του Άκη Γαβριηλίδη
Όποιος παρακολουθεί διεθνείς αθλητικούς αγώνες τα τελευταία χρόνια, διαπιστώνει ότι τα ονόματα των αθλητ(ρι)ών με ελληνικό διαβατήριο, στις φανέλες τους, στους σχετικούς πίνακες των τηλεοράσεων και γενικά όπου αλλού συντρέχει περίπτωση, μεταγράφονται στα λατινικά με έναν τρόπο παράλογο και διεστραμμένο, ο οποίος δεν αντιστοιχεί προς αυτό που προφέρουν οι ομιλητές της ελληνικής και, συχνά, δεν αντιστοιχεί προς κάτι που να μπορεί να προφέρει ο ομιλητής οποιασδήποτε γλώσσας χωρίς να στραμπουλήξει τη γλώσσα του.
Το φαινόμενο αυτό νομίζω ότι είναι συνδυσμένο αποτέλεσμα δύο διαφορετικών διαδικασιών. Η μία αφορά την ομιλούμενη και η άλλη την γραπτή γλώσσα.
- Τα τελευταία χρόνια, ιδίως στην Αθήνα και την υπόλοιπη νότια Ελλάδα, υπάρχει η τάση να προφέρονται όλα τα ντ ως d, όλα τα μπ ως b και όλα τα γγ, γκ ως g[1].
Αυτό δεν συνέβαινε πάντοτε, και δεν συμβαίνει παντού όπου μιλιούνται τα ελληνικά. Για να πειστούμε περί αυτού, αρκεί να ακούσουμε κάποια παλιότερα τραγούδια όπου οι τραγουδιστές και οι τραγουδίστριες προφέρουν ευδιάκριτα nd και –σπανιότερα- nt, και επίσης mb.
Η ομογενοποίηση αυτή είναι ένα –ενδεχομενικό- προϊόν της τάσης όλων των γλωσσών για απλούστευση.
Είναι όμως και ένα δείγμα για το ότι αυτό που φαίνεται από μία άποψη να απλουστεύει τα πράγματα, από μία άλλη τα περιπλέκει.
Η γλώσσα είναι μία πληθυντική παραγωγή, όπως έχω γράψει με πολλές αφορμές στο παρελθόν. Σύμφωνα με την διαδεδομένη έκφραση –την οποία πάντως προσωπικά αποφεύγω- φτιάχνεται “απ’ τα κάτω”. Όταν όμως κάτι φτιάχνεται από το πλήθος, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι φτιάχνεται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
- Ως γνωστόν, το τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου εδώ και αιώνες προφέρεται όπως το αγγλικό th στη λέξη then, ή όπως το ισπανικό d. Έτσι, για να αποδοθεί ο ήχος του π.χ. αγγλικού d επιλέχθηκε εναλλακτικά ο συνδυασμός ν-τ. Αντίστοιχα και για το δεύτερο γράμμα.
Όταν λοιπόν πρόκειται να μεταγράψουμε στα ελληνικά μία λέξη από το λατινικό αλφάβητο, οι συνδυασμοί ν-τ και μ-π αντιστοιχούν σε τρεις διαφορετικές δυνατότητες: d, nd και nt ο πρώτος· b, mb και mp ο δεύτερος.
Η ομογενοποίηση που περιέγραψα παραπάνω έχει ως αποτέλεσμα, στον αντίστοιχο βαθμό, και την ισοπέδωση των διαφορών μεταξύ αυτών των δυνατοτήτων: όσοι την ακολουθούν παύουν να προσέχουν ότι είναι άλλο το ένα, άλλο το άλλο και άλλο το τρίτο. Δυνάμει δε της αντιμεταθετικής ιδιότητας, τείνουν να θεωρούν ότι, αφού όλα τα μπ ακούγονται ως b, τότε και όλα τα b μπορούν να γραφούν μπ, αλλά –εδώ είναι το κρίσιμο- να γραφούν και ως mp όταν χρησιμοποιούμε το λατινικό αλφάβητο.
Ακραίο αλλά υπαρκτό παράδειγμα: σε τσατ που εξελισσόταν στην ελληνική γλώσσα αλλά με το λατινικό αλφάβητο (στα “Greeklish”, όπως –ανακριβώς- λέμε), μου έτυχε να διαβάσω τη φράση: “pata to Εder” [=πάτα το Enter].
Εδώ είναι που, στην πληθυντική αυτή παραγωγή, παρεμβαίνει “απ’ τα πάνω” το κράτος για να την αιχμαλωτίσει.
Για κάποιον περίεργο λόγο, εδώ και κάποια χρόνια, κάποιος φωστήρας εντός της ελληνικής γραφειοκρατίας αποφάσισε ότι, στα ελληνικά έγγραφα ταυτοποίησης, τα ονόματα θα γράφονται στα λατινικά κατά απολύτως μονοσήμαντο τρόπο, και κάθε ελληνικό γράμμα θα αντικαθίσταται από ένα μόνο λατινικό –πάντα το ίδιο. Όλα τα μπ θα μετατρέπονται σε mp, όλα τα ντ θα μετατρέπονται σε nt, και όλα τα γ σε g. Δυνάμει του τελευταίου αυτού κανόνα, όταν στο ελληνικό όνομα υπάρχει ο συνδυασμός γκ, θα μεταγράφεται ως … gk –με έναν συνδυασμό δηλαδή που δεν υφίσταται, καθόσον γνωρίζω, σε καμία γλώσσα[2], και που πάντως δεν αντιστοιχεί στο πώς προφέρουμε το γκ στα ελληνικά.
Η παράνοια αυτή της ομοιομορφίας έφτασε στο σημείο να καταλαμβάνει και τη γραφή ονομάτων αλλοδαπών όταν αυτοί εκδίδουν ελληνικές ταυτότητες ή άλλα δημόσια έγγραφα, ακόμη και όταν προέρχονται από χώρες οι οποίες χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο και φυσικά υπάρχει ήδη σε αυτό το αλφάβητο μία γραφή του αντίστοιχου ονόματος –όχι απλώς “μία”, αλλά η πρωτότυπη. Υπαρκτά παραδείγματα: ένας γνωστός μου κύριος, ολλανδικής καταγωγής, ονομάζεται Ledeboer (προφέρεται Λέντεμπουρ), και φυσικά έτσι αναγράφεται το όνομά του στα ολλανδικά χαρτιά του. Όταν έβγαλε ελληνική ταυτότητα, διαπίστωσε ότι εκεί αναφερόταν ως … Lentempour. Αντίστοιχα, μία Ιταλίδα ονόματι Gaddi μεταμορφώθηκε σε Gkanti. Η αλβανικής καταγωγής πρωταθλήτρια του ακοντισμού παγίως αγωνίζεται ως Tzengko· δεν γνωρίζω αλβανικά, αλλά θα μου φαινόταν πολύ περίεργο αν μάθαινα ότι στη γλώσσα αυτή το όνομά της γράφεται έτσι. Επίσης: στην ομάδα του Βόλου αγωνίζεται ένας ελληνοαλβανός ποδοσφαιριστής ονόματι Φάμπιο· στην πλάτη της φανέλας του γράφει Fampio. Για να μην αναφερθούμε βέβαια στον γνωστό μπασκετμπολίστα Δήμο Ντικούδη που τη δεκαετία του 1990 αγωνίστηκε στην Ισπανία ως Ntikoudis, ή στον ακόμα πιο γνωστό μπασκετμπολίστα που το όνομά του είναι Yanis Adetokunbo αλλά είναι υποχρεωμένος να κυκλοφορεί στις ΗΠΑ, και διεθνώς, ως Giannis Antetokoumpo.
Είναι άγνωστο τι όφελος υποτίθεται ότι προκύπτει από αυτήν την πρωτόγονη προκρούστεια λογική, πέρα από μία –και αυτή αμφίβολη κατά τη γνώμη μου- πρακτική διευκόλυνση της ελληνικής γραφειοκρατίας στην ταξινόμηση και την καταγραφή των υπηκόων της. Πρόκειται για μία περίπτωση στην οποία η γλώσσα, ως πληθυντική παραγωγή, καπελώνεται μεγαλοπρεπώς και παραμορφώνεται από την αστυνομική λογική –με την έννοια που δίνει στον όρο αστυνομία ο Ζακ Ρανσιέρ, αλλά και με την συνήθη, καθημερινή έννοια του όρου.
Ίσως είναι καιρός να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πώς μπορεί η πολιτική, κατά την έννοια του Ρανσιέρ, δηλαδή η δημοκρατική πολιτική, να αναδιεκδικήσει τα δικαιώματά της απέναντι στους αγράμματους και τεμπέληδες μπάτσους της γλώσσας.

[1] Εννοώ όπως προφέρονται τα λατινικά αυτά σύμφωνα στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, πλην της ισπανικής.
[2] Παρεκτός ίσως σε σύνθετες λέξεις των οποίων το πρώτο συνθετικό λήγει σε g και το δεύτερο αρχίζει από k.