σεξισμός,Βία,Φύλο

Aπό τον Μπουτάρη στον Ζακ: το ανυπόφορο της παρρησίας

του Άκη Γαβριηλίδη

ο Φουκώ τονίζει ότι ούτε η δομή ούτε ο σκοπός ενός λόγου αρκούν για να εντοπίσουμε αν είναι παρρησιαστικός, ότι η παρρησία είναι «ένας τρόπος να λέγεται η αλήθεια». Η ιδιαιτερότητα αυτού του τρόπου μπορεί να έρθει στο φως μόνο με την εστίαση στο υποκείμενο του λόγου, κάτι που σημαίνει επίσης στη σχέση του με αυτόν στον οποίο απευθύνεται, στις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η αληθολογία στον ακροατή και, κατ’ επέκταση, στις συνέπειές της για τον ίδιο τον ομιλητή. Η αλήθεια που λέγεται είναι μια αλήθεια που μπορεί να πληγώσει ή να εξεγείρει τον ακροατή, να προκαλέσει το θυμό ή ακόμη και την έχθρα του. Η παρρησία συνίσταται επομένως στην ανάληψη μιας διακινδύνευσης που κυμαίνεται από την καταστροφή της σχέσης με αυτόν στον οποίο απευθύνεται ο λόγος μέχρι τον θάνατο του ίδιου του ομιλητή. (…) Η παρρησία συνεπώς είναι μια πράξη θάρρους. Ωστόσο υπάρχει ή, μάλλον θα πρέπει να υπάρχει θάρρος και από την πλευρά του ακροατή: το θάρρος να ακούσει την αλήθεια και να είναι έτοιμος «να τη δεχτεί».

Ιακώβου (2019), σ. 176

Λίγους μήνες πριν τη δολοφονία του Ζακ, στις 19 Μαΐου 2018, είχε σημειωθεί στη Θεσσαλονίκη ακόμη ένα περιστατικό σωματικής βίας με ρατσιστικά/ ανδροκρατικά χαρακτηριστικά: τη μέρα εκείνη, («επέτειο της ποντιακής γενοκτονίας»), οργανωμένη ομάδα παρακρατικών, υπό την ανοχή –ή την εκ των υστέρων λεκτική απλώς διαφοροποίηση- του μεγαλύτερου μέρους του λεγόμενου «οργανωμένου ποντιακού χώρου», επιτέθηκε εναντίον του τότε δημάρχου Θεσσαλονίκης Γιάννη Μπουτάρη και τον ξυλοκόπησε (Γαβριηλίδης 2018β).

Συνέχεια
Κλασσικό
Πολιτική

Πιπιλώντας και αποκεφαλίζοντας ψωλές: αποικιακά/έμφυλα άγχη του Σεφέρη

του Άκη Γαβριηλίδη

Περίληψη: Ο Γιώργος Σεφέρης έχει εδώ και καιρό καθιερωθεί ως ο κατεξοχήν εθνικός –και ταυτόχρονα ευρωπαϊκός– ποιητής «μας», και ειδικότερα ως ένας αρρενωπός εκφραστής της ελληνικότητας και της εθνικής αντιδικτατορικής ενότητας, μολονότι πολιτικά συντηρητικός ή πάντως μετριοπαθής. Στο άρθρο αυτό επιχειρείται να δειχθεί ότι αυτές οι ταξινομήσεις βασίζονται σε μια μερική και επιλεκτική ανάγνωση του έργου του. Αν στρέψουμε το βλέμμα σε μέχρι τώρα παραμελημένες σελίδες από τα κατάλοιπα, τα ημερολόγια και τις επιστολές του, προκύπτει μια αρκετά διαφορετική εικόνα: εκεί διαπιστώνουμε θερμό ενδιαφέρον και προβληματισμό για την αποικιακή κατάσταση, αφενός, και για πρακτικές σεξουαλικής υποκειμενοποίησης αφετέρου. Τη δεκαετία του ’30, ο Σεφέρης δείχνει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ινδική κουλτούρα, μεταξύ άλλων σε ένα σατιρικό ποίημα και σε μια επιστολή για μια παράσταση χορού που παρακολούθησε στο Λονδίνο. Την αμέσως επόμενη δεκαετία, στη Νότιο Αφρική, πρόσεξε ιδιαίτερα και προβληματίστηκε για την κατάσταση των κατοίκων της. Αυτό δεν σήμαινε πάντα αλληλεγγύη: επρόκειτο για μια αμφίθυμη κατάσταση υποτίμησης, γοητείας και φθόνου. Τη δεκαετία του ’50, σε μια πιο γνωστή του «εκδρομή», ο Σεφέρης βρέθηκε στην Κύπρο. Από την επαφή αυτή η κριτική έχει κρατήσει την «εθνικοαπελεθερωτική», αν όχι αλυτρωτική της διάσταση. Τα ίδια τα γραπτά όμως ενεργοποιούν έναν αποικιοκρατικό μηχανισμό λόγου και μια μυθολογία εξωτισμού, διαλεγόμενα με αυτόν επίσης αμφίθυμα και υπονομευτικά. Αυτή η ευαισθησία οφείλεται στο ότι ο ίδιος ο Σεφέρης, κατά την ένταξή του στην ελληνική κοινωνία και το ελληνικό κράτος, υπέστη μια τέτοια αποικιοκρατικού χαρακτήρα ιεράρχηση και αξιολόγηση, και μπορεί να ταυτιστεί με όσους βλέπει να υφίστανται κάτι ανάλογο.

Συνέχεια
Κλασσικό
Δίκαιο

Δικτατορικές δικολαβίες δημιουργίας δημοσιότητας –και άλλα από Δ[ημ]

του Άκη Γαβριηλίδη

Το να επιχειρήσει κανείς να ανασκευάσει όσα γράφει ο Δημήτρης Δημητριάδης στο χθεσινό άρθρο του σε κάποιο ανυπόληπτο ηλεκτρονικό μέσο, θα ήταν σαν να εκτελεί πέναλτι σε κενή εστία. Παρόλα αυτά, εν ονόματι μιας παλιάς γνωριμίας και εκτίμησης, θα μπω στον κόπο να επισημάνω (κυρίως στον ίδιο, διότι για όλους τους άλλους πρέπει να είναι προφανείς) τις κυριότερες ανακολουθίες, αστοχίες και αυθαιρεσίες που το χαρακτηρίζουν, χωρίς καν να μπαίνω στο πολιτικό περιεχόμενο –ή έλλειψη περιεχομένου- του άρθρου. Έστω κι αν αυτός δεν φαίνεται να είναι σε θέση να ακούσει πλέον· διότι κάτι ανάλογο είχα επιχειρήσει και στο παρελθόν, αλλά μάλλον το πράγμα είχε ήδη πάρει έναν κατήφορο χωρίς επιστροφή.

Καταρχάς, ο ίδιος ο τίτλος είναι ασυμβίβαστος με κάτι που λέγεται μέσα στο κείμενο, έστω και προς το τέλος του: στην τελευταία παράγραφο, η καταδίκη τής Χρυσής Αυγής χαρακτηρίζεται «εξόχως δίκαιη και ζωτικής σημασίας για μία ευνομούμενη πολιτεία». Ωστόσο, ο τίτλος δηλώνει ότι «Στη θέση της Χρυσής Αυγής θα έπρεπε να καταδικαστεί ο ΣΥΡΙΖΑ» (η υπογράμμιση δική μου). Αν όμως ο Α πρέπει να καταδικαστεί στη θέση του Β, αυτό στα ελληνικά –και σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα- σημαίνει ότι ο Β δεν πρέπει να καταδικαστεί.

Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο μάς λέει ότι επιπλέον, ή αντί, της ΧΑ, θα έπρεπε να καταδικαστεί (και) ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό, ιδίως μάλιστα καθώς διατυπώνεται την επαύριο της έκδοσης μιας δικαστικής απόφασης μετά από μια ποινική δίκη τεράστια σε διάρκεια, σε όγκο και σε σημασία, αποτελεί πρώτα απ’ όλα νομικό ισχυρισμό.

Είναι φυσικά δικαίωμα, αν όχι καθήκον, του καθενός να ζητά να τιμωρηθεί κάποιος άλλος πολίτης, ή ομάδα πολιτών, εάν νομίζει ότι παρανόμησαν. Εξίσου όμως αναμένεται από τον καθένα, και ιδίως από κάποιον ο οποίος σε όλη του τη ζωή εργάστηκε –έστω και σε μη νομικά καθήκοντα- σε ένα Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου, να γνωρίζει ότι στις κοινωνίες αυτές που ζούμε, έτσι όπως είναι καλώς ή κακώς οργανωμένες, για να πάει κανείς στη φυλακή απαιτείται να εκδοθεί κάποια δικαστική απόφαση που να τον καταδικάζει σε φυλάκιση. Και για να εκδοθεί τέτοια απόφαση, με συγχωρείτε τώρα που λέω τα βου α βα του κράτους δικαίου, αλλά θα πρέπει να ασκηθεί κάποια ποινική δίωξη, είτε αυτεπάγγελτα από κάποιον εισαγγελέα, είτε κατόπιν έγκλησης από αυτόν τον «καθένα» που δηλώνει ότι έχει υπόψη του την τέλεση τέτοιων εγκλημάτων και τους δράστες τους. Για προφανείς πρακτικούς και δεοντολογικούς λόγους, που και ένα παιδί καταλαβαίνει, κανείς δεν μπαίνει φυλακή απλώς επειδή κάποιος δικτατορίσκος του καφενείου ξυπνά ένα πρωί, παίρνει ένα στυλό ή έναν υπολογιστή και γράφει κάπου την αποψάρα του ότι «ο τάδε είναι εγκληματίας» ή «θέλει κρέμασμα». Αν μη τι άλλο, αν ο καταγγέλλων δεν θέλει να μπαίνει σε πληκτικές δικαστικές διαδικασίες διακανονισμού διαφορών, θα μπορούσε τουλάχιστον να γνωστοποιήσει ποια είναι αυτά τα εγκλήματα σε αυτό το άρθρο όπου διατυπώνει αυτή την αποψάρα.

Ο Δημητριάδης όμως στο άρθρο του μας διαβεβαιώνει ότι αυτή η έστω «δίκαιη» απόφαση που μόλις εκδόθηκε «δεν αγγίζει τούς αληθινούς ενόχους» (άρα ο Μιχαλολιάκος, ο Λαγός και οι λοιποί ναζιστές δεν είναι αληθινοί αλλά ψευδείς ένοχοι), δηλ. τον αρχηγό και τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι είναι «δράστες εξίσου ειδεχθών με την δολοφονία τού Παύλου Φύσσα εγκλημάτων» [sic].

Ποιων εγκλημάτων; Παρασυρμένος από τον ποιητικό (;) του οίστρο, ο Δημητριάδης δεν μας κάνει τη χάρη ούτε εδώ, ούτε πουθενά αλλού να μας αναφέρει έστω ένα εξ αυτών. Διότι όταν μιλάμε, όπως εν προκειμένω, σε ένα δικαστικό συγκείμενο, δεν μπορούμε να παίζουμε με τις λέξεις και να χαρακτηρίζουμε «έγκλημα» το ότι κάποιος απλώς … προμηνύει (!) «την ζοφερότερη προοπτική γι’ αυτήν την χώρα, με όρους απολυταρχίας, εκχυδαϊσμού και εκμηδένισης όλων των βάσεων τού δημοκρατικού πολιτεύματος». Κανένας ποτέ δεν πήγε στη φυλακή επειδή «προμήνυε» οτιδήποτε. Δηλαδή, συγνώμη ρε Δημήτρη, πού ζεις τόσα χρόνια; Κάτι για nullum crimen nulla poena sine lege δεν έχει πάρει το αυτί σου; «Εγκλήματα», με την έννοια που συζητάμε εδώ, δεν είναι ό,τι απλώς δεν ταιριάζει με τα γούστα μας, η «προδοσία της εμπιστοσύνης», η «διαστρέβλωση των εννοιών» ή άλλες ηθικολογικού τύπου γενικότητες. Εγκλήματα είναι όσα τυποποιούνται στον Ποινικό Κώδικα. Ποια απ’ αυτά τέλεσαν ο αρχηγός και τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ; Δολία αποφυγή πληρωμής εισιτηρίου; Διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας; Διάθεση προϊόντων εγκλήματος;

Εάν έχεις κάτι υπόψη σου, πες το μας κι εμάς να το ξέρουμε. Αλλιώς, αν υποστηρίζεις ότι κάποιοι πολίτες πρέπει να τιμωρηθούν απλώς επειδή εσύ έτσι γουστάρεις, και μάλιστα με ποινές οι οποίες εξ όσων έχω υπόψη μου δεν προβλέπονται από το ποινικό σύστημα καμίας «ευνομούμενης πολιτείας», καμίας «πολιτισμένης» (ούτε καν απολίτιστης) χώρας, αλλά απλώς έβγαλες εσύ απ’ το κεφάλι σου, όπως «να βρίσκονται δια παντός σιδηροδέσμιοι, καταδικασμένοι στην απόλυτη σιωπή και στην δια βίου αφάνεια» (!!?), εν ονόματι κάποιας «αληθινής δίκης» και κάποιας «αληθινής απόδοσης δικαιοσύνης» των οποίων το μυστικό γνωρίζεις μόνο εσύ δυνάμει ποιος ξέρει ποιας θείας ενόρασης, τότε εσύ είσαι ο Χρυσαυγίτης. Πάντως είσαι κάποιος που επιχειρηματολογεί όχι μόνο εκτός, αλλά και εναντίον των στοιχειωδών δημοκρατικών κατακτήσεων του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού. Για να διακανονίσεις ποιος ξέρει ποιες διαφορές με ποιον. Προφανώς με τον εαυτό σου.

Κλασσικό
Φιλοσοφία,κομμουνισμός

Κρυπτοκομμουνισμός

του Μαρκ Αλιζάρ

Δημοσιεύουμε παρακάτω αποσπάσματα από το βιβλίο: Mark Alizart, Cryptocommunisme, PUF, Παρίσι 2019 (σελ. 9-13, 43-57). Οι σημειώσεις μέσα σε αγκύλες είναι του μεταφραστή.

Οι κωδικοί του μέλλοντος

Το 1968, μια ομάδα χίππηδων ξεκινά ένα οραματικό περιοδικό με τον τίτλο Whole Earth Catalog, το οποίο αναμιγνύει κυβερνητική, οικολογία και σοσιαλισμό, και όλο αυτό υπό την καθοδήγηση της ενόρασης ότι η πληροφορική μπορεί να σώσει τον πλανήτη και να επαναφέρει στο προσκήνιο τον κομμουνισμό.

Κατά τον ιδρυτή του, τον Στιούαρτ Μπραντ, οι υπολογιστές προορίζονται να θέσουν τέρμα στην αέναη εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των εθνών· είναι επίσης σε θέση να ανακουφίσουν την ανθρωπότητα από το βάρος της εργασίας· είναι μάλιστα ικανοί να επινοήσουν μία νέα φύση όπου, όπως λέει ο ποιητής Ρίτσαρντ Μπράουτιγκαν, «θηλαστικά και υπολογιστές θα ζουν μαζί σε μια αμοιβαία προγραμματισμένη αρμονία υπό τα βλέμματα μηχανών γεμάτων αγάπη και χάρη»[1].

H επιθεώρηση αυτή γνώρισε αμέσως επιτυχία. Κυκλοφόρησε ταχύτατα στους κύκλους της αντικουλτούρας, αλλά επίσης ανάμεσα στους μηχανικούς και τους προγραμματιστές, και μάλιστα, σύμφωνα με τον ιστορικό Φρεντ Τέρνερ, αυτή η κυβερνο-κομμουνιστική ή «κυβερνο-κοινοτική» ουτοπία συνέβαλε στη διαμόρφωση της κοινωνίας της πληροφορίας στην οποία ζούμε σήμερα. Υπήρξε το φόντο για να εφευρεθεί το διαδίκτυο· αρδεύει τα κοινωνικά δίκτυα και την δημοκρατική τους κουλτούρα. Αποτέλεσε τη βάση για προτάγματα open-source όπως το Linux και η Wikipedia. Και κυρίως, είναι ο λόγος για τον οποίο η Σίλικον Βάλλεϋ μπορεί να αυτοθεωρείται επιφορτισμένη με μία οιονεί θεϊκή αποστολή ευαγγελισμού ανεπίδεκτη αμφισβήτησης.

Πενήντα χρόνια μετά το πρώτο τεύχος του Whole Earth Catalog, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αισιοδοξία των τεχνο-χίππηδων υπήρξε αδικαιολόγητη. Είμαστε μάρτυρες του γεγονότος ότι από το διαδίκτυο πλούτισαν οι τράπεζες, οι πολυεθνικές των τηλεπικοινωνιών, οι γίγαντες της διανομής, το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα και οι κεραίες της κοινωνίας του ελέγχου. Στο εμπόριο και τη διαφήμιση συγκροτήθηκαν απίθανα μονοπώλια, τα οποία απειλούν την ίδια τη δημοκρατία που υποτίθεται ότι το Web θα αναζωογονούσε. Τα τείχη μεταξύ των λαών ξαναϋψώθηκαν σχεδόν εξίσου γρήγορα όσο είχαν πέσει. Ο διαπολιτισμικός διάλογος εκφυλίστηκε σε ταυτοτική σύγκρουση. Τα κοινωνικά δίκτυα έγιναν αλγοριθμικές φούσκες όπου η αγανάκτηση αυτοσυντηρείται σε ένα κλειστό κύκλωμα. Για κάποιους, ακόμα και η οικονομία του μερισμού και της συνεισφοράς το μόνο που πέτυχε είναι να εξασφαλίσει δωρεάν εργατικά χέρια στον «γνωσιακό καπιταλισμό»[2]. Oι γονιδιακές τεχνολογίες παραμόρφωσαν την «κυβερνητική οικολογία» του ποιητή. Με δυο λόγια, τις τρελές ελπίδες της δεκαετίας του 70 διαδέχθηκε μία απέραντη απογοήτευση, σε βαθμό που έχουμε χάσει πια το μέτρημα των διανοουμένων που μας καλούν να αποσυνδεθούμε από το διαδίκτυο, να σπάσουμε το μονοπώλιο των GAFA ή των FAΝG[3] ή να διαλύσουμε τα  big data όπως κάποτε είχαμε διαλύσει το big oil[4].

Αντικείμενο του βιβλίου αυτού δεν είναι να αρνηθεί τη διαπίστωση αυτής της αποτυχίας, αλλά ούτε είναι να προσθέσει ακόμα μία φωνή στην ήδη πληθωρική χορωδία αυτών των κατηγοριών. Πράγματι, παρά τις ανεπάρκειές τους, θεωρούμε ότι οι τεχνο-χίππυς είχαν δίκιο να πιστεύουν στη σύζευξη του σοσιαλισμού και της κυβερνητικής.

Κατά πρώτο λόγο, ξέρουμε πολύ καλύτερα τώρα ότι ο ίδιος ο Μαρξ είχε υποθέσει ότι μία «κοινωνία της γνώσης» θα υπερνικούσε τον καπιταλισμό[5]. Ειδικότερα, ξαναανακαλύπτουμε τους δεσμούς που διατηρούσε ο μαρξισμός με μία επιστήμη γεννημένη την ίδια εποχή, τη «θερμοδυναμική»[6], οι εργασίες της οποίας οδήγησαν στην καθιέρωση της έννοιας της ενέργειας, αλλά επίσης στην πραγματικότητα της έννοιας της πληροφορίας, από την οποία εν μέρει απορρέει η σύγχρονη πληροφορική.

Έπειτα, οι ίδιοι οι πληροφορικοί άντλησαν τα διδάγματα από την αποτυχία τους. Από τη δεκαετία του 1980, οι κυβερνο-πανκ και ιδίως οι cypher-punks[7] βάλθηκαν να κάνουν ξανά κατοικήσιμο το ψηφιακό σύμπαν. Ανέπτυξαν πρωτόκολλα προστασίας της ιδιωτικής ζωής βασισμένα στην κρυπτογράφηση, από τα οποία προέκυψαν τα «κρυπτονομίσματα», που μπορούν να διορθώσουν σε μεγάλο βαθμό τις αυταρχικές και εμπορευματικές εκτροπές του Web, αν όχι και να προσδώσουν στις κυβερνο-κομμουνιστικές ιδέες την ουσία που τους έλειπε.

Οι κυβερνο-πανκ και οι cypher-punks σίγουρα θα βρουν εξωφρενικό να τους ανατεθεί ο ρόλος του ελλείποντος κρίκου ανάμεσα στην ιδέα του κομμουνισμού και την πραγματοποίησή της. Εκείνοι προτιμούν να αυτοπεριγράφονται ως πειρατές, ως ελευθεριακοί ή ως «κρυπτο-αναρχικοί»[8], όταν δεν εκδηλώνουν μία ξεκάθαρη απέχθεια για οτιδήποτε έχει στενή ή χαλαρή σχέση με το σοσιαλισμό. Από την άλλη, οι μαρξιστές, καθώς θεωρούν τα κρυπτονομίσματα μία τερατογένεση της πληροφορικής και της χρηματοοικονομίας, δεν θα εκτιμούσαν καθόλου την ιδέα ότι ο Μαρξ θα μπορούσε να ενθουσιαστεί με το Bitcoin.

Ωστόσο, ο ίδιος ο Μαρξ (και ο Χέγκελ) μίλησαν για τις «πανουργίες» του Λόγου και της «διαλεκτικής» … Η ιστορία προχωρά ως τυφλοπόντικας, σκάβοντας στα τυφλά στοές κάτω απ’ τη γη, έλεγαν. Στο κάτω κάτω, αυτή η απρόσμενη συνάντηση μεταξύ «κρυπτο-» και «κομμουνισμού» θα ήταν απλώς μία ακόμα απόδειξη. Ποιος ξέρει, η λέξη «κρυπτοκομμουνιστής», που άλλοτε προσδιόριζε τους συγκαλυμμένους μαρξιστές, ίσως έχει γίνει ήδη το λάβαρο υπό το οποίο υπηρετούν χωρίς να το γνωρίζουν όλοι όσοι δεν έχουν ακόμα πάψει να ελπίζουν στον κωδικό για ένα ευτυχισμένο αύριο[9].

(…)

Σοβιέτ συν wifi

Oι κυβερνο-κοινοτιστές της δεκαετίας του 1960 είχαν σκεφτεί την άρθρωση μεταξύ κομμουνισμού και κυβερνητικής κατά τρόπο όχι πολύ διαφορετικό από τον Μαρξ του “General Intellect”. Είχαν σκεφτεί το διαδίκτυο ως ένα “World Brain”[10] το οποίο, συσσωρεύοντας μια ποσότητα πληροφορίας οιονεί άπειρη και διαχέοντάς την σε μια ταχύτητα οιονεί άπειρη, θα παρήγαγε μία αξία οιονεί άπειρη.

Είναι ενδιαφέρον ότι στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο Νόρμπερτ Βήνερ, ο πατέρας της κυβερνητικής. Στο βιβλίο του Cybernétique et société[11] διακηρύσσει ότι θα πρέπει να μεταφερθούν σε κλίμακα ολόκληρων κοινωνιών οι αρχές που διέπουν την επεξεργασία της πληροφορίας. Η δημοκρατία θεωρεί ότι μπορεί να περιγραφεί ως ένα θερμοδυναμικό σύστημα που επιτυγχάνει την ισορροπία (την «ομοιόσταση») χάρη σε θετικούς βρόγχους ανάδρασης. Aπό αυτό συνάγει ότι η κατάστασή της είναι τόσο καλύτερη, όσο ενθαρρύνουμε το σχηματισμό παρόμοιων βρόγχων μέσα στην κοινωνία και όσο πολλαπλασιάζουμε τους διαύλους εκπομπής και υποδοχής της πληροφορίας.

Η θέση αυτή, διατυπωμένη μέσα σε ένα κλίμα ψυχρού πολέμου σημαδεμένου από διώξεις κομμουνιστών, ερμηνεύτηκε ως μία δήλωση πίστης του κύκλου των πληροφορικάριων στην ιδεολογία της «αόρατης χειρός» που δημιουργεί αυθορμήτως ισορροπίες εντός μιας ελεύθερης αγοράς όπου τα άτομα συμπεριφέρονται ως μόρια κάποιου αερίου. Τα γεγονότα διαψεύδουν αυτή την ερμηνεία. Κάποιες σελίδες του βιβλίου του Βήνερ απορρίπτουν εξίσου τον καπιταλισμό όσο και το σταλινισμό, κατά τρόπο αρκετά καινοφανή και προκλητικό για την εποχή[12]. Αυτό που ανησυχεί τον Βήνερ –όπως και όλους τους διανοουμένους που είχαν τρομοκρατηθεί από τον κίνδυνο πυρηνικής σύγκρουσης πυροδοτημένης από κάποιον Dr. Strangelove- είναι η ιδιωτικοποίηση της εξουσίας, και αυτή κάλλιστα μπορεί να συμβεί υπό καπιταλιστικό καθεστώς, με τα εργαλεία που προσφέρει η πληροφορική. Αλλά το καλύτερο αντίδοτο για τους κινδύνους που θέτει η πληροφορική είναι, κατ’ αυτόν, η ίδια η πληροφορική, εφόσον εφαρμοστεί ολικά, πράγμα που τον οδηγεί να ονειρεύεται μία «ενοποιημένη κυβέρνηση της Γης» βασισμένη σε αλγορίθμους που να ενεργούν κατά τρόπο ουδέτερο, αυτόματο και αποκεντρωμένο –ένα σχέδιο άλλωστε που θα τεθεί σε εφαρμογή με πρωτοβουλία ενός κομμουνιστή πολιτικού, του Σαλβαδόρ Αλιέντε, τη δεκαετία του 70. Το πρόγραμμα CyberSyn, από τις λέξεις Cybernetic Synchronisation, που συνέλαβε ο Στάφφορντ Μπήρ, ένας ερευνητής αρκετά εκκεντρικός (κυκλοφορούσε με λιμουζίνα και κάπνιζε πούρα), προέβλεπε ότι συλλέγονται δεδομένα στα εργοστάσια και διαβιβάζονται με τέλεξ σε ένα κέντρο εντολών όπου ένας υπολογιστής αναλαμβάνει να εξασφαλίζει τη συστημική σταθερότητα της οικονομίας αυτόματα και αποκεντρωμένα.

Καθώς η αποτυχία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» γινόταν όλο και πιο φανερή, η κυβερνητική άρχισε να προσελκύει κομμουνιστές οι οποίοι δεν δίσταζαν πλέον να παίρνουν αποστάσεις από το ενεργειοκρατικό δόγμα του κόμματος. Έτσι, βρίσκουμε ίχνη κυβερνητικής στον Λουί Αλτουσέρ, τα οποία ίσως προέρχονται από τον στρουκτουραλισμό του: ο Κλωντ Λεβί-Στρως ήταν ακροατής στις «διαλέξεις Macy» οι οποίες συγκέντρωναν τον ανθό της μεταπολεμικής κυβερνητικής, ο Ζακ Λακάν ήταν παθιασμένος με την πληροφορική, ενώ ο Νόαμ Τσόμσκι χρησιμοποίησε γλώσσες προγραμματισμού για να αναπτύξει τη γλωσσολογική δουλειά του πάνω στη γενετική γραμματική. Eφοδιασμένος με αυτές τις αποσκευές, ο Αλτουσέρ ισχυρίστηκε ότι ο κομμουνισμός δεν υπέφερε τόσο από το ότι είχε περιπέσει στην ομηρία αυταρχικών και κοινωνιοπαθών ηγετών που θα έπρεπε να εξαλειφθούν ώστε να αναδυθεί ένας «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο», όπως πίστευαν ο Σαρτρ και ο Μερλώ-Ποντύ, όσο από το ότι παρέμεινε εγκλωβισμένος σε μία «ανθρωπιστική» θέαση της πολιτικής. Με αυτό δεν εννοούσε ότι ο Μάο ή ο Στάλιν ήταν υπερβολικά συναισθηματικοί, αλλά ότι ήταν το γελοιογραφικό παράδειγμα του «μεγάλου ανδρός» ο οποίος πρόδιδε την ιδέα που έτρεφε ο Μαρξ για μια διαφορική πολιτική. Αντίστροφα, ο Αλτουσέρ σκέφτηκε ότι ο μόνος τρόπος για να σώσουμε τον κομμουνισμό συνίστατο στο να γυρίσουμε την πλάτη στην «μεταφυσική του υποκειμένου» και να ασπαστούμε τη ριζοσπαστική ιδέα κατά την οποία η ιστορία κατευθύνεται από μόνη της, ότι είναι μια «διαδικασία χωρίς υποκείμενο». Ο κομμουνισμός του είναι μία δομή: ένα σύστημα με πολλές εισόδους, χωρίς κέντρο, χωρίς διοίκηση, που περιέχει πολλαπλά υπο-συστήματα τα οποία αρθρώνονται το ένα με το άλλο κατά τρόπο «επικαθορισμένο», πράγμα που σημαίνει ότι δεν καθορίζονται «μονόπλευρα» αλλά μέσω βρόγχων που εξασφαλίζουν τη συνοχή του, κατά το παράδειγμα που δίνει η κυβερνητική με τις «λούπες» και τις «ανατροφοδοτήσεις» της.

Τέλος, η ίδια η υπόθεση του Μαρξ περί του General Intellect τράβηξε την προσοχή ενός ρεύματος της ριζοσπαστικής αριστεράς τη δεκαετία του 70. Εκκινώντας από την αρχή ότι η εργασία καταλήγει πάντοτε να ευνοεί τον καπιταλισμό, καθότι του παρέχει την ενέργεια με την οποία τρέφεται, το εξαιρετικά πρωτότυπο κίνημα των «εργατιστών», στο οποίο πρωτοστατούσαν ο Αντόνιο Νέγκρι και ο Μάριο Τρόντι, κήρυξε την αυτοκαταστροφή της εργατικής τάξης. Το ζητούμενο ήταν να διαρρήξουμε το δεσμό μεταξύ μαρξισμού και ενεργειοκρατίας, προς όφελος εκείνης της πληροφορικής υπεραξίας της οποίας ο Μαρξ αναγγέλλει την έλευση. Πλην όμως, οι εργατιστές δεν συνδέθηκαν με τους κυβερνο-κοινοτιστές. Όπως ο Μαρξ, έτσι και αυτοί παρέμειναν επιφυλακτικοί όσον αφορά την ικανότητα μιας κοινωνίας της πληροφορίας να οδηγήσει από μόνη της στην ανάδυση του κομμουνισμού. Έτσι, δεν αιφνιδιάστηκαν όσο εκείνοι από την αποτυχία της πληροφορικής επανάστασης την οποία διαπιστώνουμε σήμερα.

Σύμφωνα  με τους εργατιστές και τους κληρονόμους τους, υπάρχουν δύο κύριοι λόγοι για αυτή την αποτυχία. Ο πρώτος είναι ότι οι υπολογιστές δεν μετέβαλαν την κυριότητα του πάγιου κεφαλαίου. Και μάλιστα, την αξία την οποία παράγει η πληροφορία την καρπώνονται όλο και λιγότερα χέρια. Σε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Πρωτόκολλο. Πώς ο έλεγχος εξακολουθεί να υπάρχει μετά την αποκέντρωση»[13], ο Αλεξάντερ Γκάλλογουέι υπενθυμίζει ότι ξεχνάμε εύκολα πόσο το διαδίκτυο βασίζεται σε ένα σύστημα υποδομών [logistique] πολύ ιδιαίτερο, και πολύ συγκεκριμένο, εν προκειμένω ένα σύστημα άκρως συγκεντρωτικό. Εστιάζοντας στο ψηφιακό στοιχείο, οι κυβερνο-κοινοτιστές ξέχασαν τις πραγματικές οικονομικές συνθήκες παραγωγής του, εμφανίζοντας την παραγωγή των αλγορίθμων που μας κυβερνούν σαν έργο του Αγίου Πνεύματος, ενώ αυτή προφανώς εμπλέκεται με την παραγωγή ανθρώπινων και ιδεολογικών προκαταλήψεων.

Όπως σωστά είπε ο Ζιλ Ντελέζ, σε μια συζήτησή του ακριβώς με τον Τόνι Νέγκρι: «Σε κάθε τύπο κοινωνίας μπορούμε προφανώς να αντιστοιχίσουμε έναν τύπο μηχανής: απλές ή δυναμικές μηχανές για τις κοινωνίες κυριαρχίας, μηχανές ενεργείας για τις πειθαρχίες, κυβερνητική και υπολογιστές για τις κοινωνίες ελέγχου. Αλλά οι μηχανές δεν εξηγούν τίποτε, πρέπει να αναλύσουμε τα συλλογικά συναρμολογήματα, μέρος μόνο των οποίων αποτελούν οι μηχανές. Μπροστά στις προσεχείς μορφές ασταμάτητου ελέγχου σε ανοιχτό χώρο, οι σκληρότεροι εγκλεισμοί μπορεί να μας φαίνεται ότι ανήκουν σε ένα ξένοιαστο και ευτυχισμένο παρελθόν. Η αναζήτηση ‘καθολικών εννοιών της επικοινωνίας’ πρέπει να μας κάνει να τρέμουμε»[14].

(…)

Όσο παράδοξο όμως κι αν ακούγεται, είναι πιθανό το πρόβλημα της «κοινωνίας της πληροφορίας», όπως αποκαλούμε τις κοινωνίες μας, να είναι ακριβώς η έλλειψη πληροφορίας.

Κατά της επικοινωνίας

(…)

Στη συζήτησή του με τον Νέγκρι, ο Ντελέζ χρησιμοποιεί αυτή την παράξενη διατύπωση: ότι, αν οι κοινωνίες ελέγχου ή επικοινωνίας γεννήσουν μορφές αντίστασης, αυτό δεν θα συμβεί «στο βαθμό που οι μειονότητες θα μπορούσαν να ξαναπάρουν το λόγο. Ίσως ο λόγος, η επικοινωνία έχει διαφθαρεί». Το πρόβλημα, συνεχίζει ο Ντελέζ, έγκειται στη σχέση επικοινωνίας και χρήματος. «Μέσα στο λόγο και την επικοινωνία έχει πλήρως διεισδύσει το  χρήμα –όχι συμπτωματικά, αλλά εκ φύσεως». Η ανάλυση αυτή εν μέρει συναντάται με εκείνη των εργατιστών. Για εκείνους, το κεφάλαιο δεν κατανέμει τον πλούτο της παραγόμενης πληροφορίας κατά τη δίκαιη αξία του. Αλλά οι δύο κριτικές δεν επικαλύπτονται πλήρως. Στη σκέψη του εργατισμού, το πρόβλημα είναι ότι η πληροφορία δεν μετατρέπεται ορθώς σε μετρητά, χειροπιαστά και κουδουνιστά. Ο Ντελέζ αντίθετα σκέφτεται ότι θα έπρεπε η πληροφορία να μην αφήνεται ποτέ να μετατραπεί σε χρήμα. «Απαιτείται μια υπεξαίρεση του λόγου. Η επικοινωνία ποτέ δεν ήταν δημιουργία. Το σημαντικό θα είναι ίσως να δημιουργήσουμε κενά μη-επικοινωνίας, διακόπτες, για να ξεφεύγουμε από τον έλεγχο».

Η διατύπωση αυτή ωστόσο μπορεί να νοηθεί κατά δύο αντίθετους τρόπους. Μπορούμε να σκεφτούμε ότι ο Ντελέζ οραματίζεται μια πληροφορία που θα αντιστεκόταν στη χρηματική της οικειοποίηση, μια κοινωνία της πληροφορίας που θα είχε «χακαριστεί», προκειμένου να διατηρηθούν μέσα της ζώνες αποσύνδεσης, μη εμπορευματικές. Αλλά μπορούμε και να σκεφτούμε ότι ο Ντελέζ ενδιαφέρεται για το γεγονός ότι ανταλλάσσουμε απλώς πληροφορία «φτωχή» σε πληροφορίες («επικοινωνία»), δίπλα στην οποία υπάρχει μια πληροφορία «πλούσια» σε πληροφορίες («η δημιουργική πράξη»). Αυτή λοιπόν η «πλούσια» πληροφορία, στο μέτρο που «αξίζει», θα μπορούσε να έχει την ικανότητα να είναι από μόνη της η μορφή-χρήμα του εαυτού της. Θα μπορούσε να ανταλλάσσεται χωρίς να περνά από το στάδιο της μετατροπής σε χρήμα, εκεί όπου ασκείται ο «έλεγχος», εκεί όπου βρίσκεται πράγματι το ρήγμα απ’ το οποίο οι φορείς της μετατροπής, οι χρηματιστές και οι κεφαλαιούχοι, μπορούν να εισέλθουν μέσα στην κοινωνία της πληροφορίας.

(…)

Από τα τέλη της δεκαετίας του 60, μετά την ανακάλυψη του DNA, καταλάβαμε ότι ο γενετικός κώδικας δεν είναι καθόλου ένα καθαρό πρόγραμμα συγκείμενο από bits: δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός αν δεν ενταχθεί στο χώρο, αν δεν γειωθεί στη χημεία των μορίων που τον εκφράζουν και, επιπλέον, είναι αδιαχώριστος από μία μορφή τυχαιότητας η οποία επιλέγει τα γονίδια που πρέπει να εκφραστούν εκ των υστέρων, επιγενετικά[15]. (…) Με δυο λόγια, αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ότι, στη φύση, τα πράγματα δεν ανταλλάσσουν απλώς πληροφορία μεταξύ τους όπως εμείς μιλούσαμε στο τηλέφωνο –καλά μονωμένοι από τον εξωτερικό θόρυβο μέσα σε μια καμπίνα-, αλλά είναι πληροφορία, και επιπλέον κολυμπάνε σε έναν τρομερό ορυμαγδό που προκαλούν οι συγκρούσεις των ατόμων μεταξύ τους, τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία, η αρτηριακή πίεση, οι χτύποι της καρδιάς, η θερμοκρασία του σώματος …

Η επιστημονική κοινότητα αναγκάστηκε να αναθεωρήσει τον τρόπο με τον οποίο αναπαριστούσε έναν κόσμο διεπόμενο από καθαρές ανταλλαγές πληροφορίας πολύ πριν αποκαλύψει τα όριά του το Web. Μάλιστα, οι φυσικές επιστήμες για ένα διάστημα εξέτασαν το ενδεχόμενο να εγκαταλείψουν τελείως το πληροφορικό μοντέλο, όπως άλλωστε και οι ανθρωπιστικές. Η κριτική του στρουκτουραλισμού από την οποία προέρχεται ο Ντελέζ είναι κριτική της κυβερνητικής. Αλλά ήταν την ίδια στιγμή φανερό ότι αυτό που χρειαζόταν ήταν όχι τόσο μια εγκατάλειψη, όσο μια εμβάθυνση της κυβερνητικής. Προφανώς, αυτό που έθετε πρόβλημα ήταν ο επικοινωνιακός αναγωγισμός της. Δεν επέτρεπε να θέσουμε το δάκτυλο πάνω σε αυτή την πιο βαθιά και μυστηριώδη πραγματικότητα της πληροφορίας που είναι ότι δεν αποτελεί ένα στρώμα νοήματος που τίθεται πάνω στην ενέργεια, αλλά μια έκφραση της ίδιας της ενέργειας, η ενέργεια υπό άλλη μορφή.

Πώς μπορούμε να πετύχουμε η κοινωνία της πληροφορίας να μην είναι ένας μύλος φλυαρίας, αλλά ένας μύλος που αλέθει, για να επαναλάβουμε την έκφραση του Μαρξ; (…)

Κατά μία έννοια, αυτό επιχείρησαν να διακρίνουν οι μετα-δομιστές υποστηρίζοντας ότι πρέπει να συμπληρώσουμε το πληροφορικό παράδειγμα με αυτό που του λείπει: το «συμβάν», την «διαφο/ωρά» ή την «ασυμφωνία» [différend]. Κατά τα λοιπά, ποτέ δεν έκοψαν τις γέφυρες ούτε με τον κομμουνισμό, ούτε με την κυβερνητική. Ο Ντελέζ, σε ένα κείμενο σύγχρονο με τη συνέντευξή του στον Νέγκρι, επιδόθηκε σε έναν εντυπωσιακό έπαινο του ανθρώπου προσαυξημένου από την πληροφορική[16]. Ομοίως, ο Ζακ Ντερριντά εξήγησε στο Περί γραμματολογίας ότι η εργασία του επέβαλλε να ριζοσπαστικοποιήσουμε την κυβερνητική του Βήνερ, η οποία θεωρούσε ότι είναι ακόμα πολύ «ανθρωπιστική». Ο Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ προσπάθησε, με το Η μεταμοντέρνα κατάσταση και με Τα άυλα, να σκεφτεί μια νέα πληροφορική για την οποία ελπίζει ότι θα επιτρέψει την έλευση ενός νέου κομμουνισμού.

Δεν είναι όμως μειωτικό για τους συγγραφείς αυτούς να πούμε ότι δεν ήταν ικανοί να πάνε πέρα από την φιλοσοφική τους διαίσθηση. Μόνο ένα τελευταίο πέρασμα από τη θεωρία της πληροφορίας μπορεί στην πραγματικότητα να δώσει σάρκα και οστά στον κυβερνο-κομμουνισμό.

Μετάφραση: Α.Γ.


[1] R. Brautigan, All Watched over by Machines of Loving Grace, 1967.

[2] Yann Moulier Boutang, Le Capitalisme Cognitif: La Nouvelle Grande Transformation, ed. Amsterdam, Paris 2008.

[3] [Ακρωνύμια από τα ονόματα των κολοσσών της ηλεκτρονικής επικοινωνίας: Google, Amazon, Facebook, and Apple και Facebook/ Αmazon/ Netflix/ GOOG αντίστοιχα – Σ.τ.μ.].

[4] Θα αναφέρουμε τους Εβγκένυ Μορόζοβ, Κάρμεν Ερμοσίγιο, Μπέρναρντ Στίγκλερ, Ρίτσαρντ Μπάρμπρουκ, ή τον Άνταμ Κέρτις, δημιουργό ενός πετυχημένου ντοκυμανταίρ που πήρε τον τίτλο του από το κυβερνο-βουκολικό ποίημα του Μπράουτιγκαν, All Watched over by Machines of Loving Grace, ο οποίος όμως εδώ χρησιμοποιήθηκε με καθαρά ειρωνική σημασία.

[5] Σκέφτομαι ιδίως την αξιοθαύμαστη δουλειά που έχει γίνει πάνω στο θέμα αυτό εδώ και είκοσι περίπου χρόνια από τους διανοούμενους που συγκεντρώνονται γύρω από το περιοδικό Multitudes, το οποίο ίδρυσε ο Yann Moulier Boutang.

[6] Βλ. Daniel Bensaïd, Marx l’intempestif, Paris, Fayard 1995· A. Tosel, Communisme de la finitude, Paris, Kimé 1996· J.B. Foster, Marx’s Ecology, New York, Monthly Review Press, 1999.

[7] Από την αγγλική λέξη cypher, «κρυπτογράφηση».

[8] Πρβλ. το Crypto-anarchist Manifesto του Τίμοθυ Μέι, διαθέσιμο ηλεκτρονικά.

[9] [Στο πρωτότυπο, εδώ, όπως και στον τίτλο της συγκεκριμένης ενότητας, χρησιμοποιείται η φράση les lendemains qui codent. Πρόκειται για λογοπαίγνιο αμετάφραστο στα ελληνικά, το οποίο παραλλάσσει μία πολύ γνωστή φράση που χρησιμοποιείται κοινώς στα γαλλικά για να δηλώσει την ελπίδα σε ένα καλύτερο αύριο, les lendemains qui chantent (κατά λέξη: «οι επαύριο που τραγουδούν»), αλλάζοντας το ρήμα σε «που κωδικοποιούν». Σ.τ.μ.].

[10] Έκφραση του H.G. Wells.

[11] Πρωτοκυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1950 με τίτλο The Human Use of Human Beings.

[12] Οι σελίδες άλλωστε αυτές αφαιρέθηκαν από τον εκδότη κατά τη δεύτερη έκδοση, την περίοδο του μακκαρθισμού.

[13] Alexander R. Galloway, How Control Exists after Decentralization, ΜΑ MIT Press 2004.

[14] Gilles Deleuze, «Contrôle et devenir, entretien avec Toni Negri», στο: Pourparlers, Παρίσι, Minuit 2003.

[15] J. Monod, Le Hasard et la Nécessité, Paris, Seuil 1970 [Ζακ Μονό, Η τύχη και η αναγκαιότητα, Ράππα, Αθήνα 2008].

[16] Στο έργο του Foucault (1986).

Cryptocommunisme - Mark Alizart - Perspectives critiques - Format Physique  et Numérique | PUF
Κλασσικό
Κινήματα,Πολιτική,εκπαίδευση

Οι καταλήψεις είναι δημοκρατικός παιδαγωγικός θεσμός

του Άκη Γαβριηλίδη

Ήρθε ο καιρός να αναγνωρίσουμε ότι οι καταλήψεις σχολείων είναι ένας σημαντικός, ίσως ο σημαντικότερος, θεσμός που παρήχθη απ’ τα κάτω στην ελληνική κοινωνία από το 90 και μετά. Ένας θεσμός με σημαντική παιδαγωγική αξία, ίση και ίσως μεγαλύτερη από την ίδια τη λειτουργία του σχολείου, συμπληρωματική προς αυτήν. Ενίοτε και ανταγωνιστική προς αυτήν. Αλλά σε αυτόν τον ανταγωνισμό –στην εκπαίδευση σε αυτόν- έγκειται ακριβώς η παιδαγωγική της λειτουργία: οι καταλήψεις είναι μία αγωγή του πολίτη, δηλαδή ένα έμπρακτο μάθημα, και μία άσκηση, στη δημοκρατία· μια εξοικείωση με την ιδέα ότι, στην κοινωνία, οι άνθρωποι δεν συνυπάρχουν πάντα αρμονικά, έχουν ασυνεννοησίες, αποκλίνουσες απόψεις, και ότι, όταν συμβαίνει αυτό, τις συζητάνε και προσπαθούν από κοινού να βρουν τι θα κάνουν. Και αρμόδιοι να κάνουν αυτή τη συζήτηση είναι όσοι δεν έχουν καμία αρμοδιότητα, όσοι δεν έχουν κανέναν τίτλο για να αποφασίζουν. Από κοινού οι άριστοι και οι χείριστοι, όπως και αν ορίσουμε τους μεν και τους δε.

Συνήθως, από την κοινωνία των ενηλίκων εκπέμπεται ένας παραδοσιακός λόγος αφ’ υψηλού απόρριψης των μαθητικών καταλήψεων ως ανώριμων και ανορθολογικών. Έτσι και τώρα, ο καλοπληρωμένος με τα εκατομμύρια του Πέτσα στρατός «δημοσιογράφων» διαδίδει ότι βασικό αίτημα των μαθητών είναι η κατάργηση της μάσκας. Φυσικά, όποιος έχει κάποια επαφή με τη σχολική πραγματικότητα, ή έστω όποιος απλώς παρακολουθήσει με προσοχή τα ίδια τα ρεπορτάζ των τηλεοπτικών καναλιών και διαβάσει τι γράφουν τα πανώ, αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για τερατολογία. Εγώ όμως θα έλεγα κάτι ακόμα: ας υποθέσουμε ότι μεταξύ των μαθητών –όπως συμβαίνει γενικά και στην κοινωνία σαν σύνολο- κυκλοφορούν παρόμοιες απόψεις, ότι «ο κορονοϊός είναι ένας μύθος» κ.λπ. Υπό ίσους όρους, ο ανορθολογισμός που αυτό προσδίδει στον θεσμό των καταλήψεων είναι πολύ μικρότερος από τον αντίστοιχο του επίσημου εκπαιδευτικού προγράμματος, που συνίσταται στο να βομβαρδίζουμε επί δώδεκα χρόνια τους μαθητές και τις μαθήτριες με τη θεωρία ότι ένας καλοκάγαθος ηλικιωμένος κύριος με γενειάδα έφτυσε στο χώμα και έτσι δημιουργήθηκε ο άνθρωπος –ή μάλλον, ορθότερα, όχι ο άνθρωπος, ο άνδρας, από τον οποίο αργότερα απέσπασε λέει ένα πλευρό και δημιούργησε και τη γυναίκα, και άλλες παρόμοιες αφηγήσεις.

Μία μονιμότερη επωδός του αντι-καταληψιακού οπλοστασίου είναι ότι οι μαθητές «δεν έχουν αιτήματα» και ότι «θέλουν μόνο να χάσουν μάθημα». Μία επανάληψη δηλαδή της γνωστής φαλλογοκεντρικής αντίθεσης που είχε διατυπωθεί με σφοδρότητα πριν από μερικά χρόνια κατά των «πλατειών» και των «Αγανακτισμένων», προσαρμοσμένης εδώ σε ένα λεξιλόγιο «πάλης των γενεών»: ορθολογικότητα είναι ό,τι «μεγιστοποιεί το όφελος», ό,τι ιεραρχεί σωστά τους σκοπούς και βρίσκει τα προσφορότερα μέσα για την επίτευξή τους, ό,τι προετοιμάζει τις νέες για την ένταξή τους στην κοινωνία και ιδίως στην αγορά εργασίας.

Όσοι παρακολουθούν όσα κατά καιρούς έχω γράψει σε αυτό εδώ το ιστολόγιο θα είναι εξοικειωμένοι με την ιδέα ότι, στις σημαντικότερες στιγμές του πολιτικού, η διάκριση μέσων και σκοπών χάνει τη σημασία της, και ότι κινητοποιήσεις όπως οι καταλήψεις έχουν σημασία όχι τόσο καθόσον προβάλουν «σωστά», «εύλογα», «εποικοδομητικά» αιτήματα, αλλά καθόσον οι ίδιες αποτελούν ήδη υλοποίηση ενός αιτήματος -μη αιτήματος. Ενός αιτήματος, ακριβώς, εξόδου από την κανονικότητα της θεσμοποιημένης πλήξης και εντατικοποίησης. Η απώλεια του «μαθήματος» νοούμενου ως ώρας διδασκαλίας του προγράμματος του υπουργείου είναι ασήμαντη μπροστά στο πολλαπλάσιο κέρδος της διαπαιδαγώγησης στη δημοκρατία. Μερικές φορές η διακοπή, η απόσταση, το χάσμα που δημιουργείται από την ανατροπή του προγράμματος μπορεί να μας κάνει να σκεφτούμε όσο η κάλυψη της ύλης δέκα σχολικών μαθημάτων. Όσο για το «φάσμα της ανεργίας», αυτό δεν φοβίζει τους νέους –και τους λιγότερο νέους- περισσότερο απ’ ό,τι το φάσμα της εργασίας.

Γι’ αυτό, είναι βέβαια καλό να διαψεύδουμε τις διαδόσεις δείχνοντας στους διαδοσίες τα πλάνα με τους μαθητές και τις μαθήτριες, οι οποίοι –φορώντας μάσκα- ζητάνε να αυξηθούν οι αίθουσες, να πληρωθούν οι θέσεις με το διορισμό περισσότερων καθηγητών κ.λπ. Εξίσου καλό όμως είναι να έχουμε στο μυαλό μας ότι οι καταλήψεις είναι σημαντικές καθόσον κατατείνουν όχι μόνο στην πλήρωση, αλλά και στην εκκένωση (dégagisme)· όχι στο περισσότερο, αλλά στο λιγότερο· όχι στην εύρυθμη λειτουργία της εκπαίδευσης, αλλά στην προβληματοποίηση της λειτουργίας της. Η δε αγράμματη υπουργός παιδείας, αντί να απειλεί όσους κάνουν καταλήψεις ότι θα τους αποκλείσει από την εξ αποστάσεως εκπαίδευση, θα έπρεπε να τους παρακαλάει να την συμπεριλάβουν εκείνοι στην εκ του σύνεγγυς εκπαίδευση που συνιστά η κινητοποίησή τους, ή απλώς να επισκεπτόταν η ίδια κάποια κατάληψη και να συζητούσε μαζί τους.

Καταλήψεις σχολείων: Ξεκινά υποχρεωτική τηλεκπαίδευση, θα μπαίνουν και  απουσίες | in.gr
Κλασσικό
ρατσισμός,Μετακίνηση

Η ξενοφοβία των ξενοδόχων

του Άκη Γαβριηλίδη

Ψάχνω να βρω κάτι να πω που να μας βοηθάει να σκεφτούμε για το περιστατικό στα Καμένα Βούρλα, χωρίς να καταλήγει στο «να κατανοήσουμε τους καημένους τους κατοίκους, παρασύρθηκαν, δεν είναι φασίστες» κ.λπ.· να σκεφτούμε πώς, και γιατί, κάποιοι άνθρωποι κινητοποιούνται, φέρνοντας μαζί και τα παιδιά τους, για να εμποδίσουν άλλα παιδιά να φάνε και να κοιμηθούνε, με δυο λόγια να ζήσουνε, κραυγάζοντας μάλιστα ανερυθρίαστα «εδώ θα γίνει ο τάφος σας».

Τα video της θεματτικής ενότητας: ΚΑΜΕΝΑ ΒΟΥΡΛΑ | WEBTV | OPEN

Δεν είμαι σίγουρος ότι έχω μια εξήγηση. Μου κάνει όμως εντύπωση ότι οι κάτοικοι ενός χωριού που μεταπολεμικά είχε συνδέσει την ευημερία, αν όχι την ύπαρξή του, με την ξενοδοχειακή/ παραθεριστική/ εκδρομική βιομηχανία, (ή έστω βιοτεχνία), η οποία όμως εδώ και χρόνια βρίσκεται σε παρακμή επειδή άλλαξε η χάραξη της εθνικής, «έκλεισαν την εθνική», για να διαμαρτυρηθούν επειδή κάποιοι πρόσφυγες θα φιλοξενηθούν –επ’ αμοιβή- στα ούτως ή άλλως άδεια ξενοδοχεία τους.

Η «εθνική», όπως το δηλώνουμε εδώ και χρόνια με αυτό το επίθετο –παράγωγο του ουσιαστικού «έθνος», ουσιαστικοποιημένο με τη σειρά του- είναι ο άξονας που συνδέει τις δύο μεγαλύτερες πόλεις της χώρας. Υπό κανονικές συνθήκες, όποιος «κλείνει την εθνική» σταματά την κυκλοφορία στο σώμα του έθνους. Εν προκειμένω, φαίνεται ότι η ρατσιστική κινητοποίηση δεν μπλόκαρε κάθε είδους κυκλοφορία, αλλά μόνο αυτή που θα βοηθούσε τα ασυνόδευτα προσφυγόπουλα να τραφούν και γενικώς να ζήσουν.

Όπως κι αν έχει, στο λόγο των ρατσιστών κατοίκων, ή στην επιτελεστική τους δήλωση, είναι σαν να έχουμε ένα χιαστό σχήμα, μια αυτοκαταστροφική σπείρα: δεν θέλουμε «κακούς» (=φτωχούς, Μουσουλμάνους) ενοίκους στα ξενοδοχεία μας, έστω και αν αυτοί βρίσκονται καθ’ οδόν προς τη Γερμανία ή τη Νορβηγία· θέλουμε Έλληνες και, ει δυνατόν, Γερμανούς και Νορβηγούς. Αυτοί όμως δεν θα έρθουν ποτέ: ούτως ή άλλως δεν έρχονταν, και τώρα είναι ακόμα λιγότερο πιθανό να έρθουν, αφού βγάλαμε για το χωριό μας μια εικόνα γεμάτη μίσος, απόρριψη και ξενοφοβία.

Ίσως όμως αυτό ακριβώς να ήταν το ημι-συνειδητό νόημα της πράξης: δεν ήταν ένα αθέλητο αποτέλεσμα, αλλά ήταν μια λύσσα, μια ματαίωση και μια επιθετικότητα που δεν ξέρει προς τα πού να στραφεί και στρέφεται εναντίον του εαυτού της. Και, κατά περίεργο τρόπο, στη στροφή της αυτή υλοποιεί το νόημα –ένα από τα νοήματα- του σημαίνοντος που συνιστά το όνομα του συγκεκριμένου χωριού (ένα αρκετά ασυνήθιστο όνομα, καθότι δεν είναι τόσο πολλά τα τοπωνύμια που αποτελούνται από δύο λέξεις –εφόσον τουλάχιστον η πρώτη λέξη δεν είναι «Νέος/Νέα», «Άνω/ Κάτω»  ή άλλα παρόμοια).

Μια αρχαιοελληνική έκφραση που χρησιμοποιείται ενίοτε ακόμα και σήμερα για να περιγράψει ένα «πέρασμα στην πράξη» κατά το οποίο ο ενδιαφερόμενος αδιαφορεί για τις πιθανόν ολέθριες συνέπειες, είναι το γαία πυρί μιχθήτω. Το πυρ ως γνωστόν είναι αυτό που καίει, και μία άλλη, νεοελληνική αυτή τη φορά έκφραση για εκείνον που έφτασε στο έσχατο σημείο ανοησίας και παραλογισμού είναι το έκαψες. Το ουσιαστικό τώρα το οποίο προσδιορίζει η παθητική μετοχή καμένα στο όνομα του χωριού επίσης δηλώνει, στην τρέχουσα γλώσσα, τον ανόητο και αφελή άνθρωπο. Καμιά φορά, nomen est omen, που έλεγαν και οι Ρωμαίοι. Κάποιοι λοιπόν εδώ φαντασιώνονται ότι μετενσαρκώνουν το μικρό γαλατικό χωριό που αντιστέκεται στην «αυτοκρατορία», ότι «φυλάνε τις Θερμοπύλες» –οι οποίες άλλωστε είναι πολύ κοντά γεωγραφικά, και είναι ο τόπος μιας ετήσιας μάζωξης των Ελλήνων νεοναζιστών. Όπως άλλωστε και ο τόπος μιας συντριπτικής νίκης των Γαλατών εις βάρος των Ελλήνων (Αιτωλών και Βοιωτών) το 279 π.Χ.  

Είναι λοιπόν τρελοί αυτοί οι Ρωμαίοι; Ίσως, αλλά ποιοι Ρωμαίοι απ’ όλους, και τι τρέλα τους κατέλαβε; Τι είναι αυτό που έκαψε τα Βούρλα, ή που έκανε τα βούρλα τους ξενοδόχους κατοίκους τους να το κάψουν; Ήταν σίγουρα η οργή τους για τους «φτωχούς» και «ταπεινούς» φιλοξενούμενους που τους προέκυψαν απρόσκλητοι –αλλά μήπως πάντα απρόσκλητοι δεν έρχονται οι φιλοξενούμενοι; Ταυτόχρονα, όμως, ήταν η επίγνωση ότι οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε, αν δεν έχουν διαβεί ήδη, ότι εκείνοι που εμείς περιμένουμε μας έστησαν για πάντα, δεν πρόκειται να έρθουν να μείνουν στα ξενοδοχεία μας, οπότε κανένας ορθολογικός υπολογισμός και καμία προσμονή δεν μπορεί να μας χαλιναγωγήσει και να μας κάνει να υποκριθούμε έστω ότι είμαστε φιλόξενοι. Ας ανακατωθεί η γη με τη φωτιά, ακόμα κι αν η γη αυτή είναι η δική μας. Ή ιδίως τότε. Αφού μας είναι πλέον άχρηστη, αφού έχει ήδη γίνει ο δικός μας τάφος, ο τάφος των ελπίδων μας για πλουτισμό.

Η εικόνα ίσως περιέχει: υπαίθριες δραστηριότητες και φύση, κείμενο που λέει "ΑΘΗΝΑ ATHINA ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ AGIOS KONSTANTINOS KAM ΒΟΥΡΛΑ KAM. VOURLA ΟΥΤΕ ΓΙΑ ΚΑΤΟΥΡΗΜΑ 500m"

Κλασσικό
Πολιτική

Μπορεί ένας εμπρησμός να είναι ορθολογικός;

του Άκη Γαβριηλίδη

Πριν από κάποια χρόνια, ο γνωστός αυτόκλητος φιλελεύθερος Θάνος Τζήμερος, σε κείμενό του για το οποίο δεν θα δώσω λινκ -όποιος θέλει να το βρει το βρίσκει-, είχε ισχυριστεί ότι ηθικοί αυτουργοί για τον εμπρησμό του Χορτιάτη, και όλων των κατοίκων του, το 1944, αλλά και ουσιαστικά για όλες τις σφαγές των Ναζί επί κατοχής, ήταν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ (τη λέξη μάλιστα αντάρτες την έχει σε εισαγωγικά, προφανώς για τον Τζ. ήταν ψευδοαντάρτες), οι οποίοι έστηναν ενέδρες και σκότωναν «Γερμανούς στρατιωτικούς που έτυχε να περνάν [sic] από το σημείο της ενέδρας». Αυτό που επιβαρύνει τη θέση των «δήθεν» ανταρτών, ισχυρίζεται ο συγγραφέας σε μία ακραίας χυδαιότητας εφαρμογή του οικονομικού ωφελιμισμού, της «ορθολογικής» αντιστοίχισης των μέσων προς τους σκοπούς, ήταν ότι οι επιθέσεις αυτές ήταν «χωρίς κανένα στρατιωτικό όφελος».

Η επιχειρηματολογία που επιστράτευσε ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης στην επίθεσή του κατά του Αντώνη Λιάκου σχετικά με την ανάρτηση του τελευταίου για τη φωτιά στη Μόρια θυμίζει εντυπωσιακά αυτή τη λογική, τόσο μάλλον που ρητά επικαλείται τον ορθολογισμό –εν προκειμένω την έλλειψή του- ως στάθμιση κόστους/ οφέλους. Η φωτιά, παραπονείται ο κ. υπουργός, «Έχει δημιουργήσει μεγάλο θέμα δημόσιας τάξης έως και εθνικής ασφάλειας. Έχει αφαιρέσει την δυνατότητα περίθαλψης και διοικητικής μέριμνας των αιτούντων άσυλο. Κόστισε και κοστίζει δεκάδες εκατομμύρια σε ευρώ, απασχολεί σημαντικούς ανθρώπινους και διοικητικούς πόρους του κράτους».

Με άλλα λόγια, ο στρατάρχης απευθύνει στους αντιπάλους του την ίδια απειλή υπό μορφή νουθεσίας:

Αν δεν αντιδρούσατε, αν δεν κάνατε τίποτα, θα συνεχίζατε να ζείτε. Σε μια αθλιότητα βέβαια, αλλά αν κάνετε θα είναι χειρότερα.

Το δίλημμα αυτό δεν είναι ψευδές, και δεν είμαι εγώ που θα πω ότι η απάντηση σε αυτό είναι πάντα εύκολη.

Θα πω όμως –νομίζω και ο Λιάκος αυτό είπε με τον τρόπο του- ότι οι άνθρωποι μερικές φορές, και ιδίως όταν πιεστούν μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο, όταν οδηγηθούν σε συνθήκες ανυπόφορης αθλιότητας και αναξιοπρέπειας, κάνουν την επιλογή: «ας τα τινάξουμε όλα στον αέρα και βλέπουμε μετά. Ό,τι και να έρθει μετά, δεν θα είναι χειρότερο απ’ αυτό».

Και τότε κανείς δεν μπορεί να τους πει ότι η επιλογή αυτή είναι «ανορθολογική». Ακόμα και με όρους υπολογισμού και homo oeconomicus, η ικανότητα ποσοτικοποίησης της αθλιότητας εξασθενεί σε τόσο ακραίες συνθήκες, και δεν είναι τόσο αυτονόητο ποια από δύο ανυπόφορες καταστάσεις είναι περισσότερο ανυπόφορη. Για μερικούς ίσως είναι υποφερτό να έχουν ένα κομμάτι ψωμί, δυο μεταχειρισμένα ρούχα και ένα αντίσκηνο δύο επί δύο, περιμένοντας –μερικές φορές επί χρόνια- να κριθεί η αίτησή τους για άσυλο, με σοβαρή πιθανότητα να απορριφθεί τελικά. Για άλλους όμως προέχει η διατήρηση της αξιοπρέπειας και της αυτενέργειάς τους, και την βάζουν πάνω από την μίζερη αυτή επιβίωση.

Ακόμα και με όρους κόστους/ οφέλους, για παράδειγμα οι δηλώσεις Γερμανών αξιωματούχων, και, κυρίως, οι κινητοποιήσεις αλληλέγγυων στη Γερμανία και αλλού, οι οποίες συντέλεσαν στο να γίνουν αυτές οι δηλώσεις, είναι σαφώς ένα κέρδος για τους φερόμενους ως εμπρηστές. Ποιος, και με ποια λογική, θα τους πει ότι δεν ξέρουν ποιο είναι το συμφέρον τους;

Όποιος κι αν είναι, με αυτή του την κίνηση και μόνο θα διαψεύσει την φαινομενική προφάνεια και καθολική ισχύ του νόμου της «επιδίωξης του ίδϊου οφέλους». Διότι θα αποδείξει ότι το τι είναι καλό για κάποιον δεν κρίνεται με βάση κάποια αντικειμενική και ποσοτικοποιημένη ιεραρχία που ισχύει για όλους, αλλά με βάση τις επιθυμίες του καθενός. Ή/ και τους φόβους. Πάντως τα πάθη του καθενός. Γενικά μιλώντας, κάποιοι ενεργούν, σκέφτονται και μιλούν με βάση το φόβο, και άλλοι με βάση την επιθυμία. Και δη την επιθυμία της ελευθερίας.

Στην περίπτωσή μας, μεταξύ του Χρυσοχοΐδη και των έξι Αφγανών που έχουν συλληφθεί, δεν νομίζω να έχει κανείς δυσκολία να αποφασίσει ποιος κάνει το ένα και ποιος το άλλο.

Φωτιά στη Μόρια: Σε βίντεο ο εμπρησμός της δομής | ΣΚΑΪ
Κλασσικό
Δίκαιο,ναζισμός

666 υπογραφές ενάντια στο λογοκριτικό εγχείρημα του Λεωνίδα Καβάκου

Συλλογικό κείμενο

Εξακόσια άτομα (μέχρι στιγμής) υπέγραψαν έκκληση με τίτλο «Όχι στην ποινικοποίηση της κριτικής», με την οποία εκφράζουν την αντίθεσή τους στην άσκηση αγωγής εκ μέρους του βιολονίστα Λεωνίδα Καβάκου κατά του Άκη Γαβριηλίδη.

Οι περισσότερες υπογραφές, ευλόγως, προέρχονται από διάφορες πόλεις της Ελλάδας, αλλά επίσης από την Κύπρο, το Ισραήλ, την Ισπανία, την Ιταλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Βέλγιο, την Αγγλία, τον Καναδά, τις ΗΠΑ, τη Βραζιλία και την Αυστραλία. Οι περισσότεροι από τις υπογράφουσες είναι πανεπιστημιακοί (από φοιτητές μέχρι ομότιμοι καθηγητές) ή καλλιτέχνες (κυρίως εικαστικοί και μουσικοί), αρκετοί είναι μεταφραστές, κάποιοι ιδιωτικοί ή δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά και δύο ναυτικοί, μία ζαχαροπλάστρια και ένας ξυλογλύπτης.

Ακολουθεί το κείμενο της έκκλησης και ο κατάλογος των υπογραφών.

Όποιος ενδιαφέρεται να προσθέσει το όνομά της, μπορεί να το κάνει αποστέλλοντας σχόλιο στην παρούσα ανάρτηση.

Με αγωγή που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ο Λεωνίδας Καβάκος ζητά από το δικαστήριο να καταδικάσει τον Άκη Γαβριηλίδη στην εξοντωτική καταβολή αποζημίωσης 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για «ηθική βλάβη», καθώς και σε προσωπική κράτηση 12 μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η ηθική αυτή βλάβη προκλήθηκε από τη δημοσίευση ενός σημειώματος του Άκη Γαβριηλίδη στο μπλογκ Nomadic Universality, με το οποίο χαρακτήριζε ναζιστική τη δήλωση του Λεωνίδα Καβάκου ότι «στον Μπετόβεν υπάρχει ένα άρειο στοιχείο», μία δύναμη που «υπάρχει σε όλους μας, στο DNA μας». Επικαλούμενος, όμως, με την αγωγή του την «ηθική βλάβη» που υπέστη από την κριτική που του ασκήθηκε, ο Λεωνίδας Καβάκος επιδιώκει να παρουσιάσει τη δική του έκφραση γνώμης ως κοινό τόπο εκτός πολιτικής.

Εκφράζουμε την κατηγορηματική αντίθεσή μας στην ποινικοποίηση μιας δημόσιας κρίσης και κριτικής. Το «έγκλημα γνώμης» δεν ανήκει στη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Η υπεράσπιση της ελεύθερης γνώμης και του ελεύθερου λόγου δεν εκφοβίζεται και δεν εκβιάζεται.

Υπογράφουν:

  1. Vemund Aarbakke, επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ
  2. Ειρήνη Αβραμοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο
  3. Αλέκα Αγγελάκη, συνταξιούχος
  4. Θεοχάρης Αγγελίδης, δικηγόρος
  5. Γιώργος Αγγελόπουλος, επίκουρος καθηγητής, Φιλοσοφική Σχολή ΑΠΘ
  6. Πάνος Αγγελόπουλος, μεταφραστής
  7. Κάτια Αγγελοπούλου, πολίτης
  8. Μιχαήλ Αγραφιώτης, εκπαιδευτικός – σκηνοθέτης
  9. Μαριλία Αδάμ, πολίτης
  10. Κώστας Αδαμόπουλος, δημοσιογράφος
  11. Χάρης Αθανασιάδης, καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
  12. Αθηνά Αθανασίου, καθηγήτρια κοινωνικής ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο
  13. Κώστας Αθανασίου, μεταφραστής
  14. Μερόπη Αθανασίου, συνταξιούχος υπάλληλος ΕΕ
  15. Αθανάσιος Αθάνατος, καλλιτέχνης
  16. Γρηγόρης Αθυρίδης, φοιτητής Ιστορίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου
  17. Δημήτρης Αθυρίδης, σκηνοθέτης
  18. Εύα Αθυρίδου, φιλόλογος
  19. Αδαμαντία Aκουμιανάκη, ιδιωτική υπάλληλος
  20. Σάμυ Αλεξανδρίδης, εκπαιδευτικός
  21. Γιάννης Αλεξάκης, δικηγόρος
  22. Αδαμαντία Αλμπάνη, εικαστικός – εκπαιδευτικός
  23. Γιάννης Αλμπάνης, δημοσιογράφος
  24. Ανδρέας Αλμπάνης, κοινωνιολόγος (Msc, PhD)
  25. Αμαλία Αμούντζα, χημικός μηχανικός
  26. Γιώργος Αναγνώστου, πανεπιστημιακός, Αμερική
  27. Γεωργία Αναργύρου- Hahn, συνταξιούχος υπάλληλος ΕΕ
  28. Βαγγέλης Αναστασιάδης, άνεργος ιδιωτικός υπάλληλος
  29. Ιφιγένεια Αναστασιάδη, κοινωνική ανθρωπολόγος
  30. Νούλη Αναστασιάδου, μεταφράστρια στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Βρυξέλλες
  31. Τάσος Αναστόπουλος, συνταξιούχος πανεπιστημιακός
  32. Χρίστος Ανδριανόπουλος, ιστορικός, EHESS
  33. Έλσα Ανδριανού, θεατρολόγος – μεταφράστρια
  34. Γιώργος Ανδρίτσος, εκπαιδευτικός, διδάκτωρ ιστορίας
  35. Γιάννης Ανδρουλιδάκης, δημοσιογράφος
  36. Αριστείδης Αντονάς, συγγραφέας και αρχιτέκτονας
  37. Παύλος Αντωνιάδης, κλασσικός πιανίστας και μουσικολόγος, μεταδιδακτορικός ερευνητής Ircam και Université Paris 8
  38. Γιώργος Αντωνίου, ιστορικός
  39. Διονύσης Αντωνόπουλος, ιδιωτικός υπάλληλος
  40. Μαρία Γεωργία Αντωνοπούλου, διδάσκουσα, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο
  41. Ελένη Ανυφαντάκη, μέλος του Κοινωνικού Ιατρείου-Φαρμακείου Αλληλεγγύης Χαλανδρίου & της Ομάδας Προφορικής Ιστορίας Δ.Χαλανδρίου
  42. Γιάννης Αποστολίδης, ιδιωτικός εκπαιδευτικός (φιλόλογος – ιστορικός)
  43. Θανάσης Αποστολίδης, ηχολήπτης – μουσικοσυνθέτης
  44. Έλενα Αποστολίδου, κοινωνιολόγος
  45. Γιάννης Αποστολόπουλος. ιδιωτικός υπάλληλος
  46. Γιάννα Αποστόλου, μεταπτυχιακή φοιτήτρια ιστορίας
  47. Γιώργος Αραμπατζής, μεταδιδακτορικός ερευνητής, ΕΤΗ Ζυρίχη
  48. Γκίγκη Αργυροπούλου, θεωρητικός τέχνης – επιμελήτρια – σκηνοθέτης
  49. Αθανάσιος Αρίμης, εκπαιδευτικός
  50. Δημήτρης Ασημάκης, ιδιωτικός υπάλληλος
  51. Thomas Atzert, συγγραφέας – μεταφραστής, Frankfurt / Main – Germany
  52. Γιώργος Αυγέρης, ιδιωτικός υπάλληλος
  53. Ναταλία Αυλώνα, ερευνήτρια
  54. Χρίστος Αχνιώτης, εκπαιδευτικός
  55. Πέτρος Βαγιωνής, φυσικός
  56. Πάνος Βαδαλούκας, εκδόσεις Ισνάφι
  57. Αλέξης Βάκης, μουσικός – ραδιοφωνικός παραγωγός
  58. Χρήστος Βαλλιάνος, συνταξιούχος μηχανικός
  59. Μαρίνος Βάος, πολιτικός μηχανικός
  60. Χρήστος Βαρβαντάκης, κοινωνικός ανθρωπολόγος, Goldsmiths, University of London
  61. Αναστάσιος Βαρβαρούσης, νομικός – υπάλληλος ΕΕ
  62. Δημήτρης Βαρδουλάκης, Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Σύδνεϋ
  63. Βασίλης Βαρουχάκης, αρχαιολόγος, Εφορεία Αρχαιοτήτων Χανίων
  64. Ανδρέας Βασιλείου, πολιτικός επιστήμονας – ιστορικός
  65. Λευτέρης Βασιλόπουλος, μεταφραστής
  66. Έλλη Βασσάλου, καλλιτέχνης
  67. Matteo Battistini, καθηγητής αμερικανικής ιστορίας και θεσμών – Πανεπιστήμιο της Μπολόνια
  68. Rudolph Bauer, ομότιμος καθηγητής, Πανεπιστήμιο Bρέμης
  69. Τερέζα Βεκιαρέλλη, μεταφράστρια
  70. Ανθή Βέλλη, εκπαιδευτικός, Πρόεδρος ΣΕΠΕ Γλυφάδας
  71. Παρασκευή Βέρμπη, φιλόλογος
  72. Ελένη Βέλτσου, διδακτικό προσωπικό ΕΚΠΑ
  73. Δημήτρις Βεργέτης, διευθυντής του περιοδικού αληthεια
  74. Χρύσα Βεργίδου, αρχαιολόγος
  75. Hannah Berry, Greater Manchester Centre for Voluntary Organisations
  76. Νικολέττα Βερύκιου, ηθοποιός
  77. Βαγγέλης Βλάχος, εικαστικός
  78. Άννα Γ. Βλάχου, συνταξιούχος τραπεζικός
  79. Ιωάννης Α. Βλάχος, δικηγόρος – οικονομολόγος
  80. Χρήστος Βλάχος, ιδιωτικός υπαλληλος
  81. Θεμιστοκλής Βοζίκης, πλοίαρχος
  82. Jacopo Bonasera, υποψ. διδάκτορας, Πανεπιστήμιο της Μπολόνια
  83. Παύλος Βοσκόπουλος, αρχιτέκτων μηχανικός
  84. Τάνια Βοσνιάδου, ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια
  85. Άννα Βουγιούκα, κοινωνική επιστήμονας
  86. Αθανάσιος Βουλγαρίδης, κεραμίστας
  87. Παναγιώτης Βωβός Τουμπάνης, τεχνικός τύπου
  88. Σίσσυ Βωβού, ακτιβίστρια γυναικείων δικαιωμάτων
  89. Κώστας Γαγανάκης, ιστορικός, ΕΚΠΑ
  90. Βαγγέλης Γαλάνης, ψυχολόγος
  91. Κώστας Γαλανόπουλος, μεταδιδακτορικός ερευνητής, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο
  92. Αλέξανδρος Γαρύφαλλος, καθηγητής παθολογίας – ρευματολογίας Α.Π.Θ.
  93. Άννα Γασπαράκη, καθηγήτρια γαλλικών
  94. Παναγιώτης Γέρος, κοινωνικός ανθρωπολόγος
  95. Αριάδνη Γερούκη, συγγραφέας, συνταξιούχος καθηγήτρια Νομικής ΔΠΘ και ΕΑΠ, εκπρόσωπος του Βουδιστικου Κέντρου Θεσσαλονίκης
  96. Ηλίας Γεωργαντάς, αναπληρωτής καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Κρήτης
  97. Κατερίνα Γεωργαντζίκη, άνεργη
  98. Σπύρος Γεωργάτσος, συνταξιούχος
  99. Mύρια Γεωργίου, καθηγήτρια Μέσων και Επικοινωνίας, LSE
  100. Κώστας Γιαννακόπουλος, πανεπιστημιακός
  101. Ελένη Γιαννακοπούλου, καθηγήτρια-σύμβουλος ΕΑΠ
  102. Αρίστος Γιαννόπουλος, συνταξιούχος δημοσιογράφος
  103. Γιώργος Γιαννόπουλος, εκδότης
  104. Νίκος Γιαννόπουλος, διορθωτής – επιμελητής κειμένων 
  105. Γεωργία Γιαννοπούλου, Digital Marketing Manager
  106. Έφη Γιαννοπούλου, μεταφράστρια
  107. Δήμητρα Γιαννούλα, φοιτήτρια, Φιλολογία και Πολιτισμός Παραευξείνιων Χωρών
  108. Χριστίνα Γιαννούλη, LL.M. Eur., νομικός
  109. Χρήστος Γιαρένης, δικηγόρος και εκπαιδευτικός
  110. Βασίλης Γιάτσης, πολιτικός επιστήμονας
  111. Παναγιώτης Γιούλης, ψυχίατρος – ψυχοθεραπευτής
  112. Σωτήρης Γκαρμπούνης, εκπαιδευτικός
  113. Δημήτρης Γκιβίσης, εργαζόμενος στο Δήμο Πυλαίας-Χορτιάτη
  114. Μιχάλης Γκολιομύτης, επίκουρος καθηγητής Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθήνας
  115. Στέργιος Γκιουλάκης, ναυτικός
  116. Νίκος Γκιωνάκης, ψυχολόγος
  117. Γρηγόρης Γκουγκούσης, κοινωνικός ανθρωπολόγος 
  118. Δημήτρης Γουλής, διδάσκων, Σχολή Καλών Τεχνών ΑΠΘ
  119. Φωτεινή Γουσέτη, εικαστικός/ ερευνήτρια
  120. Νίκος Γραικός, καθηγητής ελληνικών στο Παρίσι
  121. Ζέλεια Γρηγορίου, αναπληρώτρια καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Κύπρου
  122. Γκέλυ Γρυντάκη, ιστορικός τέχνης
  123. Χαράλαμπος Γωγιός, συνθέτης
  124. Eleonora Cappuccilli, μεταδιδακτορική ερευνήτρια – Πανεπιστήμιο Όσλο
  125. Matilde Ciolli, υποψήφια διδάκτωρ – Πανεπιστήμιο Milano
  126. Luca Cobbe, Research Assistant – Πανεπιστήμιο La Sapienza, Ρώμη
  127. Isabella Consolati, Research Assistant – Πανεπιστήμιο της Μπολόνια
  128. Ελένη Δαλαμάγκα, δικηγόρος
  129. Λήδα Δάλλα, ηθοποιός – χορεύτρια – εκπαιδευτικός θεάτρου
  130. Σταύρος Δαμόπουλος, ιδιωτικός υπάλληλος
  131. Νίκος Δασκαλόπουλος, δημοσιογράφος
  132. Ελένη Δαφοπούλου, ιδιωτική υπάλληλος
  133. Camilla De Ambroggi, υποψήφια διδάκτωρ – Πανεπιστήμιο της Μπολόνια
  134. Francesca Della Santa, MA student in Art and Management, Πανεπιστήμιο της Μπολόνια
  135. Άντζελα Δεληχάτσιου, σκηνοθέτις
  136. Κώστας Δέμελης, δικηγόρος
  137. Δέσποινα Δεμερτζή, εκπαιδευτικός – μεταφράστρια
  138. Alex Demirovic, έκτακτος καθηγητής, Πανεπιστήμιο Goethe, Frankfurt on Main
  139. Χρήστος Δερμεντζόπουλος, καθηγητής πανεπιστημίου Ιωαννίνων
  140. Κώστας Δεσποινιάδης, συγγραφέας – εκδότης
  141. Laurent de Sutter, καθηγητής θεωρίας του δικαίου στο Vrije Universiteit Brussel
  142. Άντζελα Δημητρακάκη, συγγραφέας και Αναπλ. καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης, Παν/μιο Εδιμβούργου
  143. Δημήτρης Δημητριάδης, καθηγητής μουσικής
  144. Δημήτρης Δημητρίου, oικονομολόγος
  145. Κορίνα Δημητρίου, Νομικός
  146. Αρχοντούλα Διαβάτη, εκπαιδευτικός
  147. Γιώργος Διβάρης, καθηγητής Σχολής Καλών Τεχνών ΑΠΘ
  148. Ηρώ Διώτη, iδιωτική υπάλληλος
  149. Γιώργος Δούδος, νομικός
  150. Κώστας Δουζίνας, καθηγητής Θεωρίας του Δικαίου
  151. Ελένη Δούνια, εκπαιδευτικός
  152. Θοδωρής Δρίτσας, μεταφραστής
  153. Ιωάννα Δρόσου, δημοσιογράφος, εφημερίδα «Εποχή», διδάκτορας Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο
  154. Βασίλης Δρούγας, ιδιωτικός υπάλληλος
  155. Ulrich Duchrow, καθηγητής, Πανεπιστήμιο Χαϊδελβέργης
  156. Olav Eikeland, καθηγητής εφαρμοσμένων επιστημών στο Παν/μιο του Όσλο
  157. Παναγιώτης Ελ Γκεντί, υποψήφιος Διδάκτορας Φιλολογίας, Ε.Κ.Π.Α.
  158. Έφη Ελισσαίου, μαία – αισθητικός
  159. Μαριάννα Έλληνα, ενδυματολόγος
  160. Μάριος Εμμανουηλίδης, υπάλληλος ΕΦΚΑ
  161. Χριστόδουλος Ευθυμίου, πρόεδρος Σωματείου Εργαζομένων Δήμου ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  162. Αλεξάνδρα Ζαββού, κοινωνιολόγος, ερευνήτρια Πανεπιστημίου Αιγαίου
  163. Κωνσταντίνα Ζάνου, καθηγήτρια στο παν. Columbia της Νέας Υόρκης
  164. Θάνος Ζαρταλούδης, Πανεπιστήμιο Kent
  165. Δημήτρης Ζάχος, επίκουρος καθηγητής ΑΠΘ
  166. Θοδωρής Ζδούκος, γενικός ιατρός, Διευθυντής ΕΣΥ, μέλος του Κοινωνικού Ιατρείου Αλληλεγγύης Θεσσαλονίκης
  167. Θοδωρής Ζέης, δικηγόρος
  168. Χριστίνα Ζερδεβά, οικονομολόγος
  169. Δέσποινα Ζευκιλή, Κριτικός τέχνης, δημοσιογράφος 
  170. Ηλίας Ζιώγας, μέλος του συνεταιρισμού Συν Άλλοις
  171. Μυρσίνη Ζορμπά, ερευνήτρια πολιτισμικής πολιτικής
  172. Μαρία Ευθυμία Ζοφέα, ζαχαροπλάστης
  173. Ορέστης Ζυρίνης, μουσικός
  174. Αλέξανδρος Ηλίας, ψυχαναλυτής 
  175. Aνδρέας Ηλίας, γεωπόνος, Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός
  176. Κώστας Ηλίας, δημόσιος υπάλληλος
  177. Γιώργος Θαλάσσης, φιλόλογος-κριτικός
  178. Κωνσταντῖνος Θεμελῆς, ἐπαγγελματίας τῶν Παραστατικῶν Τεχνῶν καὶ τῆς Γραφῆς
  179. Παναγιώτα Θεοδοσίου, γραφίστρια
  180. Νάσος Θεοδωρίδης, δικηγόρος
  181. Πέτρος Θεοδωρίδης, πολίτης
  182. Δημήτρης Θεοδωρόπουλος, αρχιτέκτων μηχανικός
  183. Κωνσταντίνα Θεοδώρου, αρχιτέκτονας- ΥΔ Πολεοδομίας ΕΜΠ
  184. Ελευθερία Θεοδωρούδη, αρχαιολόγος-μουσειολόγος
  185. Νίκος Θεοτοκάς, καθηγητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο
  186. Όλγα Θεοφίλου, συνταξιούχος
  187. Μάριος Θρασυβούλου, ιστορικός
  188. Soraya Gasparetto Lunardi, καθηγήτρια συνταγματικού δικαίου, Πανεπιστήμιο Σάο Πάουλο
  189. Marika Giati, φοιτήτρια – Πανεπιστήμιο της Μπολόνια
  190. Michael Hartmann, καθηγητής TU Darmstadt
  191. Michael Heinrich, πολιτικός επιστήμονας – Bερολίνο
  192. Erald Hoxha, ιδιωτικός υπάλληλος
  193. Βίκυ Ιακώβου, πανεπιστημιακός
  194. Εύα Ιεροπούλου, μουσικοπαιδαγωγός
  195. Κυριάκος Ιωαννίδης, διευθυντής πωλήσεων
  196. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, σλαβολόγος
  197. Γιώτα Ιωαννίδου, εικαστικός
  198. Ελένη Ιωαννίδου, ιστορικός
  199.  Ελευθερία Ιωαννίδου, θεατρολόγος, επίκουρη καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο του Groningen στην Ολλανδία
  200. Γρηγόρης Ιωάννου, ερευνητής-Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης
  201. Δημήτρης Ιωάννου, αρχιτέκτονας πολεοδόμος
  202. Kosta Jakic, πιανίστας – Master in Music, Βασιλικό Ωδείο Αμβέρσας/ Sibelius Academy
  203. Ljubomir Jakic, δημοσιογράφος
  204. Μαρία Καβάλα, επίκουρη καθηγήτρια, τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ
  205. Αννέτα Καββαδία, δημοσιογράφος/π. βουλεύτρια ΣΥΡΙΖΑ
  206. Ulf Kadritzke, Πανεπιστήμιο Οικονομίας και Δικαίου του Bερολίνου
  207. Υρώ Καζάρα, ιδωτική υπάλληλος
  208. Γεράσιμος Κακολύρης, πανεπιστημιακός (επικ. καθηγητής, ΕΚΠΑ)
  209. Δημήτρης Καλαποθάκης, καθηγητής ξένων γλωσσών
  210. Niko Kalinis, αγρονόμος, MBA, Ευρωπαϊκή Επιτροπή
  211. Λύο Καλοβυρνάς, ψυχοθεραπευτής – συγγραφέας
  212. Παρασκευή Καλογρηά, ελεύθερη επαγγελματίας
  213. Άγγελος Καλοδούκας, φωτορεπόρτερ-δημοσιογράφος
  214. Ρία Καλφακάκου, Καθηγήτρια Πολυτεχνικής Σχολής ΑΠΘ
  215. Δημήτριος Καμάρης, δάσκαλος
  216. Πέτρος Καμίδης, ιδιωτικός υπάλληλος
  217. Δημήτρης Καμόπουλος, εκπαιδευτικός
  218. Νέλλη Καμπούρη, ερευνήτρια
  219. Ιφιγένεια Καμτσίδου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.
  220. Αντώνης Κανάρης, εκπαιδευτικός
  221. Ανδρέας Κανελλόπουλος, άνεργος
  222. Παναγιώτης Α. Κανελλόπουλος, πανεπιστημιακός, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
  223. Χρίστος Κανελλόπουλος, πολιτικός επιστήμονας
  224. Πόλα Καπόλα, εκδότρια
  225. Nassos Kappa, Designer
  226. Γιώργος Καπρίνης, εκπαιδευτικός
  227. Ηλίας Καπώνης, ταξιδιωτικός πράκτορας
  228. Διαμαντής Καράβολας, εκδότης
  229. Γιώργος Καραγιαννάκης, λέκτορας, Πανεπιστήμιο Sussex
  230. Σταύρος Καραγιάννης, επίκουρος καθηγητής, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας
  231. Μαρία Καραγιαννοπούλου, φιλόλογος-θεατρολόγος
  232. Κώστας Καραμάρκος, Δημοσιογράφος
  233. Ελπίδα Καραμπά, θεωρητικός τέχνης -επιμελήτρια
  234. Νίκος Καρανδρέας, ηλεκτρ. μηχανικός
  235. Τάσος Καρασαββόγλου, καθηγητής Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδας
  236. Aντωνία Καρασαρδέλη, φιλόλογος
  237. Ευαγγελία Καριοφυλλίδου, σύμβουλος ψυχικής υγείας
  238. Δέσποινα Καρπούζη, νηπιαγωγός
  239. Άνθη Καρρά, μεταφράστρια
  240. Θάνος Καρώνης, εικαστικός
  241. Μανόλης Κασιμάτης, συνταξιούχος εικαστικός φωτογράφος
  242. Μιχάλης Καστρινάκης, υπάλληλος ΟΑΕΔ
  243. Σοφία Κατόπη, ιστορικός τέχνης
  244. Βασιλική Κατριβάνου, ψυχολόγος, πρώην βουλεύτρια
  245. Χρήστος Κατρίνης, εκπαιδευτικός
  246. Χριστίνα Κατσάρη, εικαστικός
  247. Δημήτρης Κατσορίδας, μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου Εργαζομένων ΙΝΕ-ΓΣΕΕ
  248. Στράτος Κερσανίδης, κριτικός κινηματογράφου – δημοσιογράφος
  249. Αλέξανδρος Κεσσόπουλος, Πανεπιστήμιο Κρήτης
  250. Claire KHELFAOUI, freelance researcher, Παρίσι
  251. Στέργιος Κικιλίντζας, φιλόλογος
  252. Αλέξανδρος Κιουπκιολής, αναπληρωτής καθηγητής, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ
  253. Ευτυχία Κιουρτίδου, ιδιωτικός υπάλληλος
  254. Βασίλης Κιουστελίδης, ιδιωτικός υπάλληλος
  255. Δημήτρης Κλαυδιανός, εκπαιδευτικός
  256. Κυριακή Κλοκίτη, γεωπόνος
  257. Katerina Kolozova, καθηγήτρια, Ινστιτούτο Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών – Σκόπια
  258. Χλόη Κολύρη, ψυχίατρος-ψυχαναλύτρια ΕΚΠΑ
  259. Πάνος Κομπατσιάρης, επίκουρος καθηγητής Μέσων και Πολιτισμικών Σπουδών, HSE, Μόσχα
  260. Ervin Kondakciu (Ερβιν Κοντακτσίου), υποψήφιος διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο του Αμβούργου – επιστημονικός συνεργάτης στην έδρα Πολιτικής Θεωρίας
  261. Δωροθέα Κοντελετζίδου, ιστορικός-θεωρητικός τέχνης
  262. Δημήτρης Κόρος, δικηγόρος, Δρ Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης ΔΠΘ
  263. Γιώργος Κοτζόγλου, Αναπληρωτής Καθηγητής Γλωσσολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
  264. Θοδωρής Κοτσαρίνης, συνταξιούχος μηχανικός
  265. Γιώργος Κουβίδης, γιατρός
  266. Γεράσιμος Κουζέλης, καθηγητής ΕΚΠΑ
  267. Ελένη Κούκη, ιστορικός
  268. Αφροδίτη Κουκουτσάκη, Πανεπιστημιακός
  269. Αναστασία Κουντούρη, οδοντιατρος
  270. Χαράλαμπος Κουρουνδής, δικηγόρος, μέλος ΔΣ ΔΣΘ
  271. Δήμος Κουρτόπουλος, άνεργος
  272. Χρήστος Κουσουλός, συνταξιούχος εκπαιδευτικός
  273. Γιώργος Κουτσογιάννης, βιβλιοθηκάριος – άνεργος
  274. Γιώργος Κουτσοπόδης, ταξιτζής
  275. Θόδωρος Κουτσουμπός, μαθηματικός/ δημοσιογράφος
  276. Μαρία Κουτσουμπού, αρχαιολόγος ΥΠΠΟ
  277. Θοδωρής Κράχτης, ιδιωτικός υπάλληλος
  278. Lydia Krüger, μέλος του επιστημονικού συμβουλίου της ATTAC Γερμανίας
  279. Αντώνης Κρυσταλλίδης, δρ χημικός μηχανικός
  280. Αναστάσιος Κυπριανίδης, σύμβουλος επιχειρήσεων
  281. Λίνα Κυργιαφίνη, χημικός μηχανικός
  282. Εμμανουέλα Κυριακίδου, ιδιωτική υπάλληλος
  283. Ευαγγελία Κωζίκα, φιλόλογος
  284. Γιώργος Κωνσταντίνου, εικονογράφος
  285. Δημήτρης Κωνσταντούλας, δικηγόρος Θεσσαλονίκης
  286. Αλέξανδρος Κώνστας, οικονομολόγος
  287. Τίνα Κώτση, εικαστικός
  288. Κωνσταντίνος Λαβδανίτης, φιλόλογος
  289. Μαρίνα Λαγού, ιστορικός τέχνης
  290. Σάσα Λαδά, πανεπιστημιακός
  291. Τέση Λαζαράτου, ψυχοθεραπεύτρια
  292. Θανάσης Λαζαρίδης, δημοσιογράφος – ραδιοφωνικός παραγωγός
  293. Μιχάλης Λαλιώτης, μεταφραστής
  294. Γιάννης Λαλόπουλος, προγραμματιστής
  295. Σοφία Λαλοπούλου, δικηγόρος
  296. Μαρία Λάλου, εικαστικός και σκηνοθέτης
  297. Λόης Λαμπριανίδης, καθηγητής Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Οικονομικός Γεωγράφος
  298. Απόστολος Λαμπρόπουλος, πανεπιστημιακός
  299. Πένυ Λαμπροπούλου, γλωσσολόγος
  300. Άννα Λάσκαρη, καλλιτέχνης
  301. Θανάσης Λατσίνογλου, πολιτικός μηχανικός
  302. Γεωργία Λάττα, εκπαιδευτικός
  303. Αντώνης Λαχανόπουλος, νομικός
  304. Giorgio Lebedef, συνταξιούχος υπάλληλος ΕΕ, τέως συνδικαλιστής
  305. Μπιάνκα Λεβή, ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια
  306. Marianna Lemos, συνταξιούχος
  307. Ramona Lenz, διδάκτωρ πολιτισμικής ανθρωπολογίας
  308. Λένα Λεφάκη, δασκάλα
  309. Άγγελος Λιακάκης, μουσικός
  310. Αντώνης Λιάκος, ιστορικός, ΕΚΠΑ
  311. Adi Liraz, Interdisciplinary artist and educator, Βερολίνο και Γιάννενα
  312. Σπύρος Λοβέρδος, αρτοποιός
  313. Nεόφυτος Λοϊζίδης, πανεπιστημιακός
  314. Κυριάκος Λοΐζου, πολιτικός επιστήμονας – δημοσιογράφος
  315. Ίρις Λυκουριώτη, επίκουρη καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
  316. Λουκιανός Λυρίτσας, δημοσιογράφος
  317. Βίκη Μαγαλιού, δημοτική υπάλληλος (Δήμος Βόλου)
  318. Βασίλης Μαζωμένος, σκηνοθέτης-συγγραφέας-παραγωγός
  319. Χρίστος Μάης, ιστορικός
  320. Birgit Mahnkopf, συνταξιούχος καθηγήτρια Ευρωπαϊκής Πολιτικής, Σχολή Οικονομίας και Δικαίου, Πανεπιστήμιο Βερολίνου
  321. Γεώργιος Μακράκης, δικηγόρος Λασιθίου
  322. Βαγγέλης Μακρυγιαννάκις, θεωρητικός κινηματογράφου
  323. Ευαγγελία Μακρυγιάννη, μεταφράστρια
  324. Enrico Malagola, πτυχιακός φοιτητής, Πανεπιστήμιο της Μπολόνια
  325. Tom Mangov,
  326. Εύη Μανοπούλου, εκπαιδευτικός ΠΕ02
  327. Ilan Manouach, ερευνητής – καλλιτέχνης
  328. Ελέγκω Μανουσάκη, βιολόγος
  329. Κώστας Μανωλίδης, καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
  330. Φοίβος Μανωλούδης, φοιτητής
  331. Άρης Μαραγκόπουλος, συγγραφέας
  332. Δήμητρα Μαραγκουδάκη, συνταξιούχος
  333. Ανδρέας Μαράτος, ζωγράφος
  334. Παυλίνα Μάρβιν, συγγραφέας
  335. Κωστής Μαργιόλης, καλλιτέχνης
  336. Nicolas Marion, διδάκτωρ φιλοσοφίας, Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Βρυξελλών
  337. Γιώτα Μαρκέλλου, εκπαιδευτικός
  338. Πελαγία Μαρκέτου, μεταφράστρια
  339. Ηλίας Μαρμαράς, σκηνοθέτης
  340. Χρήστος Μαρνέρος, βοηθός λέκτορας και υποψήφιος διδάκτωρ, Kent Law School, University of Kent, UK
  341. Παναγιώτα Μαρρέ, εκπαιδευτικός
  342. Ισαβέλλα Όλγα Μαρτζοπούλου, συνταξιούχος νομικός
  343. Martin Martinov, Master of Finance
  344. Δημήτρης Μαστρογιάννης, ιδιωτικός υπαλληλος
  345. Άννα Ματθαίου, ιστορικός, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
  346. Κατερίνα Μάτσα, ψυχίατρος
  347. Μιχάλης Μάτσας, μεταφραστής 
  348. Γρηγόρης Μαυράκης, επιχειρηματίας
  349. Γιώργος Μαυροειδής, σκηνοθετης
  350. Margit Mayer, oμότιμη καθηγήτρια, FU Berlin
  351. Χριστίνα Μαχαίρα, γραφίστρια
  352. Δημήτρης Μελανδίνος, ελεύθερος επαγγελματίας
  353. Νίκος Μερκούρης, εκπαιδευτικός
  354. Ιουλία Μέρμηγκα, διδάσκουσα Πολιτισμικών και Κινηματογραφικών Σπουδών, ΕΚΠΑ
  355. Πέτρος Μετάφας, Πανεπιστήμιο Πατρών
  356. Γιάννης Μηλιός, ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ
  357. Μανώλης Μελισσάρης, συγγραφέας και μάγειρας
  358. Στέλιος Μηντσίδης, προγραμματιστής Η/Υ
  359. Σάββας Μιχαήλ, συγγραφέας
  360. Γιάννης Μιχαηλίδης, μουσικός
  361. Μιχαλάς Κωνσταντίνος, εκπαιδευτικός
  362. Γιώργος Μιχαλογιάννης, γεωπόνος
  363. Ευάγγελος Μίχος, ιδιωτικός υπάλληλος
  364. Ivana Momčilović, δραματουργός, Ελσίνκι/ Βρυξέλλες
  365. Κατερίνα Μόντη, παιδίατρος
  366. Λάμπρος Μόσιαλος, φιλόλογος
  367. Βασίλης Μοσχάς, μουσικός
  368. Βασίλης Μόσχος, συγγραφέας
  369. Νικόλαος Μουντουρόπουλος, εισοδηματίας, Κομοτηνή
  370. Yann Moulier Boutang, ομότιμος καθηγητής οικονομίας, Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο, Compiègne, Γαλλία
  371. Παύλος Μούλιος, iστορικός, Πάντειο Πανεπιστήμιο
  372. Ελένη Μουλοπούλου, αρχιτέκτων
  373. Νίκη Μουντζούρογλου, ιδιωτική υπάλληλος
  374. Ιωάννα Γ. Μουρτζανού, συνταξιούχος φυσικοθεραπεύτρια
  375. Σταυρούλα Μουσούλη, ηθοποιός
  376. Χρήστος Μουχάγιερ, φιλόλογος
  377. Αλεξάνδρα Μπακαλάκη, κοινωνική ανθρωπολόγος, ΑΠΘ
  378. Μαρία Μπαλάφα, δημοσιογράφος
  379. Γιώργης Μπαλάφας, αγρότης
  380. Βασίλης Μπαμίχας, Νομικός, Δ.Υ.
  381. Αναστασία Μπαρτζουλιάνου, σεναριογράφος
  382. Μιχάλης Μπαρτσίδης, Επιστ. Διευθυντής Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, Διδάσκων στο ΕΑΠ και στο ΑΠΘ
  383. Αστέριος Μπατζιάκας, Μαθηματικός Msc – βοηθός ερευνητής
  384. Δημήτρης Μπαχάρας, εκδότης
  385. Ελένη Μπέλα, ιατρός
  386. Ρίκα Μπενβενίστε, ιστορικός, καθηγ. Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
  387. Αντώνης Μπογαδάκης, εκπαιδευτικός
  388. Παναγιώτης Μποζόπουλος, αρχιτέκτονας
  389. Κώστας Μπόρτσης, ηλεκτρονικός ΕΡΤ3
  390. Νεκτάριος Μπουγδάνης, υποψήφιος διδάκτορας Πολιτικής επιστήμης και ιστορίας Παντείου Παν/μίου, συντονιστής τμήματος Διεθνών Σχέσεων και εξωτερικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ
  391. Ντίνος Μπουζάνης, μουσικός
  392. Τάκης Μπουζάνης, νομικός
  393. Θόδωρος Μπούκας, ναυτικός
  394. Αχιλλέας Mπουκουβάλας, μέλος ΔΣ Σωματείου Υπαλλήλων Περιφέρειας Αττικής
  395. Φωτεινή Μπούλτση, οικονομολόγος
  396. Κυριακή Μπούνα, ιδιωτική υπάλληλος 
  397. Μωυσής Μπουντουρίδης, αφυπηρετήσας καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών, Northwestern University SPS
  398. Πάνος Μπουντούρογλου, κινηματογραφιστής
  399. Στρατής Μπουρνάζος, ιστορικός – διορθωτής
  400. Πάρις Μπουρλάκης, συνταξιούχος – Αθήνα
  401. Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν, κοινωνική ανθρωπολόγος
  402. Αντώνης Μπρούμας, δικηγόρος
  403. Γιάννης Α. Μυλόπουλος, καθηγητής ΑΠΘ
  404. Νικήτας Μυλόπουλος, καθηγητής – Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
  405. Περσεφόνη Μύρτσου, εικαστικός/ ανθρωπολόγος
  406. Στρ Μωραΐτης, φιλόλογος
  407. Νίκος Νακόπουλος, ψυχολόγος/ψυχοθεραπευτής
  408. Χρήστος Νασιόπουλος, φυσικός
  409. Anna Nasser, υποψήφια διδάκτωρ, Scuola Normale Superiore, Nάπολι
  410. Μπένης Νατάν, καθηγητής Αεροδιαστημικής, Technion – Israel Institute of Technology
  411. Ιωάννα Ναούμ, επίκουρη καθηγήτρια Τμήματος Φιλολογίας ΑΠΘ
  412. Θωμάς Νεράντζης, συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος
  413. Παυλίνα Νεράντζη, συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος
  414. Αλεξάνδρα Νεστοροπούλου, μεταφράστρια
  415. Χρύσα Νησιανάκη, σκηνοθέτης – αρχαιολόγος
  416. Νίκος Νικήσιανης, διδάκτορας βιολογίας, Θεσσαλονίκη
  417. Αλέξανδρος Νικολούζος, δικηγόρος Αθηνών
  418. Nedim Nomer, επίκουρος καθηγητής πολιτικής επιστήμης, Πανεπιστήμιο Σαμπάντζι
  419. Βασίλης Νούλας, σκηνοθέτης
  420. Θωμάς Νουτσόπουλος, πανεπιστημιακός
  421. Ζαχαρούλα Νταλέ, εκπαιδευτικός
  422. Ντε Μπρίτο – Καράγιωργας Φοίβος, υποψήφιος διδάκτορας EHESS/ΕΜΠ
  423. Μιχαήλ Ντινόπουλος, φοιτητής
  424. Ντίνε Ντόνεφ, μουσικός
  425. Γεωργία Ντούσια, οικονομολόγος – συνταξιούχα
  426. Rodrigo Nunes, Pontifical Catholic University, Ρίο ντε Ζανέιρο
  427. Ντίνα Ξύδη, συνταξιούχος δασκάλα
  428. Τζένη Οικονομίδη, οδοντίατρος
  429. Σπύρος Οικονομίδης, Δασολόγος Α.Π.Θ., Δ.Υ.
  430. Γιάννης Οικονόμου, γλωσσολόγος – μεταφραστής Ευρωπαϊκής Επιτροπής
  431. Γιώργος Οικονόμου, διδάκτωρ φιλοσοφίας
  432. Ευαγγελία Οικονόμου, δημοσιογράφος
  433. Μαρία Οικονόμου, αναπληρώτρια καθηγήτρια, Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ.
  434. Αλεξάνδρα Παϊπέτη, εκπαιδευτικός
  435. Αθανασία Παλτά, άνεργη
  436. Έλενα Παναγιωτακοπούλου, εκπαιδευτικός
  437. Νίκος Παναγιωτόπουλος, φωτογράφος, Δρ Τεχνών και Ανθρωπιστικών Σπουδών
  438. Δέσποινα Παναγιωτοπούλου, σκηνοθέτρια – θεωρητικός
  439. Ελένη Παναγιώτου, ιδιωτική υπάλληλος
  440. Αλέξανδρος Παναγόπουλος, εκπαιδευτικός, υποψ. διδάκτωρ Ιστορίας της Τεχνολογίας ΕΚΠΑ
  441. Νάνσυ Πανταζή, καθηγήτρια αγγλικών
  442. Άννα Παντελάκου, θεωρητικός – ιστορικός τέχνης
  443. Βικτώρια Παπαγιάννη, διοικητική υπάλληλος
  444. Ματίνα Παπαγιαννοπούλου, κοινωνιολόγος
  445. Κωνσταντίνος Παπαδάκης, μεταφραστής
  446. Χαράλαμπος Παπαδάκης, ιδιωτικός υπάλληλος
  447. Ιωάννα Παπαδάκη, νηπιαγωγός
  448. Γιώργος Παπαδάτος, εικαστικός
  449. Παπαδήμας Λάμπρος, εκπαιδευτικός
  450. Βαγγέλης Παπαδογιάννης, ιδιωτικός υπάλληλος
  451. Νίκος Παπαδογιάννης, ιστορικός, Πανεπιστήμιο Bangor
  452. Γιάννης Παπαδόπουλος, Ιστορικός/ερευνητής ΙΜΣ-ΙΤΕ
  453. Γιώργος Παπαδόπουλος, οικονομολόγος
  454. Πάνος Παπαδόπουλος, νομικός
  455. Στυλιανός Παπαδόπουλος, φοιτητής
  456. Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος, στιχουργός
  457. Παρασκευή Παπαδοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια ακτινολογίας – Κτηνιατρική Σχολή
  458. Χαρά Παπαδοπούλου, επιμελήτρια κειμένων
  459. Άννα Παπαέτη, μεταδιδακτορική ερευνήτρια
  460. Θανάσης Παπαζαφείρης, ιδιωτικός υπάλληλος
  461. Αθανάσιος Παπαζαφειρόπουλος, φιλόλογος
  462. E. Zάχος – Παπαζαχαρίου, συγγραφέας – τραγουδοποιός
  463. Κώστας Παπαθανασίου, πολιτικός μηχανικός
  464. Μαρία Παπακωνσταντίνου, φιλόλογος
  465. Ξένια Παπαμιχαήλ, εκπαιδευτικός
  466. Δημήτρης Παπανικολάου, αναπληρωτής καθηγητής, Πανεπιστήμιο Οξφόρδης
  467. Αθηνά Παπαναγιώτου, μεταδιδακτορική ερευνήτρια-δικηγόρος
  468. Ευγενία Παπαρούνη, προϊσταμένη της Υπηρεσίας Διερμηνείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
  469. Μιχάλης Παπαρούνης, εκδότης
  470. Αρτεμησία Παπασεραφείμ, δικηγόρος, Αθήνα
  471. Λήδα Παπαστεφανάκη, ιστορικός, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
  472. Δημήτρης Παπουτσής, αρχαιολόγος/ξεναγός
  473. Clemente Parisi, υποψήφιος διδάκτορας, Πανεπιστήμιο της Μπολόνια
  474. Ian Parker, ομότιμος καθηγητής Μάνατζμεντ, Πανεπιστήμιο Λέστερ, ΗΒ
  475. Δέσπω Πασιά, μουσειολόγος / μουσειοπαιδαγωγός
  476. Μαριλένα Πατεράκη, εικαστικός, υποψήφια διδάκτωρ ΙΦΕ/ΕΚΠΑ
  477. Michel Pavlou, καλλιτέχνης /κινηματογραφιστής
  478. Στάθης Παχίδης, δικηγόρος & μουσικός
  479. Ελένη Περδικούρη, επίκουρη καθηγήτρια – Τμήμα Φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο Πατρών
  480. Μαρία Περπιράκη, εκπαιδευτικός
  481. Γεωργία Πετράκη, πανεπιστημιακός, Πάντειο
  482. Αγγελική Πέτριτς, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής 
  483. Αναστάσιος Δ. Πετρολέκας, νομικός
  484. Πηνελόπη Πετσίνη, μεταδιδακτορική ερευνήτρια, Πάντειο Πανεπιστήμιο
  485. Αναστάσιος Πεχλιβανίδης, πολιτικός επιστήμονας
  486. Γιάννης Πεχτελίδης, αναπληρωτής καθηγητής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
  487. Ελένη Πιτροπάκη, δημόσιος υπάλληλος
  488. Δημήτρης Πλάντζος, καθηγητής αρχαιολογίας, ΕΚΠΑ
  489. Αγγελική Πολάτου, συντονίστρια μεταπτυχιακού, Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου
  490. Δημήτρης Πολυχρονιάδης, εκπαιδευτικός, δημοτικός σύμβουλος Αμαρουσίου, υπ. διδάκτορας Ιστορίας Πάντειο Πανεπιστήμιο
  491. Πάρης Ποτηρόπουλος, ερευνητής-λαογράφος
  492. Αρετή Πότσιου, συνταξιούχος εκπαιδευτικός
  493. Vasileios Pourdas, Leiter Logistik
  494. Ευαγγελία Προκοπίου, Senior Lecturer, Πανεπιστήμιο Northampton
  495. Χρυσάνθη Ράπτη, υπάλληλος δήμου Λευκάδας
  496. Στέφανος Ρέγκας, υποψ. διδάκτορας, ΑΠΘ
  497. Μαρία Ρεπούση, καθηγήτρια ΑΠΘ
  498. Maurizio Ricciardi, καθηγητής Ιστορίας της Πολιτικής Σκέψης – Πανεπιστήμιο της Μπολόνια
  499. Ευγενία Ρίγγα, οικονομολόγος
  500. Ελπιδα Ρίκου, ανθρωπολόγος, εικαστικός
  501. Μαρίκα Ρόμπου–Λεβίδη, Κοινωνική ανθρωπολόγος
  502. Matteo Rossi, υποψήφιος διδάκτωρ, Πανεπιστήμιο Torino
  503. Frank Ruda, Senior Lecturer in Philosophy, Πανεπιστήμιο Dundee, ΗΒ
  504. Paola Rudan, Professor of History of Political Thought, Πανεπιστήμιο της Μπολόνια
  505. Thomas Sablowski, κοινωνικός επιστήμονας, Bερολίνο/Frankfurt am Main
  506. Εριφύλη Σαββίδου, μαθηματικός
  507. Σουλτάνα Σαββουλίδη, ελεύθερη επαγγελματίας
  508. Αριστοτέλης Σαΐνης, φιλόλογος – κριτικός λογοτεχνίας
  509. Όλγα Σακαλή, δρ μουσειολόγος – αρχαιολόγος, ΥΠΠΟΑ
  510. Βασιλική Σακκά, εκπαιδευτικός
  511. Νικόλαος Σακελλάριος, ελεύθερος επαγγελματίας
  512. Αιμιλία Σαλβάνου, ιστορικός. διδάσκουσα στο ΕΑΠ
  513. Giacomo Salvarani, υποψήφιος διδάκτωρ, Πανεπιστήμιο Urbino
  514. Ελισάβετ Σαμαρά, συνταξιούχος υπάλληλος ΕΕ
  515. Λίλα Σαμπανοπούλου, αρχαιολόγος
  516. Juan Domingo Sánchez Estop, μεταφραστής, Βρυξέλλες
  517. Raúl Sánchez Cedillo, Fundación de los Comunes
  518. Nίκος Σαραντάκος, μεταφραστής – συγγραφέας
  519. Ειρήνη Σαρρή, ιδιωτική υπάλληλος
  520. Θάλεια Σαρρή, ιδιωτική υπάλληλος
  521. Μαρία Σαρρή, εικαστικός
  522. Ζήσης Σαρίκας, συγγραφέας, μεταφραστής
  523. Dorothea Schmidt, ομότιμη καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Οικονομίας και Δικαίου του Bερολίνου
  524. Christopher Schminck – Gustavus, ομότιμος καθηγητής Ιστορίας του Δικαίου, πανεπιστήμιο Βρέμης
  525. Δέσποινα Σεβαστή, Θεωρητικός τέχνης, καλλιτέχνιδα, εκπαιδεύτρια
  526. Δημήτρης Σερεμέτης, ιατρός
  527. Αγγελική Σηφάκη, μεταδιδακτορική υπότροφος Marie-Curie, Πανεπιστήμιο Νιουκάσλ, ΗΒ
  528. Ευγενία Σηφάκη, επίκουρη καθηγήτρια Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
  529. Μιχάλης Σιγάλας, καθηγητής ΑΠΘ
  530. Γιάννης Σιγαλός, μεταφραστής
  531. Μιχάλης Σιγανίδης, μουσικός – συνθέτης
  532. Γιάννης Σιδηρόπουλος, δημοσιογράφος
  533. Άννη Σιμάτη, διδάκτωρ κοινωνικής ανθρωπολογίας και ιστορίας
  534. Γεωργία Σίμωση, καθηγήτρια ξένων γλωσσών
  535. Κώστας Σκαρπίδης, ψυχαναλυτής
  536. Σοφία Σκεύα, εκπαιδευτικός
  537. Κατερίνα Σκλήρη, μεταφράστρια
  538. Βασίλης Σκλιας, συνταξιούχος υπάλληλος ΕΕ, συνδικαλιστής
  539. Αθηνά Σκουλαρίκη, επίκουρη καθηγήτρια, Τμήμα Κοινωνιολογίας – Πανεπιστήμιο Κρήτης 
  540. Βίκη Σκούμπη, διευθύντρια προγράμματος στο Collège International de Philosophie
  541. Ηλίας Σκουρλής, μουσικός
  542. Ροδάνθη Σκουρτέλλη, μεταφράστρια
  543. Σταμάτης Σκούρτης, δημοσιογράφος
  544. Αντώνης Σκυλουράκης, ιδιωτικός υπάλληλος
  545. Jon Solomon, καθηγητής, Πανεπιστήμιο Λυόν, Γαλλία
  546. Αρχοντή Σοπίδου, εκπαιδευτικός
  547. Σουλτάνης Γρηγόρης, καθηγητής μουσικής
  548. Φανή Σοφολόγη, εικαστικός-εκπαιδευτικός
  549. Σπύρος Α. Σοφός, Ερευνητής, Center for Middle Eastern Studies, Πανεπιστήμιο Lund, Σουηδία 
  550. Alessandra Spano, υποψήφια διδάκτωρ – Πανεπιστήμιο Kατάνια
  551. Βασίλης Σπυρόπουλος, μουσικός
  552. Μάγια Στάγκαλη, εργαζόμενη στην εφημερίδα Η ΑΥΓΗ
  553. Σέβη Στάικου, ιδιωτικός υπάλληλος
  554. Άρτεμις Σταματέλου, αρχαιολόγος-μουσειολόγος
  555. Κώστας Σταμάτης, καθηγητής, Νομική Σχολή ΑΠΘ
  556. Ιωάννης Σταματίου, εκπαιδευτικός
  557. Γιώργος Στάμου, ομότιμος καθηγητής οικολογίας
  558. Αφροδίτη Σταμπουλή, γιατρός μ/γ
  559. Μυρτώ Σταμπούλου, εικαστικός
  560. Αθηνά Σταυρίδου, επίκουρη καθηγήτρια ΕΜΠ
  561. Νίκη Σταυρίδη,  μεταφράστρια
  562. Nikos Stavropoulos, Reader in Composition, Leeds
  563. Νατάσα Στεφανάτου, ηθοποιός 
  564. Δανάη Στεφάνου, μουσικός & μουσικολόγος, αναπλ. καθηγήτρια ΑΠΘ
  565. Ελένη Στόικου, κτηνίατρος
  566. Λευτέρης Στουκογεώργος, oικονομολόγος
  567. Γιώργος Στουρνάρας, φιλόλογος
  568. Άρης Στυλιανού, αναπληρωτής καθηγητής-Πρόεδρος Τμήματος Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ
  569. Στέλιος Στυλιανού, εκπαιδευτικός
  570. Χριστιάνα Στυλιανού, κοινωνιολόγος
  571. Μαργαρίτα Συγγενιώτου, λυρική τραγουδίστρια
  572. Ειρήνη Συνοδινού, υποψήφια διδάκτωρ Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
  573. Στέργιος Συρμόγλου, εκπαιδευτικός
  574. Λευτέρης Σφακιανάκης, φιλόλογος – κειμενογράφος
  575. Κυριάκος Σφέτσας, μουσικοσυνθέτης
  576. Δημήτρης Σωτηρόπουλος, μουσικός
  577. Ηλίας Σωτήρχος, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
  578. Yavor Tarinski, συγγραφέας
  579. Ηλίας Τασόπουλος, αγρότης, μανάβης
  580. Ολυμπία Τασσοπούλου, περιβαλλοντολόγος
  581. Στέλλα Ταϊγανίδου, δασκάλα
  582. Ανδρέας Τάκης, επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου, Νομική ΑΠΘ
  583. Σάμης Ταμπώχ, εικαστικός
  584. Ευριπίδης Ταρασίδης, δημοσιογράφος
  585.   Έφη Τελλή, δικηγόρος
  586. Ειρήνη Τελίδου, χειροπρακτική
  587. Αρχόντω Τερζή, καθηγήτρια Παν. Πατρών
  588. Δήμητρα Τζανάκη, μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο τμήμα ΠΕΔΔ (ΕΚΠΑ)
  589. Τζανακοπούλου Μαρία, λέκτορας, Νομική Σχολή Birkbeck, Παν/μιο του Λονδίνου
  590. Μαρία Τζαρδή, εκπαιδευτικός
  591. Έλενα Τζελέπη, επίκουρη καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
  592. Κώστας Τζημούλης, εικαστικός
  593. Στέλλα Τζηρούδη, συνταξιούχα
  594. Ευθυμία Τζίμουλα, εκπαιδευτικός
  595. Ελένη Τζιρτζιλάκη, δρ. αρχιτεκτονικής – community artist
  596. Ευγενία Τζιρτζιλάκη, σκηνοθέτις
  597. Μαρία Τζώγα, φιλόλογος, εκπαιδευτικός
  598. Λίζα Τικταπανίδου, αρχιτέκτων μηχανικός
  599. Αλέξανδρος Τιτκώβ, stand-up κωμικός
  600. Βαγγέλης Τόλης, φιλόλογος – γλωσσολόγος
  601. Χρίστος Τόμπρας, ψυχαναλυτής, Λονδίνο
  602. Ναταλί Τόνογλου, Δημοσιογράφος
  603. Πάνος Τότσικας, Αρχιτέκτονας
  604. Γιώτα Τουλούμη, πανεπιστημιακός, ΕΚΠΑ
  605. Ιωάννης Τούρας, πολιτικός επιστήμονας/ πολιτικός σύμβουλος
  606. Θεόφιλος Τραμπούλης, πολιτιστικός παραγωγός
  607. Τριαντάφυλλος Τρανός, ΕΔΙΠ ΑΠΘ
  608. Πέννυ Τραυλού, λέκτορας, Πανεπιστήμιο Εδιμβούργου
  609. Μιχάλης Τρεμόπουλος, δικηγόρος
  610. Μαρώ Τριανταφύλλου, συγγραφέας
  611. Νίκος Τριμικλινιώτης, κοινωνιολόγος, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας
  612. Λουκάς Τρολλ, μεταπτυχιακός φοιτητής κοινωνικοπολιτισμικών σπουδών στο παν/μιο Viadrina της Φρανκφούρτης
  613. Ευφροσύνη Τσακίρη, αρχιτέκτων μηχανικός, μεταδιδακτορική ερευνήτρια
  614. Ερασμία Τσάκου, συμβασιούχος υπάλληλος
  615. Τάκης Τσαντήλας, λογοτέχνης
  616. Μαρία Τσαντσάνογλου, ιστορικός τέχνης
  617. Κατερίνα Τσαποπούλου, δικηγόρος
  618. Σοφία Σάρα Τσάρου, μαθηματικός / δημοσιογράφος
  619. Χαρά Τσάτσου, κοινωνιολόγος
  620. Θέκλα Τσελεπή, ραδιοφωνική παραγωγός
  621. Βασίλης Τσιάνος, καθηγητής Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Kiel
  622. Δημήτρης Τσιάρας, δασολόγος
  623. Γιώργος Τσιμουρής, πανεπιστημιακός, Πάντειο Πανεπιστήμιο
  624. Φωτεινή Τσιμπιρίδου, καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, ΠΑΜΑΚ
  625. Θανάσης Τσιόκανος, καθηγητής ΤΕΦΑΑ Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
  626. Σταυρούλα Τσιπλάκου, αναπληρώτρια καθηγήτρια, Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου
  627. Λουκάς Τσίπτσιος, ιστορικός
  628. Γιώργος Τσιριγώτης, καθηγητής, Διεθνές Πανεπιστήμιο
  629. Γιώργος Τσιρίδης, εκπαιδευτικός
  630. Άγγελος Τσιριμώκος, πρώην μεταφραστής ΕΕ
  631. Κωνστατίνος Τσιτσελίκης, καθηγητής, Κοσμήτορας Σχολής Οικονομικών και Περιφερειακών Σπουδών, Παν. Μακεδονίας
  632. Σπύρος Τσιφτσής, κινηματογραφιστής
  633. Μουσταφά Τσολάκ Αλή, δημοσιογράφος-μεταφραστής, Κομοτηνή
  634. Άννα Τσουλφίδου, εκπαιδευτικός
  635. Άννα Τσουλούφη Λάγιου, εικαστικός καλλιτέχνης και αναπληρώτρια εκπαιδευτικός ΠΕ08
  636. Γιώργος Τσουράκης, Μηχανολόγος Μηχανικός & Δρ. Μηχανικός ΕΜΠ
  637. Γιώργος Φαράκλας, καθηγητής πανεπιστημίου
  638. Roberta Ferrari, Research Assistant – Πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης
  639. Grace E. Fielder, ομότιμη καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο της Aριζόνα
  640. Λάμπρος Φλιτούρης, ιστορικός, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
  641. Άδωνις Φλωρίδης, σκηνοθέτης/συγγραφέας
  642. Γιώργος Φουρτούνης, Πάντειο Πανεπιστήμιο
  643. Μελαχροινή Φουρτούνη, συνταξιούχος δημοσιογράφος
  644. Φένια Φραγκουλίδου, εκπαιδευτικός
  645. Victor A. Friedman, ομότιμος καθηγητής ανθρωπιστικών επιστημών, Πανεπιστήμιο του Σικάγου
  646. Ηλιάνα Φωκιανάκη, διευθύντρια State of Concept Athens
  647. Στέλλα Φώλια, νηπιαγωγός 
  648. Κώστας Φώλιας, χημικός
  649. Wim De Weerdt, μεταφραστής
  650. Markus Wissen, καθηγητής, Πανεπιστήμιο Οικονομίας και Δικαίου του Bερολίνου
  651. Δημήτρης Χαλάτσης, εικαστικός – εκπαιδευτικός
  652. Ζωή Χαλιδιά, ιδιωτική υπάλληλος
  653. Γιάννης Χαμηλάκης, καθηγητής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Brown
  654. Στέφανος Χανδέλης, εικαστικός καλλιτέχνης
  655. Ιάσονας Χανδρινός, διδάκτωρ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, επιστημονικός συνεργάτης Πανεπιστημίου Ρέγκενσμπουργκ
  656. Χαρίκλεια Χάρη, αρχιτέκτων
  657. Χαριζάνης Αναστάσιος, ξυλογλυπτης
  658. Μικέλα Χαρτουλάρη, δημοσιογράφος
  659. Γιώργος Χαρωνίτης μουσικοπαιδαγωγός
  660. Δημήτρης Χασάπης, ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ
  661. Χατζηγεωργίου Κωνσταντίνος
  662. Χρίστος Χατζηιωάννου, πανεπιστημιακός
  663. Αντώνης Χατζηκυριάκου, ιστορικός-οθωμανολόγος, Πάντειο Πανεπιστήμιο
  664. Δέσποινα Χατζηπαυλίδου, ηθοποιός
  665. Μάριος Χατζηπροκοπίου, μεταδιδακτορικός ερευνητής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
  666. Μάρκος Χατζησάββας, κοινωνιολόγος
  667. Νίκος Χατζητρύφων, δρ. πολιτικός μηχανικός
  668. Αννίτα Χατζίκου, μεταφράστρια–επιμελήτρια κειμένων
  669. Ελένη Χοντολίδου, αναπληρώτρια καθηγήτρια ΑΠΘ
  670. Λουκία Χρηστίδη, συνταξιούχος υπάλληλος Ε.Ε.
  671. Μαρίλια Χριστοδούλου, αρχιτέκτονας
  672. Ευγενία Χριστοπούλου, δημοσιογράφος
  673. Νίκος Χριστοφής, ιστορικός, Shaanxi Normal University, Κίνα
  674. Ελίζα Χριστοφόρου, εκπαιδευτικός
  675. Γιάννης Χρυσοβέργης, δημοσιογράφος
  676. Stefano Visentin, καθηγητής ιστορίας της πολιτικής σκέψης, Πανεπιστήμιο Urbino
  677. José Luis Vivas Bailo, διερμηνέας – υπάλληλος της ΕΕ
  678. Chris Voniati, διδακτορική ερευνήτρια, Vrije Universiteit Brussel
  679. Πούλος Ψαλιδάκος, φιλόλογος
  680. Θάλεια Ψαλλίδα, φροντιστηριακή καθηγήτρια φυσικής
  681. Γιάννης Ψαράκης, δημοσιογράφος
  682. Σπύρος Ψαρούδας, γεωπόνος
  683. Cindy Zeiher, λέκτορας, Πανεπιστήμιο Canterbury, Νέα Ζηλανδία

Κλασσικό
Εθνικισμός,αρχαιολογία

Όχι, ο Αγαμέμνων δεν ήταν υπαρκτός. Ο τάφος όμως ήταν

του Άκη Γαβριηλίδη

Σε απολογητικό για την κυβέρνηση άρθρο αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, (ή μάλλον, πολιτικού ενδιαφέροντος με αρχαιολογικό πρόσχημα, όπως γίνεται σαφές και από τον ιδιαίτερα επιθετικό τίτλο του: «Ανελέητος πόλεμος με την αλήθεια από τον ΣΥΡΙΖΑ» [sic]), που δημοσιεύτηκε χθες στον ιστότοπο Liberal.gr, διατυπώνεται μεταξύ άλλων ο εξής ισχυρισμός:

παρ’ ότι  ο θολωτός τάφος από όπου ξεκίνησε η πυρκαγιά, έχει ονομαστεί «Θησαυρός του Ατρέα» ή/ και «Τάφος του Αγαμέμνονα» είναι γνωστό πως και ο Ατρέας και ο Αγαμέμνων υπήρξαν μυθικά πρόσωπα. Επομένως οι κραυγές «κάηκε ο τάφος του Αγαμέμνονα» μόνο ως γραφικές μπορούν να αντιμετωπισθούν.

Ο συλλογισμός αυτός παρουσιάζει μία ιδιαιτερότητα: είναι ορθός –ή, μάλλον, μη ψευδής- ως προς την προκείμενη, αλλά απολύτως λάθος –και μάλιστα κακόβουλος, στρεψόδικος και υποκριτικός- ως προς την συνεπαγωγή. Γι’ αυτό και απαιτείται κάποια προσοχή από όποιον προτίθεται να τον αντικρούσει.

Οι χαρακτηρισμοί «Θησαυρός του Ατρέα» και «Τάφος του Αγαμέμνονα» είναι επινοημένοι. Αλλά είναι επινοημένοι όχι φυσικά από τον … ΣΥΡΙΖΑ, αλλά από την ελληνοκεντρική/ ευρωκεντρική φαντασία του 19ου αιώνα. Στην αρχαιότητα, δεν χρησιμοποιούνταν αυτές οι ονομασίες· είναι μοντέρνες επινοήσεις, τις οποίες απέδωσε στα ευρήματά του ο Χάινριχ Σλήμανν, ο δε νεότευκτος τότε ελληνικός εθνικισμός τις αποδέχθηκε ασμένως, αρχικά διότι τόνωναν τη θεωρία περί τρισχιλιετούς συνέχειας, στη συνέχεια δε για τον πρόσθετο λόγο ότι έφερναν, και φέρνουν, συνάλλαγμα.

Οι χαρακτηρισμοί λοιπόν αυτοί είναι όντως ανακριβείς. Όχι όμως για το λόγο και μόνο ότι ο Αγαμέμνων ήταν μυθικό πρόσωπο. Εξίσου μυθικά πρόσωπα ήταν η Παρθένος Αθηνά, ο Ολύμπιος Ζευς, ο Ποσειδών, ο Θησέας κ.λπ.· αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι οι ονομασίες Παρθενών, ναός του Ολυμπίου Διός, ναός του Ποσειδώνα, Θησείο κ.λπ. είναι «γραφικοί», εφόσον πρόκειται για ονομασίες που χρησιμοποιούνταν ήδη στην αρχαιότητα. Και, φυσικά, η ανακρίβεια αυτή δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτε να καταγγελθεί! Ένας τάφος κάηκε. Μπορεί να μην είναι ο τάφος του Αγαμέμνονα· είναι όμως ένας αρχαίος βασιλικός τάφος, και είναι τρομερά κυνικό και υποκριτικό να υπονοεί κάποιος ότι εντάξει, αφού δεν είναι του Αγαμέμνονα, δε βαριέσαι, δεν πειράζει και αν καεί. Ιδίως εάν αυτός ο κάποιος κατά τα λοιπά συμμερίζεται απολύτως και αναπαράγει τη νοοτροπία η οποία οδήγησε στην παραγωγή και τη διατήρηση αυτών των «γραφικών» ονομασιών.

Ενδεικτικό λοιπόν της υποκρισίας και της επιλεκτικής/ εργαλειακής χρήσης του επιχειρήματος είναι ότι η δημοσιογράφος θυμήθηκε αυτόν τον επινοημένο χαρακτήρα –χωρίς να τον εξηγεί και με σαφήνεια- μόνο τώρα που ο τάφος είναι σε κακή κατάσταση, ενώ όλο αυτό το διάστημα κατά το οποίο όλοι αποκαλούσαν χωρίς πρόβλημα το μνημείο «τάφο του Αγαμέμνονα», ποτέ δεν είχε εκφράσει κάποια αντίρρηση, ούτε κάποια μέριμνα για την επιστημονική ακριβολογία.

Ασχέτως όμως των όποιων σκοπών και δεύτερων σκέψεων εκείνης που προέβαλε αυτόν τον ισχυρισμό, το γεγονός είναι ότι, με αυτόν, άνοιξε ένα ρήγμα στο εθνικό αφήγημα.

Εκείνοι λοιπόν που εγκαλούνται ως «γραφικοί» από την δημοσιογράφο, και έχουν –όπως είναι εύλογο- τη διάθεση να σηκώσουν το γάντι και να απαντήσουν, πρέπει να σκεφτούν πώς ακριβώς θα το κάνουν αυτό. Χονδρικά, έχουν δύο τρόπους: είτε να σπεύσουν να κλείσουν το ρήγμα και να καταγγείλουν τους απάτριδες καπιταλιστές ότι αδιαφορούν για τα ιερά και τα όσια του έθνους· είτε, αντίθετα, να εισβάλουν σε αυτό το ρήγμα, να το διευρύνουν και να το ωθήσουν πέρα από εκεί που αντέχει ο λεκτικός σχηματισμός της νεοελληνικής αρχαιολατρίας και (αυτο)αποικιοποίησης. Αν κάνουμε χρήση των ίδιων περιγραφικών διχοτομιών, θα λέγαμε ότι έχουν την επιλογή αν θα κάνουν αντιπολίτευση από τα αριστερά ή, αντίθετα, από τα δεξιά, στην πιο δεξιά κυβέρνηση των τελευταίων δεκαετιών.

Το ίδιο δίλημμα τέθηκε και άλλες φορές στο πρόσφατο παρελθόν, σε σχέση με διάφορα θέματα άνισης σπουδαιότητας: την επέτειο της ελληνικής επανάστασης, με αφορμή άρθρο μέλους της επιτροπής εορτασμού που αναφερόταν στην (μη) οικογενειακή κατάσταση κάποιων ηρώων της, την μόνιμη ένταση στο Αιγαίο, ή ακόμα και την κοίμηση της Θεοτόκου. Η επιλογή που ακολουθήθηκε στην πράξη σε αυτές τις περιπτώσεις δεν ήταν πάντα η πρώτη.

Μυκήνες: Δεν μαύρισε από τη φωτιά η Πύλη των Λεόντων | ΕΛΛΑΔΑ |  iefimerida.gr
Κλασσικό
ρατσισμός,Δίκαιο

Ο Καβάκος ζητά φυλακίσεις αντιφρονούντων


του Άκη (Χαράλαμπου) Γαβριηλίδη, του Κλήμη και της Αναστασίας

Με αγωγή που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ο Λεωνίδας Καβάκος του Κωνσταντίνου, (όνομα μητρός δεν αναφέρεται στην αγωγή), κάτοικος Wollerau Eλβετίας, ζητά από το δικαστήριο να καταδικάσει τον υποφαινόμενο Χαράλαμπο (Άκη) Γαβριηλίδη, του Κλήμη και της Αναστασίας, στην καταβολή αποζημίωσης εκατό χιλιάδων ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, καθώς και σε προσωπική κράτηση 12 μηνών (!) ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.

Η ηθική αυτή βλάβη ισχυρίζεται ότι προκλήθηκε από τη δημοσίευση ενός σημειώματος στο παρόν μπλογκ, με το οποίο χαρακτήριζα ναζιστική τη δήλωσή του ότι «στον Μπετόβεν υπάρχει ένα άρειο στοιχείο».

Με άλλα λόγια, ο ευαίσθητος αυτός καλλιτέχνης εκδηλώνει την ευγενή φιλοδοξία να γίνει η αιτία ώστε να υπάρξει, για πρώτη φορά στην Ελλάδα μετά τη χούντα, κρατούμενος για έγκλημα γνώμης: ζητά να πάει στη φυλακή κάποιος απλώς και μόνο επειδή έγραψε δημόσια την πολιτική του κρίση για κάποιες άλλες κρίσεις που κάποιος άλλος ανακοίνωσε εξίσου δημόσια.
Ευτυχώς, δεν ζητάει να καεί στην πυρά το μέσο όπου δημοσιεύτηκε αυτή η κρίση, αλλά αυτό ούτως ή άλλως είναι πρακτικά αδύνατο.
Η αξίωση που όντως διατυπώνει, πάντως, δεν θα έλεγε κανείς ότι δίνει εικόνα ανθρώπου που πιστεύει στην ελευθερία του λόγου και της ανταλλαγής απόψεων· κατ’ αυτή την έννοια, μάλλον δεν ενισχύει ιδιαίτερα το επιχείρημά του σε αυτή την αντιδικία, όπως είμαι σίγουρος ότι θα αναγνωρίσουν όλοι όσοι πιστεύουν στον νομικοπολιτικό φιλελευθερισμό και το κράτος δικαίου.

Κλασσικό