Γλώσσα,Εθνικισμός

Είμαστε όλοι γλωσσικά ανάπηροι, και ευτυχώς

του Άκη Γαβριηλίδη

Στην νιοστή αστυνομική παρέμβασή του για τη γλώσσα, και ιδίως τη «γλώσσα των νέων», (την οποία ευλόγως έσπευσε να αναπαράγει επαινετικά γνωστός ημιμαθής ακροδεξιός πολιτικός), ο εθνικός μας (τους) ηθικολόγος-παιδονόμος επανέλαβε τις γνωστές αντιεπιστημονικές του συστάσεις για το τι πρέπει να κάνουμε σχετικά με τη γλώσσα, προσθέτοντας αυτή τη φορά ένα νέο (καθόσον γνωρίζω) στοιχείο: την κινδυνολογία/απειλή ότι όποιος δεν μπαίνει στον ζουρλομανδύα του –και δη όποιος είναι αποκομμένος από τα αρχαία και την καθαρεύουσα- «είναι γλωσσικά ανάπηρος».

H υπόθεση αυτή είναι προπετής και προσβλητική, αφενός, και αφετέρου αφελής και αβάσιμη. Το ένα και εξαιτίας του άλλου.

Είναι βέβαια απόρροια της γνωστής αριστοκρατικής γλωσσικής θεολογίας του συγκεκριμένου. Με βάση αυτή την προκρούστεια γλωσσική ιδεολογία, υπάρχει μία «σωστή», «ακέραια», «αρτιμελής» χρήση της γλώσσας, ενώ όλες οι υπόλοιπες είναι υπολειπόμενες, ελλειμματικές, άρα χρήζουν αναμόρφωσης ή προσθετικής.

Η αντίληψη αυτή είναι φυσικά αντίθετη με τις βασικές αρχές της γλωσσολογίας, και γενικά της νεωτερικής ορθολογικής επιστημολογίας, η οποία είναι ριζικά αντιτελεολογική, εξισωτική και μη ιεραρχική. Όπως και παντού αλλού, στη γλώσσα δεν υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες πραγματικότητες. Όποιος κάνει μία τέτοια ιεράρχηση, μας πληροφορεί για τη συγκρότηση της δικής του φαντασίας, όχι των πραγμάτων για τα οποία μιλάει. Και ειδικότερα, όπως μας έδειξε πριν από 400 και πλέον χρόνια ο Σπινόζα, μας δείχνει ότι σκέπτεται με βάση σκοπούς.

Εν προκειμένω, οι σκοποί αυτοί είναι οι σκοποί του έθνους κράτους. Ο εξής ένας: η επιβολή μιας ομογενοποιημένης και τυποποιημένης γλώσσας. Η φαντασία του Μπαμπινιώτη είναι μία φαντασία δασκαλάκου embedded στην στρατο/γραφειοκρατία της καταστολής της γλωσσικής πολυμορφίας, η οποία σερβίρεται διανθισμένη με διάφορες σπουδαιοφανείς αναφορές στον Τσόμσκι, τον Βιτγκενστάιν και άλλα ονόματα κύρους, οι οποίες όμως είναι επιλεκτικές και υποκριτικές.

Ο Μπαμπινιώτης, για παράδειγμα, δηλώνει ότι ανησυχεί για τον κίνδυνο εξαφάνισης «της γλωσσικής πολυμορφίας». Ποιας πολυμορφίας όμως; Αποκλειστικά κείνης που συνίσταται στην ύπαρξη πολλών εθνικών γλωσσών. Στο σενάριό του, η εθνική γλώσσα εμφανίζεται μόνο ως πιθανό (στην πραγματικότητα, απίθανο) θύμα αυτής της ισοπέδωσης, ποτέ ως ο δράστης της.

Στη συνέντευξη αυτή μεταξύ άλλων του τίθεται η εξής ερώτηση:

Υπάρχει ο κίνδυνος η Ευρωπαϊκή Ένωση να λειτουργήσει σαν μια χοάνη μέσα από την οποία να  συνθλιβούν και να υποβαθμιστούν οι γλώσσες των μικρών κρατών;

Και αυτός απαντά:

Ένας τέτοιος κίνδυνος υπάρχει!

Θα πω ότι υπήρχε πάντοτε αλλά τώρα είναι πολύ έντονος. 

Αυτή η κυριαρχία της Αγγλικής είναι μια μάστιγα πνευματική που μπορεί να εξελιχθεί σε εθνική μάστιγα, σε εκπαιδευτική και παιδευτική μάστιγα όταν  δεν στηρίζεται σε αυτό που οι γλωσσολόγοι λένε γλωσσική πολυμορφία.

Δηλαδή υποστηρίζουμε ότι πρέπει να υπάρχει δυνατότητα στους  μαθητές των σχολείων να προσεγγίζουν με επιλογές περισσότερες  ξένες γλώσσες – για τη μητρική  μιλήσαμε.

Πάντοτε ξεκινάμε από κατάκτηση της μητρικής για να περάσουμε στις ξένες γλώσσες

Να υπάρχει για τις ξένες γλώσσες μια δυνατότητα πολυμορφίας και να μην φτάνει η  κατάσταση σ’ ένα γλωσσικό ιμπεριαλισμό μιας γλώσσας η οποία να κυριαρχεί παντού.

Πέρα από το ενοχλητικά εθνο-λωσσαμυντορικό λεξιλόγιο («μάστιγα» κ.λπ.), λέγεται εδώ ξεκάθαρα ότι αυτό που θορυβεί και τον έναν και τον άλλο εκ των δύο συνομιλητών είναι μήπως συνθλιβούν και υποβαθμιστούν οι γλώσσες κρατών. Το να συνθλιβούν –ή να έχουν ήδη συνθλιβεί- γλώσσες οι οποίες τυχαίνει να μην είναι επίσημες σε κανένα κράτος, ή να είναι σε κάποιο κράτος άλλο από εκείνο όπου χρησιμοποιούνται, δεν ενοχλεί καθόλου τον Μπαμπινιώτη, αντιθέτως μάλιστα έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι τον χαροποιεί. Άλλωστε, έχει συμμετάσχει ενεργώς και ενθουσιωδώς στην σχετική προσπάθεια, π.χ. συκοφαντώντας αυτές τις γλώσσες και κηρύσσοντάς τις, τελείως αντιεπιστημονικά, «ανύπαρκτες».

Αυτό ισχύει όχι μόνο για «ξένες» (με βάση τα εθνοκρατικά κριτήρια) γλώσσες, αλλά και για άλλες ποικιλίες που, με τα ίδια κριτήρια, θεωρούνται παραλλαγές της ελληνικής. Π.χ.: στην ίδια συνέντευξη ερωτάται «ποιες αποφάσεις πιστεύει ότι πρέπει να ληφθούν τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Κύπρο [υπογραμμίζω εγώ] ώστε η νέα γενιά να παραμείνει στις ρίζες της», και, στην απάντησή του, δεν κάνει απολύτως καμία διαφοροποίηση μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, εισηγείται τα ίδια μέτρα σε μια λογική one size fits all, τη στιγμή που μιλάμε –εγώ όχι, αλλά αυτοί- για τις ρίζες της «νέας γενιάς», οι οποίες, για την περίπτωση της Κύπρου, περιλαμβάνουν και μία (ή περισσότερες) γλωσσικές ποικιλίες που για κάποιους μπορεί να είναι εξίσου ή και περισσότερο «μητρική γλώσσα» απ’ ό,τι η κοινή νεοελληνική, και ασφαλώς πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα αρχαία ή η καθαρεύουσα.

Η παραπάνω απάντηση, εκτός των άλλων, δείχνει και ότι ο Μπ. αγνοεί παντελώς –ή παριστάνει ότι αγνοεί- την πραγματικότητα και τη γλωσσική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εάν κάποιος θεωρεί ως ύψιστη προτεραιότητα να «μην υποβαθμιστούν οι γλώσσες των μικρών κρατών», τότε θα έπρεπε να είναι πανευτυχής με την γλωσσική αυτή πολιτική και να την θεωρεί πρότυπό του. Όπως είναι –ή μπορεί να γίνει εύκολα- γνωστό στον καθένα, με βάση τις ιδρυτικές της συνθήκες και όλες τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις τους, η ΕΟΚ/ΕΕ αναγνωρίζει ως  επίσημες γλώσσες της και τις 24 επίσημες γλώσσες των κρατών μελών της. Οποιοσδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο όταν απευθύνεται στις υπηρεσίες της, και βεβαίως οποιοσδήποτε ευρωβουλευτής, υπουργός, αρχηγός κράτους όταν τοποθετείται γραπτά ή προφορικά σε κάποιο θεσμικό όργανο, μπορεί να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα του κράτους του και να του παρασχεθούν υπηρεσίες μετάφρασης ή διερμηνείας προς καθεμιά από τις υπόλοιπες 23. Μπορεί δηλαδή να χρησιμοποιήσει την μαλτέζικη, την εσθονική, ακόμα και την γαελική καθόσον αυτή θεωρείται επίσημη γλώσσα της Ιρλανδίας. (Όχι όμως την τουρκική, μολονότι αυτή είναι επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημοκρατίας και μητρική γλώσσα τουλάχιστον ενός εν ενεργεία ευρωβουλευτή. Αυτό όμως έχουμε κάθε λόγο να υποθέσουμε ότι ουδόλως ανησυχεί τον Μπ. και τον αβανταδόρο του, ούτε τους οδηγεί να μιλήσουν για χοάνες σύνθλιψης).

Στην ΕΕ λοιπόν δεν υπάρχει καμία «κυριαρχία της αγγλικής» σε θεσμικό επίπεδο. Βέβαια, στην πράξη συχνά τείνει, όπως παντού αλλού, να χρησιμοποιείται η αγγλική ως γλώσσα πρακτικής συνεννόησης. Ωστόσο, η αγγλική αυτή δεν είναι η αγγλική της Αγγλίας (ή της Σκωτίας, ή της Ουαλλίας, οι οποίες επίσης δεν είναι όλες ίδιες μεταξύ τους), αλλά είναι μία άλλη αγγλική, ή πολλές άλλες· μια αγγλική την οποία μιλάνε, και γράφουν, άτομα τα οποία δεν έχουν αυτή ως μητρική. Όπως είχαν παρατηρήσει εδώ και δεκαετίες οι Ντελέζ-Γκουατταρί, όσο μία γλώσσα επεκτείνεται, τόσο «λεπταίνει»· όσο περισσότερα εδάφη καλύπτει, τόσο πιο ισχνή γίνεται η κάλυψη: η γλώσσα αυτή γίνεται πιο ευάλωτη και μετασχηματίζεται με βάση τις προτεραιότητες, τις γλωσσικές συνήθειες, επιθυμίες και πρακτικές όσων την υιοθετούν. Με το κανονιστικό λεξιλόγιο του Μπ., θα λέγαμε: με βάση τα λάθη, τις αναπηρίες όσων την υιοθετούν[1].

Αυτό που ισχύει σε διαγλωσσικό επίπεδο, ισχύει και σε ενδογλωσσικό (στο βαθμό που έχει νόημα μία τέτοια διάκριση).

Η ελληνική γλώσσα, και όλες ανεξαιρέτως οι γλώσσες, φτιάχτηκαν και μιλήθηκαν από «αναπήρους», από άτομα με ειδικές ανάγκες. Και η γλώσσα είναι ένα φαινόμενο του μη Όλου· καμία συγκεκριμένη ομιλήτρια κάποιας γλώσσας δεν είχε ποτέ «γενικές» ανάγκες, δεν κατείχε τον Φαλλό. Όλοι είχαν ελλείψεις, και η γλώσσα ήταν, και είναι, πάντα αποτέλεσμα –και ταυτόχρονα προϋπόθεση- της συνάντησης, του συνδυασμού και της διάδρασης αυτών των ελλείψεων.

Για να μείνουμε σε ένα πιο πρακτικό επίπεδο: ο Μπ. εμμένει διαρκώς και αγωνιωδώς στην ανάγκη για «καλλιέργεια του  γλωσσικού αισθήματος» την οποία φυσικά μπορεί να εξασφαλίσει μόνο ένας «καταρτισμένος δάσκαλος» με «το κατάλληλο σύστημα διδασκαλίας» που να περιλαμβάνει ολοένα και περισσότερες ώρες γλωσσικής διδασκαλίας. Ωστόσο, η ελληνική γλώσσα, όπως και όλες οι γλώσσες στον κόσμο, έφτασε σε μας μέσα από ανθρώπους που ήταν στη συντριπτική πλειοψηφία τους αναλφάβητοι. «Τη γλώσσα την διασώζει ο όχλος μαζί με τους δασκάλους [cum doctis], ενώ μόνοι οι δάσκαλοι διασώζουν τη σημασία των κειμένων και των βιβλίων»[2].

Ιστορικά, στους περισσότερους τόπους και χρόνους όπου μιλιόταν η (οι) ελληνική (-ές) γλώσσα (-ες), δεν υπήρχαν σχολεία, ή, αν υπήρχαν, σε αυτά ελάχιστα διδασκόταν η γλώσσα, και πάντως ουδόλως οι παλαιότερες μορφές της, τα «αρχαία και η καθαρεύουσα» (που άλλωστε τότε δεν υπήρχαν). Αλλά και σήμερα, που υπάρχουν σχολεία και είναι υποχρεωτικά, τα παιδιά πηγαίνουν σε αυτά μιλώντας ήδη ελληνικά (ή/ και άλλες γλώσσες). Δεν περιμένουν να τα μάθουν εκεί εκ του μηδενός.

Σου έχω λοιπόν νέα, Μπαμπινιώτη μου: όλοι οι άνθρωποι είμαστε γλωσσικά ανάπηροι. Και έτσι σκοπεύουμε να παραμείνουμε. Μεταξύ αυτών, μη προς κακοφανισμό σου, και εσύ. Η «αναπηρία» μας είναι η ίδια η δυνατότητά μας να μιλάμε. Κανείς ποτέ δεν θα γίνει αρτιμελής, ακόμη και αν μάθει απταίστως καθαρεύουσα, αρχαία ή οποιαδήποτε άλλη γνώση και αν αποκτήσει. Και ευτυχώς. Πάρε το απόφαση, χαλάρωσε και απόλαυσέ το.

[1] Θα φέρω εδώ ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Στα «κανονικά», μη ανάπηρα αγγλικά, η έκφραση in case + ρήμα δηλώνει ότι μια ενέργεια γίνεται για να αποφευχθεί ένα απευκταίο ενδεχόμενο στο μέλλον. Στην «ενωσιακή» αγγλική, αντίθετα, περιλαμβανομένων και πολλών οδηγιών, κανονισμών και άλλων κανονιστικών κειμένων, η έκφραση αυτή χρησιμοποιείται πάρα πολύ συχνά για να δηλώσει μία θετική προϋπόθεση για την επέλευση μιας έννομης συνέπειας, με την έννοια «εφόσον, σε περίπτωση που».

Με βάση την πρώτη έννοια, η φράση (επινοημένο παράδειγμα) the EU takes measures in case Russia invades Ukraine σημαίνει ότι η ΕΕ θεσπίζει μέτρα τώρα ούτως ώστε να είναι έτοιμη εάν υπάρξει εισβολή· με τη δεύτερη, θα τα θεσπίσει εφόσον υπάρξει εισβολή.

[2] Σπινόζα, Θεολογικο-πολιτική πραγματεία, κεφ. 7.

Κλασσικό

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.