουμε τον Μητσοτάκη σε ένα κουτάκι αυτής της γενεαλογίας, είναι κάτι χρήσιμο και διασκεδαστικό ίσως, αλλά είναι αλήθεια ότι δεν μας μαθαίνει κάτι που δεν ξέραμε.

Μια πιο ουσιαστική βοήθεια που θα μπορούσε να μας δώσει το βιβλίο του Χίρσμαν είναι η εξής: ότι μας δείχνει έναν τρόπο να χρησιμοποιήσουμε εμείς τη δύναμη της αντιδραστικής ρητορείας, τον καταιγισμό των λόγων της, εναντίον των σκοπών της και υπέρ των δικών μας.

Σε μία πολύ σημαντική ενότητα ακριβώς στο κέντρο του βιβλίου του, ο Χίρσμαν αναδεικνύει πόσο η εμμονική επανάληψη αυτών των μονολεκτικών αποφάνσεων –«οι εξισωτικές προσπάθειες δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα, ή έχουν αρνητικά αποτελέσματα, καταστρέφουν προηγούμενες κατακτήσεις»- υποτιμά η ίδια τον εαυτό της και τη δραστικότητα που έχει η κριτική της σε υπαρκτές και εν εξελίξει τέτοιες προσπάθειες.

Γιατί η περιγραφή αυτού του ολοένα διευρυνόμενου χάσματος ανάμεσα στους διακηρυγμένους στόχους και στα πραγματικά κοινωνικά αποτελέσματα δεν είναι χωρίς συνέπειες. Καθώς οι ακροατές υιοθετούν αυτή την περιγραφή, γεννιέται μέσα τους ένταση που ενεργοποιεί μια δυναμική η οποία οδηγεί είτε στην αυτοεκπλήρωση είτε στην αυτοακύρωση. Η δυναμική οδηγεί στην αυτοεκπλήρωση όταν ο ισχυρισμός πως οι προτεινόμενες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις είναι μάταιες εξασθενίζει κάθε αντίσταση στην περαιτέρω περιστολή τους ή και στην εγκατάλειψή τους –υπό την έννοια αυτή θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι Μόσκα και Παρέτο συνέβαλαν στην άνοδο του φασισμού στην Ιταλία χλευάζοντας και απαξιώνοντας τους νεοσύστατους δημοκρατικούς θεσμούς της. Και, αντίστροφα, η δυναμική αυτή μπορεί να οδηγεί στην αυτοακύρωση, καθώς η ίδια η ένταση που γεννά το επιχείρημα της ματαιότητας ωθεί τους ανθρώπους σε καινούριες, πιο αποφασιστικές και πιο συγκροτημένες προσπάθειες να επιτύχουν την πραγματική αλλαγή (σ. 102-3· η πρώτη υπογράμμιση του συγγραφέα, η δεύτερη δική μου).

Θα είχε τη χρησιμότητά του να αναρωτηθούμε μήπως ο χλευασμός και η απαξίωση του Μητσοτάκη προς τις εξισωτικές προσπάθειες συμβάλλει στην άνοδο του φασισμού στην Ελλάδα εξίσου όσο και η αντίστοιχη προπολεμική στάση των Μόσκα και Παρέτο. Πιο επείγον, όμως, θα ήταν να σκεφτούμε πώς μπορούμε να δουλέψουμε για αυτή την αυτοακύρωση της αντιδραστικής του ρητορείας, να την μπλοκάρουμε και μάλιστα να την αξιοποιήσουμε σε μια μετασχηματιστική-χειραφετητική κατεύθυνση.

 

Στο συγκεκριμένο σημείο της δήλωσης του Μητσοτάκη, θέμα είναι τα κοινωνικά επιδόματα και η απαίτηση να δοθούν «σε όσους τα έχουν πραγματικά ανάγκη» («το μέρισμα ευημερίας πρέπει να μοιραστεί με όσο το δυνατόν πιο δίκαιο τρόπο … θέλουμε να περάσουμε από μια Ελλάδα των επιδομάτων σε μια Ελλάδα των ευκαιριών. Χρειαζόμαστε μια δίκαιη και αποτελεσματική επιδοματική πολιτική» … κ.ο.κ.).

Σε άλλο σημείο του βιβλίου του, αναφερόμενος στις κριτικές των αντιδραστικών της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής κατά, ακριβώς, των κοινωνικών επιδομάτων, κατά τις οποίες τα επιδόματα αυτά δόθηκαν «άδικα» και κατέληξαν στις τσέπες ανθρώπων που δεν τα δικαιούνταν, (κριτικές που θυμίζουν εντυπωσιακά λόγους περί των «τυφλών της Ζακύνθου» και άλλων ακαμάτηδων και προσοδοθήρων που «απομυζούν τον κοινωνικό πλούτο»), ο Χίρσμαν γράφει τα εξής:

Στην περίπτωση του επιδόματος ανεργίας, το γεγονός ότι επωφελήθηκαν και όσοι δεν ήταν φτωχοί οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε έναν παράπλευρο παράγοντα, την εξαίρεση των επιδομάτων από τον προοδευτικό φόρο εισοδήματος, ο οποίος ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα εξελίξεων που επήλθαν μετά τη θέσπιση του επιδόματος. Στην περίπτωση των προγραμμάτων κατοικίας χαμηλού κόστους, πρέπει πρώτα απ’ όλα να πούμε ότι ακόμα και οι κατοικίες που δεν απευθύνονταν εντέλει στους φτωχούς εκπλήρωσαν έναν υπαρκτό κοινωνικό σκοπό, αφού ανακούφισαν τα πολύ πιεσμένα κατώτερα μεσαία στρώματα των λατινοαμερικανικών πόλεων. Δεύτερον, τα προγράμματα κατασκευής κατοικιών χαμηλού κόστους και η κριτική που ασκήθηκε στα προβληματικά τους σημεία αποτέλεσαν πολύτιμη και διδακτική εμπειρία για τους δημόσιους λειτουργούς και τις υπηρεσίες στέγασης. Τους βοήθησε να συνειδητοποιήσουν τις πραγματικές διαστάσεις της φτώχειας στον αστικό χώρο. (…) επινοήθηκαν άλλοι τρόποι δημόσιας παρέμβασης που είχαν αυξημένες πιθανότητες να φτάσουν στους «φτωχότερους από τους φτωχούς», τους οποίους παρέβλεπαν τα προηγούμενα σχήματα.

Σε μας λοιπόν εναπόκειται να επινοήσουμε άλλους τρόπους δημόσιας παρέμβασης και να κάνουμε την αντιδραστική κριτική του Κυριάκου Μητσοτάκη να μην έχει αυτή κανένα αποτέλεσμα, ή –ακόμα καλύτερα- να έχει το αντίστροφο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκει.

Τόσο του Μητσοτάκη όσο και άλλων, σε μερικούς από τους οποίους ίσως αναφερθώ σε μελλοντικό σημείωμα.

images

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Ως ιστορική διαπίστωση, είναι αναμφίβολα αληθές ότι η ανανεωτική αριστερά «διαμορφώθηκε μέσα από τη διπλή αντιπαλότητά της (…) απέναντι στον δογματισμό και στη νοοτροπία του σταλινισμού και απέναντι στον λαϊκισμό, όπως εκδηλωνόταν από τον Ανδρέα Παπανδρέου και τους προσωπολάτρες του», όπως υποστηρίχθηκε πρόσφατα.

Το ερώτημα είναι, σε τι συγκεκριμένα μας βοηθά η διαπίστωση αυτή σήμερα; Μας δίνει κάποια λαβή στη σημερινή συγκυρία, κάποια εργαλεία για να προσανατολιστούμε και να δράσουμε μέσα σε αυτή;

Η απάντηση που δίνω εγώ, είναι: ασφαλώς όχι. Αντιθέτως μάλιστα, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, υποβάλλει το συμπέρασμα ότι η ανανεωτική αριστερά δεν έχει πλέον πολλούς λόγους ύπαρξης: διότι ο μεν «σταλινισμός» δεν είναι κάποιο υπαρκτό και ενεργό ρεύμα πολιτικής προς το οποίο να έχει νόημα και χρησιμότητα να αντιπαρατεθεί κανείς, ο δε Ανδρέας Παπανδρέου και οι «προσωπολάτρες του» είναι εδώ και καιρό νεκροί πολιτικά –κάποιοι και βιολογικά.

Αν έχει λοιπόν κάποιο νόημα να μιλάμε σήμερα για την ανανεωτική αριστερά, θα ήταν με την έννοια επίσης μιας κληρονομιάς.

Σε πείσμα όμως της αφελούς ορθολογιστικής/ ολοποιητικής λογικής του Μπουκάλα, η κληρονομιά αυτή, εξίσου όσο και η κληρονομιά του Ανδρέα –ή οποιουδήποτε άλλου-, είναι πολλαπλή. Κάθε κληρονομιά είναι ένα ετερογενές αρμολόγημα, μία συσσώρευση διαδοχικών και ενδεχομενικών στρωμάτων. Ακόμα και στη νομική γλώσσα, η κληρονομία ορίζεται ως «ομάδα περιουσίας»: ένα ασταθές σύνολο αντικειμένων και δικαιωμάτων τα οποία βρέθηκαν εκεί όχι επειδή συνδέονται μεταξύ τους με κάποια λογική συνοχή και αναγκαιότητα, αλλά απλώς επειδή κάποια στιγμή περιήλθαν –και παρέμειναν μέχρι τέλους- στην κατοχή του θανόντος, για διάφορους λόγους και με διάφορους τρόπους. Αυτή η πολλαπλότητα και η ετερογένεια ισχύει πολύ περισσότερο για τις διανοητικές-πολιτικές κληρονομιές, που δεν διέπονται από τον κανόνα της ιδιοκτησίας ως αποκλειστικότητας.

Γι’ αυτό, η επιταγή να εννοήσουμε την κληρονομιά του ΠΑΣΟΚ «στην ολότητά της, όχι διευκολυντικά τεμαχισμένη» είναι άνευ νοήματος. Ποια είναι άραγε αυτή η ολότητα; Το ΠΑΣΟΚ είναι αυτό που κατήγγειλε τη μεταπολίτευση ως «αλλαγή ΝΑΤΟϊκής φρουράς», και είναι επίσης αυτό που λοιδορήθηκε από το ακραίο κέντρο ως η ενσάρκωση των δεινών της μεταπολίτευσης· είναι αυτό που δοξολόγησε τον Αραφάτ, λάνσαρε το «η Ελλάδα στους Έλληνες» και κατηγορήθηκε για δεσμούς με τη 17 Νοέμβρη, και επίσης αυτό που ενθάρρυνε την κούρσα του χρηματιστηρίου και προκάλεσε την παρέμβαση του ΔΝΤ.

Στην τελεολογική και μοιρολατρική σύλληψη που χαρακτήριζε τη δεξιά εκδοχή της ανανεωτικής αριστεράς, οι ύστερες αυτές εξελίξεις ήταν προδιαγεγραμμένες, περιέχονταν εν σπέρματι στον «λαϊκιστικό» πυρήνα της συγκρότησης και της ιδεολογίας τού ΠΑΣΟΚ –τρόπον τινά στο DNA του[1]. Συνεπώς, οι «συνεπείς» κληρονόμοι τής εξίσου «ολικής και μη κατατεμαχισμένης» αριστερής παράδοσης δεν θα πρέπει να μολύνουν το δικό τους DNA αναμειγνύοντάς το με εκείνο του ΠΑΣΟΚ, είτε του τότε είτε του τώρα –που εξάλλου είναι το ίδιο: είναι το «σύστημα-ΠΑΣΟΚ, το καθεστώς-ΠΑΣΟΚ, ο πασοκισμός εντέλει, που διαπότισε και τμήματα της κοινωνίας που δεν ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ». Είναι κάτι σαν ιός, σαν δηλητήριο, από το οποίο πρέπει να μείνουμε πάση θυσία καθαροί –ή, σε περίπτωση που μολυνθούμε, να θεραπευθούμε[2]. Είναι οι «ενδιάμεσοι γύφτοι», σύμφωνα με τη γνωστή ρατσιστική διατύπωση του Διονύση Σαββόπουλου σε μια εποχή κατά την οποία ακόμη χαριεντιζόταν με το ΚΚΕ Εσωτερικού.

Η επιταγή αυτή της καθαρότητας συμπυκνώθηκε στη ρήση που είχε διατυπώσει πάλαι ποτέ ο Άγγελος Ελεφάντης και την οποία ανέσυραν και επανέλαβαν αρκετοί στο σήμερα: «από την άποψη του σοσιαλισμού, το ΠΑΣΟΚ μάς αφήνει παγερά αδιάφορους».

Η φράση αυτή ήδη τότε έδειχνε εντυπωσιακή αλαζονεία και στρουθοκαμηλισμό: όποιος δηλώνει παγερά αδιάφορος για την πραγματικότητα, θα πρέπει να αναμένει ότι η πραγματικότητα θα παραμείνει ακόμη παγερότερα αδιάφορη γι’ αυτόν. Όπως και συνέβη: η ανανεωτική αριστερά, υπό τη διανοητική καθοδήγηση του Ελεφάντη και των συν αυτώ, δεν έχει να επιδείξει ούτε μία νίκη, μία έστω επιτυχημένη κίνηση στο πεδίο της πρακτικής πολιτικής.

Όχι μόνο αυτό, αλλά η τάση αυτή επέδειξε πλήρη ακατανοησία, και λυσσαλέα αντίσταση, απέναντι στο νέο κύκλο κοινωνικών αγώνων που άνοιξε παγκόσμια εκεί γύρω στο 2000, και με την οποία επιδίωξε και κατόρθωσε να συνδεθεί ο ΣΥΡΙΖΑ και να επιτύχει την απογείωσή του μία δεκαετία αργότερα. Ο Πολίτης ως περιοδικό παρέμεινε εξίσου παγερά αδιάφορος για την πρακτική και τη θεωρία των αγώνων αυτών, όσο είχε υπάρξει προηγουμένως για το ΠΑΣΟΚ· υπήρξε απερίφραστα δύσπιστος και εχθρικός απέναντι στη Γένοβα, το Σηάτλ, το Πόρτο Αλλέγκρε αλλά και την Αθήνα του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο κανείς δεν θυμάται σήμερα τον Ελεφάντη ως πολιτικό στοχαστή και αρθρογράφο, κανείς δεν διαβάζει και δεν παραθέτει τις αναλύσεις του με σκοπό να κατανοήσει τις σημερινές εξελίξεις.

Φυσικά, αρκετοί, ιδίως όσοι τον γνώρισαν –μεταξύ αυτών ως ένα βαθμό και εγώ- τον θυμούνται ως έναν σημαντικό πρόγονο, ως ένα σχεδόν μυθικό παράδειγμα ανθρώπου που αφοσιώθηκε στις ιδέες του, όποιες κι αν ήταν αυτές, και εργάστηκε με αυταπάρνηση για να τις υπηρετήσει.

Αυτό ακριβώς, όμως, δείχνει ότι οι κληρονομιές είναι πάντοτε κατ’ ανάγκην (και) μυθικές: δεν υπάρχει τρόπος να γλιτώσουμε από το στοιχείο του μύθου στην κληρονόμηση –και ακόμα λιγότερο στην πολιτική- και να φτάσουμε σε μια πλήρως διαυγή και ορθολογική «ιδανική επικοινωνία». Και επίσης, ότι τις κληρονομιές οφείλουμε να τις βλέπουμε τεμαχισμένες και όχι στην (φαντασιακή ούτως ή άλλως) ολότητά τους. Αυτό άλλωστε κάνουμε ήδη στην πράξη: κάθε αποδοχή (πολιτικής) κληρονομίας γίνεται πάντοτε «με το ευεργέτημα της απογραφής», όπως λένε οι νομικοί[3]. Και την απογραφή αυτή την κάνουμε διαρκώς εμείς οι ίδιοι· δεν υπάρχει κάποια καταληκτική στιγμή κατά την οποία κρίνεται αν η επίδικη ομάδα περιουσίας θα περιέλθει οριστικά σε εμάς ή όχι, αλλά ο καθένας κρίνει ανά πάσα στιγμή ποιο είναι το ενεργητικό και ποιο το παθητικό της, και αν έχουμε λόγους να κρατήσουμε κάποια στοιχεία –και ποια- ή να καταλήξουμε στην πλήρη αποποίηση (από την οποία κανείς δεν μας απαγορεύει να υπαναχωρήσουμε στο μέλλον).

Σε αντίθεση με την ιοφοβική και συντηρητική στάση του Μπουκάλα, και αρκετών άλλων, προσωπικά έχω από καιρό υποστηρίξει ότι ο καλύτερος τρόπος να μην μολυνθείς από τον «ΠΑΣΟΚισμό» είναι να τον μολύνεις εσύ.

Και αυτό ακριβώς έχουμε κάνει άλλωστε, και συνεχίζουμε να κάνουμε, τα τελευταία πέντε-δέκα χρόνια. Εμείς χειραγωγήσαμε τον ΣΥΡΙΖΑ, και πριν απ’ αυτόν το ΠΑΣΟΚ. Και ενδεχομένως μετά απ’ αυτόν κάτι άλλο, που δεν φαίνεται ακόμη τώρα. Σε ανύποπτο χρόνο είχα επισημάνει ότι η εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ δεν οφειλόταν στην προσήλωσή του σε κάποιο «όραμα» –είτε αυτό ήταν ο «σοσιαλισμός» είτε η «ανανεωτική αριστερά». Οφειλόταν σε μία έλλειψη (ή/ και περίσσεια), σε μία σχετική απροσδιοριστία ταυτότητας· στο γεγονός ότι δεν είχε συνδεθεί δεσμευτικά και δεν βαρυνόταν με κάποια συγκεκριμένη διαχείριση της εξουσίας, και έτσι το πλήθος αισθάνθηκε ότι μπορεί να εντυπώσει αυτό μια δική του σφραγίδα στην εύπλαστη μάζα που βρήκε ξαφνικά μπροστά του πρόχειρη. Αυτό λοιπόν που οδήγησε τον ΣΥΡΙΖΑ σε νίκες δεν ήταν η πίστη, αλλά η προδοσία· η απομάκρυνση, η παρέκκλιση από την καθαρότητα και τη σταθερότητα των ταυτοτήτων.

Και κυρίως, το πλήθος ήταν αυτό που επέδειξε την πιο πλήρη αδιαφορία τόσο για το «σοσιαλισμό», όσο και για την «ανανεωτική αριστερά» –και δι’ αυτού, φυσικά, προς όσους επιτελεστικά διακήρυσσαν την δήθεν αδιαφορία τους. Και η αδιαφορία αυτή προκάλεσε τον μεγαλύτερο εκλογικό και πολιτικό μετασχηματισμό στην ελληνική ιστορία.

Όσοι θέλουν, μπορούν να συνεχίσουν να μένουν παγερά αδιάφοροι απέναντι σε αυτή την αδιαφορία· αλλά αυτοί χάνουν έτσι, κανείς άλλος.

Related image

[1] Σύμφωνα με τη γνωστή ανάλυση του Άγγελου Ελεφάντη στο βιβλίο του Στον αστερισμό του λαϊκισμού (Ο Πολίτης, Αθήνα 1991). Βέβαια, κάποιοι –όχι πάρα πολλοί- είχαν (-με) ασκήσει κριτική σε αυτή την ανάλυση ήδη από τότε. Βλ. τη βιβλιοκρισία του Δημήτρη Δημούλη στο τεύχος 38 των Θέσεων (Ιανουάριος – Μάρτιος 1992).

[2] Πράγματι, ο δρ. Μπουκάλας, έχοντας εξετάσει εν εκτάσει τον ασθενή, γνωματεύει ότι υπό κάποιες προϋποθέσεις «ο εκπασοκισμός του ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν ίσως ιάσιμος. Είναι όμως βαθύτερος και εκτεταμένος».

Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσουμε σε ποιο υπόδειγμα πολιτικού λόγου ανήκουν παρόμοιες βιολογίζουσες διατυπώσεις.

[3] «Η «ιδιαίτερη» αυτή κατηγορία αποδοχής, είναι η μόνη κατάλληλη για τους κληρονόμους που αγνοούν ή διατηρούν αμφιβολίες σε σχέση με το ενεργητικό ή/και το παθητικό της κληρονομίας, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα μετά το πέρας της τυπικής διαδικασίας που ακολουθείται να επιλέξουν αν τελικά θα την αποδεχτούν οριστικά ή όχι» (Τατιάνα Νιάσσου, Η αποδοχή της κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής).

 

 

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Κάποιος άγνωστός μου κοινοποίησε εχθές στο λογαριασμό που διατηρεί η ομάδα «Ελληνικά hoaxes» στο facebook το σύνδεσμο από το πρόσφατο σημείωμά μου, με το οποίο κατηγορούσα την ομάδα για σοβαρή παραβίαση δεοντολογίας σε σχέση με την κάλυψη του αντικομμουνιστικού συνεδρίου στο Τάλλινν.

Κάτω από τη δημοσίευση, ακολούθησε σύντομα μετά σχόλιο με την υπογραφή των υπευθύνων της ομάδας και με το εξής περιεχόμενο:

Untitled

 

Ο σύνδεσμος, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς, οδηγεί σε μία συνέντευξη που είχα δώσει τον Ιανουάριο του 14 στη Νόβα Ζόρα, ένα περιοδικό που εκδίδουν Έλληνες πολίτες μακεδονικής εθνοτικής καταγωγής στη Βόρεια Ελλάδα.

Η υποτιθέμενη αυτή «απάντηση» όχι μόνο δεν δίνει την παραμικρή λύση στο υπάρχον πρόβλημα, αλλά δημιουργεί και ένα καινούριο.

Όπως είναι προφανές, η συνέντευξη δεν έχει την παραμικρή σχέση με το επίδικο ζήτημα, και ξεθάβεται σήμερα μόνο και μόνο για να λειτουργήσει ως ηθικό στίγμα. Οι Ελληνικά hoaxes δεν διατυπώνουν καμία ουσιαστική ή μορφική ένσταση για όσα λέγονται εκεί· η ίδια η πράξη της συνέντευξης προσκομίζεται ως στοιχείο που από μόνο του απαξιώνει τον «δράστη» και του στερεί το δικαίωμα να κατηγορεί άλλους για παραβίαση δεοντολογίας. Διότι προφανώς, κατά τους συντάκτες, παραβιάζει η ίδια κάποια δεοντολογία.

Ποια είναι αυτή η δεοντολογία;

Είναι φυσικά η δεοντολογία της μεταξικής-εμφυλιοπολεμικής εθνικοφροσύνης. Μια Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Στο διαδίκτυο είναι κοινώς γνωστό ότι κυκλοφορούν πολλά «σκουπίδια», τα οποία διαδίδονται ευρύτατα είτε από βλακεία είτε από κακή πρόθεση.

Το σάιτ ellinikahoaxes, μέχρι τώρα κατέβαλε αξιοπρόσεκτη και υπομονετική προσπάθεια να αποκαλύπτει τεκμηριωμένα τα πιο χονδροειδή από αυτά –κυρίως (ψευδο)επιστημονικά ή/ και εντυπωσιοθηρικά δημοσιεύματα.

Με αφορμή το αντικομμουνιστικό συνέδριο που διοργάνωσε στο Τάλλινν η εσθονική προεδρία της ΕΕ, οι υπεύθυνοι του σάιτ αποφάσισαν να εμπλακούν και σε θέματα τρέχουσας πολιτικής επικαιρότητας. Με αποτέλεσμα να την πατήσουν.

Με δύο απανωτά τους δημοσιεύματα στις 23 και 24 Αυγούστου, ισχυρίστηκαν, πρώτον, ότι είναι «ψευδής ισχυρισμός» το ότι «Η Εσθονία διόρθωσε επίσημο κείμενό της μετά την άρνηση της Ελλάδας», και δεύτερον ότι υπήρξε «Τεράστια παραποίηση της αλήθειας από το κρατικό ΑΜΠΕ» επειδή μετέδωσε ότι στο συνέδριο πήραν μέρος μόνο 8 κράτη μέλη.

Το βασικότερο πρόβλημα με αυτούς τους ισχυρισμούς είναι ότι και οι δύο αφορούν Read More

της Κρίστεν Γκόντσι

 

Όταν οι Αμερικανοί σκέφτονται τον κομμουνισμό στην Ανατολική Ευρώπη, φαντάζονται ταξιδιωτικούς περιορισμούς, ζοφερά τοπία με γκρίζο τσιμέντο, εξαθλιωμένους άντρες και γυναίκες να ξεροσταλιάζουν σε ουρές για να ψωνίσουν από άδεια μαγαζιά και μυστικές υπηρεσίες να παρακολουθούν την ιδιωτική ζωή των πολιτών. Μολονότι πολλά από αυτά ισχύουν, το συλλογικό μας στερεότυπο για τη ζωή στον κομμουνισμό δεν λέει όλη την αλήθεια.

Ίσως κάποιοι να θυμούνται ότι οι γυναίκες του ανατολικού μπλοκ απολάμβαναν πολλά δικαιώματα και προνόμια άγνωστα στις φιλελεύθερες δημοκρατίες εκείνη την εποχή, μεταξύ των οποίων σημαντικές κρατικές επενδύσεις στην εκπαίδευση και την κατάρτιση, την πλήρη ενσωμάτωσή τους στο εργατικό δυναμικό, γενναιόδωρες αποζημιώσεις μητρότητας και εγγυημένη δωρεάν παιδική φροντίδα. Αλλά υπάρχει και ένα πλεονέκτημα που δεν έχει προσεχθεί πολύ: οι γυναίκες υπό τον κομμουνισμό απολάμβαναν περισσότερη σεξουαλική ευχαρίστηση.

Μια συγκριτική κοινωνιολογική μελέτη μεταξύ Ανατολικογερμανών και Δυτικογερμανών Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

Τι κοινό έχουν ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Κ.Π. Καβάφης,  ο Κώστας Καρυωτάκης, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Νικόλας Άσιμος και ο Μιχάλης Μαραγκάκης;

Η απάντηση είναι: δεν υπηρέτησαν ποτέ θητεία στον ελληνικό στρατό. (Ούτε και σε κανέναν άλλον).

Αντιθέτως ο Ιωάννης Μεταξάς, ο Παύλος Γύπαρης, ο Γεώργιος Γρίβας, ο Στυλιανός Παττακός, ο Δημήτριος Ιωαννίδης, ο Νίκος Μιχαλολιάκος και ο βιαστής Κυριάκος Παπαχρόνης όλοι υπηρέτησαν σε αυτόν. Ορισμένοι μάλιστα τον διοίκησαν.

Νομίζω ότι αν συγκρίνουμε πόσα προσέφεραν στην ελληνική κοινωνία οι δύο αυτές ομάδες, θα επικρατούσε σαφώς η πρώτη με μεγάλη διαφορά.

Πράγμα που δείχνει πόσο άκυρες και υποκριτικές είναι οι ηθικολογίες περί «χρέους προς Read More