του Μαρουάν Ρασέντ
Ο Έντουαρντ Σαΐντ, στο τέλος της κριτικής του για τον λόγο των ΜΜΕ περί Ισλάμ, στο βιβλίο του Covering Islam (σ. 169), έγραψε τα εξής:
Η θέση μου σε αυτό το βιβλίο είναι ότι οι κανονικοποιημένες, ορθόδοξες καλύψεις του Ισλάμ που συναντάμε στον ακαδημαϊκό χώρο, στην κυβέρνηση και στα μέσα ενημέρωσης αντίστοιχα είναι αλληλένδετες και γνώρισαν μεγαλύτερη διάδοση, πειστικότητα και επιρροή στη Δύση από οποιαδήποτε άλλη «κάλυψη» ή ερμηνεία. Η επιτυχία αυτής της κάλυψης μπορεί να αποδοθεί στην πολιτική επιρροή των ανθρώπων και των θεσμών που την παράγουν και όχι απαραίτητα στην αλήθεια ή την ακρίβεια. Έχω επίσης υποστηρίξει ότι αυτή η κάλυψη έχει εξυπηρετήσει σκοπούς που μόνο περιφερειακά σχετίζονται με την πραγματική γνώση του ίδιου του Ισλάμ. Το αποτέλεσμα ήταν ο θρίαμβος όχι μόνο μιας συγκεκριμένης γνώσης του Ισλάμ, αλλά μάλλον μιας συγκεκριμένης ερμηνείας η οποία, ωστόσο, δεν παρέμεινε αδιαμφισβήτητη ούτε απρόσβλητη από τα ερωτήματα που θέτουν οι ανορθόδοξες, ερευνητικές διάνοιες.
Ο στόχος μου σήμερα είναι διττός. Πρώτον, θα προσπαθήσω να δείξω ότι μια τέτοια διαδικασία κατέστη δυνατή χάρη στην περιθωριοποίηση των αραβικών επιστημών και της φιλοσοφίας κατά τη φαντασιακή συγκρότηση μιας «χημικά καθαρής» ευρωπαϊκής ταυτότητας, η οποία, για τον σκοπό αυτό, ονομάστηκε «ιουδαιο-χριστιανική». Η κατασκευή αυτή εξακολουθεί να εξαρτάται, όπως θα δείξω, από την αποικιακή γνώση και την οπτική της για το Ισλάμ. Δεύτερον, θα εξετάσω τον τρόπο με τον οποίο η ιδεολογία αυτή έχει γίνει σημαντικό στοιχείο του κατασταλτικού μηχανισμού στα δυτικά πανεπιστήμια σήμερα.
*
Ας ξεκινήσουμε με τον τρόπο με τον οποίο ο Jean-Etienne Montucla, στο έργο του Histoire des mathématiques, που χρονολογείται στα τέλη του 18ου αιώνα (Παρίσι, έτος VII = 1798/9), παρουσιάζει τα αραβικά μαθηματικά (τ. Ι, σ. 352):
Οι Άραβες, για τους οποίους συνήθως έχουμε τόσο αρνητική άποψη, δεν ήταν πάντα αδιάφοροι απέναντι στις χάρες της επιστήμης και των γραμμάτων. Είχαν, όπως όλοι οι άλλοι λαοί, περιόδους βαρβαρότητας και έλλειψης καλλιέργειας· στη συνέχεια όμως εξευγενίστηκαν τόσο πολύ, ώστε λίγα έθνη μπορούν να καυχηθούν για τόση φώτιση και τόσο ζήλο για την υψηλή γνώση, όση επέδειξαν εκείνοι επί αρκετούς αιώνες. Ενώ οι επιστήμες έπεσαν στη λήθη μεταξύ των Ελλήνων και επιβίωσαν σχεδόν αποκλειστικά στις βιβλιοθήκες, οι Άραβες τις έφεραν στις δικές τους ακτές και τους έδωσαν τιμητικό άσυλο. Τέλος, υπήρξαν οι μόνοι θεματοφύλακες των επιστημών αυτών επί μεγάλο χρονικό διάστημα· στις ανταλλαγές που είχαμε μαζί τους είναι που οφείλουμε τις πρώτες ακτίνες φωτός, οι οποίες διακόπτουν το σκοτάδι του εντέκατου, του δωδέκατου και του δέκατου τρίτου αιώνα.

Μια τέτοια ιστορία των μαθηματικών είναι αξιοσημείωτη κατά το ότι δεν υποστασιοποιεί ακόμη τους λαούς στη σχέση τους με την επιστήμη ή την αφαίρεση. Δεν λειτουργεί ακόμη με κατηγορίες όπως «Ευρωπαίος», «Σημίτης», «Δυτικός», «Ανατολικός» κ.λπ. Η κατευθυντήρια προϋπόθεσή της είναι εκείνη της ανθρώπινης προόδου, καθολικής και αδιαφοροποίητης. Κάθε λαός μπορεί, εφόσον οι ιστορικές συνθήκες είναι ευνοϊκές, να αναπτύξει και να καλλιεργήσει τις πιο εκλεπτυσμένες τέχνες και επιστήμες. Μπορεί επίσης, μετά από μια περίοδο ευημερίας, να περιπέσει σε παρακμή. Αυτή είναι η ιστορική αρχή που ο Μοντυκλά εφαρμόζει στον αραβικό πολιτισμό. Αρχικά αδαής περί των θεωρητικών επιστημών, έζησε στη συνέχεια τη χρυσή του εποχή, προτού βυθιστεί σε πνευματικό λήθαργο.
Ο Ευρωπαίος συγγραφέας δεν βρίσκεται ακόμη σε θέση υπεροψίας ή στιγματισμού, είτε σιωπηρού είτε ρητού. Περιγράφει έναν κόσμο που υστερεί σε σχέση με τον δικό του όσον αφορά την επιστημονική και τεχνική ανάπτυξη, αλλά δεν τον θεωρεί κατώτερο λόγω κάποιου ουσιοκρατικού ντετερμινισμού. Κυριαρχούν ιστορικά, και επομένως αντικειμενικά, κριτήρια. Ο Διαφωτισμός στα καλύτερά του.
Όλα άλλαξαν με την αποικιοκρατία. Αυτή αποτέλεσε σοκ για τον αραβικό κόσμο, αλλά ήταν επίσης –όπως σπάνια επισημαίνεται– σοκ για την Ευρώπη, η οποία υποχωρούσε από τα ίδια της τα διαφωτιστικά ιδανικά. Για έναν ιστορικό των αραβικών επιστημών και της φιλοσοφίας, η αποικιακή ιστοριογραφία είναι ουσιαστικά κενή. Ενώ εκατοντάδες χιλιάδες Ευρωπαίοι έζησαν σε αραβικές χώρες για ενάμιση αιώνα, σχεδόν ποτέ δεν αναφέρουν κάποια φιλοσοφική ή μαθηματική πραγματεία γραμμένη από Άραβα συγγραφέα, ποτέ δεν συζητούν μια ιδέα που προτάθηκε από κάποιον από αυτούς, ποτέ δεν εκφράζουν σύνθετες ή απλώς ευφυείς σκέψεις σχετικά με τον αραβικό πολιτισμό. Οι αποικιοκράτες, όλων των κοινωνικών τάξεων, αρκούνται σε μερικά κλισέ για αυτό που αποκαλούν «ισλαμισμό» –ουσιαστικά κοινοτοπίες για το Ισλάμ ως θρησκεία και την υποτιθέμενη ψυχολογία του μουσουλμάνου. Ο στενόμυαλος αυτός αποικιακός οριενταλισμός είναι έργο αποικιακών δημοσίων υπαλλήλων που υπηρετούσαν στον τοπικό στρατό (και άρα έχουν συχνά αίμα ντόπιων στα χέρια τους) και είχαν αποκτήσει κάποια γλωσσική και εθνογραφική γνώση για τους Άραβες. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, έναν από τους πιο ικανούς, τον Jean-Dominique Luciani (1851-1932), έναν Κορσικανό από οικογένεια αποικιακών διοικητικών υπαλλήλων. Ο Λυσιανί είχε πτυχίο νομικής από την Αιξ-αν-Προβάνς και δίπλωμα στα αραβικά και τα καβυλικά. Εντάχθηκε στους τυφεκιοφόρους της Αλγερίας το 1870, οι οποίοι κατέστειλαν την αλγερινή εξέγερση το 1870-1871. Δεν είχε καμία εκπαίδευση στη φιλοσοφία, τις επιστήμες ή τη θεολογία. Το μόνο του ταλέντο ήταν η γλωσσική ικανότητα που είχε αποκτήσει στη μητρική Γαλλία και, εν συνεχεία, στο πεδίο της δράσης. Αυτό προσδίδει στην προσέγγισή του ένα χαρακτηριστικό οριενταλιστικό ύφος, βασισμένο σε μεταφράσεις από τα αραβικά, χωρίς δογματική ή θεωρητική ανάλυση, χωρίς ιστορική αναδρομή, χωρίς καμία προσπάθεια να ανοίξουν πεδία. Ακόμα χειρότερα, τα θέματα που εξετάζει συνδέονται πάντα κατά κάποιο τρόπο με τις ανάγκες της αποικιακής διοίκησης.
Ας πούμε: έγραψε ένα έργο πάνω στους κανόνες κληρονομικής διαδοχής στο μουσουλμανικό δίκαιο.

Όταν ένας/ μία σοβαρός ιστορικός ενδιαφέρεται για αυτό το ζήτημα, γνωρίζει, υποτίθεται, ότι η αριθμητική της κληρονομικής διαδοχής παίζει σημαντικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο ο αλ-Χουαρίζμι, ο ιδρυτής της άλγεβρας γύρω στο 830, αντιλαμβάνεται τη νέα επιστήμη. Θα παραθέσω μερικές γραμμές από τον πρόλογο αυτού του θεμελιώδους έργου. Του ζητήθηκε από τον χαλίφη αλ-Μα’μούν, λέει,
Αλ-Χουαρίζμι, «Οι απαρχές της άλγεβρας»
επιμέλεια, μετάφραση και σχόλια του Ρόσντι Ρασέντ, Λονδίνο, 2009, σ. 94
… να συντάξει ένα συνοπτικό βιβλίο πάνω στη μορφή του υπολογισμού στην άλγεβρα και την al–muqābala· ήθελα να περιλαμβάνει ό,τι είναι λεπτό και ό,τι είναι πιο ευγενές στον υπολογισμό, καθώς και ό,τι πραγματικά χρειάζονται οι άνθρωποι σε θέματα που αφορούν κληρονομίες, κληροδοτήματα, τη διανομή τους, τις αποφάσεις τους, τις εμπορικές συναλλαγές τους και όλα όσα αντιμετωπίζουν μεταξύ τους, όσον αφορά τη μέτρηση και άλλα θέματα που σχετίζονται με τον υπολογισμό και τις παραλλαγές του.
Αυτό ακριβώς είναι, κατά τη γνώμη μου, το σημείο που διαχωρίζει την οριενταλιστική (ή αποικιακή) οπτική από την οικουμενιστική προσέγγιση. Ο αποικιοκράτης ερευνητής, αγνοώντας τον βαθύ δεσμό μεταξύ του υπολογισμού κληρονομιών και της άλγεβρας, διερευνά το ζήτημα των κανόνων κληρονομικής διαδοχής επειδή αυτό ενδιαφέρει την αποικιακή διοίκηση, η οποία προσπαθεί να συμβιβαστεί με τις τοπικές παραδόσεις. Αν κοιτάξουμε τη σελίδα του τίτλου της μετάφρασης του Λυσιανί, βλέπουμε ότι το έργο «εκδόθηκε κατόπιν εντολής του κ. Ζυλ Καμπόν, Γενικού Κυβερνήτη της Αλγερίας». Όταν μετά διαβάζουμε τον πρόλογο, αυτός δεν προδίδει κανένα κοινωνιολογικό ή ανθρωπολογικό –πόσο μάλλον επιστημολογικό– ενδιαφέρον. Μοναδικός σκοπός του βιβλίου είναι να ενημερώσει τον αποικιοκράτη για τους βασικούς κανόνες που διέπουν την κληρονομική διαδοχή των αυτοχθόνων.
Πάνω από έναν αιώνα αργότερα, η αντικαποικιακή συνείδηση έχει προχωρήσει. Μια οικουμενική προοπτική είναι πλέον εφικτή. Οι ιστορικές πληροφορίες είναι πιο λεπτομερείς, αλλά πάνω απ’ όλα, χάρη στην καλύτερη κατανόηση της ιστορίας των αραβικών μαθηματικών, είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε το επιστημονικό πλαίσιο αυτού του είδους σκέψης. Κατανοούμε πλέον ότι η εμφάνιση της προχωρημένης σκέψης σχετικά με την αριθμητική κληρονομικής διαδοχής είναι ακατανόητη χωρίς την ανασυγκρότηση του αλγεβρικού προτάγματος του αλ-Χουαρίζμι, το οποίο και τροφοδοτεί. Το πρόταγμα της Τέχνης της Άλγεβρας δεν έγκειται απλώς στον ισχυρισμό ότι η αριθμητική μπορεί να εφαρμοστεί σε οποιοδήποτε μετρήσιμο αντικείμενο, κάτι που θα ήταν τετριμμένο. Αντίθετα, κατά εξαιρετικά μορφικό [formal] τρόπο, συνίσταται στην επιμονή ότι οι συνθήκες εγκυρότητας μιας επιστήμης μπορούν να αποσυνδεθούν από αυτό που ο Αριστοτέλης αποκαλούσε «γένος» της, δηλαδή τη συγκεκριμένη οντολογία των αντικειμένων της –και συγκεκριμένα των αριθμών για την αριθμητική και των μεγεθών για τη γεωμετρία. Η εκλέπτυνση του προτάγματος του αλ-Χουαρίζμι συνίσταται στο ότι επεκτείνει αυτή την μορφική ουδετεροποίηση της άλγεβρας πέρα από τα αρχαία όρια των μαθηματικών αντικειμένων, και έτσι σχετικοποιεί επίσης το όριο μεταξύ του αφηρημένου ιδανικού και των συγκεκριμένων εφαρμογών του. Δυνάμει αυτού του δεύτερου είδους επέκτασης είναι που ο υπολογισμός των κληρονομιών έχει τη θέση της στην άλγεβρα του αλ-Χουαρίζμι. Η άλγεβρα εισάγει έτσι μια νέα μορφικότητα άγνωστη στην ελληνική μαθηματική επιστήμη. Σε αντίθεση με την αριστοτελική θέση που επικράτησε για περισσότερο από ένα χιλιετία, μια επιστήμη μπορεί πλέον να είναι απόλυτα αυστηρή και καθορισμένη, ενώ ταυτόχρονα να μπορεί να εφαρμόζεται σε διαφορετικά αντικείμενα, δηλαδή να παραμένει οντολογικά ουδέτερη ή, αν προτιμάτε, μορφική.
Το παράδειγμα αυτό νομίζω ότι δείχνει ένα σταθερό χαρακτηριστικό της αποικιακής γνώσης, καλύτερα απ’ ό,τι θα το έκανε μία μακροσκελής διάλεξη. Η αποικιακή γνώση, ακόμη και όταν αναφέρεται σε κάτι άλλο εκτός από το τσάι μέντας, τις θρησκευτικές σέκτες και την πολυγαμία (πράγμα σπάνιο), στερείται εγγενώς επιστημολογικού ενδιαφέροντος. Περιγράφει, με ποικίλους βαθμούς πολυμάθειας και γλωσσικής δεξιότητας, αντικείμενα του παρελθόντος, των οποίων η απομονωμένη περιγραφή, εμμονική στις λεπτομέρειες και τυφλή απέναντι σε κάθε είδους συνολική οπτική, παρατείνει, όπως το έθεσε τόσο εύστοχα ο Έντουαρντ Σαΐντ, τον πόλεμο μέσω του λόγου. Η μελέτη που εγώ αποκαλώ «οικουμενιστική» στοχεύει να συνδυάσει την ακριβή ιστορική γνώση –αναγκαστικά οριοθετημένη, όπως κάθε σοβαρή ακαδημαϊκή γνώση πρέπει να είναι– με την ικανότητα να κατανοούμε τι διακυβεύεται για την ανθρωπότητα στο σύνολό της. Ο μόνος δυνατός τρόπος για να δούμε τον αλ-Χουαρίζμι, για παράδειγμα, είναι να κατανοήσουμε τις ακριβείς συνθήκες, μεταξύ άλλων ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές, της ανάδυσης της άλγεβρας στη Βαγδάτη γύρω στο 830, αλλά και να τοποθέτησουμε αυτή την ανάδυση μέσα σε μια μακροπρόθεσμη ιστορία των μαθηματικών, λαμβάνοντας υπόψη ιδιαίτερα την ευκλείδεια παράδοση.
Ένα δεύτερο παράδειγμα, που αυτή τη φορά δεν προέρχεται από τα μαθηματικά αλλά από τη φιλοσοφία. Ο Λυσιανί συνέταξε μια κριτική έκδοση και γαλλική μετάφραση ενός σημαντικού έργου της αραβικής παράδοσης, τον Οδηγό για οριστικές αποδείξεις των αρχών της πίστης ( ﻗﻮﺍﻃﻊ ﺍﻷﺩﻟﺔ ﻓﻲ ﺃﺻﻮﻝ ﺍﻻﻋﺘﻘﺎﺩ ﻛﺘﺎﺏ ﺍﻹﺭﺷﺎﺩ ﺇﻟﻰ) του Ιμάμ αλ-Χαραμάιν αλ-Τζουαϊνί (1028-1085), ενός από τους βαθύτερους στοχαστές της ισλαμικής παράδοσης. Είναι από μόνο του σημαντικό ότι ο Λυσιανί δεν μεταφράζει τον τίτλο αυτόν ορθά, αλλά μετατρέπει την καθαρά θεωρητική του συνδήλωση σε κάτι πιο θρησκευτικό: Le livre du Tawhid, traité sur l’unicité selon le sunnisme («Το Βιβλίο του Ταουχίντ, πραγματεία για την ενότητα σύμφωνα με τον σουνιτισμό»). Με αυτόν τον ευφάνταστό τίτλο, ο Λυσιανί απομακρύνει την ιδέα της ορθολογικής μεθόδου που αποτελεί συστατικό στοιχείο του προτάγματος του αλ-Τζουαϊνί και προσθέτει την οριενταλιστική έννοια ενός ειδικά «σουνιτικού» δόγματος, το οποίο φυσικά θα ήταν σημαντικό να εξηγηθεί στους Δυτικούς ώστε αυτοί να κατανοήσουν καλύτερα τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του ντόπιου πληθυσμού. Και εδώ, ο ακαδημαϊκός οριενταλισμός έχει μια προτίμηση για την εθνογραφία, ενώ το φιλοσοφικό περιεχόμενο των στοχασμών του αλ-Τζουαϊνί εξαφανίζεται.
Αυτό που έτσι παραβλέπουμε και χάνουμε είναι το γεγονός ότι ο αλ-Τζουαϊνί ήταν ο πρώτος που εισήγαγε στην κλασική ισλαμική σκέψη την έννοια του τρόπου [mode] (ﺣﺎﻝ), την οποία επινόησε ο μεγάλος μουταζιλίτης στοχαστής του 10ου αιώνα Αμπού Χασίμ αλ-Τζουμπάι. Όπως η άλγεβρα του αλ-Χουαρίζμι εγκαινιάζει μια νέα εποχή για τη μαθηματική οντολογία, έτσι και η εισαγωγή της έννοιας του τρόπου μαρτυρεί μια επέκταση του αρχαιοελληνικού πεδίου της μεταφυσικής, και συγκεκριμένα της αριστοτελικής οντολογίας, προς μια πιο μορφική κατεύθυνση. Η έννοια του τρόπου αντικαθιστά την αυστηρή αντίθεση του Αριστοτέλη μεταξύ υποκειμένου (ουσία) και ιδιότητας (κατηγόρημα) με μια πιο μορφική προσέγγιση της πραγματικότητας: η έννοια του τρόπου μάς επιτρέπει να θεωρήσουμε ότι η ουσία συμπίπτει με τους μορφικούς προσδιορισμούς της, χωρίς, σε αντίθεση με τον Αριστοτέλη και τους σχολιαστές του, να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα της οντολογικής δομής του «σύνθετου». Σε αυτή την άνευ προηγουμένου διαμόρφωση, η ουσία γίνεται ένα είδος αλγεβρικής οντότητας Χ, για την οποία γνωρίζουμε μόνο ό,τι μπορούμε να αποδείξουμε αναλυτικά. Ο τρόπος και ο αλγεβρικός άγνωστος –το «πράγμα», όπως το αποκαλεί ο αλ-Χουαρίζμι –, υπό αυτή την έννοια, δεν είναι παρά δύο πτυχές της ίδιας νεωτερικότητας.
Θα προχωρήσω ακόμη περισσότερο: η έννοια του τρόπου που επινόησε ο Αμπού Χασίμ, και υιοθέτησε ο αλ-Τζουαΐνι, είναι ακατανόητη αν δεν λάβουμε υπόψη την πρόσφατη εφεύρεση της άλγεβρας. Και αυτό διότι ο τρόπος παίρνει από την άλγεβρα την ιδέα ότι έγκυρες συνεπαγωγές μπορούν να γίνουν, με καθαρά αναλυτικό τρόπο, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε γνώση του οντολογικού υποστρώματος των προσδιορισμών που εμπλέκονται στην απόδειξη.
Ο τροπικός προσδιορισμός της ουσίας είναι τόσο μορφικός που οδηγεί ακόμη και σε ένα είδος αναστολής του λογικού νόμου, τον οποίο υπερασπίζεται ο Πλάτων στον «Παρμενίδη» και ο Αριστοτέλης στα «Μετά τα φυσικά» Γ 7, του αποκλειομένου μέσου. Να πώς, για παράδειγμα, χαρακτηρίζει τον τρόπο ο αλ-Κιγιά αλ-Χαράσι, έναν από τους μαθητές του αλ-Τζουαϊνί, στο δικό του έργο λογικής θεολογίας (χειρόγραφο του Καΐρου, ‘ilm al-kalām 290, φύλλο 105v):
Ο Αμπού Χασίμ, γιος του Αμπού ‘Αλί, είπε: «Όσο για μένα, λέω ότι το να είναι κανείς ισχυρός και το να είναι κανείς γνώστης είναι τρόποι της ουσίας, οι οποίοι ούτε είναι η ουσία ούτε επιπροστίθενται στην ουσία» (تسیلو تاذلا لاوحأ ةیملاعلاو ةیرداقلا : لوقأ انأ : يلع يب أ نبا مشاھ وبأ لاق ت اذلا ىلع ةدئاز لاو تاذلا يھ).
Al–Kiyā’ al–Harrāsī, χειρόγραφο του Καΐρου, ‘ilm al–kalām 290, φύλλο 105v
Οι αρχαιοελληνικές οντολογίες –είτε πλατωνικές, είτε αριστοτελικές, είτε στωικές (με το επικούρειο φιλοσοφικό ρεύμα τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα)– δεν γνωρίζουν την έννοια του τρόπου. Από την άλλη, η σύγχρονη ευρωπαϊκή φιλοσοφία την χρησιμοποιεί εκτενώς. Ο τρόπος γίνεται κρίσιμη έννοια στον Ντεκάρτ, ενώ έχει κεντρική θέση στη φιλοσοφία του Σπινόζα. Μέχρι σήμερα, δεν έχει γραφτεί κάποια ιστορία μιας τόσο σημαντικής έννοιας της σύγχρονης οντολογίας. Θα ήταν όμως εξαιρετικά ενδιαφέρον να κατανοήσουμε την εξέλιξή της, από την εμφάνισή της στη Βαγδάτη τον 10ο αιώνα έως την ευρεία χρήση της στη νεωτερική Ευρώπη.
Όλα αυτά τα ερωτήματα, για άλλη μια φορά, όχι μόνο δεν τα θέτει, αλλά ούτε καν τα υποψιάζεται η οριενταλιστική επιστήμη, η οποία, όπως δείχνει το παράδειγμα του Λυσιανί, βλέπει τα κείμενα, ακόμη και τα πιο προχωρημένα, μόνο μέσα από ένα εθνογραφικό και θρησκευτικό πρίσμα.
Η πρώτη ρωγμή στο ευρωπαϊκό ιδεολογικό οικοδόμημα προκλήθηκε από τον αποικισμένο κόσμο, ο οποίος, κατά τη διάρκεια του 19ου και του 20ού αιώνα, πήρε στα δικά του χέρια την κληρονομιά του. Στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Συρία, τον Λίβανο και το Ιράκ, μέχρι την πρόσφατη καταστροφή αυτών των χωρών από το Ισραήλ και τη Δύση, μελετήθηκε η αραβική κληρονομιά της φιλοσοφίας και της επιστήμης, εκδόθηκαν χειρόγραφα και, με δυο λόγια, ήρθε στο φως μια μέχρι τότε άγνωστη βιβλιοθήκη. Δημοσιεύθηκαν εκατοντάδες έργα υψηλότατου επιστημονικού, φιλοσοφικού και λογοτεχνικού επιπέδου. Επιπλέον, η δυτική επιστήμη άνοιγε τις πόρτες της σε ερευνητές με προοδευτική ιδεολογία (μη αποικιοκρατική, ακόμη και αντι-αποικιοκρατική), οι οποίοι αμφισβητούσαν τον μονοσήμαντο χαρακτήρα της καταγωγικής σύνδεσης μεταξύ Αρχαίας Ελλάδας και Ευρώπης. Δεν πρέπει να παραβλέψουμε και τον πολυσύνθετο ρόλο που έπαιξε η Σοβιετική Ένωση, της οποίας η αποικιοκρατία στην Κεντρική Ασία διέφερε από εκείνη των ευρωπαϊκών δυνάμεων στην Αφρική και τη Μεσόγειο.
Η κατάσταση στον 20ό αιώνα, όμως, είναι εύθραυστη, στον δε 21ο αιώνα καταλήγει σε ένα είδος αποτυχίας, οι αιτίες της οποίας είναι πολλαπλές αλλά συγκλίνουσες.
Η πρώτη, και δεν θα επανέλθω σε αυτό, είναι η συστηματική καταστροφή των αραβικών χωρών, όχι μόνο στρατιωτική, αλλά και οικονομική, ακόμη και κοινωνική. Τις τελευταίες δεκαετίες, η αραβική επιστημονική κληρονομιά έχει μετατραπεί σε κληροδότημα χωρίς δικαιούχους.
Η δεύτερη αιτία είναι ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν καταφέραμε, στη Δύση, να αποσπάσουμε τη μελέτη της αραβικής παράδοσης από τα τμήματα «ανατολικών (και, ειδικότερα, αραβικών) σπουδών», τα οποία στα δυτικά πανεπιστήμια αποτελούν ένα είδος γκέτο όπου σπανίως φυσά ο άνεμος του πνεύματος. Από την ίδια τη φύση της, αυτή η απομόνωση αποτρέπει την ένταξη της αραβικής επιστήμης σε μια παγκόσμια ιστορία –παρεκτός με τον ανεπαρκή τρόπο των συγκριτικών μελετών.
Ο τρίτος λόγος είναι κάπως ειρωνικός: οι μελετητές του 20ού αιώνα κατάφεραν για πρώτη φορά να χαρτογραφήσουν την αραβική πολιτιστική ήπειρο σε μια εποχή που η Ευρώπη, υπό την πίεση μιας εκ πρώτης όψεως προοδευτικής σκέψης, απομακρυνόταν από γενεαλογικά ζητήματα, που τώρα τα θεωρούσε αντιδραστικά και ξεπερασμένα. Η δικαιολογημένη κριτική προς την αφελή αναζήτηση προγόνων και την ανίχνευση επιρροών κινδυνεύει να καταλήξει σε ένα κατηγορητήριο κατά της ίδιας της ιστορίας, όταν μετατρέπεται σε δίκη –ιδίως μία δίκη βασισμένη στην άγνοια. Με άλλα λόγια, η γνώση της αραβικής κληρονομιάς έφτασε στην ακαδημαϊκή αγορά σε μια εποχή που η παραδοσιακή ιστορία, στόχος κάθε είδους αμφισβήτησης, δεν βρίσκει πλέον πραγματικά ενδιαφερόμενους –σε μια εποχή, ειδικότερα, που η ίδια η Ελλάδα, ο ιδρυτικός μύθος όλων των ιδρυτικών μύθων, δεν ασκεί πλέον έλξη. Υπό την επίδραση της αποδομητικής προσέγγισης του Ντεριντά και της κριτικής του Φουκώ προς τον ακαδημαϊκό λόγο και τις παντοειδείς αξιώσεις ταυτότητας, η ιδέα μιας γενεαλογίας της ευρωπαϊκής επιστήμης αντιμετωπίζεται πλέον με καχυποψία από το προοδευτικό στρατόπεδο (σημείωση: δεν στρέφομαι εδώ εναντίον του Φουκώ και του Ντεριντά, και ακόμη λιγότερο εναντίον της μετα-αποικιακής ιδεολογίας, με την οποία άλλωστε ταυτίζομαι· απλώς υπαινίσσομαι μια δυσάρεστη συνέπεια ορισμένων χρήσεών τους). Οι αραβικές σπουδές λοιπόν πέφτουν έτσι σε ένα είδος αβύσσου: δεν ενδιαφέρουν τους προοδευτικούς, οι οποίοι προφανώς τις θεωρούν ελιτίστικες, αλλά δεν ενδιαφέρουν ούτε το αντιδραστικό στρατόπεδο, το οποίο δεν έχει καμία συμπάθεια ούτε για τους Άραβες ούτε για το Ισλάμ.
Έτσι, παρά τη συγκομιδή των τελευταίων δεκαετιών, τα εκατοντάδες κείμενα που έχουν δημοσιευτεί και μεταφραστεί, οι αραβικές σπουδές παραμένουν περιθωριακές, τόσο επειδή δεν διαθέτουν μια κεντρική, σταθερή ακαδημαϊκή θέση από την οποία να εκφράζονται, όσο και επειδή οι προοδευτικές δυνάμεις των δυτικών πανεπιστημίων ούτε τις κατανοούν, ούτε βλέπουν τη χρησιμότητά τους. Είναι εντυπωσιακό, για παράδειγμα, ότι παρά την μανιώδη επιζήτηση αναγνώρισης για τους λεγόμενους υποτελείς [subaltern] πολιτισμούς, τα πανεπιστημιακά ιδρύματα αιχμής δεν σκέφτηκαν ποτέ να προσεπικαλεστούν τα αραβικά μαθηματικά ή την αραβική φιλοσοφία για να προβληματοποιήσουν την εμφανή ηγεμονία του Ευρωπαίου άντρα. Είναι σαν το προοδευτικό στρατόπεδο να έχει παρασυρθεί από ένα είδος μίσους προς το υπερβολικά περίπλοκο ιστοριογραφικό περιεχόμενο. Ας το πω χωρίς περιστροφές: η αριστερά πρέπει να ξαναρχίσει την πολιτιστική επίθεση σε αυτόν τον τομέα, αλλιώς κινδυνεύει να υποβιβαστεί στο ρόλο του «χρήσιμου ηλίθιου» από τις δυνάμεις της αντίδρασης και της νεοαποικιοκρατίας.
Σε αυτόν τον ενιαίο κόσμο, που είναι αδιαχώριστα αραβικός και ευρωπαϊκός (μεταξύ άλλων), σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι Εβραίοι λόγιοι του Μεσαίωνα. Στην Ισπανία και τη νότια Γαλλία, συνέβαλαν καθοριστικά ώστε η αραβική γνώση να μεταδοθεί στα λατινικά πανεπιστήμια. Στην τεράστιο ρεύμα μεταφράσεων από τα αραβικά στα λατινικά, Χριστιανοί μεταφραστές λατινικών, όπως ο Γεράρδος της Κρεμόνας (12ος αιώνας), βοηθήθηκαν από Εβραίους διερμηνείς που κατείχαν και τις τρεις γλώσσες –εβραϊκά, αραβικά και κάποια ευρωπαϊκή καθομιλουμένη. Οπότε οι εβραϊκές κοινότητες, αν και σχεδόν αόρατες, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη μεταφορά της αραβικής επιστήμης στον λατινικό κόσμο.
Από αυτή την οπτική, πρέπει επίσης να αναφερθούμε στον Μαϊμονίδη, τον μεγαλύτερο χωρίς αμφιβολία Εβραίο φιλόσοφο της μεσαιωνικής περιόδου. Έχοντας σπουδάσει στην Ανδαλουσία τον 12ο αιώνα, μετανάστευσε αργότερα στην Αίγυπτο, όπου παρέμεινε για το υπόλοιπο της ζωής του. Εκεί έγραψε, στα αραβικά, τον Οδηγό των πεπλανημένων, ένα φιλοσοφικό σύγγραμμα στο οποίο ενσωμάτωσε ολόκληρα τμήματα της ισλαμικής ορθολογικής θεολογίας (του καλάμ), ένα σώμα γνώσης η οποία, όπως μόλις είδαμε, ήταν απολύτως φιλοσοφική, αλλά η οποία, επειδή ήταν κατά κανόνα αντι-αριστοτελική και ατομιστική, δεν τράβηξε την προσοχή των μεταφραστών λατινικών του Μεσαίωνα. Κατά τη διάρκεια της ζωής του Μαϊμονίδη, ο Οδηγός μεταφράστηκε στα εβραϊκά, και η εβραϊκή έκδοση με τη σειρά της μεταφράστηκε στα λατινικά ήδη από τον 13ο αιώνα. Μέσω του Μαϊμονίδη, η σκέψη του καλάμ από τον 13ο αιώνα και μετά διείσδυσε στη σκέψη Λατίνων φιλοσόφων και θεολόγων όπως ο Θωμάς Ακινάτης.
Η υποδοχή του Μαϊμονίδη αντανακλά την πραγματική ιστορία των τριών κοινοτήτων, τη δημιουργική αμοιβαία διαπλοκή τους, όλα όσα οι σημερινοί σιωνιστές ιδεολόγοι προσπαθούν να διαγράψουν. Ο Μαϊμονίδης σχολιάσθηκε εκτενώς στα εβραϊκά, αλλά διαβαζόταν και από μουσουλμάνους φιλοσόφους. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, το σχόλιο που έγραψε ο μουσουλμάνος φιλόσοφος του 13ου αιώνα Αμπού ‘Αμπνταλάχ Μουχάμμαντ από την Ταυρίδα του Ιράν. Ο Αλ-Ταμπρίζι ξεκινά το έργο του ως εξής:
،الكامل الفاضل ،الأوحد العالم الرئیس الشیخ تبھّر الذي الجزء ھو ھذا :التبریزي محمد بن بكر أبي بن محمد الله دبع وبأ لاق ةللادب موسوملا باتكلا وھو ھحاضیإو، ھحرش يف نحن يذلا باتكلا نم يبطرقلا، يلیئارسلإا، الله دیبع نب ىسوم نارمع وبأ … نیرئاحل
Ο Αμπού ‘Αμπνταλάχ Μουχάμμαντ Ιμπν Αμπί Μπακρ Ιμπν Μουχάμμαντ αλ-Ταμπρίζι είπε: «Αυτό είναι το τμήμα που συνέταξε ο υπέρτατος διδάσκαλος, ο μοναδικός λόγιος, ο απολύτως ενάρετος, ο Αμπού ‘Ιμράν Μούσα Ιμπν ‘Ουμπάιντ Αλλάχ, ο Ισραηλίτης από την Κόρδοβα, από το βιβλίο του το οποίο σχολιάζουμε και επεξηγούμε, ήτοι το βιβλίο του με τίτλο Ο Οδηγός των πεπλανημένων…»
Αυτός ο επικήδειος έπαινος από έναν μουσουλμάνο λόγιο προς έναν Εβραίο λόγιο –σε μια εποχή που η Ευρώπη καταδίωκε συστηματικά τους Εβραίους της– απεικονίζει, ενάντια σε παντοειδείς αναλφάβητες προκαταλήψεις, μια ενδιαφέρουσα πτυχή του ισλαμικού πολιτισμού, καλύτερα απ’ ό,τι θα το έκανε μία μακροσκελής διάλεξη.
Αλλά ούτε καν αυτό είναι το τέλος της ισλαμο-εβραϊκής μας ιστορίας: το αραβικό σχόλιο του αλ-Ταμπρίζι μεταφράστηκε δύο φορές στα εβραϊκά, και μία από αυτές τις μεταφράσεις τυπώθηκε στη Βενετία κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης, το 1574, μαζί με εβραϊκά σχόλια για τον Οδηγό.

Από το σχόλιο του αλ-Ταμπρίζι αντλεί ο Χασντάι Κρέσκας, ένας Εβραίος φιλόσοφος του 14ου αιώνα, ουσιώδη στοιχεία σχετικά με το ζήτημα της ύπαρξης του πραγματικού άπειρου. Όχι όμως μόνο ο Κρέσκας: ολόκληρη η συζήτηση του Σπινόζα για το άπειρο στο σημαντικό σχόλιο στο Ι 15 της Ηθικής είναι δυνατό εν τέλει να αναχθεί στον αλ-Ταμπρίζι και στις αραβικές πηγές του.
Έτσι, ο Οδηγός, συνοδευόμενος από το σχόλιο του αλ-Ταμπρίζι, έγινε έργο αναφοράς για νεωτερικούς φιλοσόφους σε ολόκληρη την Ευρώπη, σε τέτοιο βαθμό ώστε μεταφράστηκε ξανά στα λατινικά, από τον Γιοχάννες Μπούξτορφ, στη Βασιλεία, το 1629. Η σελίδα τίτλου του έργου αναδεικνύει την ιστορία της μετάδοσής του:
Rabbi Mosis Majemonidis liber םיכובנ הרומ Doctor Perplexorum ad dubia et obscuriora Scripturæ loca rectius intelligenda … primum ab Authore in Lingua Arabica ante CCCCL circiter annos in Ægypto conscriptus ; deinde a R. Samuele Aben Tybbon Hispano in Linguam Hebræam, stylo philosophico & scholastico, adeoque difficillimo, translatus, nunc verò novè, ad Linguæ Hebraicæ cognitionem uberiùs propagandam, ejusque usum et amplitudinem evidentiùs Christianorum Scholis declarandam, in Linguam Latinam perspicuè & fideliter conversus à Johanne Buxtorfio, fil. … Basileæ … 1629
Το Moreh Nebuchim (Οδηγός των πεπλανημένων) του ραβίνου Μωυσή Μαϊμονίδη, με σκοπό την καλύτερη κατανόηση των αμφίβολων και πιο ασαφών χωρίων των Γραφών … συντάχθηκε αρχικά από τον συγγραφέα στην αραβική γλώσσα, στην Αίγυπτο, πριν από περίπου 450 χρόνια· στη συνέχεια μεταφράστηκε στην εβραϊκή γλώσσα από τον [Ισπανό –σ.τ.μ.] Ρ. Σαμουήλ Ιμπν Τίμπον, σε ύφος φιλοσοφικό και σχολαστικό, άρα δυσκολότατο· τώρα, όμως, προκειμένου να διαδοθεί ευρύτερα η γνώση της εβραϊκής γλώσσας και να καταδειχθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια η χρησιμότητα και ο πλούτος της στα χριστιανικά σχολεία, μεταφράστηκε εκ νέου στα λατινικά, με ακρίβεια και πιστότητα, από τον Ιωάννη Μπούξτορφ τον νεότερο, … Βασιλεία … 1629.
Ήταν κυρίως –αλλά όχι μόνο– σε αυτή τη νέα μετάφραση που οι μεγάλοι φιλόσοφοι της νεότερης εποχής διάβασαν τον Μαϊμονίδη –και ανακάλυψαν τη λογική θεολογία του Ισλάμ που έμελλε να έχει μακροχρόνια επιρροή στα δικά τους συστήματα. Αυτό είναι προφανές στην περίπτωση του Σπινόζα, του οποίου η φιλοσοφία βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με τον Μαϊμονίδη και, μέσω αυτού, με τις αραβικές πηγές του. Αλλά ισχύει εξίσου και για τον Λάιμπνιτς. Ορισμένες από τις σημειώσεις ανάγνωσης του Λάιμπνιτς σχετικά με τον Οδηγό σώζονται ακόμη και φυλάσσονται στο Ανόβερο. Ξεκινούν ως εξής:

Λάιμπνιτς, Σημειώσεις για τον Μαϊμονίδη, AA, σ. 2484
Θεωρώ ότι το βιβλίο του ραβίνου Μωυσή Μαϊμονίδη [που επιγράφεται –σ.τ.μ.] Οδηγός των πεπλανημένων είναι αξιοσημείωτο, και πιο φιλοσοφικό από ό,τι πίστευα, αξίζει μάλιστα προσεκτική ανάγνωση (Egregium video esse librum Rabbi Mosis Maimonidis, qui inscribitur Doctor perplexorum, et magis philosophical quam putaram, dignumque adeo lectione attenta).
Το πιο αξιοπρόσεκτο είναι ότι ο Λάιμπνιτς δεν ενδιαφέρεται και τόσο για τα ζητήματα εξήγησης των γραφών που θέτει ο Μαϊμονίδης, αλλά πολύ περισσότερο για σημεία όπου αυτός εκθέτει τις θεωρίες μουσουλμάνων φιλοσόφων (της υλιστικής και ατομιστικής σχολής) που δεν είχαν μεταφραστεί στα λατινικά. Με άλλα λόγια, αυτό που γοήτευε τον Λάιμπνιτς όταν διάβαζε τον Μαϊμονίδη ήταν πάνω απ’ όλα ότι στην κλασική αραβική φιλοσοφία ανακάλυπτε, με τη μεσολάβηση του Εβραίου φιλόσοφου, την ξεκάθαρη προαναγγελία συζητήσεων του 17ου αιώνα περί της ουσίας –και, ειδικότερα, ότι ξαναανακάλυπτε τους όρους της αντίθεσης μεταξύ ατομισμού και θεωρίας του συνεχούς [continuism], που είναι κεντρική σε όλη τη μετακαρτεσιανή φιλοσοφία και διαπερνά το ίδιο το έργο του ίδιου του Λάιμπνιτς, του οποίου η αντίληψη για την ουσία, όπως είναι γνωστό, ταλαντεύεται μεταξύ του αριστοτελικού μοντέλου του δεσμού (vinculum) και του ατομιστικού μοντέλου του συνόλου των μερών.
Αλλά δεν είναι απαραίτητο, όπως στην παραπάνω περίπτωση, να μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τις μεταφράσεις ενός κειμένου προκειμένου να έχει το δικαίωμα να μιλήσει για έναν μοναδικό κόσμο, αδιαχώριστα αραβικό και λατινικό. Διότι οι ιδέες έχουν δική τους ζωή, οι δε επαφές μπορεί να είναι πιο διάχυτες. Οι αραβικές ρίζες της Ευρώπης είναι συχνά διακριτικές, και τόσο πιο διακριτικές όσο πιο σημαντικές είναι. Σήμερα, θα ήθελα να παρουσιάσω με δυο λόγια, με τη μορφή μιας σύντομης ιστορίας, ένα παράδειγμα για το πώς θα μπορούσαν να έχουν συμβεί τα πράγματα, σε μια περίπτωση που έχει ιδιαίτερη σημασία: τις απαρχές της αλγεβρικής γεωμετρίας στην Ευρώπη τον 17ο αιώνα. Προφανώς, αυτό το κεφάλαιο παρουσιάζει ελάχιστο ενδιαφέρον για τους ιδεολόγους που στελεχώνουν τα πολιτικά μας κόμματα. Όμως, όλοι γνωρίζετε ότι αφορά την ίδια την έννοια της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας.
Η ιστορία μου αφορά τον Γιάκομπ Γκόλιους (1596-1667), έναν Ολλανδό λόγιο και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν, ο οποίος θεωρώ ότι είναι το ανώνυμο πρόσωπο που απεικονίζεται σε αυτόν τον πίνακα στο Λούβρο, έργο του Φερδινάνδου Μπολ, μαθητή του Ρέμπραντ:

Σημειωτέον ότι ο Γκόλιους δίδασκε τόσο αραβικά όσο και μαθηματικά στο Λέιντεν. Το 1622 βρισκόταν στο Μαρόκο· το διάστημα 1626-1629 έζησε στη Συρία. Κατά τη διάρκεια αυτών των ταξιδιών, απέκτησε αραβικά χειρόγραφα τόσο για δικό του λογαριασμό όσο και για τη βιβλιοθήκη του Λέιντεν, δημιουργώντας τον πυρήνα μιας από τις πλουσιότερες συλλογές ανατολικών χειρογράφων στη σύγχρονη Ευρώπη.
Η συλλογή αυτή έχει πρωταρχική σημασία, πρώτα απ’ όλα για την ιστορία των ελληνικών μαθηματικών. Στη Συρία, ο Γκόλιους ανακάλυψε ένα αραβικό χειρόγραφο που περιείχε τα τρία τελευταία βιβλία των Κωνικών του αλεξανδρινού μαθηματικού Απολλώνιου. Αυτά τα τρία βιβλία, το αποκορύφωμα της αρχαιοελληνικής γεωμετρίας, έχουν χαθεί στη γλώσσα τους –λόγω της σημαντικής τεχνικής και θεωρητικής δυσκολίας τους, ήταν απρόσιτα για τους Βυζαντινούς, αλλά προσβάσιμα για τους Άραβες μαθηματικούς του 9ου αιώνα. Η αραβική αυτή μετάφραση εκδόθηκε μόλις πρόσφατα, σε γαλλική μετάφραση και σχόλια του Ρόσντι Ρασέντ:

Ο Γκόλιους απέκτησε το πρωτότυπο χειρόγραφο των Κωνικών (που σήμερα φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη Μπόντλιαν της Οξφόρδης) και το αντέγραψε σε μια συλλογή επιστημονικών πραγματειών, η οποία σήμερα φυλάσσεται στο Λέιντεν ως χειρόγραφο Orientalis 14. Μέχρι πρόσφατα, αυτό το εξαιρετικά πολύτιμο χειρόγραφο για την ιστορία τόσο των ελληνικών όσο και των αραβικών μαθηματικών θεωρείτο ότι είχε αντιγραφεί στο Άμστερνταμ από κάποιον Λεβαντίνο γραφέα. Μια προσεκτική εξέταση όμως δείχνει ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Στην πραγματικότητα, η συλλογή αυτή αντιγράφηκε στο Χαλέπι το 1627, κατόπιν αιτήματος του Γκόλιους, ο οποίος βρισκόταν στη Συρία εκείνη την εποχή. Περιλαμβάνει 24 μαθηματικά κείμενα (γεωμετρία, άλγεβρα και αστρονομία) υψηλότατου επιπέδου. Τα κείμενα αυτά επιλέχθηκαν προσεκτικά από τον Γκόλιους, ο οποίος τα σχολίασε εκτενώς. Έτσι, ο Γκόλιους απέκτησε χαμένα αρχαία ελληνικά και αραβικά κείμενα αφιερωμένα στα ίδια ακριβώς θέματα που απασχολούσαν τους Ευρωπαίους μαθηματικούς κατά το πρώτο μισό του 17ου αιώνα. Η πιο συναρπαστική περίπτωση είναι η πραγματεία του μαθηματικού του 11ου αιώνα αλ-Χαγιάμ σχετικά με τις εξισώσεις τρίτου βαθμού, η λύση των οποίων μέσω της τομής κωνικών καμπυλών προαναγγέλλει έντονα την προσέγγιση του Ντεκάρτ πάνω στο ίδιο θέμα.
Ο Ντεκάρτ έφυγε από τη Γαλλία για την Ολλανδία στα τέλη της δεκαετίας του 1620 και βρισκόταν σε στενή επαφή με τον Γκόλιους αμέσως μόλις ο τελευταίος επέστρεψε από την Ανατολή στο Άμστερνταμ το 1629. Μπορούμε άραγε να πιστέψουμε ότι δεν άκουσε ποτέ τον Ολλανδό καθηγητή να αναφέρει τη πραγματεία του αλ-Χαγιάμ για τις εξισώσεις; Αυτό είναι απίθανο, ειδικά καθώς η ύπαρξη αυτών των νέων κειμένων, την οποία γνωστοποίησε ο Γκόλιους, δεν ήταν κάτι μυστικό. Ήδη από το 1630, ο φιλόσοφος Γκασσεντί δημοσίευσε στο Παρίσι μια επιστολή που του είχε απευθύνει ο Γκόλιους και η οποία περιείχε κατάλογο των αραβικών βιβλίων που είχε αποκτήσει για τη βιβλιοθήκη του Λέιντεν: Catalogus rarorum librorum quos ex Oriente nuper advexit et in publica Bibliotheca inclytae Leydensis Academiae deposuit … Iacobus Golius («Κατάλογος σπάνιων βιβλίων που ο Ιάκωβος Γκόλιους έφερε πρόσφατα από την Ανατολή και κατέθεσε στη δημόσια βιβλιοθήκη της περίφημης Ακαδημίας του Λέιντεν»):

Στη σελίδα 3 διαβάζουμε «Γεωμετρικές, αλγεβρικές και αστρονομικές πραγματείες διαφόρων συγγραφέων» (Diversorum auctorum tractatus geometrici, algebrici, et astronomici):

Έτσι, ολόκληρη η Ευρώπη μπορούσε να συμβουλευτεί αυτές τις πραγματείες, ειδικά όσες αφορούσαν την αλγεβρική γεωμετρία.
Ελπίζω αυτά τα παραδείγματα, τα οποία ανέλυσα όσο το δυνατόν πιο συνοπτικά, να σας έδωσαν μια εικόνα των αρχαίων μεσογειακών πολιτισμών και της ένταξης της Ευρώπης σε αυτόν τον κόσμο. Την ένταξη αυτή την εξαφανίζει ο οριενταλισμός, που η λογική του, αντί να στοχεύει στην ανάδειξη των αραβικών επιστημών και της φιλοσοφίας, τονίζει τον εξωτισμό τους –είτε λόγω άγνοιας ή επαγγελματικής στενοκεφαλιάς, είτε λόγω ιδεολογικής επιλογής.
Προσπάθησα επίσης να παρουσιάσω μια εικόνα της αμοιβαίας διαπλοκής της εβραϊκής επιστημονικής παράδοσης με τον ισλαμικό πολιτισμό, σημαντικά στοιχεία του οποίου μεταδόθηκαν στη λατινική Δύση μέσα απ’ αυτό το κανάλι. Κατά συνέπεια, πρέπει να τονιστεί ότι η επιμονή σε μια αποκλειστικά «ιουδαιοχριστιανική» Ευρώπη έχει κάτι βαθιά αντισημιτικό. Διότι αυτή η συζήτηση περιορίζει τον εβραϊκό πολιτισμό στην αρχαιότερη φάση του, εκείνη των βιβλικών χρόνων· δηλαδή τον αντιμετωπίζει, κατά τρόπο στενά τελεολογικό, ως την προϋπόθεση για την ανάδυση του Χριστιανισμού. Η αφήγηση αυτή καταστρέφει τη χρυσή εποχή του εβραϊκού πολιτισμού –τους αιώνες κατά τους οποίους η εβραϊκή θεολογία και φιλοσοφία, που ασκούνταν στα εβραϊκά και τα αραβικά, άνθισαν στις χώρες του Ισλάμ και της Νότιας Ευρώπης, εξασφαλίζοντας την ενότητα του μεσογειακού κόσμου της γνώσης. Η «ιουδαιοχριστιανική» εμμονή των αντιδραστικών κομμάτων της Ευρώπης αποτελεί την επαρχιακή εκδοχή του χριστιανικού σιωνισμού στις ΗΠΑ. Πρόκειται για έναν αντισημιτικό σιωνισμό –η αντίφαση είναι μόνο φαινομενική, όπως έχουν δείξει ξεκάθαρα οι πρόσφατες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ. Βασισμένη στην οριενταλιστική αντίληψη για τον αραβικό κόσμο, η ιδεολογία αυτή ξεχνά, ή παριστάνει ότι ξεχνά, το εξής: αν δεν ληφθεί υπόψη η αραβική γνώση, τότε η ευρωπαϊκή φιλοσοφία, τα μαθηματικά, η αστρονομία, η οπτική, η ιατρική, η βοτανική κ.λπ. καθίστανται ιστορικά ακατανόητες.
Το κύριο μέρος των όσων ανέφερα σήμερα αφιερώθηκε στην εξήγηση ορισμένων από τα χαρακτηριστικά του οριενταλιστικού λόγου που περιγράφει ο Σαΐντ. Με δυο λόγια: μια φολκλορική, κατ’ ουσίαν γλωσσική σχέση με την αραβική κουλτούρα, η οποία, αποκόπτοντας την τελευταία από την οικουμενική ιστορία των επιστημών και της φιλοσοφίας, την εκκενώνει από κάθε ουσιαστικό ενδιαφέρον. Η κατασκευή αυτή, επιπλέον, βασίζεται είτε σε άγνοια για την ιδιαίτερη θέση της εβραϊκής κουλτούρας στον ισλαμικό κόσμο, είτε σε συνειδητή απόκρυψή της, όταν η ιστορική γνώση τίθεται στην υπηρεσία της κρατικής προπαγάνδας. Η αποικιακή αυτή ιδεολογία εξηγεί γιατί το σημερινό Ισραήλ, ένα έθνος όπου τόσοι πολλοί άνθρωποι γνωρίζουν αραβικά και εβραϊκά, έχει τόσο μικρή συνεισφορά στην ιστορική έρευνα στις αρχαιοελληνικές και τις μεσαιωνικές σπουδές. Οι Παλαιστίνιοι που θα είχαν κάτι να πουν φιμώνονται εκ των έξω, οι δε Ισραηλινοί εκ των έσω. Το να απελευθερωθεί η ιστορία από την κρατική ιδεολογία θα σήμαινε να απελευθερωθούν οι ίδιοι οι άνθρωποι –τα θύματα, βεβαίως, αλλά και οι καταπιεστές.
*
Στο τελευταίο μέρος της ομιλίας μου, θα ήθελα, πολύ σύντομα (επειδή δεν θα σας μάθω τίποτα καινούριο), να αναφερθώ σε μερικές από τις συνέπειες που έχει για τα δυτικά πανεπιστήμια η κατάσταση που μόλις περιέγραψα. Ο ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους, στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, υποστηριζόμενος, όπως είχε δει καθαρά ο Σαΐντ, από ένα αποικιακό κατασκεύασμα που δημιουργήθηκε κατά τους τελευταίους δύο αιώνες, βασίζεται σε μια αντίθεση μεταξύ κάποιου «ιουδαιοχριστιανικού» άξονα και του Ισλάμ, το οποίο γίνεται αντιληπτό στην καλύτερη περίπτωση ως άλλος, στη χειρότερη ως εχθρός. Το πανεπιστήμιο έχει γίνει ένα σημαντικό μέτωπο στη συνεχιζόμενη σύγκρουση ακριβώς για αυτόν τον λόγο: η μαζική παρουσία Εβραίων φοιτητών στις πρόσφατες αντι-σιωνιστικές διαδηλώσεις θέτει σε κίνδυνο το σιωνιστικό αφήγημα.
Για να κατανοήσουμε τι έχει συμβεί τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, μπορούμε να ξεκινήσουμε από το The Israel Project’s 2009 Global Language Dictionary, πιο γνωστό με το όνομα του εμπνευστή του, Frank Luntz. Πριν από δεκαπέντε χρόνια, το 2009, ο Λαντς σημείωνε στην έκθεσή του ότι στις αμερικανικές πανεπιστημιουπόλεις επικρατούσε ήδη μεγάλη συμπάθεια προς τον παλαιστινιακό αγώνα και θεωρούσε αυτή την εξέλιξη ως μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη σιωνιστική προπαγάνδα. Μεταξύ άλλων, έγραφε: «Η κυρίαρχη διάθεση στα αμερικανικά πανεπιστήμια είναι φιλική προς τους εχθρούς του Ισραήλ και εχθρική προς τους υποστηρικτές του». Και προσέθετε, απευθυνόμενος προς τους σιωνιστές προπαγανδιστές: «Το έργο σας δεν θα είναι εύκολο». Την παρατήρηση αυτή ακολουθούσε ένας κατάλογος έξι συστάσεων, με σύντομα σχόλια για την καθεμιά. Παραθέτω: «(1) Πάνω απ’ όλα, μιλήστε για ειρήνη· (2) Προσωποποιήστε τη σύγκρουση· (3) Τονίστε τις αμερικανο-ισραηλινές σχέσεις· (4) Μπορείτε να συμπάσχετε με τους Παλαιστινίους ακόμη και αν αντιτίθεστε στην ηγεσία τους, στις τακτικές τους και στους πολιτικούς τους στόχους· (5) Τονίστε τα δικαιώματα των Ισραηλινών Αράβων· (6) Μην καυγαδίζετε. Συζητήστε».
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, η κατάσταση έχει αλλάξει δραματικά. Οι ρητορικές στρατηγικές που συνιστούσε ο Λαντς είναι πλέον ξεπερασμένες. Η φύση και η κλίμακα της σύγκρουσης στα αμερικανικά πανεπιστήμια είχαν αλλάξει. Ήταν λοιπόν αναμενόμενο ότι, σε μια προσπάθεια να αναχαιτιστεί το κύμα των φιλοπαλαιστινιακών διαδηλώσεων, το μόνο που απέμενε ήταν να χρησιμοποιήσουν τη σιωνιστική δυσαρέσκεια ως δικαιολογία για να φιμώσουν τους αντιπάλους τους. Όπως γνωρίζετε, σε αυτό ακριβώς το σημείο βρισκόμαστε σήμερα: τα κράτη και τα πανεπιστήμια έχουν εξοπλιστεί με ανεπίσημα και νομικά εργαλεία σχεδιασμένα για να εξαλείψουν κάθε ίχνος υποστήριξης προς την Παλαιστίνη. Η αλληλεγγύη προς τους Παλαιστινίους έχει καταστεί σαφής ένδειξη, αν όχι απόδειξη, αντισημιτισμού. Το κυνήγι μαγισσών έχει ξεκινήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Δυτική Ευρώπη, και το «έγκλημα γνώμης» επανεμφανίζεται σε μεγάλη κλίμακα. Όταν, κατ’ εξαίρεση, τολμήσετε να ρωτήσετε τον πρύτανή σας γιατί το πανεπιστήμιο δεν εφαρμόζει και στην Παλαιστίνη τα ίδια μέτρα και σταθμά που ακολουθεί για την Ουκρανία, σας δίνουν είτε μια γραφειοκρατική είτε μια συναισθηματική απάντηση (του τύπου: «Το πανεπιστήμιο παρακολουθεί στενά τα τραγικά γεγονότα που εξελίσσονται»), είτε μια γεμάτη ενοχές εγκύκλιο με κάποιες αιχμές αντισημιτισμού (όπως «είναι δική μας ευθύνη ως ακαδημαϊκών να προφυλασσόμαστε από κάθε μορφή υπερβολικής ρητορικής») ή, γενικότερα, καμία απολύτως απάντηση. Το νόημα αυτής της σιωπής είναι σαφές, φυσικά: στην Ευρώπη, δεν συνεργαζόμαστε με τη Ρωσία από τη δεύτερη μέρα της εισβολής στην Ουκρανία, αλλά θα συνεργαζόμαστε με τα ισραηλινά πανεπιστήμια για πάντα, παρά τη συνενοχή τους σε εγκλήματα πολέμου και σε αυτό που ο ΟΗΕ έχει χαρακτηρίσει ως «λογιοκτονία».
Έτσι, η αποικιοκρατία κλείνει έναν πλήρη κύκλο. Προκειμένου να δικαιολογηθεί ο αντισημιτικός μύθος μιας «ιουδαιο-χριστιανικής» Δύσης που απειλείται από Άραβες και Μουσουλμάνους, ήταν απαραίτητο να μπουν στο κόλπο οι Εβραίοι της Δύσης. Αν και η αμερικανική εβραϊκή νεολαία δεν είχε απαραίτητα πλήρη επίγνωση της πολυμορφικής ιστορίας του Ιουδαϊσμού και των βαθιών δεσμών του με τον ισλαμικό πολιτισμό, ένα σημαντικό ποσοστό της διαισθάνθηκε ωστόσο ότι την χειραγωγούσαν. Η αντίστασή τους αιφνιδίασε τον επίσημο σιωνισμό, ο οποίος, ειδικά από τις 7 Οκτωβρίου 2023, δεν είχε άλλη επιλογή από το να κατηγορεί όλους τους εχθρούς του, ακόμη και Εβραίους, για αντισημιτισμό.
Στον ακαδημαϊκό κόσμο, αυτή η νέα στρατηγική –μια κατηγορία αντισημιτισμού μεγάλης κλίμακας με στόχο να φιμώσει τις φωνές που αντιτίθενται στη συνεχιζόμενη γενοκτονία –είχε μια επιπλέον συνέπεια: οδήγησε τον θεσμό σε μια αυταρχική στροφή. Το πανεπιστήμιο υπόκειται όλο και περισσότερο σε νόμους έκτακτης ανάγκης, αυθαίρετες αποφάσεις και παρόμοια φαινόμενα. Αποβολές, εκφοβισμοί και καταγγελίες, δίκες μαγισσών και αστυνομικές επεμβάσεις στους πανεπιστημιακούς χώρους, που θα ήταν αδιανόητα πριν από 15 χρόνια, όταν ο Λαντς συνέταξε την έκθεσή του, έχουν γίνει πλέον καθημερινότητα. Όπως θα έχετε καταλάβει, είναι το αποικιακό καθεστώς εξαίρεσης, με την αυθαιρεσία και τη βία του, το οποίο, αρκετές δεκαετίες μετά την ανεξαρτησία της Αφρικής και της Ασίας, εισβάλλει εκ νέου στον δημόσιο χώρο, αυτή τη φορά όχι πλέον στο μακρινό έδαφος των αποικιών, αλλά στην καρδιά της Δύσης, στα πιο διάσημα πανεπιστήμιά της.
Πλέον, όλοι έχουν καταλάβει ότι όποιος θέλει να υπερασπιστεί το απαράδεκτο, πρέπει να υιοθετήσει τον λόγο της ακροδεξιάς, η οποία υποστηρίζει την ισραηλινή πολιτική παντού στον κόσμο· και επίσης πρέπει να τάσσεται υπέρ του περιορισμού των δημοκρατικών ελευθεριών, ακόμη και αν αυτό σημαίνει τον περιορισμό της ανεξιθρησκίας των πανεπιστημίων. Χρειάστηκε όλη η δύναμη της ισραηλινής προπαγάνδας για να επιτευχθεί αυτό το λαμπρό αποτέλεσμα.
Για να το θέσουμε αλλιώς: ο λεγόμενος «αριστερός» σιωνισμός σήμερα είναι κλινικά νεκρός. Η πορεία του Ισραήλ –από την εθνοκάθαρση των ιδρυτών μέχρι τη γενοκτονία τού σήμερα– έχει αναγκάσει τους πρώην υποστηρικτές του να επιλέξουν: είτε τον σιωνισμό είτε την αριστερά. Οι δυτικές κυβερνήσεις και οι καριερίστες γραφειοκράτες που ηγούνται των πανεπιστημίων μας έχουν επιλέξει να περιστείλουν τη δημοκρατία και τις καθολικές αξίες του Διαφωτισμού για να σώσουν τον σιωνισμό.
Η μόνη διέξοδος για τον σημερινό αριστερό σιωνιστή, ο οποίος ανησυχεί για την εντύπωση που προκαλεί η ουσιαστική συμφωνία του με τον ακροδεξιό λόγο στους διαφωτισμένους φίλους του, είναι να καταγγέλλει τον αντισημιτισμό, τον οποίο εντοπίζει στην παραμικρή κριτική της ισραηλινής πολιτικής –ή ακόμα και στην παραμικρή δήλωση υποστήριξης προς τους Παλαιστινίους, ειδικά αν αυτή απαιτεί αποεπένδυση.
Η σημερινή παρουσίαση αναπτύσσει ένα στοιχείο απάντησης σε αυτή την κατηγορία, το οποίο αποτελεί ταυτόχρονα έναν τρόπο να απλώσουμε το χέρι προς τον ιουδαϊσμό, όταν αυτός προσπαθεί να χαράξει μια μη σιωνιστική πορεία. Γνωρίζω πόσο εκτός τόπου και χρόνου είναι αυτή η ατραπός υπό τις παρούσες συνθήκες. Γνωρίζω επίσης πολύ καλά ότι οι σχέσεις εξουσίας είναι που παράγουν τις ιδεολογίες, όχι το αντίστροφο. Αλλά είμαι επίσης πεπεισμένος ότι η δική μας πλευρά δεν πρέπει να αφεθεί να συντριβεί από την κατηγορία του αντισημιτισμού. Και ο πρώτος τρόπος αντίστασης είναι να κατανοήσουμε το πραγματικό ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι μεγάλοι μεσογειακοί πολιτισμοί αλληλεπιδράσανε ανά τους αιώνες.
Σήμερα, προσπάθησα να δείξω με ποια έννοια ήταν ο δυτικός σιωνισμός, με τον μύθο του για έναν ιουδαιοχριστιανικό πολιτισμό, ο οποίος, υποτάσσοντας τον ιουδαϊσμό στο χριστιανισμό, υπήρξε αντισημιτικός. Προσπάθησα επίσης να επεξηγήσω γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μελετήσει κανείς την εβραϊκή σκέψη στην πιο ενδιαφέρουσα φάση της –τον μεσαιωνικό χρυσό αιώνα της– από το να κατανοήσει ότι αποτελούσε έναν σημαντικό, αλλά καθόλου μοναδικό, τομέα του ισλαμικού πολιτισμού, της φιλοσοφίας και της επιστήμης. Ίσως αυτές οι σκέψεις να έρχονται ήδη πολύ αργά· ίσως το Ισραήλ να έχει ήδη ξεπεράσει την κόκκινη γραμμή· ίσως η συμφιλίωση, για προφανείς λόγους, να είναι πλέον αδύνατη –θα βοηθούσε αν είχαν απομείνει κάποιοι Παλαιστίνιοι ζωντανοί, αν οι Ισραηλινοί ήθελαν πραγματικά να συμφιλιωθούν μαζί τους. Ανεξάρτητα από το ζήτημα της επιβίωσης της Παλαιστίνης και των Παλαιστινίων, το οποίο είναι πολύ σοβαρό και επώδυνο για μένα ώστε να το συζητήσω σήμερα, θα κλείσω απλώς με την εξωτερική παρατήρηση ότι ο ιουδαϊσμός βρίσκεται τώρα σε σταυροδρόμι. Η φιλοσοφία του είτε θα μετατραπεί σε μια χυδαία ιδεολογία –που θα αναμειγνύει τον ειδωλολατρικό υπερεθνικισμό των Ναζί με θρησκευτικό φανατισμό– είτε θα συνειδητοποιήσει την αναπόφευκτη ισλαμική διάσταση του εβραϊκού πολιτισμού. Η συνειδητοποίηση αυτή θα αποτελούσε, είμαι βέβαιος, μια απελευθέρωση και για τους Ισραηλινούς. Μένει να δούμε αν είναι ακόμα ικανοί να το κάνουν.
Ο Marwan Rashed είναι καθηγητής ιστορίας της αρχαιοελληνικής και αραβικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (Παρίσι). Το παραπάνω κείμενο αποτελεί απομαγνητοφώνηση διάλεξης που έδωσε τον Οκτώβριο του 2024 με πρωτότυπο τίτλο Universalism vs. Orientalism. Some Thoughts about, and in the wake of, Edward Said.
Μετάφραση: Α.Γ.