του Ε. Ζάχου

 

Η ποντιακή είναι γλώσσα ιδιαίτερη κι όχι διάλεκτος της Νεοελληνικής.

Για να το καταλάβουμε αυτό πρέπει και πάλι να ανατρέξουμε στην Κοινωνική Ανθρωπολογία, που δεν ανέχεται τις «πολιτικές κερδοσκοπίες».

Αρχικά ο γλωσσικός χάρτης της βορειοανατολικής Μικρασίας περιλάμβανε τεσσάρων ειδών γλωσσικά όργανα αντίστοιχα με τις υπάρχουσες μορφές της παραγωγής.

 

α) Φυλετικές γλώσσες κινητών, νομαδικών ανθρώπινων ομάδων που από άποψη φωνητικής και λεξιλογίου έμοιαζαν σίγουρα με τις γλώσσες των καυκασιανών φυλών στ’ ανατολικά και με τις γλώσσες των άλλων μικρασιατικών φυλών στα δυτικά.

 

β) Γλώσσες Λαβυρίνθων, στα μέρη όπου κάποιες φυλές σταθεροποιούνταν, κυρίως γύρω από μεταλλεία. Οι γλώσσες αυτές, εξειδικευμένες σε τεχνικές διαδικασίες πιο περίπλοκες, πρέπει να ‘ταν σε όλο και μικρότερη επικοινωνία με τις φυλετικές γλώσσες και σε όλο και μεγαλύτερη επικοινωνία με τα γλωσσικά όργανα άλλων Λαβυρίνθων της Μικρασίας και ίσως και με πιο μακρινούς Λαβυρίνθους της Ασίας, της Αφρικής και της Ευρώπης. Έτσι Read More

του Ε. Ζάχου

Στα 1784 η Αικατερίνη η Μεγάλη κατέλυσε την κυριαρχία των Τατάρων και προσάρτησε την Κριμαία στη ρώσικη αυτοκρατορία. Για να το κάνει αυτό οργάνωσε την περίφημη «Ελληνική Λεγεώνα», σώμα μισθοφόρων χριστιανών που τους στρατολόγησε απ’ τα νησιά της Άσπρης Θάλασσας, του Αιγαίου. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήτανε Αρβανίτες κουρσάροι από την Ύδρα, τις Σπέτσες κι άλλα ναυτικά νησιά. Πόντιοι δεν πήγανε στο σώμα αυτό που υπό την αρχηγία του Ορλώφ κατέλαβε την Κριμαία, γιατί οι Πόντιοι την είχαν την Κριμαία και δεν τους συνέφερε ν’ αλλάξει χέρια κι απ’ την οθωμανική γραφειοκρατία, που την ελέγχανε, να πάει στα χέρια της ρώσικης γραφειοκρατίας που δεν την ήξεραν. Όσο για την Αικατερίνη, έπαιξε βρώμικο παιχνίδι για να κάνει τη δουλειά της. Βαφτίζοντας «Έλληνες» τους Αιγαιοπελαγίτες κουρσάρους που δεν μπορούσαν να Read More

του Γιώργου Κεραμιδιώτη

 

Πέρα από τις προθέσεις του σκηνοθέτη, η ταινία του Νόλαν θα μπορούσε να ‘ ναι μια αλληγορία για την ελληνική περίπτωση. Θα επανέλθω σ’ αυτό προς στο τέλος του κειμένου.

Κάθε αμερικάνικη ταινία άξια λόγου απαντά στο πρόβλημα «Αμερική», ή στο πρόβλημα του κόσμου, στοχαζόμενη τον πρωταγωνιστή και το κινηματογραφικό είδος, ενώ ταυτόχρονα εγγράφει και τη θεώρηση, την ιδέα που έχει ο σκηνοθέτης για τον άνθρωπο. Χωρίς το τελευταίο δεν υπάρχει σινεμά ως τέχνη. Υπάρχουν μόνο ιστορίες. Αλλά το σινεμά μεταξύ των άλλων αφηγείται και ιστορίες.

Το κινηματογραφικό είδος δίνει τις ιδιαίτερες καταστάσεις, την ανάλογη ατμόσφαιρα, τον τύπο του πρωταγωνιστή, το είδος των ιστοριών, έτσι ώστε να μπορεί να πλησιάσει καλύτερα την αλήθεια. Ο πρωταγωνιστής καλείται να απαντήσει σε ερωτήματα όπως: Πώς επιδιώκω τη ευτυχία; Σε ποιά σχέση βρίσκονται τα δυο φύλα; Υπάρχει αγάπη σ’ Read More

της Τζένης Οικονομίδη

Είναι γνωστά πράματα αλλά ας τα ξαναπούμε. Ο υφυπουργός Παύλος Πολάκης σχολίασε το προτεταμένο μεσαίο δάχτυλο της κ. Βίκυς Σταμάτη στο fb και απάντησε στην χυδαιότητα της χειρονομίας με την χυδαιότητα του λόγου.

Είμαι πολύ παλιά στο κουρμπέτι για να πω ότι αυτό ήταν ένα γλίστρημα της γλώσσας, ένα παραστράτημα του λόγου, μια υπερβολή του τρόπου του άφοβου υφυπουργού. Ατυχώς, αυτή η ίδια αντρίκεια παλληκαριά που τον χαρακτηρίζει στις επιθέσεις του στα ΜΜΕ ή στις αποφάσεις του ΣΤΕ- επιθέσεις που πολλοί υποστηρίζουμε, μας βρίσκουν σύμφωνους και πολλοί υπερθεματίζουν «πες τα Πολάκη!», «να αγιάσει το στόμα σου!», «μια χαρά τα λέει, είναι λεβέντης!»- αυτή ακριβώς είναι που υπαγορεύει και τις φριχτές γραμμές του

Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Η λατινική λέξη CREMATORIUM, για όποιον έχει ως πρώτη γλώσσα τα ελληνικά, δημιουργεί πάντα ένα μικρό σοκ, έτσι όπως θυμίζει πρωτίστως έναν χώρο θανάτωσης ζωντανών ακόμα ανθρώπων, και μάλιστα μαζικής και ατιμωτικής, και όχι έναν χώρο τέλεσης ταφικών εθίμων, απόδοσης τιμών και αποχαιρετισμού σε έναν άνθρωπο που έχει ήδη πεθάνει από άλλα αίτια, φυσικά ή και όχι.

Βλέποντας τη λέξη αυτή γραμμένη πάνω από την εικόνα ενός βέλους σε μια πινακίδα μέσα σε ένα νεκροταφείο του Παρισιού, εκατό μέτρα από τον τοίχο όπου εκτελέστηκαν μαζικά –και από τους τάφους όπου θάφτηκαν- οι Κομμουνάροι τού 1871, αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι είχαμε φτάσει στο χώρο του τελευταίου χαιρετισμού στη φίλη μας, την Ντάνια, ή την Adrianì Dimakopouloù όπως μας ανακοίνωσε με σεβασμό, Read More

του Πέτερ Σέντυ

 

Το σύντομο άρθρο περί φετιχισμού που δημοσιεύει το 1927 ο Φρόιντ διαπερνάται από προβληματισμούς σχετικά με την όραση και την ορατότητα[1]. Έτσι, η πρώτη «περίπτωση» που αναφέρεται είναι εκείνη «ενός νέου άντρα ο οποίος είχε αναδείξει σε προϋπόθεση του φετίχ μια ορισμένη λάμψη πάνω στη μύτη, δηλαδή στα γερμανικά: Glanz auf der Nase. Πράγμα που η ανάλυση κατάφερε να αναμεταφράσει στην ξεχασμένη μητρική γλώσσα του ασθενούς, ήτοι τα αγγλικά, ως ένα «βλέμμα (glance) πάνω στη μύτη». Παρακάτω, μπορούμε να διαβάσουμε έναν μεταξύ των γραμμών διάλογο με τον Γάλλο ψυχίατρο Ρενέ Λαφόργκ για το θέμα του «σκοτισμού», ο οποίος δηλώνει τη δημιουργία ενός τυφλού σημείου στην όραση[2]. Αν λοιπόν το ορατό και το αόρατο είναι μοτίβα που επανέρχονται στο κείμενο, αυτό που εντούτοις πρέπει να συγκρατήσει την προσοχή μας είναι η σχεδόν κινηματογραφική περιγραφή που δίνει ο Φρόιντ για τη γένεση του φετίχ.

Αφού παρατηρήσει ο ίδιος ότι υπάρχει κίνδυνος να «απογοητεύσει» ορίζοντας το φετίχ Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Με αφορμή μια επίσκεψη στη Μακρόνησο που διοργανώθηκε από τις εφημερίδες «Αυγή» και «Εποχή» και το περιοδικό «Σπούτνικ», εκδηλώθηκε ακόμη μια φορά μια καμπάνια ηθικής αγανάκτησης και ονειδισμού εκ μέρους όσων πιστεύουν ότι η Μακρόνησος τους ανήκει και ότι μόνο αυτοί επιτρέπεται να την επισκέπτονται –άντε και όσοι τυγχάνουν της εγκρίσεώς τους ως έχοντες τα ενδεδειγμένα κοινωνικά φρονήματα. Μεταξύ αυτών και ο αρθρογράφος Νίκος Μπογιόπουλος, ο οποίος, σε ανάρτησή του στον ιστοχώρο «Ημεροδρόμος», με ύφος ανθρώπου που δεν τρέφει την παραμικρή αμφιβολία για το δίκιο του από ουσιαστική και ηθική άποψη, κατακεραυνώνει την «ξετσιπωσιά των ξετσίπωτων», την «πολιτική αλητεία» και τον … «πολιτικό τσογλανισμό» των επισκεπτών, με σκοπό να «υπερασπιστεί τη Μακρόνησο και τον ύψιστο συμβολισμό της» διότι «Το χώμα της Μακρονήσου ήταν, είναι και θα είναι ανέγγιχτο». Αλλά ούτε καν γι’ αυτό θεωρεί ότι αξίζει να «χαραμίσει πολλές κουβέντες».

Αφού λοιπόν έτσι θεωρεί, πολύ φυσικά το ούτως ή άλλως εξαιρετικά σύντομο κείμενό του δεν περιέχει τίποτε άλλο από παραπομπές στον «κοινό τόπο», σε αυτά που «όλοι Read More