σεξουαλικότητα,Δίκαιο,Κριτική της πολιτικής οικονομίας,Μετακίνηση,Φύλο

Το συνεχές μεταξύ σεξουαλικής και βιομηχανικής εργασίας

της Ρούτβιτσα Αντριάσεβιτς

 

 

Οι παγκόσμιες διαδικασίες, όπως έχει επισημάνει η Ursula Biemann (2000), «εγκαλούν άμεσα τις γυναίκες ως προς τη σεξουαλικότητά τους» (σ. 76). Από τη δεκαετία του 1990, διεθνικές ερευνήτριες στις φεμινιστικές, τις μεταναστευτικές και τις μετα-αποικιακές σπουδές έχουν αναλάβει θεωρητικές και πολιτικές προσπάθειες να αμφισβητήσουν απόψεις που θεωρούν το trafficking[1] για σεξουαλική εκμετάλλευση ως κάποια ξεχωριστή μορφή σύγχρονης δουλείας και την άποψη που θεωρεί το θύμα διακίνησης ανόμοιο σε σχέση με άλλες μορφές μετακίνησης λόγω του εξαναγκασμού που είναι παρών στον τομέα του σεξ. Και αυτό το έκαναν αποδεικνύοντας ότι η εμφάνιση του trafficking είναι βαθιά συνυφασμένη με τις διαδικασίες της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και πρέπει να κατανοηθεί σε σχέση με τη μεγάλης κλίμακας εργασιακή μετανάστευση των γυναικών (Kempadoo et al., 2015). Αντιμετωπίζοντάς την ως μια «αντι-γεωγραφία» της παγκοσμιοποίησης (Sassen, 2000), οι ερευνήτριες υποστήριξαν ότι το trafficking για τη βιομηχανία του σεξ, ειδικά στον παγκόσμιο Νότο, είναι βαθιά συνυφασμένη με την αγροτική φτώχεια και την ανεργία στις πόλεις, που προκύπτουν από τα προγράμματα λιτότητας και προσαρμογής, τα οποία πίεσαν τις γυναίκες να βρουν εναλλακτικούς τρόπους για να εξασφαλίσουν την επιβίωση των νοικοκυριών τους (Samarasinghe, 2008· Troung, 1990). Επιπλέον, έδειξαν ότι οι γυναίκες χρησιμοποιούν δίκτυα εμπορίας ανθρώπων για να μεταναστεύσουν, καθώς η αυτόνομη κινητικότητά τους παρεμποδίζεται από περιοριστικές πολιτικές συνόρων και θεωρήσεων (Hwang, 2018· Jahnsen και Skilbrei, 2018· Lee, 2010· Pickering και Ham, 2014) και ότι οι μεταναστευτικές πολιτικές είναι ο παράγων-κλειδί που περιορίζει τόσο την ελευθερία κινήσεων των μετανάστριών όσο και τις δυνατότητές τους να έχουν πρόσβαση σε άλλες μορφές εισοδήματος εκτός από την σεξεργασία (Brunovskis και Skilbrei, 2018· Mai, 2018· O’Connell Davidson, 2010· Plambech, 2017· Vuolajärvi, 2018).

Οι ερευνήτριες αυτές, αναδεικνύοντας την ενεργό συμμετοχή των μεταναστριών –χωρίς να παραβλέπουν τις μορφές ελέγχου και ανελευθερίας που βίωσαν οι μετανάστριες στη βιομηχανία της εμπορικής σεξουαλικής εκμετάλλευσης- έδειξαν ότι η διασυνοριακή κινητικότητα και ο έλεγχος της εργασίας των γυναικών που «διακινούνται» με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση δεν αποτελούν εξαίρεση, αλλά μάλλον μοιάζουν με άλλες μορφές διεθνικής εργασιακής μετανάστευσης των γυναικών (Andrijasevic, 2010· Cheng, 2010· FitzGerald, 2020· Thorbek και Pattanaik, 2002). Η ομοιότητα που εντόπισαν οι ερευνήτριες στις μεταναστευτικές διαδρομές και στις σχέσεις ανελεύθερης εργασίας μεταξύ του τομέα της εμπορικής σεξουαλικής εκμετάλλευσης και άλλων τομέων που απαιτούν ανειδίκευτο ή χαμηλής ειδίκευσης εργατικό δυναμικό, όπως η μεταποίηση, η οικιακή εργασία και η εργασία φροντίδας, ανέδειξε τον εκφυλετισμό [racialization] και την εκθήλυνση [feminization] του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού που προκύπτει από την οικονομική παγκοσμιοποίηση (Alexander και Mohanty, 1997· Kempadoo και Doezema, 1998). Αυτή η ένταξη των περιπτώσεων εξαναγκασμού και εκμετάλλευσης στο πλαίσιο ευρύτερων μακροοικονομικών και κοινωνικών σχέσεων αποτέλεσε, με τη σειρά της, το κοινό έδαφος για εννοιακά και πολιτικά προτάγματα που αποσκοπούσαν στην επέκταση της εργασιακής και κοινωνικής προστασίας σε όλους τους εργαζόμενους/-ες και στην οργάνωση συλλογικών μορφών κινητοποίησης ενάντια στην εργασιακή ανελευθερία (Cruz, 2018· Kempadoo et al., 2015).

Ωστόσο, τα προτάγματα αυτά, που αποσκοπούσαν να αναδείξουν κοινά χαρακτηριστικά στις μορφές ελέγχου και εκμετάλλευσης μεταξύ της σεξεργασίας και άλλων δραστηριοτήτων έντασης εργασίας, οδήγησαν παραδόξως όχι στη διεύρυνση της συζήτησης αλλά μάλλον στη στένωση του πεδίου της έρευνας. Η Sarkar (2017) το διατυπώνει συνοπτικά: «Η ανελεύθερη εργασία σήμερα στη Δύση, στο βαθμό που αναγνωρίζεται, θεωρείται ότι ανήκει στη σφαίρα της κατανάλωσης της σεξουαλικής εργασίας» (σ. 176). Έτσι, η σύνδεση του trafficking με τη σύγχρονη δουλεία έχει οδηγήσει στην εντύπωση ότι η καταναγκαστική εργασία είναι ασυνήθιστη, αποτελεί εξαίρεση, οπότε είναι το αντίθετο της ελεύθερης εργασίας (O’Connell Davidson, 2010). Αυτό, με τη σειρά του, έχει οδηγήσει στο να θεωρούνται οι λιγότερο σοβαρές μορφές εκμετάλλευσης ως εγγενείς και, γι’ αυτό, «αποδεκτές» εντός ορισμένων οικονομικών τομέων (Coghlan και Wylie, 2011: 1519).

Με δεδομένη αυτή τη στένωση του πεδίου, ίσως δεν είναι έκπληξη το γεγονός ότι η νέα ερευνητική κατεύθυνση που έχει γίνει αναλυτικό και πολιτικό επίκεντρο των συζητήσεων περί ανελεύθερης εργασίας, έχει αποστασιοποιηθεί από τη σεξουαλική εργασία και εξελιχθηκε σε ένα πεδίο έρευνας διακριτό από το σεξουαλικό trafficking (Gómez-Mera, 2017). Η εξάπλωση παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων σε ολόκληρο τον κόσμο και η κεντρική τους θέση στην παραγωγή, τη διανομή και την κατανάλωση έχει αναζωπυρώσει τη συζήτηση για το πώς εννοιολογούμε την ανελεύθερη εργασία (Fudge, 2019· Shamir, 2012). Η ερευνητική αυτή κατεύθυνση, που αναπτύχθηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, διερευνά κλάδους όπως η μεταποίηση, η γεωργία, η αλιεία, η επεξεργασία τροφίμων, η ένδυση και οι κατασκευές, προκειμένου να αξιολογήσει τη σύνδεση μεταξύ των δυναμικών που κινούν την παγκόσμια οργάνωση της παραγωγής και των διάφορων μορφών ανελευθερίας στην εργασία που βιώνουν οι εργαζόμενοι στην παγκόσμια οικονομία. Η σημασία των αναλύσεων περί ανελεύθερης εργασίας στις εφοδιαστικές αλυσίδες έγκειται στο γεγονός ότι άνοιξαν νέους ερευνητικούς ορίζοντες όσον αφορά τις εμπορικές δυναμικές που γεννούν πρακτικές ανελεύθερης εργασίας σε κλάδους έντασης εργασίας και τους τρόπους με τους οποίους οι τελευταίες γίνονται αναπόσπαστο μέρος της κανονικής λειτουργίας της παγκόσμιας οικονομίας.1

Ο ισχυρισμός που προβάλλω στο παρόν άρθρο είναι ότι η επικρατούσα εστίαση της βιβλιογραφίας για τις εφοδιαστικές αλυσίδες στην βιομηχανική εργασία έχει δημιουργήσει άθελά της τη δυαδική αντίθεση μεταξύ επίσημου (=βιομηχανικού) και άτυπου (=σεξουαλικών υπηρεσιών) τομέα της οικονομίας και έχει θέσει την εργασία στις σεξουαλικές υπηρεσίες ως το «άλλο» της βιομηχανικής εργασίας. Αυτό, με τη σειρά του, έχει συσκοτίσει το πώς η νομική άμβλυνση των ορίων μεταξύ εργασίας στη βιομηχανία και εργασίας στις υπηρεσίες έχει γεννήσει νέες μορφές διάβρωσης των δικαιωμάτων των εργαζομένων, οι οποίες μοιάζουν όλο και περισσότερο με εκείνες που είναι χαρακτηριστικές της σεξουαλικής εργασίας. Αμφισβητώντας τη χωριστή αντιμετώπιση της σεξουαλικής από τη βιομηχανική εργασιακή εκμετάλλευση, τόσο από τους αναλυτές όσο και στο πλαίσιο του δικαίου και της πολιτικής, το παρόν άρθρο προωθεί τη συζήτηση σχετικά με την ανελεύθερη εργασία τόσο εννοιολογικά όσο και εμπειρικά. Εννοιολογικά, υπογραμμίζει τη σημασία της κοινωνικής αναπαραγωγής για την κατανόηση των μορφών ανελευθερίας στην εργασία. Εδώ αντλώ από τη φεμινιστική θεωρία σχετικά με το πώς το φύλο και η σεξουαλικότητα διαμορφώνουν τόσο τις παραγωγικές δομές όσο και τις κοινωνικές σχέσεις αναπαραγωγής, ώστε να επιτρέπουν την εγγραφή της εργασίας σε καθεστώτα συσσώρευσης κεφαλαίου (Baglioni, 2018· Bair, 2010· Mezzadri, 2019· Wright, 2006). Δίνοντας προτεραιότητα στην παραγωγική εργασία ως κύριο πεδίο ανάλυσης της ανελεύθερης εργασίας, παραβλέπουμε την αλληλεξάρτηση ανάμεσα στο χώρο της παραγωγής και εκείνον της αναπαραγωγής την οποία επισημαίνουν οι φεμινίστριες ερευνήτριες και συσκοτίζει το γεγονός ότι – όπως δείχνω μέσω του παραδείγματος της «αποσπασμένης εργασίας» – η υποτίμηση της εργασίας και η έλλειψη νομικής προστασίας που συνήθως πλήττουν τη «γυναικεία εργασία» είναι πλέον ενδημικές και στις βιομηχανίες έντασης εργασίας.

Εμπειρικά, το άρθρο τεκμηριώνει τις ομοιότητες στις μορφές ελέγχου και εκμετάλλευσης μεταξύ σεξουαλικής και βιομηχανικής εργασίας, αναδεικνύοντας πώς το χρέος – το οποίο παίρνει τη μορφή χρόνου και όχι χρημάτων – και η στέγαση λειτουργούν ως μορφές εργασιακής πειθαρχίας και στα δύο περιβάλλοντα. Αντλώ από τα δικά μου ευρήματα πάνω στους μετακινούμενους εργαζομένους στην εφοδιαστική αλυσίδα ηλεκτρονικών ειδών ως παράδειγμα για το πώς το «χρέος χρόνου» και η στέγαση υπό τον έλεγχο του εργοδότη παράγουν σχέσεις εξάρτησης και ανελευθερίας. Όταν τις χρησιμοποιήσουμε στην εξέταση των εργασιακών σχέσεων στις εφοδιαστικές αλυσίδες, η χειραγώγηση του χρόνου εργασίας και ο έλεγχος του ιδιωτικού χώρου των εργαζομένων –φαινόμενα κοινά με το trafficking για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης– αποκαλύπτουν με ποιους τρόπους το χρέος χρόνου και η παροχή στέγης από τον εργοδότη προσδένουν τους εργαζόμενους στους εργοδότες στον βιομηχανικό χώρο εργασίας. Η ιδέα που υπονοώ εδώ, αντλώντας από τη φεμινιστική νομική βιβλιογραφία, δεν είναι απλώς ότι η ανελεύθερη εργασία υποστηρίζεται από τον διαχωρισμό της εργασίας κατά φύλα, αλλά μάλλον ότι η ανελεύθερη εργασία στις εφοδιαστικές αλυσίδες είναι αποτέλεσμα της ιδιοποίησης και της αναδιάρθρωσης του αναπαραγωγικού τομέα από το κεφάλαιο (Fudge, 2019· Kotiswaran, 2014· Steward, 2014). Οι ερευνητές που ενδιαφέρονται να κατανοήσουν και να εξαλείψουν την καταναγκαστική εργασία από τις εφοδιαστικές αλυσίδες θα πρέπει, επομένως, να εξετάσουν την κριτική βιβλιογραφία σχετικά με το trafficking για σεξουαλική εκμετάλλευση, προκειμένου να κατανοήσουν τόσο τους μηχανισμούς που χρησιμοποιούν οι εργοδότες για να εγκλείουν τους εργαζόμενους όσο και τους τρόπους με τους οποίους το κεφάλαιο κινητοποιεί τη διαφορά για να αποσπάσει αξία από την εργασία. Στο κάτω κάτω, το εμπόριο σεξουαλικών υπηρεσιών είναι κεντρικής σημασίας για την ευρύτερη εθνική ανάπτυξη και τις λειτουργίες του διεθνικού κεφαλαίου (Lee, 2010· Sassen, 2000· Scully, 2001).

Δυαδικές μορφές σκέψης, μεταξύ των οποίων και η κατασκευή ενός «άλλου», είναι θεωρητικά και πολιτικά προβληματικές, καθώς ενέχουν τον κίνδυνο να διαιωνίσουν υπάρχουσες σχέσεις αποκλεισμού. Στο βαθμό που οι υπηρεσίες σεξεργασίας ασκούνται κατά κύριο λόγο από μετανάστριες, η δυαδική αντίθεση μεταξύ σεξουαλικής και βιομηχανικής εργασίας αποκλείει τις εμπειρίες των μεταναστριών σεξεργατριών από τις τρέχουσες θεωρητικοποιήσεις των σχέσεων ανελεύθερης εργασίας. Όπως έχει εύγλωττα υποστηρίξει η Clare Hemmings (2011), οι θεωρίες είναι αφηγηματικές κατασκευές που γεννούν πολιτικές γραμματικές. Με βάση αυτή την πεποίθηση, το παρόν άρθρο παρεμβαίνει για να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι ερευνήτριες αφηγούνται ιστορίες σχετικά με τις σχέσεις ανελεύθερης εργασίας στον διεθνικό καπιταλισμό.

 

Καταναγκαστική εργασία στις εφοδιαστικές αλυσίδες

Δύο πεδία της επιστημονικής έρευνας, το trafficking για σεξουαλική εκμετάλλευση και η καταναγκαστική εργασία στις εφοδιαστικές αλυσίδες, σπάνια διασταυρώνονται. Παρακάτω, συνοψίζω τους βασικούς τομείς παρέμβασης και τις θεωρητικές προϋποθέσεις της βιβλιογραφίας περί καταναγκαστικής εργασίας στις εφοδιαστικές αλυσίδες, ώστε να εισαγάγω τις φεμινίστριες ερευνήτριες σε αυτό το νέο ερευνητικό πεδίο.

Μέχρι στιγμής, στις ακαδημαϊκές συζητήσεις σχετικά με την καταναγκαστική εργασία και το trafficking κυριαρχεί η φιλελεύθερη οπτική της «νεο-δουλείας». Η προσέγγιση αυτή τοποθετεί την καταναγκαστική εργασία σταθερά εντός του αναπτυσσόμενου κόσμου και εστιάζει στην βούληση εκμετάλλευσης και στις κακές προθέσεις κάποιων ατόμων. Πιο συγκεκριμένα, εννοιολογεί την καταναγκαστική εργασία με όρους κρουσμάτων κυριαρχίας μεταξύ ατόμων (του δράστη επί του θύματος)· κατ’ αυτήν, εάν κάποιοι άνθρωποι βρίσκονται σε συνθήκες καταναγκαστικής εργασίας, αυτό οφείλεται σε δύο παράγοντες: την εξαπάτησή τους (όταν μπαίνουν) και τη βία (που τους εμποδίζει να βγουν). Για ένα παράδειγμα αυτής της επιχειρηματολογίας, βλ. Bales, 2000. Ερευνητές που μελετούν την καταναγκαστική εργασία στις εφοδιαστικές αλυσίδες αμφισβητούν τη φιλελεύθερη οπτική της «νεο-δουλείας», αναλύοντας τις εμπορικές δυναμικές στις οποίες στηρίζεται η ανελεύθερη εργασία (LeBaron, 2014· LeBaron και Phillips, 2018· Strauss και McGrath, 2017). Αυτοί λοιπόν δείχνουν, αντίθετα, ότι συγκεκριμένοι κλάδοι, ειδικά εκείνοι που είναι έντασης εργασίας, χρησιμοποιούν τη ανελεύθερη εργασία για να καλύψουν τη ζήτηση που δημιουργείται από τη συγκέντρωση της παραγωγής και για να επιτύχουν οικονομικό κέρδος (Feasley, 2016). Με άλλα λόγια, οι επιχειρήσεις αξιοποιούν τη «σύγχρονη δουλεία ως πρακτική διαχείρισης» (Crane, 2013) με στόχο την επίτευξη χαμηλότερων τιμών εντός των εφοδιαστικών αλυσίδων.

Οι ερευνήτριες των εφοδιαστικών αλυσίδων ερμηνεύουν την ανελεύθερη εργασία ως αποτέλεσμα αλληλεπικαλυπτόμενων περιορισμών, και συγκεκριμένα των περιορισμών στην ελευθερία κίνησης, στην ελευθερία αλλαγής εργοδότη και στην ελευθερία αμφισβήτησης των συνθηκών εργασίας (McGrath, 2013). Στη διεθνική παραγωγή, οι μεγάλες φίρμες αναθέτουν σε προμηθευτές τις πτυχές της παραγωγής και της διανομής με το υψηλότερο κόστος και τον μεγαλύτερο κίνδυνο, και με αυτόν τον τρόπο ασκούν έντονη εμπορική πίεση στις τιμές και στους χρόνους παράδοσης σε όλο το μήκος της αλυσίδας. Τα χαμηλά περιθώρια κέρδους που απομένουν στους προμηθευτές, με τη σειρά τους, πιέζουν προς τα κάτω τους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας και οδηγούν σε διάφορες μορφές εκμεταλλευτικής εργασίας (Mayer και Phillips, 2017). Οι επιχειρήσεις συχνά προτιμούν μετανάστες εργαζόμενους καθότι είναι προσωρινοί, μη συνδικαλισμένοι και πιο εύκολα ελεγχόμενοι αφού εξαρτώνται από τους προμηθευτές για να τους δώσουν δουλειά και στέγη. Για να περιγράψουν αυτή τη διεθνική διαδικασία μέσω της οποίας η εργατική δύναμη στρατολογείται, προσλαμβάνεται και δεσμεύεται χωρικά, οι Barrientos (2013) και Gordon (2017) επινόησαν αντίστοιχα τους όρους «αλυσίδες εργασίας» και «αλυσίδες ανθρώπινου εφοδιασμού». Οι περιορισμοί στην ελευθερία αλλαγής εργοδότη ενίοτε αναγράφονται ρητά στις συμβάσεις των εργαζομένων, ενώ η αμοιβή τους παρακρατείται αν αλλάξουν εργοδότη. Η ανελευθερία επιβάλλεται με διάφορες στρατηγικές εργασιακής πειθαρχίας και ελέγχου, όπως μέσω του χρέους (LeBaron, 2014) ή μέσω σύνδεσης του χώρου διαμονής με τον χώρο εργασίας, έτσι ώστε, εάν οι εργαζόμενοι χάσουν τη δουλειά τους, να χάνουν και το δικαίωμα στη στέγαση. Η καθυπόταξη επιδεινώνεται όταν η άδεια παραμονής των μεταναστών εργαζομένων σε μια χώρα εξαρτάται από τη σύμβαση εργασίας τους, καθώς η σύνδεση της διαμονής με τις άδειες εργασίας κάνει τους μετανάστες ευάλωτους σε απέλαση. Επομένως, οι περιοριστικές μεταναστευτικές πολιτικές και η έλλειψη επαρκών εργασιακών εγγυήσεων κατανοούνται καλύτερα ως στρατηγική για τη μείωση του κόστους εργασίας και την αύξηση των ξένων επενδύσεων (Gordon, 2017· LeBaron, 2014).

Δείχνοντας ότι η ανελεύθερη εργασία αποτελεί σταθερή πτυχή της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας, οι ερευνήτριες που ασχολούνται με την εργασία στις εφοδιαστικές αλυσίδες αμφισβητούν την ιδέα ότι η καταναγκαστική εργασία αποτελεί «παρέκκλιση» (Phillips και Mieres, 2014: 245) από την κανονική λειτουργία των αγορών εργασίας και ότι η ανελεύθερη εργασία είναι το αντίθετο της ελεύθερης μισθωτής εργασίας. Οι Strauss και McGrath (2017) μιλούν για ένα «συνεχές εκμετάλλευσης», όχι μόνο για να υπονοήσουν ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να προκύψει εξαναγκασμός ώστε μια αρχικά εθελοντική δραστηριότητα να γίνει εξαναγκαστική, αλλά και για να ξεκαθαρίσουν ότι η ανελευθερία μπορεί να προκύψει τόσο μέσω φυσικού εξαναγκασμού όσο και μέσω αποκλεισμού που ασκείται από τα κράτη μέσα απ’ το μπλοκάρισμα της βίζας ή επισφαλή νομικά καθεστώτα. Η προσέγγιση αυτή, επηρεασμένη από τη μαρξιστική πολιτική οικονομία, επιχειρεί να κατανοήσει τη συνύπαρξη της ανελεύθερης εργασίας με την επέκταση του καπιταλισμού και αμφισβητεί την άποψη ότι η ανελεύθερη εργασία αποτελεί μια προ-καπιταλιστική σχέση που εξέλιπε με την ανάπτυξη των καπιταλιστικών αγορών εργασίας. Σπανίως συζητείται το πώς η έμφυλη και σεξουαλική οργάνωση των αγορών εργασίας συντηρεί σχέσεις ανελεύθερης εργασίας (για μια εξαίρεση, βλ. Strauss, 2012), και ποτέ ο τρόπος με τον οποίο η ανάπτυξη βιομηχανιών έντασης εργασίας συμβαδίζει με την επέκταση των υπηρεσιών σεξουαλικής εργασίας.

 

Κριτικές προσεγγίσεις του trafficking για σεξουαλική εκμετάλλευση

Είναι ίσως κατανοητό ότι οι ερευνητές της ανελεύθερης εργασίας στις εφοδιαστικές αλυσίδες αποφεύγουν τις φεμινιστικές συζητήσεις περί το trafficking, καθώς δεν επιθυμούν να εμπλακούν σε φορτισμένες συζητήσεις περί του αν η σεξουαλική εργασία αποτελεί οικονομική δραστηριότητα ή βία κατά των γυναικών. Ωστόσο, με αυτόν τον τρόπο, αγνοούν την πλούσια βιβλιογραφία περί trafficking που οφείλουμε σε φεμινίστριες συγγραφείς από τον χώρο των μετανάστευτικών, μετα-αποικιακών και διεθνικών σπουδών, οι οποίες, όπως και οι ερευνητές της ανελεύθερης εργασίας, στέκονται επίσης κριτικά απέναντι στον φιλελεύθερο χαρακτηρισμό της καταναγκαστικής εργασίας ως «νεο-δουλείας». Προς τούτο, επισημαίνουν τις αλληλεξαρτήσεις μεταξύ οικονομικής αναδιάρθρωσης και παγκόσμιου εμπορίου σεξ, καθώς και μεταξύ σεξουαλικής οικονομικής δραστηριότητας και βιομηχανικής εργασίας. Η μελέτη της Scully (2001) σχετικά με την ανάπτυξη των τοπικών τομέων εμπορικού σεξ στη Νότια Ασία και τη Νότια Αμερική κατά τον 19ο αιώνα έδειξε ότι αυτοί αναπτύχθηκαν σε ανταπόκριση προς τη στρατολόγηση μη λευκών δεσμευμένων [indentured] εργατών για να αντικαταστήσουν την εργασία των Αφρικανών σκλάβων στις εξορυκτικές βιομηχανίες, καθώς και προς την μεγάλης κλίμακας μετανάστευση ανύπαντρων, λευκών Ευρωπαίων και Βορειοαμερικανών ανδρών που ήθελαν να πλουτίσουν δουλεύοντας σε κολοσσιαία κατασκευαστικά έργα. Η βιομηχανία σεξουαλικών υπηρεσιών έπαιξε καθοριστικό ρόλο, όπως έδειξε η Jin-Kyung Lee (2010), στην ταχεία οικονομική άνοδο της Νότιας Κορέας, η οποία εξελίχθηκε από νεο-αποικία των ΗΠΑ σε βιομηχανική υπερδύναμη. Στην Ινδία, η αγορά του σεξ και η εργασία με ημερήσιο μισθό δεν είναι καθόλου ξεχωριστά φαινόμενα. Η εργασία της Svati Shah (2014) έδειξε ότι, στο βαθμό που οι μετανάστριες στον κατασκευαστικό κλάδο αμείβονται γενικά με χαμηλότερο ημερήσιο μισθό από τους άνδρες συναδέλφους τους και συνήθως θεωρούνται ανειδίκευτες, η πώληση σεξουαλικών υπηρεσιών γίνεται μία από τις πολυάριθμες στρατηγικές διαβίωσης στις οποίες εμπλέκονται παράλληλα.

Όσο για το πώς προκύπτει και διατηρείται το trafficking για σεξουαλική εκμετάλλευση, οι ερευνήτριες της κριτικής τάσης εστίασαν την προσοχή τους στους περιορισμούς της διασυνοριακής κινητικότητας των μεταναστριών, στους περιορισμούς της ικανότητάς τους να καθορίζουν τις δικές τους συνθήκες εργασίας και διαβίωσης, καθώς και στην ικανότητά τους να έχουν πρόσβαση σε άλλες αγορές εργασίας πέρα απ’ το εμπόριο του σεξ. Οι ερευνήτριες έχουν κάνει πολλή δουλειά για να δείξουν τις επιβλαβείς επιπτώσεις του πρωτοκόλλου των Ηνωμένων Εθνών για την πρόληψη, καταστολή και τιμωρία της εμπορίας ανθρώπων, ειδικά γυναικών και παιδιών (πρωτόκολλο του Παλέρμο), το κύριο διεθνές νομικό μέσο για την καταπολέμηση του trafficking. Το πρωτόκολλο του Παλέρμο, το οποίο προέκυψε μετά την δημόσια κατακραυγή εναντίον της «σεξουαλικής δουλείας», έχει οδηγήσει σε ευρεία ποινικοποίηση των μεταναστριών σεξεργατριών (Grupo Davida, 2015) και έχει χρησιμοποιηθεί ως μέσο κοινωνικού ελέγχου για την απομάκρυνση των σεξεργατριών από τα εργασιακά τους περιβάλλοντα (Kotiswaran, 2015). Τα μέτρα για την καταπολέμηση του trafficking έχουν οδηγήσει σε αυστηρότερους συνοριακούς και μεταναστευτικούς ελέγχους, σε τέτοιο βαθμό που ο συνοριακός έλεγχος έχει καταστεί αναπόσπαστο μέρος της αστυνόμευσης της σεξεργασίας, με αποτέλεσμα να μην είναι σπάνιο υπάλληλοι της υπηρεσίας μετανάστευσης να συμμετέχουν στην αστυνόμευση του εμπορίου σεξ (Jahnsen και Skilbrei, 2018· Vuolajärvi, 2018). Ερευνητές της ανελεύθερης εργασίας στις εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν χρησιμοποιήσει τον όρο «αλυσίδες εργασίας» για να περιγράψουν τις εξαρτήσεις μεταξύ των προσλαμβανόντων και των εργαζομένων· ομοίως, κριτικές ερευνήτριες του trafficking έχουν αποδείξει ότι τα μέτρα κατά της μετανάστευσης καθιστούν τους μετανάστες εξαρτημένους από μεσάζοντες για την οργάνωση του ταξιδιού και της απασχόλησής τους (Andrijasevic, 2010· Plambech, 2017).

Όταν οι μετανάστριες είναι χωρίς χαρτιά, αυτό περιορίζει τις επιλογές τους για απασχόληση σε τέτοιο βαθμό, ώστε όσες εργάζονται σε κλειστά κλαμπ να θεωρούν τον τομέα του σεξ ως τη μόνη ασφαλή επιλογή τους, καθώς δεν απαιτεί κίνηση σε δημόσιους χώρους και, έτσι, μειώνει τον κίνδυνο σύλληψης και απέλασης (Ribeiro και Sacramento, 2005). Οι κριτικές ερευνήτριες επομένως έχουν τεκμηριώσει ότι το νομικό πλαίσιο για την καταπολέμηση του trafficking έχει ευνοήσει έναν διαχωρισμό στην αγορά εργασίας, δημιουργώντας περιθωριοποιημένες ομάδες που δεν έχουν πρόσβαση στην επίσημη αγορά εργασίας, ούτε σε κανένα από τα προστατευτικά μέτρα που συνήθως παρέχουν τα κράτη στους πολίτες και τους εργαζόμενους (Anderson, 2009· Brennan, 2017). Όπως το εκφράζει εύστοχα ο Mai (2016) με τον όρο «δεσμευμένη εκμετάλλευση», οι μετανάστες συχνά υπομένουν σχέσεις εργασίας με δεσμευτικούς όρους για σύντομα χρονικά διαστήματα ώστε να έχουν μια καλύτερη ζωή μακροπρόθεσμα. Γι’ αυτό, υποστηρίζουν οι κριτικοί ερευνητές του trafficking, δεν μπορούμε να χωρίσουμε τις μετανάστριες εργαζόμενες σε δύο εντελώς χωριστές και διακριτές ομάδες –εκείνες που λόγω trafficking βυθίζονται παρά τη θέλησή τους σε άθλιες συνθήκες δουλοκτητικού τύπου σε έναν παράνομο ή αρύθμιστο οικονομικό τομέα, απ’ τη μια, και εκείνες που εργάζονται εθελοντικά και νόμιμα στον ευτυχισμένο και προστατευμένο κόσμο της επίσημης οικονομίας απ’ την άλλη (Anderson και Andrijasevic, 2008). Όπως και η βιβλιογραφία περί ανελεύθερης εργασίας στις εφοδιαστικές αλυσίδες, οι κριτικές ερευνήτριες του trafficking ισχυρίζονται ότι η ανελευθερία κίνησης και η εκμετάλλευση προκύπτουν τόσο στα νόμιμα όσο και στα παράνομα συστήματα μετανάστευσης, δημιουργώντας έτσι ένα «συνεχές εμπειρίας» χωρίς να μπορούν να οριστούν μέσω της διχοτομίας «ελεύθερη έναντι καταναγκαστικής εργασίας» (Anderson και O’Connell Davidson, 2003· Shah, 2014). Με αυτόν τον τρόπο, οι ερευνήτριες που είναι κριτικές προς το trafficking αμφισβήτησαν τη διάκριση μεταξύ «εθελοντικής» και «αναγκαστικής» εργασιακής μετανάστευσης και μας έκαναν να δούμε πώς αυτή η διάκριση συσκοτίζει τις ομοιότητες μεταξύ των μορφών εκμετάλλευσης που λαμβάνουν χώρα σε χαμηλόμισθους τομείς με υψηλή συγκέντρωση μεταναστών εργαζομένων, ένας από τους οποίους και ο τομέας των σεξουαλικών υπηρεσιών (Kempadoo et al., 2015).

Συνοψίζοντας: οι κριτικές ερευνήτριες έχουν αμφισβητήσει τον τρόπο με τον οποίο η σεξουαλική εργασία και άλλες μορφές χαμηλόμισθης εργασίας κατασκευάζονται λεκτικά ως διακριτές μεταξύ τους, καθώς και την αντίληψη ότι οι μεταναστευτικοί και συνοριακοί έλεγχοι είναι ουδέτεροι ως προς το φύλο και τη σεξουαλικότητα. Και έδειξαν αντιθέτως την αλληλεξάρτηση μεταξύ σεξουαλικής εργασίας, βιομηχανικής εργασίας και ευρύτερης οικονομικής ανάπτυξης και αποκάλυψαν ότι κανονιστικές παραδοχές περί θηλυκότητας και γυναικείας σεξουαλικότητας είναι ενσωματωμένες στις μεταναστευτικές και εργασιακές ρυθμίσεις.

 

Αλληλεξαρτήσεις: πώς προχωράμε τη συζήτηση περί ανελευθερίας στην εργασία

Σε όσα ακολουθούν επανεξετάζω τις συζητήσεις περί χρέους, στέγασης και εργασίας στις υπηρεσίες για να δείξω πώς οι αναλύσεις της κριτικής προσέγγισης στο trafficking μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα μορφές εγκλεισμού και ελέγχου της εργασίας που γεννούν ανελευθερία στη βιομηχανική εργασία και να αναδείξω ότι η αναδυόμενη διάβρωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων είναι αποτέλεσμα της σύγχυσης του ορίου μεταξύ βιομηχανικής οικονομίας και οικονομίας των υπηρεσιών.

 

Από το χρηματικό χρέος στο χρέος χρόνου

Ερευνητές της ανελεύθερης εργασίας στις εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν εντοπίσει το χρηματικό χρέος ως ακρογωνιαίο λίθο των σχέσεων ανελεύθερης εργασίας· οι μετανάστες εργαζόμενοι συσσωρεύουν χρέος λόγω υψηλών αμοιβών που καταβάλουν για την πρόσληψή τους ή δανείων που παίρνουν για να καλύψουν τα έξοδα ταξιδιού, βίζας και διαμονής. Κατά συνέπεια, το χρέος περιορίζει την ελευθερία των εργαζομένων και στα τρία μέτωπα: στο να μετακινούνται, να αλλάζουν εργοδότες και να αμφισβητούν τις συνθήκες εργασίας (LeBaron και Phillips, 2018· Strauss και McGrath, 2017). Το χρέος, όπως το έχει διατυπώσει ο LeBaron (2014: 766), αποτελεί μηχανισμό «εργασιακής πειθαρχίας» που αποκλείει την αποχώρηση από μια σύμβαση, ανεξάρτητα από τις συνθήκες εργασίας, και δεσμεύει τους εργαζόμενους σε έναν συγκεκριμένο εργοδότη ή μεσάζοντα (Phillips και Mieres, 2014).

Ενώ δεν διαφωνούν ως προς το πώς λειτουργεί το χρηματικό χρέος σε σχέση με τον εγκλεισμό στην εργασία, οι κριτικές ερευνήτριες του trafficking έχουν δείξει ότι το χρέος καθεαυτό δεν αποκλείει την έξοδο από σχέσεις ανελεύθερης εργασίας. Η έρευνα πάνω στην αυτενέργεια που ασκούν οι μετανάστριες σεξεργάτριες έχει καταρρίψει την υπόθεση ότι οι γυναίκες εξέρχονται από σχέσεις ανελεύθερης εργασίας επειδή τις «διασώζει» η αστυνομία: το μεγαλύτερο ποσοστό των μεταναστριών που βιώνουν ανελεύθερη εργασία ξεφεύγουν από αυτές τις καταστάσεις εκμετάλλευσης χωρίς βοήθεια (Della Giusta et al., 2008). Δεδομένου ότι το χρηματικό χρέος από μόνο του δεν εμποδίζει την έξοδο από συνθήκες περιορισμού, οι κριτικές ερευνήτριες του trafficking αναδεικνύουν ότι η «κράτηση» εργαζομένων για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, με σκοπό την εκμετάλλευση της σεξουαλικής τους εργασίας, την ιδιοποίηση των εισπράξεών τους και τη μεγιστοποίηση του οικονομικού κέρδους είναι πιο επικερδής από την αποπληρωμή του ίδιου του χρέους (Andrijasevic, 2010). Κατά συνέπεια, καθώς οι πελάτες πληρώνουν για τον χρόνο των σεξεργατριών, η χειραγώγηση του χρόνου εργασίας αναγνωρίζεται ως η βασική μέθοδος ελέγχου για τη δημιουργία εξάρτησης και ανελευθερίας (Cruz et al., 2017· Sanders και Hardy, 2014).

Πρόσφατες μελέτες πάνω στις στρατηγικές ελέγχου στις εφοδιαστικές αλυσίδες της βιομηχανίας ενδυμάτων και ηλεκτρονικών ειδών έχουν αναδείξει τη σημασία αυτού που αποκαλώ «χρονικό χρέος» για την αποκόμιση της μέγιστης αξίας από την εργασία και την πρόσδεση των εργαζομένων στους εργοδότες. Η έρευνα των Jenkins και Blyton (2017) για τα εργοστάσια ενδυμάτων στην Ινδία και η μελέτη των Andrijasevic και Sacchetto (2017) για τη συναρμολόγηση ηλεκτρονικών ειδών στην Τσεχική Δημοκρατία δείχνουν πώς οι εργοδότες χρησιμοποιούν τον χρόνο ως νόμισμα στο χώρο εργασίας και δημιουργούν σκόπιμα σχέσεις χρέους. Όταν οι εργαζόμενοι δεν συμπληρώνουν τις ώρες εργασίας λόγω ελλείψεων στη διαχείριση της εφοδιαστικής αλυσίδας ή χαμηλού όγκου παραγγελιών, εξακολουθούν να εισπράττουν τον μισθό τους, αλλά τώρα «χρωστάνε» στον εργοδότη τις ώρες που έχουν πληρωθεί αλλά τις δεν έχουν ακόμα δουλέψει. Με τον καιρό, το χρονικό χρέος των εργαζομένων γίνεται τόσο μεγάλο που δεν είναι σε θέση να αποπληρώσουν τις ώρες που οφείλουν στον εργοδότη δουλεύοντας πέρα από το κανονικό τους ωράριο. Το χρέος χρόνου λειτουργεί έτσι ως μηχανισμός ελέγχου της εργασίας, καθώς προσδένει τους εργαζόμενους στον εργοδότη, ειδικά κατά τις περιόδους χαμηλής παραγωγής.

Όπως λειτουργεί ο έλεγχος στην οικονομία των σεξουαλικών υπηρεσιών, παρόμοια και στον μεταποιητικό τομέα η σχέση χρέους περιστρέφεται γύρω από την χειραγώγηση του χρόνου εργασίας, με στόχο όχι την επ’ αόριστον διατήρηση της εργατικής δύναμης αλλά μάλλον τη δημιουργία ενός χρονικού δεσμού που επιτρέπει στις επιχειρήσεις να ανταποκρίνονται στις διακυμάνσεις της αγοραίας ζήτησης. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το χρονικό χρέος αποτελεί επίσης, κατά τη γνώμη μου, ένα πρίσμα μέσω του οποίου μπορούμε να παρατηρήσουμε πώς το παγκόσμιο κεφάλαιο αναδιαμορφώνει τον παλαιό χωρικό διαχωρισμό μεταξύ παραγωγικής και αναπαραγωγικής εργασίας σε μια νέα χρονική διάκριση μεταξύ αμειβόμενης εργασίας και δυνητικής εργασίας. Η χρονική αυτή διάκριση επιτρέπει στους εργοδότες να «αποικίζουν» και να εμπορευματοποιούν (δηλ. να προπληρώνουν) τις εργασιακές δυνητικότητες, ή μάλλον τη διαθεσιμότητα των εργαζομένων να εργαστούν στο εγγύς μέλλον αποζημιώνοντας μόνο το χρόνο στην παρούσα παραγωγή. Επομένως, η εννοιολογική συμβολή που προσφέρει η χρονική προοπτική στη βιβλιογραφία πάνω στην ανελεύθερη εργασία στις εφοδιαστικές αλυσίδες είναι ότι αποκαλύπτει πώς οι εργοδότες μετακυλίουν τους κινδύνους της κυμαινόμενης ζήτησης της αγοράς στους εργαζόμενους και δημιουργούν σχέσεις χρέους που βαθαίνουν την εξάρτηση των εργαζομένων και εμποδίζουν την έξοδο.

 

Ενοποίηση των σφαιρών παραγωγής και αναπαραγωγής

Οι ερευνητές της ανελεύθερης εργασίας στις εφοδιαστικές αλυσίδες, όπως και οι ερευνήτριες του trafficking, εξετάζουν την παροχή στέγης από τον εργοδότη (employer-provided housing – EPH) ως μια μορφή ελέγχου επί της μεταναστευτικής εργασίας. Οι πρώτοι έχουν επισημάνει ότι η EPH δημιουργεί σχέσεις εξάρτησης μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, περιορίζοντας την ελευθερία κίνησης και τις κοινωνικές διαδράσεις των εργαζομένων (McGrath, 2013· Strauss και McGrath, 2017). Η έρευνα σχετικά με την EPH στο trafficking καταλήγει σε πολύ παρόμοια συμπεράσματα: εάν την ευθύνη για τον καθορισμό της διαμονής τον έχουν κάποιοι τρίτοι, αυτό τους δίνει μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στο χρόνο και την εργασία των γυναικών, ιδίως όταν αυτές είναι χωρίς χαρτιά, και εντείνει τον επαγγελματικό διαχωρισμό των φύλων καθότι περιορίζει τις επιλογές απασχόλησης των μεταναστών (Mai, 2018· Ribeiro και Sacramento, 2005). Το γεγονός ότι η σεξουαλική εργασία συχνά λαμβάνει χώρα στην «ιδιωτική» σφαίρα είναι σημαντικό όχι μόνο επειδή οδηγεί σε υψηλά επίπεδα εκμετάλλευσης, ελέγχου και κακοποιήσεων, αλλά και επειδή εννοιολογικά δείχνει πώς η σεξεργασία, ως μορφή «εμπορευματοποίησης ή νομισματοποίησης κοινωνικά αναπαραγωγικής εργασίας» (Cruz, 2018: 76), προβληματοποιεί τον διαχωρισμό μεταξύ παραγωγικής και αναπαραγωγικής σφαίρας.

Η ενοποίηση των παραγωγικών και αναπαραγωγικών χώρων βρίσκεται στον ίδιο τον πυρήνα του ευέλικτου καθεστώτος εργασίας που εφαρμόζεται στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Το καθεστώς εργασίας των κοιτώνων (Pun, 2016), μέσω του οποίου επιτυγχάνεται αυτή η ενοποίηση, συγχωνεύει την παραγωγική και την αναπαραγωγική σφαίρα προκειμένου να επιτρέψει στην εργοδοσία να επεκτείνει τον έλεγχο επί της εργασίας από το εργοστάσιο έως τους χώρους ύπνου και διαβίωσης των εργατών, αποκομίζοντας έτσι πρόσθετη αξία από την «ιδιωτική» τους ζωή. Εγκατεστημένοι σε κοντινή απόσταση από τα εργοστάσια, οι κοιτώνες συνδυάζουν χώρους εργασίας και διαμονής, επιτρέποντας έτσι στις πολυεθνικές εταιρείες να επιμηκύνουν την εργάσιμη ημέρα και να ελέγχουν σχεδόν το σύνολο της καθημερινής αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Μελέτες πάνω στις εφοδιαστικές αλυσίδες ηλεκτρονικών προϊόντων (Andrijasevic και Sacchetto, 2017· Schling, 2017) το δείχνουν αυτό τέλεια, όταν περιγράφουν πώς οι διευθυντές εμφανίζονται στα δωμάτια των εργαζομένων και τους υποχρεώνουν να επιστρέψουν στην εργασία, ακόμα κι αν αυτοί έχουν μόλις τελειώσει τη βάρδια τους και έχουν αποσυρθεί στον κοιτώνα για να κοιμηθούν. Το να βρίσκονται πάντα υπό την εποπτεία της εργοδοσίας περιορίζει την ελευθερία των εργαζομένων να ελέγχουν τις συνθήκες εργασίας και ζωής τους, καθώς επιβάλλει απρογραμμάτιστες βάρδιες και υπερωρίες και στερεί από τους εργαζόμενους χρόνο ανάνηψης. Καθώς η διαμονή συνδέεται με τη σύμβαση εργασίας, όταν ένας μετανάστης απολύεται, αυτομάτως μένει χωρίς κατοικία, άστεγος.

Οι αναλύσεις των κριτικών ερευνητριών του trafficking για το πώς η ανελευθερία στην αγορά του σεξ διατηρείται μέσω ταυτόχρονου ελέγχου των χώρων εργασίας και διαμονής έχουν μεγάλη εννοιολογική συνάφεια για τις σημερινές βιομηχανίες έντασης εργασίας καθώς μας επιτρέπουν να δούμε πώς ο έλεγχος των σχέσεων παραγωγής από το κεφάλαιο έχει ως άξονα τον άμεσο έλεγχό του επί της κοινωνικής αναπαραγωγής της εργασίας. Σε αντίθεση με το νόμο που ορίζει το όριο μεταξύ παραγωγικής και αναπαραγωγικής εργασίας, το κεφάλαιο έχει θολώσει το όριο μεταξύ εργασίας και χρόνου και χώρου εκτός εργασίας, προσαρτώντας έτσι τον παραδοσιακό σεξουαλικό καταμερισμό της εργασίας και καθιστώντας εμφανές ότι, για την ίδια τη λειτουργία τους, οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες εξαρτώνται από την ιδιοποίηση του αναπαραγωγικού χώρου των εργαζομένων. Το πώς αυτή η οικειοποίηση «εξαντλεί» (Plomien και Schwartz, 2020) τις συνθήκες κοινωνικής αναπαραγωγής της μεταναστευτικής εργασίας φαίνεται καθαρότερα στο γεγονός ότι οι κοιτώνες φιλοξενούν εργαζομένους ως άτομα, όχι οικογένειες, και εφαρμόζουν αυστηρά την πολιτική «όχι παιδιά», θέτοντας έτσι τους μετανάστες εργαζόμενους εκτός των κανονικών κύκλων της αναπαραγωγικής σφαίρας και προσανατολίζοντας κάθε δραστηριότητα προς την κάλυψη των παραγωγικών αναγκών της επιχείρησης.

 

Οι εργαζόμενοι ως υπηρεσία

Σπανίως γίνεται σύγκριση μεταξύ των συζητήσεων περί βιομηχανικής εργασίας και περί εργασίας στις υπηρεσίες ώστε να διαπιστωθούν οι ομοιότητές τους. Κι ωστόσο, υπάρχει μια μορφή εργασίας που είναι ευρέως διαδεδομένη στην Ευρώπη, η λεγόμενη «αποσπασμένη εργασία», στην οποία φαίνεται ξεκάθαρα η υποχώρηση της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ βιομηχανικής οικονομίας και οικονομίας των υπηρεσιών. Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), η αποσπασμένη εργασία αναφέρεται σε έναν εργαζόμενο που αποστέλλεται από τον εργοδότη του για να εργαστεί προσωρινά σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ και είναι πιο διαδεδομένη στους τομείς των κατασκευών, της ναυπηγικής, της φιλοξενίας, της επεξεργασίας κρέατος και της μεταποίησης. Σε αυτή την περίπτωση, εργαζόμενοι «αποσπώνται» μόνο προσωρινά από το ένα κράτος στο άλλο, με σκοπό να εκτελέσουν για σύντομο χρονικό διάστημα συγκεκριμένες υπηρεσίες (για τον συμφωνημένο πάροχο υπηρεσιών) στο κράτος υποδοχής και στη συνέχεια να επιστρέψουν στο κράτος καταγωγής τους. Αν και στο κείμενο της νομοθεσίας αναφέρονται ως εργαζόμενοι, οι αποσπασμένοι δεν ασκούν, σύμφωνα με το νόμο, το δικαίωμά τους στην ελεύθερη κυκλοφορία ως εργαζόμενοι, δηλαδή το νόμιμο δικαίωμα που παρέχει στους πολίτες της ΕΕ τη δυνατότητα να αναζητήσουν εργασία σε άλλη χώρα της ΕΕ, να παραμείνουν εκεί ακόμη και μετά τη λήξη της απασχόλησής τους και να απολαμβάνουν ίση μεταχείριση με τους υπηκόους της χώρας αυτής όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, τις συνθήκες εργασίας και όλα τα άλλα κοινωνικά και φορολογικά πλεονεκτήματα. Αντίθετα, η κινητικότητά τους θα ήταν ορθότερο να χαρακτηριστεί ελεύθερη κινητικότητα υπηρεσιών, ρυθμίζεται δε από την οδηγία για την απόσπαση εργαζομένων (OAE), στόχος της οποίας είναι να άρει τα νομικά και διοικητικά εμπόδια στην προσωρινή διακίνηση υπηρεσιών από εργοδότες εντός της ΕΕ. Με άλλα λόγια, να διευκολύνει τη διασυνοριακή κινητικότητα των εργαζομένων αντιμετωπίζοντας ρητά ανθρώπους ως «υπηρεσίες».

Αυτό που με ενδιαφέρει εδώ είναι ότι, καθώς η απόσπαση θεωρείται διακίνηση υπηρεσιών και όχι εργαζομένων, οι αποσπασμένοι, σύμφωνα με τους ίδιους τους ορισμούς της οδηγίας, δεν αποκτούν πρόσβαση στην αγορά εργασίας του κράτους στο οποίο μετακινούνται. Με άλλα λόγια, ο χαρακτηρισμός τους ως υπηρεσιών τούς τοποθετεί εκτός του θεσμικού πλαισίου απασχόλησης της χώρας υποδοχής και εκτός συνδικαλιστικής εκπροσώπησης (Novitz, 2014). Η κατάσταση είναι ακόμη πιο δύσκολη για τους πολίτες εκτός ΕΕ, οι οποίοι μπορεί να αντιμετωπίζονται ως «παράνομοι» στη χώρα υποδοχής, παρότι έχουν αποσπαστεί νόμιμα. Αυτό γίνεται πιο εμφανές στην περίπτωση Σέρβων εργαζομένων που αποσπάστηκαν στη Σλοβακία για τη συναρμολόγηση ηλεκτρονικών συσκευών. Το 2017, η σλοβακική επιθεώρηση εργασίας ειδοποίησε την αστυνομία ότι σε ένα εργοστάσιο συναρμολόγησης λάμβανε χώρα «παράνομη εργασία»· ως τέτοια εννοούσε το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι αφενός είχαν υπερβεί την περίοδο 90 ημερών χωρίς βίζα και, αφετέρου, ότι δεν είχαν σύμβαση εργασίας με τον κατασκευαστή. Οι εργαζόμενοι, ωστόσο, είχαν σύμβαση με γραφείο προσωρινής απασχόλησης που τους είχε προσλάβει στη Σερβία, είχαν εγγραφεί ως αποσπασμένοι εργαζόμενοι στο ουγγρικό υποκατάστημα του ίδιου γραφείου (επομένως, τυπικά ήταν αποσπασμένοι από άλλο κράτος μέλος της ΕΕ) και στη συνέχεια είχαν παραχωρηθεί με σύμβαση μίσθωσης στην εταιρεία συναρμολόγησης στη Σλοβακία ως τελικό εργοδότη. Ενώ οι εργαζόμενοι βίωναν συνθήκες καταναγκαστικής εργασίας, τις οποίες θα περιγράψω παρακάτω, η ιδιότητά τους ως αποσπασμένων εργαζομένων τους απέκλειε από το θεσμικό πλαίσιο εργασίας της Σλοβακίας και τα κανάλια εκπροσώπησής του. Έτσι, συνελήφθησαν, τέθηκαν υπό κράτηση και απελάθηκαν (Andrijasevic και Novitz, 2020).

Θεωρώ ότι η «εξωτερική» θέση των αποσπασμένων εργαζομένων παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες με την εργασία που επιτελούν οι μετανάστριες εργαζόμενες στην οικονομία σεξουαλικών υπηρεσιών. Οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι, όπως και οι μετανάστριες εργαζόμενες στο σεξ ή οι οικιακές βοηθοί και οι εργαζόμενες στον τομέα της φροντίδας, βρίσκονται εκτός της «επίσημης» αγοράς εργασίας της χώρας υποδοχής, πράγμα που περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητά τους να διεκδικήσουν και να επιβάλουν τα εργασιακά και κοινωνικά τους δικαιώματα. Αυτοί οι περιορισμοί στη ρυθμιστική προστασία και τη συλλογική εκπροσώπηση οδηγούν σε σημαντικές παραβιάσεις των εργασιακών δικαιωμάτων των αποσπασμένων εργαζομένων, όπως η έλλειψη εργασιακής ασφάλειας, η αμοιβή κάτω από τον κατώτατο μισθό της χώρας υποδοχής, ώρες εργασίας πέρα απ’ το ανώτατο όριο, ασφαλιστικές κρατήσεις-μαϊμού και μη καταβολή αμοιβών για διακοπές και υπερωρίες (Alberti και Danaj, 2017· Wagner, 2018).

Στην παραπάνω περίπτωση των Σέρβων εργαζομένων, αυτό σήμαινε ότι κέρδιζαν λιγότερα από όσα τους είχαν αρχικά υποσχεθεί, όχι επειδή δεν τους καταβαλλόταν η συμβατική ωρομίσθια αμοιβή (2,20 ευρώ την ώρα, ποσό χαμηλότερο από τον εθνικό κατώτατο μισθό των 3,58 ευρώ), αλλά επειδή το γραφείο εργασίας αφαίρεσε από τον μισθό τους τα έξοδα διαμονής και μετακίνησης και δεν τους κατέβαλε το υπεσχημένο επίδομα τακτικής παρουσίας. Οι εργαζόμενοι εργάζονταν σε βάρδιες των 12 ωρών με ένα 30λεπτο απλήρωτο διάλειμμα, το οποίο έπαιρναν μόνο εφόσον το επέτρεπαν οι άμεσοι προϊστάμενοί τους, και ήταν υποχρεωμένοι να νουν υπερωρίες, αλλιώς κινδύνευαν με απόλυση. Σε περίπτωση που αποχωρούσαν κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης, οι εργαζόμενοι έπρεπε να καταβάλουν στον εργοδότη αποζημίωση ίση με το σύνολο των αποδοχών τους. Κανένας εργαζόμενος δεν αμειβόταν σύμφωνα με τις κρατήσεις για κοινωνική ασφάλιση ούτε είχε υγειονομική κάλυψη, και καθώς οι μισθοί καταβάλλονταν σε μετρητά ήταν αδύνατο για τους εργαζόμενους να καταγγείλουν τυχόν κρατήσεις ή μη καταβολή. Επιπλέον, οι εργαζόμενοι βίωναν κοινωνική απομόνωση και έλεγχο των κινήσεών τους, καθώς στεγάζονταν σε κοιτώνες εκτός του κέντρου της πόλης και στην εργασία τους τους μετέφεραν οι εργολάβοι με ειδικά πούλμαν (Andrijasevic και Novitz, 2020). Συνοψίζοντας, πρόκειται για μια ομάδα εργαζομένων παγιδευμένων σε μια εργασιακή σχέση στην οποία εισήλθαν εθελοντικά αλλά από την οποία δυσκολεύονται να βγουν καθώς είναι δεμένοι με σύμβαση με συγκεκριμένο εργοδότη, απειλούνται με πρόστιμα ή/και μη καταβολή μισθών, υπόκεινται σε παράνομες κρατήσεις από τον μισθό, βρίσκονται διαρκώς σε κίνδυνο να απελαθούν ή να μείνουν άστεγοι αφού η διαμονή τους εξαρτάται από την εργασία τους, είναι απομονωμένοι λόγω γεωγραφικής θέσης και γλώσσας και δεν έχουν καμία ουσιαστική νομική προστασία.

Σημειωτέον ότι η βραχυπρόθεσμη απόσπαση εργαζομένων βρίσκεται σε άνοδο στην Ευρώπη και ήδη είναι πιο διαδεδομένη από την κλασική, μακράς διάρκειας ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων (Mussche και Lens, 2018). Το ότι μεγάλα τμήματα του βιομηχανικού εργατικού δυναμικού ταξινομούνται νομικά ως «υπηρεσίες» δείχνει πόσο αυθαίρετη είναι η στεγανή διάκριση μεταξύ βιομηχανικής οικονομίας και οικονομίας των υπηρεσιών. Η περίπτωση των αποσπώμενων εργαζομένων δείχνει ότι υπάρχει ένα συνεχές με όρους παραβιάσεων των εργασιακών δικαιωμάτων και εργασιακής εκμετάλλευσης μεταξύ αποσπασμένης εργασίας και «παραδοσιακής» εργασίας στις υπηρεσίες. Η υπαγωγή μεγάλων τμημάτων της «βιομηχανικής» εργασίας στο ρυθμιστικό πεδίο της οικονομίας των υπηρεσιών έχει περιορίσει τις κοινωνικές και νομικές προστασίες των εργαζομένων, ενώ ταυτόχρονα τους κάνει εξαιρετικά ευάλωτους, μεταξύ άλλων και σε ανελεύθερη εργασία. Όπως το έθεσε συνοπτικά η Katie Cruz (2018), οι συνθήκες εργασίας και τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων στη βιομηχανία ή στη μεταποίηση «μειώνονται και μοιάζουν όλο και περισσότερο με εκείνα που χαρακτηρίζουν την σεξουαλική εργασία» (σ. 82).

 

Συμπέρασμα

Ο ισχυρισμός που προβάλλω σε αυτό το άρθρο είναι ότι η τρέχουσα θεωρητική προσέγγιση σχετικά με την ανελεύθερη εργασία στις εφοδιαστικές αλυσίδες έχει καθιερώσει έναν δυϊκό τρόπο σκέψης για τις αγορές εργασίας: απ’ τη μια η παραγωγική βιομηχανική εργασία και από την άλλη η εργασία στις σεξουαλικές υπηρεσίες. Αυτός ο δυϊσμός δίνει προτεραιότητα στις βιομηχανίες έντασης εργασίας και στον τομέα της παραγωγής ως πεδία εξέτασης των δυναμικών που οδηγούν σε ανελεύθερη εργασία. Το ότι οι αναλύσεις των κριτικών μελετητριών του trafficking παραλείπονται από τη βιβλιογραφία περί ανελεύθερης εργασίας στις εφοδιαστικές αλυσίδες είναι ανησυχητική, καθώς διαιωνίζει αυτό που η Saskia Sassen (1998) έχει ονομάσει «αφήγημα έξωσης». Ένα τέτοιο αφήγημα ερμηνεύει τις οικονομικές δυναμικές ως ουδέτερες από άποψη φύλου και σεξουαλικότητας και περιορίζει το αναλυτικό πρίσμα μέσω του οποίου διερευνώνται μεταβαλλόμενα καθεστώτα ελέγχου και εκμετάλλευσης.

Το παρόν άρθρο αναδεικνύει τα κοινά στοιχεία μεταξύ βιομηχανικής και σεξουαλικής υπηρεσιακής εργασίας, προκειμένου να αποκαλύψει ένα συνεχές μεταξύ τομέων που συνήθως διαχωρίζονται στις επιστημονικές αναλύσεις περί ανελεύθερης εργασίας. Με αυτόν τον τρόπο, κάνει ορατούς τους τρόπους με τους οποίους η ανάδυση ανελεύθερης εργασίας στο πλαίσιο του τρέχοντος κύματος καπιταλιστικής ανάπτυξης υποστηρίζεται από την αναδιάρθρωση του παραδοσιακού σεξουαλικού καταμερισμού εργασίας. Δείχνει επίσης πώς υπονόμευση της οριοθέτησης μεταξύ βιομηχανικής εργασίας και της εργασίας στις υπηρεσίες στους ίδιους τους νόμους δημιουργεί νέες μορφές διάβρωσης των δικαιωμάτων των βιομηχανικών εργατών, οι οποίες μοιάζουν όλο και περισσότερο με εκείνες που χαρακτηρίζουν την σεξεργασία.

Οι θεωρητικές επιπτώσεις του εντοπισμού στοιχείων που είναι κοινά στη βιομηχανική και στη σεξουαλική υπηρεσιακή εργασία έγκεινται στο ότι καθιστά ορατό, όπως έχει αποδείξει η  Anna Tsing (2009), πώς ο «καπιταλισμός των εφοδιαστικών αλυσίδων» κινητοποιεί τη διαφορά – φύλο, σεξουαλικότητα, καθεστώς ιθαγένειας– για να δομήσει παγκόσμιες διαδικασίες παραγωγής και να αποσπάσει αξία από την εργασία. Οι πολιτικές συνέπειες της συσχέτισης κριτικών αναλύσεων του παγκόσμιου εμπορίου σεξ με εκείνες της καταναγκαστικής εργασίας στις εφοδιαστικές αλυσίδες έγκεινται στο ότι θεμελιώνουν τους αγώνες κατά της καταναγκαστικής εργασίας στις εμπειρίες και τις υποκειμενικότητες των μεταναστριών και των σεξεργατριών, ειδικά από τον παγκόσμιο Νότο, των οποίων οι φωνές έθεσαν τα θεμέλια για τον επαναπροσδιορισμό των αφηγήσεων περί «νεο-δουλείας» για το trafficking (Kempadoo, 2015).

 

Η Rutvica Andrijašević είναι επίκουρη καθηγήτρια διεθνούς μετανάστευσης στο πανεπιστήμιο του Μπρίστολ. Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε στο European Journal of Women’s Studies, τόμος 28, τεύχος 4, με τίτλο Forced labour in supply chains: Rolling back the debate on gender, migration and sexual commerce. Μετάφραση: Α.Γ.

[1] Σ.τ.μ.: σε νομικά κείμενα, όπως ιδίως εκείνα της ΕΕ, ο όρος αυτός έχει επικρατήσει να αποδίδεται ως «εμπορία ανθρώπων». Στο παρόν άρθρο έκανα την επιλογή να τον αφήνω τις περισσότερες φορές αμετάφραστο, διότι με την απόδοση αυτή χάνεται το στοιχείο της μετακίνησης, συνήθως διασυνοριακής, που χαρακτηρίζει το trafficking –ένα στοιχείο το οποίο είναι κρίσιμο για την επιχειρηματολογία της συγγραφέως. Μερικές φορές, όταν χρησιμοποιείται ως ρήμα, το αποδίδω ως «διακίνηση».

Κλασσικό

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.