φεμινισμός,Γλώσσα,Δίκαιο,Φιλοσοφία,θρησκειολογία

Η «πίστη στην αδελφή» και η διαγραφή της γλώσσας

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Πριν από τις τελευταίες ανταλλαγές και τις ενστάσεις που διατυπώθηκαν για το σημείωμα σχετικά με την «καταγγελία για άγριο βιασμό» που γράψαμε από κοινού με την Ελισάβετ Γρηγοριάδου και το Μάριο Εμμανουηλίδη, δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο βαθιά έχει εμπεδωθεί μεταξύ ορισμένων εκπροσώπων του «κινήματος» μία αυθορμητίστικη/ «βιωματική» τάση βαθιάς υποτίμησης, έως διαγραφής, της γλωσσικής διάστασης των κοινωνικών φαινομένων.

Στις ενστάσεις που έφτασαν σε μένα, οι περισσότερες ήταν του τύπου (το αποδίδω με δικά μου λόγια χωρίς να παραθέτω κάποια συγκεκριμένη τοποθέτηση):

«αυτά που λέτε είναι μπλα μπλα και φιλολογίες».

«Κάνετε επιλεκτική ερμηνεία» (λες και είναι δυνατόν να υπάρξει κάποια άλλη ερμηνεία εκτός από επιλεκτική, η οποία να μην επιλέγει· αλλά … τι να κάνει; Να περιλαμβάνει ολόκληρο το προς ερμηνεία κείμενο;)
«Γιατί δίνετε τόση σημασία στις διατυπώσεις;».

«Αυτά είναι πράγματα λυμένα, τα έχουμε συζητήσει στο παρελθόν». (Χωρίς ποτέ να αναφέρεται ποιοι/ες τα συζήτησαν, σε τι συμπέρασμα κατέληξαν και γιατί το συμπέρασμα αυτό πρέπει να είναι δεσμευτικό για όλους τους υπολοίπους).

«Αγνοείτε επεξεργασίες του φεμινιστικού κινήματος» (λες και το φεμινιστικό, ή οποιοδήποτε άλλο, κίνημα έχει μία ενιαία άποψη, και τη στιγμή που εμείς είμαστε εκείνοι που επικαλούνται κάποιες από αυτές τις επεξεργασίες).

Σε σχέση με την ανάρτηση για το «επιζήσασα», τουλάχιστον δύο διαφορετικές σχολιάστριες υποστήριξαν ότι … εδώ πρόκειται για επιστημονικές ορολογίες στις οποίες δεν έχει τόση σημασία η ορθολογική θεμελίωση, οπότε να μην τα ψειρίζουμε! Και αυτό σε μια περίπτωση καθιέρωσης νεολογισμού, δηλαδή μιας άμεσης παρέμβασης με αποκλειστικό αντικείμενο τη γλώσσα.

Ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα βρήκα μία αντίρρηση που διατυπώθηκε νομίζω στον λογαριασμό του Μάριου Εμμανουηλίδη στο facebook: μία κυρία, αγανακτισμένη, έγραψε «αυτό που έχετε μπροστά σας δεν είναι ένα λογοτεχνικό κείμενο».

Χμ.

Τελικά, όμως, μήπως είναι;

Αν αφήσουμε κατά μέρος τη διάσταση της γοητείας/ λογοτεχνικής αξίας, την οποία ο καθένας μπορεί να αξιολογήσει κατά τις προτιμήσεις του, ποια τόσο τεράστια και ριζική διαφορά έχει η «ανώνυμη καταγγελία άγριου βιασμού» από ένα λογοτεχνικό κείμενο;

Πρόκειται για μία αφήγηση σχετική με τη συνάντηση δύο ανθρώπων, τις προσπάθειες σύναψης μιας σχέσης μεταξύ τους, τους διαλόγους τους, τις παρεξηγήσεις, τις αποτυχίες, τις σεξουαλικές τους επαφές (ή μη επαφές), τις σχέσεις εξουσίας που εγκαθιδρύονται ή/ και διαλύονται … Όλα αυτά θα μπορούσαν να αποτελέσουν την περιγραφή για άπειρα υπαρκτά λογοτεχνικά (ή και κινηματογραφικά) έργα.

Η διαφορά, υποτίθεται, είναι ότι το λογοτεχνικό κείμενο είναι μυθοπλασία, φαντασιοπληξία για να περνάμε τον καιρό μας, ενώ αυτό είναι «η πραγματικότητα», η «αδιαμεσολάβητη αλήθεια του υποκειμένου».

Ούτε αυτό συνιστά κάποια ριζική διαφορά.

Τόσο το ένα, όσο και το άλλο είναι πρώτα απ’ όλα κείμενα. Σύνολα λέξεων τα οποία επιδιώκουν να επηρεάσουν τους αναγνώστες τους, να δράσουν επί δράσεων. Και η καταγγελία αυτό είναι. Δεν είναι «το πράγμα καθεαυτό», δεν είναι «η ίδια η ζωή». Δεν είναι μία κάμερα που τοποθετήθηκε σε μία κλειδαρότρυπα και μας επέτρεψε να παρακολουθήσουμε ένα ριάλιτι. (Αλλά ακόμη και αυτό να ήταν, την κάμερα αυτή κάποιος πρέπει να την τοποθετήσει, να ρυθμίσει τη λειτουργία της κ.λπ. –άρα ούτε εκεί θα επρόκειτο για την απόλυτη αυθορμησία). Είναι μία συνειδητή επιλογή κάποιου ανθρώπου. Ο άνθρωπος αυτός κάθισε σε έναν υπολογιστή, σκέφτηκε, προτίμησε αυτές τις λέξεις και όχι άλλες με βάση τι εντύπωση υπέθετε ότι αυτές θα προκαλέσουν στους/τις αναγνώστ(ρι)ες …

Κατά τα λοιπά, άλλωστε, συχνά και τα λογοτεχνικά κείμενα απηχούν ή βασίζονται σε υπαρκτές εμπειρίες από τη ζωή των συγγραφέων ή/ και άλλων προσώπων. Ιδίως όταν είναι αυτοβιογραφίες.

Δεν υπάρχει λοιπόν κάποια στεγανή διάκριση. Εκείνοι που ισχυρίζονται ότι αυτά που λέμε εμείς «είναι ερμηνείες», για να το πουν αυτό βασίζονται εξίσου σε μία ερμηνεία. Απλώς φαντάζονται ότι η δική τους ερμηνεία δεν είναι ερμηνεία, είναι ο βαθμός μηδέν της ερμηνείας· ερμηνεία είναι μόνο των άλλων. Και μας καλούν να σεβαστούμε την ιερότητα αυτού του κειμένου που υποτίθεται ότι αποτυπώνει τη «γνησιότητα της εμπειρίας». Ενώ ενίοτε πρόκειται για άτομα που κατά τα άλλα έχουν αφιερώσει ολόκληρες πανεπιστημιακές καριέρες στη μελέτη της σημειωτικής διάστασης κειμένων, του αν «στοχάζεται η λογοτεχνία», και στη διδασκαλία της κοινωνικής θεωρίας.

Δεν είναι όμως μόνο αυτό.

Η «καταγγελία του άγριου βιασμού» δεν αποτελείται μόνο από λέξεις· έχει ως θέμα της τις λέξεις. Το κύριο σε αυτήν δεν είναι κάποια γεγονότα, αλλά η ερμηνεία τους – η εκ των υστέρων ιεράρχηση, επαναξιολόγηση και επεξεργασία τους, όπως με έμφαση δηλώνεται πολλές φορές στο κείμενο. Η κοινοποίηση των γεγονότων είναι μόνο η βάση, η εισαγωγή προκειμένου να περάσουμε στο κυρίως θέμα που είναι η νοητική ταξινόμησή τους. Το κείμενο λοιπόν δεν μας κοινοποιεί την γυμνή και ιερή αλήθεια του υποκειμένου μπροστά στην οποία ο καθένας πρέπει να σιωπά ευλαβικά, αλλά την πορεία του υποκειμένου από μία αντίληψη της αλήθειας σε μία άλλη όσον αφορά την κωδικοποίηση των βιωμάτων του –άρα την «ασέβεια» του υποκειμένου προς τον ίδιο του τον (προηγούμενο) εαυτό, την διαφωρά του. Η καταγγελία έρχεται να μας ανακοινώσει όχι κάποια γεγονότα, (αυτό η πρωταγωνίστρια θα μπορούσε να το είχε κάνει και πριν την ψυχοθεραπεία της, διότι τα γεγονότα και τότε τα ίδια ήταν: δεν της συνέβη κάτι νέο, ούτε πληροφορήθηκε κάτι που αγνοούσε πριν), αλλά το ότι αναθεώρησε τη σκέψη της για αυτά τα γεγονότα.

Η μεταβολή αυτή επικεντρώνεται γύρω από μία λέξη: τη λέξη βιασμός. Από τις δύο (μέχρι στιγμής) αλήθειες του υποκειμένου, η πρώτη χρονικά είναι ότι αυτό που βίωσε δεν ήταν βιασμός· η επιγενόμενη ότι ήταν. Η εξωτερική πραγματικότητα, το «πράγμα καθεαυτό», δεν άλλαξε· άλλαξε μόνο ο χαρακτηρισμός, και αυτή η αλλαγή ήταν που πυροδότησε την ανάγκη του υποκειμένου να απευθυνθεί σε όλους εμάς και να μας την κοινοποιήσει. Παραδόξως, όμως, όσοι εξανίστανται σήμερα και μας ζητούν να «μην κολλάμε στις λέξεις», δεν ένιωσαν καμία ανάλογη αλλεργία με αυτό το κόλλημα στις λέξεις. Κανείς δεν βγήκε να πει «έλα μωρέ, πώς κάνεις έτσι, βιασμός ή μη βιασμός, σημασία έχουν τα γεγονότα και όχι οι διατυπώσεις». Πράγμα που δείχνει ότι αυτό που τους ενοχλεί σε όσα είπαμε δεν ήταν το ότι μιλούσαμε για λέξεις, αλλά το τι λέγαμε γι’ αυτές.

Η αφέλεια, αλλά και η επικινδυνότητα, αυτής της τυφλότητας εντείνεται από το γεγονός ότι η λέξη «βιασμός» είναι όρος του ποινικού δικαίου. Στο ποινικό δίκαιο, όπως διδάσκει η θεωρία (τουλάχιστον η θεωρία του νομικού μας πολιτισμού όπως τον ξέραμε μέχρι τώρα), η αναλογική ερμηνεία απαγορεύεται διά ροπάλου. Αν κανείς έχει παρακολουθήσει μία δίκη, έστω και στην οθόνη, θα έχει αντιληφθεί ότι η όλη μάχη εκεί στρέφεται γύρω από ερμηνείες. Κανείς όμως δεν διανοείται να πει «έλα μωρέ, τι εκ προθέσεως τι εξ αμελείας, σημασία έχει ότι έγινε ανθρωποκτονία». Διότι η διαφορά αυτή, για τον κατηγορούμενο, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να χάσει μερικά χρονάκια από την απολύτως πραγματική και υλική ζωή του.

Μια που μιλάμε για το ποινικό δίκαιο, ας θυμηθούμε ότι μία από τις μάχες που δίνει τα τελευταία χρόνια το φεμινιστικό κίνημα είναι αυτή που έχει σκοπό να καθιερωθεί ως χωριστό αδίκημα η γυναικοκτονία, έστω και αν ενίοτε ομολογείται ανοιχτά ότι η καθιέρωση αυτή θα έχει κυρίως συμβολική σημασία και δεν θα αλλάξει ουσιαστικά την απονομή της δικαιοσύνης και την επιμέτρηση των ποινών. Κανείς όμως δεν διανοήθηκε να πει «και γιατί να επικεντρωνόμαστε στις λέξεις αφού δεν θα αλλάξει η εξωτερική πραγματικότητα». Μόνο όταν λέγεται κάτι που δεν βολεύει, τότε θυμόμαστε ότι η γλωσσική διάσταση δεν έχει σημασία και δεν πρέπει να πολυασχολούμαστε με αυτήν.

 

Για τη διαγραφή της γλωσσικής διάστασης  ως προς την καταγγελία, συχνά χρησιμοποιήθηκε το σύνθημα «εγώ αδελφή μου σε πιστεύω». Αξίζει να προσέξουμε πόσο η φράση αυτή, τόσο το ουσιαστικό της όσο και το ρήμα της, έχουν ένα σαφές παρελθόν θρησκευτικών χρήσεων. Η πίστη αυτή αναγορεύει το κείμενο της καταγγελίας σε ένα είδος Αγίας Γραφής. Αλλά ποιος είπε ότι και η Αγία Γραφή εξαιρείται της ιστορικής-φιλολογικής ερμηνείας;

Είναι καλό να πιστεύουμε ένα κείμενο. Κι εμείς το πιστέψαμε, δεν ισχυριστήκαμε ότι λέει ψέματα. Αλλά άλλο η αλήθεια και άλλο το νόημα ενός κειμένου. Ακόμα καλύτερο είναι να μην αντιμετωπίζουμε μονοθεϊστικά αυτή την πίστη και να έχουμε κατά νου ότι κάθε κείμενο διατρέχεται από διάφορες εντάσεις και ενέχει πολλαπλά νοήματα. Όπως αποδεικνύεται από το ίδιο το γεγονός ότι άνθρωποι οι οποίοι εξίσου δηλώνουν ότι το πιστεύουν καταλήγουν σε διαφορετικά συμπεράσματα επ’ αυτού.

 

Η κριτική κατά των «υπερβολών του γλωσσοκεντρισμού» είναι μία ουσιωδώς συντηρητική κριτική. Όλοι οι σημαντικοί ριζοσπάστες στοχαστές, και στοχάστριες, όποιος/-α είπε κάτι σημαντικό και χρήσιμο, άκουσαν αυτήν ακριβώς την κριτική όταν πρωτοεμφανίστηκαν. Την άκουσε ο Ντελέζ, την άκουσε ο Φουκώ, την άκουσε ο Ντερριντά, την άκουσε –αυτή κι αν την άκουσε- η Τζούντιθ Μπάτλερ. Ότι «λογοτεχνίζετε», «ψειρίζετε πράγματα δευτερεύουσας σημασίας», «απλώς πολιτισμικά», «αγνοείτε την πρωταρχική αντίφαση, την υλική εκμετάλλευση», διασπάτε το μέτωπο, ενισχύετε τον αντίπαλο κ.λπ. Στις αναλύσεις τους όμως βασίστηκαν πολλά σημαντικά κινήματα τις τελευταίες δεκαετίες.

Κατά έναν τρόπο, στην κριτική αυτή απάντησε όσο ζούσε ο πρώτος εκ των ανωτέρω αναφερομένων, σε ένα βιβλίο του που είχε ως τίτλο το όνομα του δεύτερου:

 

Πριν από τρεις αιώνες, κάποιοι ανόητοι εκπλήσσονταν που ο Σπινόζα ήθελε την απελευθέρωση του ανθρώπου, παρόλο που δεν πίστεψε στην ελευθερία του, ούτε καν στην ιδιαίτερη ύπαρξή του. Σήμερα, καινούριοι ανόητοι, ή οι ίδιοι μετενσαρκωμένοι, εκπλήσσονται που ο Φουκώ μετείχε στους πολιτικούς αγώνες, αυτός που κήρυξε το θάνατο του ανθρώπου[1].

 

Το γεγονός ότι σήμερα κάποιοι/-ες που επικαλούνται αυτά τα κινήματα και ισχυρίζονται ότι μιλούν για λογαριασμό τους καταφεύγουν στην ίδια κριτική εις βάρος άλλων, ίσως δείχνει ότι θέλουν να πετάξουν από πάνω τους τη ρετσινιά, να βρουν επιτέλους κάποιους άλλους στους οποίους να την επιρρίψουν ώστε να οι ίδιοι/-ες να απαλλαγούν απ’ αυτή. Περίπου όπως η προτελευταία γενιά μεταναστών καμιά φορά αναπτύσσει έναν ρατσισμό εις βάρος της τελευταίας.

Όμως, η λειτουργία της επίκλησης αυτής είναι ουσιωδώς λογοκριτική. Είναι μία αστυνόμευση της συζήτησης, ένα Gedankenverbot.

[1] Gilles Deleuze, Foucault, éd. De Minuit, Paris 1986, σ. 96.

Κλασσικό

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.