της Ρούτβιτσα Αντριάσεβιτς
Οι παγκόσμιες διαδικασίες, όπως έχει επισημάνει η Ursula Biemann (2000), «εγκαλούν άμεσα τις γυναίκες ως προς τη σεξουαλικότητά τους» (σ. 76). Από τη δεκαετία του 1990, διεθνικές ερευνήτριες στις φεμινιστικές, τις μεταναστευτικές και τις μετα-αποικιακές σπουδές έχουν αναλάβει θεωρητικές και πολιτικές προσπάθειες να αμφισβητήσουν απόψεις που θεωρούν το trafficking[1] για σεξουαλική εκμετάλλευση ως κάποια ξεχωριστή μορφή σύγχρονης δουλείας και την άποψη που θεωρεί το θύμα διακίνησης ανόμοιο σε σχέση με άλλες μορφές μετακίνησης λόγω του εξαναγκασμού που είναι παρών στον τομέα του σεξ. Και αυτό το έκαναν αποδεικνύοντας ότι η εμφάνιση του trafficking είναι βαθιά συνυφασμένη με τις διαδικασίες της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και πρέπει να κατανοηθεί σε σχέση με τη μεγάλης κλίμακας εργασιακή μετανάστευση των γυναικών (Kempadoo et al., 2015). Αντιμετωπίζοντάς την ως μια «αντι-γεωγραφία» της παγκοσμιοποίησης (Sassen, 2000), οι ερευνήτριες υποστήριξαν ότι το trafficking για τη βιομηχανία του σεξ, ειδικά στον παγκόσμιο Νότο, είναι βαθιά συνυφασμένη με την αγροτική φτώχεια και την ανεργία στις πόλεις, που προκύπτουν από τα προγράμματα λιτότητας και προσαρμογής, τα οποία πίεσαν τις γυναίκες να βρουν εναλλακτικούς τρόπους για να εξασφαλίσουν την επιβίωση των νοικοκυριών τους (Samarasinghe, 2008· Troung, 1990). Επιπλέον, έδειξαν ότι οι γυναίκες χρησιμοποιούν δίκτυα εμπορίας ανθρώπων για να μεταναστεύσουν, καθώς η αυτόνομη κινητικότητά τους παρεμποδίζεται από περιοριστικές πολιτικές συνόρων και θεωρήσεων (Hwang, 2018· Jahnsen και Skilbrei, 2018· Lee, 2010· Pickering και Ham, 2014) και ότι οι μεταναστευτικές πολιτικές είναι ο παράγων-κλειδί που περιορίζει τόσο την ελευθερία κινήσεων των μετανάστριών όσο και τις δυνατότητές τους να έχουν πρόσβαση σε άλλες μορφές εισοδήματος εκτός από την Συνέχεια