ρατσισμός,Αρχαιογνωσία,Ιδεολογία,αποικιοκρατία,επιστημολογία

Η μεσογειακή υβριδικότητα από τον Ηρόδοτο ως την «Μαύρη Αθηνά»

του Μετίν Μποσνάκ

Περίληψη

Το έργο τού Mάρτιν Μπερνάλ Black Athena (1987–2006) συζητείται παγίως ως μια ενική πρόκληση, μια επίθεση στο κατεστημένο των κλασικών σπουδών από κάποιον εκτός. Το παρόν άρθρο αντιθέτως υποστηρίζει ότι το έργο του Μπερνάλ βασίστηκε σε μια αντίπαλη παράδοση μεσογειακής υβριδικότητας που είχε επιμείνει να υπάρχει, σε περιθωριοποιημένες αλλά αναγνωρίσιμες μορφές, από την αρχαιότητα έως τα τέλη του εικοστού αιώνα –και την ενίσχυσε θεαματικά. Αναπτύσσοντας την έννοια των «υποταγμένων γνώσεων» του Φουκώ και την κοινωνιολογία της ακαδημαϊκής αίρεσης του Berlinerblau, το άρθρο προσδιορίζει τρία διακριτά νήματα μέσα σε αυτήν την εναλλακτική παράδοση: την οικουμενιστική συγκριτική προσέγγιση, που εκπροσωπείται από το The Golden Bough (1890–1915) του James George Frazer· την προσέγγιση της διάχυσης στις σημιτικές σπουδές, που εκπροσωπείται από το Before the Bible (1962) του Cyrus H. Gordon και το Hellenosemitica (1965) του Michael C. Astour· και την προσέγγιση της μέτρησης στις ανατολικές σπουδές, που εκπροσωπείται από το The Orientalizing Revolution του Walter Burkert (1984/1992). Κάθε νήμα αμφισβήτησε πτυχές του «άριου μοντέλου» το οποίο παρουσίαζε τον ελληνικό πολιτισμό ως ένα αυτόχθονο ινδοευρωπαϊκό επίτευγμα, αλλά κάθε μια υπέκειτο σε καταναγκασμούς από τις νόρμες του επιστημονικού της κλάδου, από θεσμικές πιέσεις ή επιστημολογικά πλαίσια που περιόριζαν την ανατρεπτική της δύναμη. Η πρωτοτυπία του Μπερνάλ δεν έγκειται στην ανακάλυψη ανατολικών επιρροών στην Ελλάδα –αυτές ήταν γνωστές από την αρχαιότητα- αλλά στη συγχώνευση και πολιτικοποίηση αυτών των τριών νημάτων σε μια ολοκληρωμένη ιστοριογραφική κριτική που ανάγκασε τον κλάδο να αντιμετωπίσει τα δικά του ιδεολογικά θεμέλια. Το άρθρο ανασυνθέτει αυτή τη γενεαλογία αποδίδοντας προσοχή στους μηχανισμούς περιθωριοποίησης, τις επιστημολογικές διαφορές μεταξύ των νημάτων και τις επιπτώσεις της για σύγχρονες συζητήσεις σχετικά με την απο-αποικιοποίηση των κλασικών σπουδών.

I.  Εισαγωγή: Το ζήτημα της γενεαλογίας

Ήταν άραγε το Black Athena του Μάρτιν Μπερνάλ μια προσωπική εξέγερση –η αντίδραση ενός σινολόγου που αγανάκτησε από την αποσιώπηση των ανατολικών συνεισφορών στον κλασικό πολιτισμό- ή μήπως ήταν το αποκορύφωμα μιας πιο παλιότερης πνευματικής παράδοσης; Το ερώτημα έχει σημασία, διότι η απάντηση θα καθορίσει πώς κατανοούμε τόσο τη σημασία του εγχειρήματος όσο και τα όριά του. Αν το Black Athena ήταν πρωτίστως μια ατομική παρέμβαση, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του αποδίδονται στην οπτική και στα τυφλά σημεία ενός μελετητή. Αν ήταν ο κληρονόμος μιας αντίπαλης παράδοσης, τότε η αντίδραση του κλάδου σε αυτό —η αποδοχή της ιστοριογραφικής κριτικής, η απόρριψη των θετικών ισχυρισμών— αντανακλά όχι μόνο την επάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων του Μπερνάλ, αλλά και τις δομικές δυναμικές μέσω των οποίων ορισμένες γνώσεις καταστέλλονται και άλλες αναδεικνύονται.

Το παρόν άρθρο υποστηρίζει τη δεύτερη ερμηνεία, με κάποιες επιμέρους διαφοροποιήσεις. Το εγχείρημα του Μπερνάλ ήταν τόσο μια παθιασμένη προσωπική απάντηση στις ιδεολογικές στρεβλώσεις της ιστοριογραφίας όσο και η συνειδητή συνέχιση εκείνου που ο Mισέλ Φουκώ ονόμαζε «υποταγμένες γνώσεις»: σώματα ιστορικού περιεχομένου που έχουν θαφτεί, συγκαλυφθεί ή αποκλειστεί από τις λειτουργικές ρυθμίσεις των κυρίαρχων λόγων1. Το «αρχαίο μοντέλο» που ο Μπερνάλ επεδίωξε να αναβιώσει —η αναγνώριση, ευρέως διαδεδομένη μεταξύ των ίδιων των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, ότι αιγυπτιακές και φοινικικές επιρροές είχαν βαθιά διαμορφώσει τον ελληνικό πολιτισμό— δεν ήταν μια σύγχρονη επινόηση, αλλά ένας αρχαίος κοινός τόπος που περιθωριοποιήθηκε προοδευτικά κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα, καθώς η ευρωπαϊκή φυλετική ιδεολογία απαιτούσε μια γενεαλογία πολιτισμικής καθαρότητας. Ο Μπερνάλ δεν δημιούργησε αυτή την αντι-γνώση· την ανέσκαψε, τη συνέθεσε και την πολιτικοποίησε.

Για να το αποδείξω αυτό, ανασυνθέτω τρία διακριτά νήματα της αντίπαλης παράδοσης, καθένα απ’ τα οποία αμφισβήτησε πτυχές του άριου μοντέλου από διαφορετική επιστημολογική και ακαδημαϊκή θέση. Το πρώτο είναι η οικουμενιστική συγκριτική προσέγγιση, της οποίας ο πιο επιδραστικός εκπρόσωπος ήταν ο Τζέιμς Τζορτζ Φρέιζερ και το έργο του The Golden Bough [Ο χρυσός κλάδος] (1890–1915): μια παράδοση που τοποθετούσε την ελληνική θρησκεία και μυθολογία μέσα σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο «πρωτόγονης» σκέψης, αποσταθεροποιώντας έτσι τον ελληνικό εξαιρετισμό χωρίς να καταπιάνεται άμεσα με το ζήτημα της συγκεκριμένης ανατολικής επιρροής2. Η δεύτερη είναι η προσέγγιση της διάχυσης στις σημιτικές σπουδές, εκπροσωπούμενη από τον Σάυρους Χ. Γκόρντον και τον μαθητή του, Mάικλ Τ. Άστουρ, του οποίου το Hellenosemitica (1965) υποστήριξε με φιλολογικά, μυθολογικά και ονοματολογικά επιχειρήματα την ουσιαστική επίδραση των Δυτικών Σημιτών στη Μυκηναϊκή Ελλάδα3. Η τρίτη είναι η παράδοση της μέτρησης στις ανατολικές σπουδές, της οποίας η καλύτερη έκφραση είναι το The Orientalizing Revolution (1984/1992) του Βάλτερ Μπούρκερτ: μια διεξοδική ανασυγκρότηση της επιρροής της Εγγύς Ανατολής στην πρώιμη αρχαϊκή ελληνική κουλτούρα, η οποία έκανε τα ανατολικά δάνεια ακαδημαϊκά αξιοσέβαστα χωρίς την πολιτική φόρτιση της μεταγενέστερης παρέμβασης του Μπερνάλ4.

Κάθε νήμα αμφισβήτησε το άριο μοντέλο, αλλά το καθένα περιοριζόταν από παράγοντες που μείωναν τη ανατρεπτική του ισχύ: ο Φρέιζερ από εξελικτικό ευρωκεντρισμό, οι Γκόρντον και Άστουρ από περιθωριοποίηση του κλάδου, ο Μπούρκερτ από χρονολογική και μεθοδολογική επιφυλακτικότητα. Η πρωτοτυπία του Μπερνάλ έγκειται στο ότι συγχώνευσε αυτά τα νήματα —τη συγκριτική φιλοδοξία του Φρέιζερ, των συγκεκριμένων ισχυρισμών των Γκόρντον και Άστουρ περί διάχυσης, τη αποδεικτική αυστηρότητα του Μπούρκερτ (επιλεκτικά)— και στο ότι προσέθεσε ένα τέταρτο στοιχείο που κανένας από τους προκατόχους του δεν είχε εισφέρει: μια συστηματική ιστοριογραφική κριτική των ιδεολογικών διαδικασιών μέσω των οποίων το αρχαίο μοντέλο είχε αποσυναρμολογηθεί και αντικατασταθεί από το άριο μοντέλο. Ήταν αυτή η συγχώνευση, και ειδικά η ιστοριογραφική διάσταση, που έδωσε στο Black Athena την εκρηκτική του δύναμη.

Το θεωρητικό πλαίσιο που χρησιμοποιείται εδώ αντλεί από την έννοια των υποταγμένων γνώσεων του Φουκώ, την ανάλυση του Τόμας Κουν για τη διατήρηση των παραδειγμάτων και την αντίσταση στην ανωμαλία και την κοινωνιολογία της ακαδημαϊκής αίρεσης του Μπερλινέρμπλάου. Η ανάλυση του Κουν για το πώς λειτουργεί η «ομαλή επιστήμη» είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική: κατά τη λειτουργία ενός ισχύοντος παραδείγματος, τυχόν ανώμαλα δεδομένα —στοιχεία τα οποία δεν ταιριάζουν στο κυρίαρχο πλαίσιο— δεν αντιμετωπίζονται ως διάψευση του παραδείγματος, αλλά ερμηνεύονται ως ασήμαντα, παραμερίζονται ή αναταξινομούνται5. Η μαρτυρία του αρχαίου μοντέλου περί ανατολικών επιρροών στην Ελλάδα λειτουργούσε, στο πλαίσιο του άριου παραδείγματος, ακριβώς ως ανώμαλο δεδομένο: η ύπαρξή της αναγνωριζόταν (στο κάτω κάτω, τα αρχαία κείμενα ήταν διαθέσιμα σε όποιον τα διάβαζε), αλλά ερμηνευόταν συστηματικά ως μυθολογική, συμβολική ή αναξιόπιστη. Η αντίπαλη παράδοση που ανιχνεύει το παρόν άρθρο αποτελείται από μελετητές που αρνήθηκαν αυτή την επανερμηνεία και επέμειναν να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι ανωμαλίες — οι οποίοι όμως, μέχρι τον Μπερνάλ, στερούνταν ενός θεωρητικού πλαισίου για να εξηγήσουν πρώτα απ’ όλα γιατί είχε προτιμηθεί η επανερμηνεία.

Η έννοια της ακαδημαϊκής αίρεσης που προτείνει ο Μπερλίνερμπλάου προσθέτει μια κοινωνιολογική διάσταση στην ανάλυση του Κουν. Οι αιρετικοί, σύμφωνα με την περιγραφή του Μπερλίνερμπλάου, είναι μελετητές που αμφισβητούν τις επιστημονικές ορθοδοξίες από θέσεις σχετικής θεσμικής αδυναμίας —εξωτικοί, περιπλανώμενοι μεταξύ κλάδων ή νεότεροι ερευνητές που δεν διαθέτουν το συμβολικό κεφάλαιο για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους έναντι των καθιερωμένων «φρουρών» 6. Η αντίπαλη παράδοση που ανασυγκροτείται εδώ αποτελείται από τέτοιες μορφές: ο Γκόρντον και ο Άστουρ ήταν Σημιτιστές που δραστηριοποιούνταν στον κόσμο των κλασικιστών· ο Μπερνάλ ήταν σινολόγος· ακόμη και ο Φρέιζερ, αν και θεσμικά ασφαλής στο Καίμπριτζ, από ανθρωπολογική άποψη ήταν εξωτικός προς το κλασικό φιλολογικό κατεστημένο που έλεγχε την αφήγηση περί προέλευσης. Το επαναλαμβανόμενο αυτό μοτίβο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η κυριαρχία του άριου μοντέλου διατηρήθηκε όχι μόνο από την ισχύ των αποδεικτικών του στοιχείων, αλλά και από τις κοινωνικές δομές της ακαδημαϊκής ζωής: τα συστήματα πιστοποίησης, τις διαδικασίες αξιολόγησης από ομοτίμους και τις πρακτικές προσλήψεων που επιβράβευαν τη συμμόρφωση και τιμωρούσαν την υπέρβαση των ορίων.

Επιβάλλεται μια μεθοδολογική σημείωση. Το παρόν άρθρο αποτελεί εργασία πνευματικής ιστορίας και ιστοριογραφικής ανάλυσης, και όχι αξιολόγηση των συγκεκριμένων αρχαιολογικών, γλωσσικών ή γονιδιακών στοιχείων υπέρ ή κατά της ανατολικής επιρροής στην αρχαία Ελλάδα. Το ερώτημα που θέτει δεν είναι «επηρεάστηκαν οι αρχαίοι Έλληνες από την Αίγυπτο και τον Λεβάντε;» (ένα ερώτημα για το οποίο η συναίνεση έχει μετατοπιστεί σημαντικά από την εποχή του Μπερνάλ, κυρίως προς την κατεύθυνση της αναγνώρισης εκτεταμένων επαφών), αλλά μάλλον «γιατί η αναγνώριση αυτής της επιρροής αποσιωπάται για τόσον καιρό, και τι μας λέει η ιστορία αυτής της λογοκρισίας για τη δομή της κλασικής φιλολογίας;» Η διάκριση είναι σημαντική: το επιχείρημα του άρθρου δεν εξαρτάται από την εγκυρότητα αυτής ή της άλλης συγκεκριμένης αξίωσης των Μπερνάλ, Γκόρντον, Άστουρ ή Μπούρκερτ, αλλά από το αποδεδειγμένο γεγονός ότι υπήρχε μια αντίθετη παράδοση, ότι περιθωριοποιήθηκε συστηματικά και ότι οι μηχανισμοί της περιθωριοποίησής της είναι οι ίδιοι ιστορικά σημαντικοί και αναλυτικά αποκαλυπτικοί. Το αν οι συγκεκριμένες ετυμολογίες του Μπερνάλ είναι υπερασπίσιμες, αν οι λογοτεχνικές παραλληλίες του Γκόρντον αποδεικνύουν άμεσο δανεισμό ή αν του «αιώνα της ανατολικής στροφής» του Μπούρκερτ προηγήθηκαν βαθύτερες επαφές κατά την εποχή του χαλκού είναι ερωτήματα που απευθύνονται στους ειδικούς των αντίστοιχων πεδίων. Το ερώτημα που εξετάζεται εδώ –γιατί η επιστήμη αντιστάθηκε σε αυτούς τους ισχυρισμούς με τέτοια ένταση και τι αποκαλύπτει αυτή η αντίσταση για την πολιτική της γνώσης;– είναι ένα ερώτημα για τον ιστορικό των ιδεών.

II.  Το αρχαίο πρότυπο ως βαθιά ρίζα: Από τον Ηρόδοτο έως την αιγυπτοφιλία της πρώιμης νεωτερικότητας

Η αναγνώριση ότι ο ελληνικός πολιτισμός χρωστούσε πολλά στην Αίγυπτο και τον Λεβάντε δεν ήταν ένας σύγχρονος αναθεωρητικός ισχυρισμός, αλλά η αυτονόητη αφετηρία πολλών αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Ο Ηρόδοτος, στο δεύτερο βιβλίο των Ιστοριών του, απέδωσε, όπως είναι γνωστό, βασικά στοιχεία της ελληνικής θρησκείας —όπως τα ονόματα και οι λατρείες των θεών— σε αιγυπτιακές ρίζες, περιγράφοντας την Αίγυπτο ως πηγή αστρονομικής, μαθηματικής και τελετουργικής γνώσης7. Ο Διόδωρος Σικελιώτης, γράφοντας τον 1ο αιώνα π.Χ., επανέλαβε και ενίσχυσε αυτούς τους ισχυρισμούς. Το «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» του Πλουτάρχου διερεύνησε σε βάθος τις αιγυπτιακο-ελληνικές θρησκευτικές παραλληλίες. Ο μύθος του Κάδμου —η παράδοση ότι ένας Φοίνικας πρίγκιπας ίδρυσε τη Θήβα και έφερε το αλφάβητο στην Ελλάδα— ήταν ευρέως αποδεκτός στην αρχαιότητα και αναγνώριζε την πολιτιστική υπεροχή των Φοινίκων σε τουλάχιστον έναν θεμελιώδη τομέα.

Αυτό το σύνολο αρχαίων μαρτυριών συνιστά αυτό που ο Μπερνάλ ονόμασε «αρχαίο μοντέλο». Η εκτόπισή του, όπως τεκμηρίωσε ο Μπερνάλ στον Τόμο 1 του Black Athena, ήταν μια σταδιακή διαδικασία την οποία προκάλεσε η σύγκλιση του ρομαντικού φιλελληνισμού, της αναδυόμενης φυλετικής επιστήμης, του αντισημιτισμού και της θεσμικής εδραίωσης της κλασικής φιλολογίας ως επιστήμης αφοσιωμένης στην ελληνική αυτοχθονία. Το έργο του Karl Otfried Müller Geschichte hellenischer Stämme und Städte [Ιστορία των ελληνικών φυλών και πόλεων] (1820–24) αποτέλεσε σημείο καμπής: ο Müller υποστήριξε ότι οι Δωριείς αντιπροσώπευαν μια καθαρή βόρεια (ινδοευρωπαϊκή) φυλή και ότι ο ελληνικός πολιτισμός ήταν ένα ουσιαστικά αυτοχθονικό επίτευγμα8. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, το αρχαίο μοντέλο είχε ουσιαστικά εξαλειφθεί από την κυρίαρχη κλασική επιστήμη, αν και επέζησε σε εξασθενημένες μορφές μεταξύ των αιγυπτιολόγων, των συγκριτικών μυθολόγων και των μελετητών της αρχαίας Εγγύς Ανατολής. Η επιμονή αυτή δεν ήταν τυχαία: οι μελετητές που εργάζονταν με πρωτογενείς πηγές από την Αίγυπτο, τη Φοινίκη ή τη Μεσοποταμία έρχονταν καθημερινά αντιμέτωποι με στοιχεία διαπολιτισμικής επαφής, ενώ η επαγγελματική τους κατάρτιση δεν περιλάμβανε τις ινδοευρωπαϊκές δεσμεύσεις που διαμόρφωναν την κλασική φιλολογία. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ «κλασικών σπουδών» και «ανατολικών σπουδών» —μια διαίρεση που θεσμοθετήθηκε στο πανεπιστημιακό σύστημα του 19ου αιώνα— εξυπηρετούσε έτσι μια διπλή λειτουργία: δημιούργησε τις προϋποθέσεις για εξειδικευμένη γνώση σε κάθε τομέα, αλλά ταυτόχρονα εμπόδιζε τη σύνθεση που θα αποκάλυπτε την αλληλεξάρτηση του αρχαίου μεσογειακού κόσμου.

Κατά την πρώιμη νεωτερική περίοδο είχε υπάρξει μια διαφορετική στάση. Ο ανθρωπισμός της Αναγέννησης δοξολογούσε την αιγυπτιακή σοφία μέσω της ερμητικής παράδοσης· η αποκρυπτογράφηση των ιερογλυφικών από τον Σαμπολιόν (1822) αναζωπύρωσε για λίγο το επιστημονικό ενδιαφέρον για τις αιγυπτιακο-ελληνικές συνδέσεις· και η ανακάλυψη του μινωικού πολιτισμού από τον Άρθουρ Έβανς στην Κνωσό από το 1900 και μετά, με τις προφανείς υλικές συνδέσεις του με την Αίγυπτο και την Εγγύς Ανατολή, έθεσε υπό αμφισβήτηση την αφήγηση περί ελληνικής απομόνωσης9. Ωστόσο, αυτές οι στιγμές ανοίγματος απορροφήθηκαν από το κυρίαρχο πρότυπο αντί να το αντικαταστήσουν: ο μινωικός πολιτισμός ταξινομήθηκε ως «προελληνικός» και, ως εκ τούτου, εξωτερικός ως προς το ελληνικό επίτευγμα καθαυτό· οι αιγυπτιακές και φοινικικές συνδέσεις αναγνωρίστηκαν στην ιστορία της τέχνης, αλλά κρίθηκαν άνευ σημασίας στη θρησκεία, τη φιλοσοφία ή τη γλώσσα. Το αρχαίο μοντέλο επέζησε, αλλά ως υποταγμένη γνώση —παρούσα στα αρχεία, διαθέσιμη σε όποιον διάβαζε τις αρχαίες πηγές, αλλά συστηματικά αποκλεισμένη από την επίσημη αφήγηση.

Οι μηχανισμοί καταστολής ήταν ποικίλοι και αλληλοενισχυόμενοι. Θεσμικά, η εδραίωση της κλασικής φιλολογίας ως πανεπιστημιακού κλάδου στο γερμανικό ερευνητικό πανεπιστημιακό σύστημα δημιούργησε επαγγελματικά κίνητρα για την υπεράσπιση της αυτοχθονικής θέσης: οι σταδιοδρομίες χτίζονταν πάνω στην ινδοευρωπαϊκή ετυμολογία, και η αναγνώριση της σημιτικής ή αιγυπτιακής επιρροής θα απαιτούσε ικανότητες που οι κλασικιστές δεν κατείχαν και δεν είχαν κανένα θεσμικό κίνητρο να αποκτήσουν. Επιστημολογικά, η συγκριτική μέθοδος στην ιστορική γλωσσολογία, όπως αναπτύχθηκε από τους Bopp, Rask και Grimm, παρείχε ένα ισχυρό αναλυτικό εργαλείο για τον εντοπισμό ινδοευρωπαϊκών συγγενών λέξεων, αλλά δεν προσέφερε αντίστοιχο μηχανισμό για την ανίχνευση σημιτικών δανείων στην ελληνική γλώσσα — όχι επειδή δεν υπήρχαν τέτοια δάνεια, αλλά επειδή η μέθοδος δεν είχε σχεδιαστεί για να τα εντοπίζει. Ιδεολογικά, η άνοδος της φυλετικής ανθρωπολογίας από τον Blumenbach έως τον Gobineau παρείχε μια ψευδοεπιστημονική αιτιολόγηση για την πολιτισμική ιεραρχία που εξέφραζε το άριο μοντέλο. Αυτοί οι μηχανισμοί λειτουργούσαν από κοινού, παράγοντας ένα παράδειγμα τέτοιας θεσμικής σταθερότητας ώστε τα αντίθετα στοιχεία —οι αρχαίες μαρτυρίες, οι αρχαιολογικές συνδέσεις, οι γλωσσικές ανωμαλίες— να μπορούν να απορριφθούν ως μυθολογικά, τυχαία ή επιφανειακά χωρίς να εξεταστούν επί της ουσίας.

III.  Οικουμενιστική συγκριτική προσέγγιση: το «Golden Bough» του Φρέιζερ και η αμφίβολη κληρονομιά του

Το έργο του Τζέιμς Τζορτζ Φρέιζερ «The Golden Bough: A Study in Magic and Religion» (που εκδόθηκε για πρώτη φορά σε δύο τόμους το 1890, επεκτάθηκε σε δώδεκα τόμους μέχρι το 1915 και εκδόθηκε σε συντομευμένη έκδοση το 1922) αποτελεί την πιο φιλόδοξη προσπάθεια της εποχής του να εντάξει την ελληνική και τη ρωμαϊκή θρησκεία σε ένα παγκόσμιο συγκριτικό πλαίσιο10. Ξεκινώντας από το τελετουργικό στο Νέμι —το ιερό άλσος κοντά στη Ρώμη όπου ένας φυγάς ιερέας-σκλάβος φυλούσε ένα χρυσό κλαδί και σκοτωνόταν από τον εκάστοτε διάδοχό του— ο Φρέιζερ συγκέντρωσε ένα τεράστιο συλλογή παραλληλισμών από όλο τον κόσμο, υποστηρίζοντας ότι η λογική της συμπαθητικής μαγείας, η λατρεία των θεών της βλάστησης που πεθαίνουν και ανασταίνονται και ο θεσμός της ιερής βασιλείας αποτελούσαν οικουμενικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης θρησκευτικής εξέλιξης.

Η πραγμάτευση του Φρέιζερ περιελάμβανε εκτενή συζήτηση για τις λατρείες της Εγγύς Ανατολής που είχαν άμεση σχέση με την ελληνική θρησκεία. Τα κεφάλαιά του για τον Άδωνι, τον Άττι και τον Όσιρι τεκμηρίωναν τις λατρείες της γονιμότητας του Λεβάντε, της Φρυγίας και της Αιγύπτου, η επιρροή των οποίων στις ελληνικές πρακτικές ήταν, όπως υποστήριξε ο Φρέιζερ, αδιαμφισβήτητη. Η λατρεία του Άδωνι, με τις φοινικικές της ρίζες (το όνομα προέρχεται από το σημιτικό ʾadōn, «κύριος»), τη σύνδεσή της με τη συριακή πόλη της Βύβλου και τη μεταφορά της στις ελληνικές πόλεις-κράτη, αποτέλεσε ένα από τα πιο σαφή παραδείγματα ανατολικής θρησκευτικής επιρροής στον ελληνικό κόσμο. Ο Φρέιζερ ανίχνευσε αυτές τις συνδέσεις με ευρυμάθεια και ταλέντο, δημιουργώντας αποσπάσματα που παραμένουν συναρπαστικά ως πολιτισμική ιστορία.

Ωστόσο, η συγκριτική μέθοδος του Φρέιζερ τελικά περιόρισε το ανατρεπτικό δυναμικό αυτών των παρατηρήσεων. Το πλαίσιό του διεπόταν από την εξέλιξη και όχι τη διάχυση: επεδίωξε να αναδείξει καθολικά στάδια της ανθρώπινης σκέψης (μαγεία → θρησκεία → επιστήμη) παρά να υποστηρίξει συγκεκριμένες ιστορικές μεταδόσεις από την Ανατολή προς τη Δύση11. Όταν αναφερόταν στον Άδωνι ή τον Όσιρι, το ενδιαφέρον του εστιάζονταν στη δομική τους λειτουργία ως θεών που πεθαίνουν και ανασταίνονται στο πλαίσιο του καθολικού προτύπου των τελετουργιών της βλάστησης, και όχι στους ιστορικούς μηχανισμούς με τους οποίους οι φοινικικές λατρείες υιοθετήθηκαν στην αρχαϊκή Ελλάδα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα έργο που τεκμηρίωνε άφθονα ανατολικά παραδείγματα, αλλά τα ενέτασσε σε μια εξελικτική ιεραρχία που τελικά ενίσχυε παρά αμφισβητούσε την ευρωπαϊκή πολιτισμική υπεροχή: η ελληνική θρησκεία αντιπροσώπευε ένα πιο «προχωρημένο» στάδιο της ίδιας πρωτόγονης παρόρμησης που παρήγαγε αφρικανικά ή πολυνησιακά τελετουργικά γονιμότητας. Η γλώσσα του Φρέιζερ —οι συνηθισμένες αναφορές του σε «άγριους» και «πρωτόγονους» λαούς— προδίδει την αποικιακή επιστημολογία στο πλαίσιο της οποίας λειτουργούσε ο οικουμενισμός του.

Επιπλέον, ο Φρέιζερ αφιέρωσε σημαντική προσοχή σε αυτό που ονόμαζε λατρεία της βελανιδιάς μεταξύ «όλων των κλάδων του άριου γένους στην Ευρώπη», ενισχύοντας ρητά το ινδοευρωπαϊκό φυλετικό πλαίσιο στο οποίο θα επιτεθεί αργότερα ο Μπερνάλ12. Έτσι, η συγκριτική του μέθοδος είχε πρόσωπο Ιανού: αποσταθεροποίησε τον ελληνικό εξαιρετισμό τοποθετώντας την ελληνική θρησκεία σε ένα συνεχές με «πρωτόγονες» πρακτικές, αλλά άφησε ανέπαφη την άρια γενεαλογία του ελληνικού πολιτισμού. Οι ανατολικές λατρείες που κατέγραψε αντιμετωπίστηκαν ως παράλληλες εξελίξεις ή αρχαϊκές επιζήσεις, όχι ως διαμορφωτικές επιρροές. Με όρους Φουκώ, ο οικουμενισμός του Φρέιζερ περιέκλεισε εκ νέου τη υποταγμένη γνώση της ανατολικής επιρροής μέσα σε ένα πλαίσιο που εξουδετέρωνε την απειλή της για το κυρίαρχο παράδειγμα.

Επομένως, η επιρροή του The Golden Bough ήταν λογοτεχνική και πολιτισμική και όχι ιστοριογραφική. Το The Waste Land [Η έρημη χώρα/ Η ρημαγμένη γη] (1922) του Τ. Σ. Έλιοτ αντλούσε από τους μύθους περί βλάστησης του Φρέιζερ· ο Φρόιντ και ο Γιούνγκ αφομοίωσαν τα τελετουργικά του μοτίβα στην ψυχαναλυτική θεωρία· το έργο του Τζόζεφ Κάμπελ «Ο Ήρωας με τα Χίλια Πρόσωπα» (1949) επεξέτεινε την οικουμενιστική του μέθοδο. Αλλά στις ίδιες τις κλασικές σπουδές ο «Χρυσός κλάδος» δεν προκάλεσε καμία αλλαγή παραδείγματος. Διεύρυνε τον συγκριτικό φακό χωρίς να αλλάξει το αφήγημα περί προέλευσης. Το άριο μοντέλο επέζησε του Φρέιζερ ανέπαφο.

Η αντίθεση με τον Μπερνάλ είναι διδακτική. Ο Φρέιζερ συγκέντρωσε ανατολικές παραλληλίες χωρίς να αναρωτηθεί γιατί η κυρίαρχη αφήγηση τις απέκλειε· ο Μπερνάλ έθεσε τον ίδιο τον αποκλεισμό ως αντικείμενο ανάλυσης. Ο τεράστιος συγκριτικός μηχανισμός του Φρέιζερ ήταν, με όρους Κουν, επίλυση γρίφων εντός του υπάρχοντος παραδείγματος: προσέθεσε νέα δεδομένα (θεοί που πεθαίνουν, τελετουργίες γονιμότητας, ανατολικές λατρείες) χωρίς να αμφισβητήσει τη θεμελιώδη υπόθεση του παραδείγματος ότι ο ελληνικός πολιτισμός ήταν ένα ουσιαστικά αυτόνομο ινδοευρωπαϊκό επίτευγμα. Η παρέμβαση του Μπερνάλ, αντίθετα, επιτέθηκε στα θεμέλια του παραδείγματος — στις ιδεολογικές διαδικασίες με τις οποίες κατασκευάστηκε η αυτονομία και αποκρύφθηκε η εξάρτηση. Αυτή η διάκριση εξηγεί γιατί το The Golden Bough, παρά την πολιτιστική του επιρροή, δεν είχε το ίδιο αποτέλεσμα με το Black Athena: του έλειπε η ιστοριογραφική αυτογνωσία που μετατρέπει τη συσσώρευση δεδομένων σε κριτική του παραδείγματος.

Παρ’ όλα αυτά, η κληρονομιά του Φρέιζερ περιέχει μια σημαντική έμμεση συμβολή στην εναλλακτική παράδοση. Αποδεικνύοντας ότι η ελληνική θρησκεία δεν ήταν ένα ορθολογικό ή φιλοσοφικό επίτευγμα —ότι είχε τις ρίζες της στη μαγική σκέψη, στο άγχος για τη γονιμότητα και στην τελετουργική βία που δεν διέφερε ποιοτικά από τις «πρωτόγονες» πρακτικές αλλού— υπονόμευσε έναν από τους πυλώνες που στήριζαν το άριο μοντέλο: τον ισχυρισμό ότι η ελληνική θρησκεία αντιπροσώπευε μια ποιοτικά ανώτερη μορφή θρησκευτικής συνείδησης. Αυτή η υπονόμευση, σταδιακή και ακούσια, δημιούργησε τον πνευματικό χώρο ώστε μεταγενέστεροι μελετητές (όπως οι «τελετουργιστές του Κέιμπριτζ» —Τζέιν Χάρισον, Γκίλμπερτ Μάρεϊ, Φράνσις Κόρνφορντ— να αμφισβητήσουν άλλες πτυχές του ελληνικού εξαιρετισμού. Υπό αυτή την έννοια, ο οικουμενισμός του Φρέιζερ, μολονότι δεν αμφισβήτησε άμεσα το αφήγημα περί προέλευσης, αποδυνάμωσε την πολιτισμική υποδομή που την στήριζε.

IV.  Η προσέγγιση της διάχυσης στις σημιτικές σπουδές: Γκόρντον, Άστουρ και η περιθωριοποιημένη πρόκληση

Το δεύτερο σκέλος της αντίπαλης παράδοσης —και αυτό που αποτελεί τον πιο άμεσο πρόγονο του έργου του Μπερνάλ— προέκυψε από τις μελέτες της Εγγύς Ανατολής στα μέσα του εικοστού αιώνα. Ο Σάιρους Χ. Γκόρντον (1908–2001), μια εξέχουσα μορφή της σημιτικής φιλολογίας που έπαιξε κεντρικό ρόλο στην αποκρυπτογράφηση της ουγκαριτικής γλώσσας, είχε από τη δεκαετία του 1950 υποστηρίξει την ύπαρξη στενών πολιτισμικών, λογοτεχνικών και θεσμικών παραλληλισμών μεταξύ του Αιγαίου και του λεβαντίνικου/σημιτικού κόσμου13. Στο έργο του Before the Bible: The Common Background of Greek and Hebrew Civilizations (1962) τεκμηρίωσε συστηματικά κοινά μοτίβα μεταξύ του ομηρικού έπους και της βιβλικής αφήγησης —θεϊκές συνελεύσεις, ηρωικές αναζητήσεις, δομές συμβάσεων, νομικές διατυπώσεις— υποστηρίζοντας ότι αυτές οι ομοιότητες δεν αντανακλούσαν ανεξάρτητη εξέλιξη, αλλά ένα κοινό πολιτισμικό υπόστρωμα της ανατολικής Μεσογείου. Η θέση του Γκόρντον ήταν σαφής: το άκαμπτο διαχωριστικό όριο μεταξύ των «κλασικών σπουδών» και των «ανατολικών σπουδών» ήταν ένα τεχνούργημα της σύγχρονης ακαδημαϊκής οργάνωσης, όχι αντανάκλαση της αρχαίας πραγματικότητας.

Ο Mάικλ Τ. Άστουρ (1916–2004), προστατευόμενος του Γκόρντον στο Πανεπιστήμιο Brandeis, επεξέτεινε αυτό το πρόγραμμα σε μια περιεκτική μονογραφία. Το Hellenosemitica: An Ethnic and Cultural Study in West Semitic Impact on Mycenaean Greece (1965), που εκδόθηκε από τον Brill με πρόλογο του Γκόρντον, συγκέντρωσε φιλολογικά, μυθολογικά, ονοματολογικά και αρχαιολογικά στοιχεία για τη σημαντική επιρροή των Δυτικών Σημιτών στη Ελλάδα της εποχής του χαλκού14. Οι 415 σελίδες του βιβλίου κάλυπταν θέματα όπως ο Κάδμος και η ίδρυση της Θήβας (που ερμηνευόταν ως αντανάκλαση γνήσιας φοινικικής αποικιοκρατίας ή μετανάστευσης κάποιων ελίτ), μυθολογικές παραλληλίες μεταξύ Ελλήνων ηρώων και ουγκαριτικών/ χαναανιτικών μορφών, σημιτικά δάνεια και προσωπικά ονόματα σε πινακίδες Γραμμικής Β και κοινές θεσμικές δομές βασιλείας, δικαίου και θυσίας. Η βασική θέση του Άστουρ ήταν ότι η ανατολική Μεσόγειος της ύστερης εποχής του χαλκού (περ. 1600–1200 π.Χ.) αποτελούσε μια ενιαία, βαθιά αλληλένδετη πολιτισμική σφαίρα, στην οποία η διάκριση μεταξύ «Ελλήνων» και «Σημιτών» ήταν πολύ λιγότερο σαφής από ό,τι υπονοούσαν οι σύγχρονες επιστημονικές διαχωριστικές γραμμές.

Η υποδοχή του Hellenosemitica αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα για τους μηχανισμούς με τους οποίους οι υποταγμένες γνώσεις περιθωριοποιούνται. Οι κριτικές σε κλασικά περιοδικά αναγνώρισαν την ευρυμάθεια του Άστουρ, αλλά επέκριναν τη μεθοδολογία του: οι μυθολογικές παραλληλίες απορρίφθηκαν ως τυχαίες ή «καθολικές» (μια αντήχηση της στρατηγικής αναχαίτισης τού Φρέιζερ)· οι γλωσσικές προτάσεις επικρίθηκαν για έλλειψη συστηματικής φωνολογικής αυστηρότητας· και το επιχείρημα για σημιτικούς εθνοτικούς θύλακες στη μυκηναϊκή Ελλάδα απορρίφθηκε με το επιχείρημα ότι δεν στηριζόταν σε αρχαιολογικά στοιχεία. Το βιβλίο κρίθηκε «εκτός των ορίων του ακαδημαϊκώς παραδεκτού» –μια διατύπωση που ο Μπερνάλ θα παρέθετε αργότερα15. Η ιδιότητα του Άστουρ ως εξωτικού —ένας Συροεβραίος μελετητής με εκπαίδευση στις σημιτικές και όχι στις κλασικές σπουδές— ενίσχυσε την αντίσταση των θεσμικών φορέων. Όπως και ο Μπερνάλ μετά από αυτόν, θεωρήθηκε ότι παραβίαζε ένα επιστημονικό πεδίο στο οποίο δεν είχε τα διαπιστευτήρια να εισέλθει.

Το επιχείρημα περί Κάδμου αξίζει ιδιαίτερης προσοχής, καθώς αναδείχθηκε σε ακρογωνιαίο λίθο ολόκληρης της αντίπαλης παράδοσης και ενέπνευσε άμεσα το έργοτού Μπερνάλ Cadmean Letters (1990). Η αρχαία παράδοση ότι ο Κάδμος, ένας Φοίνικας πρίγκιπας από την Τύρο ή τη Σιδώνα, ίδρυσε τη Θήβα και εισήγαγε τα γράμματα (grammata) στην Ελλάδα, ήταν ευρέως αποδεκτή στην αρχαιότητα: ο Ηρόδοτος (5.58–61) περιγράφει τα γράμματα ως «Φοινικικά» (φοινίκεια γράμματα) και αποδίδει την εισαγωγή τους στον Κάδμο. Η παράδοση αυτή γινόταν αποδεκτή ως κατά βάση ιστορική μέχρι και τον 18ο αιώνα. Η υποβάθμισή της σε «καθαρό μύθο» ήταν, όπως υποστήριξε αργότερα ο Μπερνάλ, προϊόν της ίδιας αλλαγής παραδείγματος του 19ου αιώνα που κατέστειλε και άλλες αναγνωρίσεις της ανατολικής επιρροής. Η συμβολή του Άστουρ ήταν ότι ανασυγκρότησε τα αποδεικτικά στοιχεία —ονοματολογικά (η σημιτική ετυμολογία του ίδιου του ονόματος Κάδμος), τοπογραφικά (οι παραλληλισμοί μεταξύ των λατρευτικών χώρων της Θήβας και της ιερής γεωγραφίας των Χαναανιτών), μυθολογικά (οι συνδέσεις του μοτίβου της σφαγής του δράκου με τις αφηγήσεις του κύκλου του Βάαλ) — σε μια σωρευτική υποστήριξη της ύπαρξης ενός γνήσιου ιστορικού πυρήνα μέσα στον μύθο. Είτε κάποιος αποδέχεται τη συγκεκριμένη ανακατασκευή του Άστουρ είτε όχι, η επιμονή του ότι ο μύθος δεν μπορούσε να απορριφθεί χωρίς εξέταση παρέμεινε μια διαρκής πρόκληση για την απόρριψη των ανατολικών επιρροών ως μυθολογικής φαντασίας από το άριο μοντέλο.

Ωστόσο, το πρόγραμμα Γκόρντον–Άστουρ έθεσε ερωτήματα που η επικρατούσα κλασική επιστήμη δεν μπορούσε να αποφύγει επ’ αόριστον. Η αποκρυπτογράφηση της ουγαριτικής, η ανάκτηση των χετιτικών αρχείων και το αυξανόμενο σώμα αρχαιολογικών στοιχείων για το εμπόριο μεταξύ Λεβάντε και Αιγαίου (όπως το ναυάγιο του Ουλουμπουρούν, που ανακαλύφθηκε το 1982) υπονόμευαν σταθερά την πιθανότητα ενός ερμητικά κλειστού ινδοευρωπαϊκού Αιγαίου. Ο Γκόρντον και ο Άστουρ παρείχαν την πιο λεπτομερή, τεκμηριωμένη διατύπωση της εναλλακτικής απάντησης: μια Μεσόγειο της εποχής του χαλκού στην οποία λαοί, αγαθά, τεχνικές, μύθοι και γλώσσες κυκλοφορούσαν με μια ένταση που το άριο μοντέλο δεν μπορούσε να χωρέσει. Ο Μπερνάλ, ο οποίος συνάντησε το έργο τους κατά τη μετάβασή του από τη σινολογία στις μεσογειακές σπουδές τη δεκαετία του 1970, αναγνώρισε ρητά και τους δύο μελετητές ως σημαντικές επιρροές και τοποθέτησε τη Μαύρη Αθηνά ως συνέχεια και επέκταση του απωθημένου προγράμματός τους.

Το συγκεκριμένο περιεχόμενο του Hellenosemitica αξίζει ιδιαίτερη προσοχή, καθώς αποκαλύπτει το βάθος και τη φιλοδοξία του προγράμματος της «διάχυσης» που κληρονόμησε ο Μπερνάλ. Το κεφάλαιο του Άστουρ για τον Κάδμο και τους Καδμίδες —εκείνο με την μεγαλύτερη έκταση και την μεγαλύτερη επιρροή από όλο το τόμο— υπέβαλε τον μύθο περί ίδρυσης της Θήβας σε φιλολογική, ονοματολογική και μυθολογική ανάλυση, υποστηρίζοντας ότι η παράδοση ενός Φοίνικα ιδρυτή που έφερε το αλφάβητο στην Ελλάδα διατήρησε μια αυθεντική ιστορική μνήμη μετανάστευσης ή αποικιοποίησης εκ μέρους μιας λεβαντίνικης ελίτ κατά την ύστερη εποχή του χαλκού. Ο Άστουρ συνέδεσε το όνομα Κάδμος με τη σημιτική ρίζα qdm («ανατολή» ή «αρχαίος») και εντόπισε παραλληλισμούς μεταξύ της θηβαϊκής τοπογραφίας και της λατρευτικής γεωγραφίας των Χαναανιτών. Τα κεφάλαιά του για τον Βελλεροφόντη, τους Αργοναύτες και τις ελληνικές θεραπευτικές παραδόσεις βασίστηκαν στο πρόσφατα διαθέσιμο μυθολογικό σώμα της Ουγκαρίτ για να καταδείξουν δομικές ομοιότητες που, όπως υποστήριξε, δεν μπορούσαν να εξηγηθούν μόνο μέσα από καθολικές ανθρώπινες τάσεις, αλλά προϋπέθεταν συνεχή επαφή και πολιτισμική μετάδοση.

Το Before the Bible, του ίδιου του Γκόρντον, συμπλήρωσε αυτή την προσέγγιση εστιάζοντας σε λογοτεχνικές και θεσμικές ομοιότητες. Η σύγκριση που έκανε ανάμεσα στη Ιλιάδα και το έπος του Γκιλγκαμές, τις σκηνές συνέλευσης των θεών στην Ελλάδα και τη Μεσοποταμία, καθώς και σε ομηρικές και βιβλικές νομικές διατυπώσεις, στήριξε τον ισχυρισμό περί ύπαρξης μιας κοινής γραμματειακής κουλτούρας σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο —την οποία ονόμασε «το κοινό υπόβαθρο του ελληνικού και του εβραϊκού πολιτισμού». Η θεσμική θέση του Γκόρντον στο Πανεπιστήμιο Μπράντεϊς και ο διορισμός του Άστουρ στο Πανεπιστήμιο του Νότιου Ιλλινόι έθεσαν και τους δύο μελετητές εκτός των κέντρων κύρους των κλασικών σπουδών (Χάρβαρντ, Οξφόρδη, Κέιμπριτζ), γεγονός που διευκόλυνε περαιτέρω την περιθωριοποίησή τους. Η κοινωνιολογική διάσταση είναι σημαντική: η αντίπαλη παράδοση υποστηρίχθηκε από μελετητές που δεν βρίσκονταν στο κέντρο της επιστημονικής κοινότητας, αλλά στην περιφέρειά της, συχνά με εκπαίδευση σε γειτονικούς τομείς (σημιτικές ή βιβλικές σπουδές, αρχαιολογία της Εγγύς Ανατολής), των οποίων τα θεσμικά κίνητρα διέφεραν από εκείνα της κλασικής φιλολογίας.

Η ουγαριτική επανάσταση στα μέσα του εικοστού αιώνα —η ανακάλυψη και η αποκρυπτογράφηση αλφαβητικών κειμένων σε σφηνοειδή γραφή στο Ρας Σαμρά (αρχαία Ουγκαρίτ) στη Συρία από το 1929 και μετά— ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για το πρόγραμμα Γκόρντον–Άστουρ. Πριν από την Ουγκαρίτ, η γνώση της χαναανιτικής/φοινικικής θρησκείας, μυθολογίας και πολιτισμού ήταν αποσπασματική, προερχόμενη σε μεγάλο βαθμό από εχθρικές ή φιλτραρισμένες πηγές (πολεμικές αναφορές της εβραϊκής Βίβλου κατά της λατρείας του Βάαλ, ύστερες ελληνιστικές περιλήψεις του Φίλωνα του Βυβλίου). Τα ουγκαριτικά μυθολογικά κείμενα αποκάλυψαν μια πλούσια, εκλεπτυσμένη λογοτεχνική κουλτούρα με εντυπωσιακές ομοιότητες τόσο με την ελληνική επική ποίηση όσο και με τη βιβλική αφήγηση και σε μορφές που προηγήθηκαν και πιθανώς επηρέασαν τόσο τις ελληνικές όσο και τις ισραηλιτικές παραδόσεις. Ο Γκόρντον και ο Άστουρ ήταν από τους πρώτους μελετητές που ανέδειξαν τις ελληνιστικές προεκτάσεις αυτού του νέου σώματος κειμένων, υποστηρίζοντας ότι η θέση της Ουγκαρίτ ως εμπορικού κόμβου της ύστερης εποχής του χαλκού την έκανε τον ιδανικό δίαυλο για την πολιτισμική μετάδοση μεταξύ της σημιτικής Ανατολής και της μυκηναϊκής Δύσης. Το γεγονός ότι αυτό το επιχείρημα συνάντησε αντίσταση από κλασικιστές που δεν διέθεταν τη σημιτική γλωσσική ικανότητα να αξιολογήσουν ανεξάρτητα τα ουγαριτικά στοιχεία αποτελεί ένα από τα πιο διδακτικά επεισόδια της αντίπαλης παράδοσης όσον αφορά την αστυνόμευση των συνόρων μεταξύ επιστημονικών κλάδων.

V.  Μέτρηση στις ανατολικές σπουδές: η μέση οδός του Μπούρκερτ

Το τρίτο νήμα της αντίπαλης παράδοσης εκπροσωπείται από το έργοτού Βάλτερ Μπούρκερτ The Orientalizing Revolution: Near Eastern Influence on Greek Culture in the Early Archaic Age (γερμανικό πρωτότυπο 1984· αγγλική μετάφραση, Harvard University Press, 1992)16. Ο Μπούρκερτ (1931–2015), ένας από τους πιο διακεκριμένους ιστορικούς της ελληνικής θρησκείας της γενιάς του, ήταν ένας «εσωτερικός» του χώρου –ένας κλασικιστής με άψογα διαπιστευτήρια– ο οποίος, ωστόσο, κατέληξε, με βάση τη συσσώρευση αρχαιολογικών και κειμενικών στοιχείων, στο συμπέρασμα ότι η καθιερωμένη ανάλυση περί της ελληνικής πολιτιστικής εξέλιξης δεν μπορούσε να σταθεί χωρίς ουσιαστική αναγνώριση της επιρροής της Εγγύς Ανατολής.

Το επίκεντρο του Μπούρκερτ ήταν ο «αιώνας της στροφής προς την ανατολή», το διάστημα περίπου 750–650 π.Χ., κατά τη διάρκεια του οποίου η ελληνική τέχνη, λογοτεχνία, θρησκεία και τεχνολογία υπέστησαν μια μεταμόρφωση που οφθαλμοφανώς διαμορφώθηκε από την επαφή με τον Λεβάντε, τη Μεσοποταμία και, σε μικρότερο βαθμό, την Ανατολία και την Αίγυπτο. Τεκμηρίωσε τους μηχανισμούς μετάδοσης με υποδειγματική ακρίβεια: μετανάστες Φοίνικες και Σύριοι τεχνίτες που έφεραν τη μεταλλουργία, τη γλυπτική ελεφαντόδοντου και διακοσμητικά μοτίβα· υιοθέτηση του φοινικικού αλφαβήτου· περιπλανώμενοι μάντεις, θεραπευτές και ειδικοί στον εξαγνισμό που μετέδιδαν τελετουργική και μαντική γνώση· και απορρόφηση μυθολογικών δομών της Εγγύς Ανατολής στην ποίηση του Ησιόδου και του Ομήρου17. Η ανάλυσή του για τον μύθο της διαδοχής στη Θεογονία του Ησιόδου απέδειξε με φιλολογική ακρίβεια ότι βασικά στοιχεία της ελληνικής κοσμογονικής ποίησης προσαρμόστηκαν από πρωτότυπα της Εγγύς Ανατολής. Ομοίως, η ανάλυσή του για τη λατρεία της Αφροδίτης ως ριζωμένης στη λατρεία της Αστάρτης/ Ιστάρ, και για τους κήπους του Άδωνι ως μεταφυτευμένα φοινικικά τελετουργικά, κόμισε συγκεκριμένα, επαληθεύσιμα παραδείγματα θρησκευτικών δανεισμών.

Η μεθοδολογική επιφυλακτικότητα του Μπούρκερτ ήταν ταυτόχρονα το πλεονέκτημά του και ο περιορισμός του. Σε αντίθεση με τον Γκόρντον και τον Άστουρ, ο Μπούρκερτ περιόρισε τους ισχυρισμούς του στην αρχαϊκή περίοδο (8ος–7ος αιώνας π.Χ.), αποφεύγοντας τις πιο θεωρησιακές υποθέσεις περί αποικισμού κατά την εποχή του χαλκού που είχαν εκθέσει τα Ελληνοσημιτικά σε κριτική. Σε αντίθεση με τον Μπερνάλ, δεν διατύπωσε κάποια ιστοριογραφική κριτική των ιδεολογικών διαδικασιών που είχαν περιθωριοποιήσει την ανατολική επιρροή· απλώς παρουσίασε τα στοιχεία και άφησε αυτά να μιλήσουν. Αυτή η στρατηγική αποδείχθηκε θεσμικά αποτελεσματική: το Orientalizing Revolution κρίθηκεμε σεβασμό στα μέινστρημ κλασικά περιοδικά, ενσωματώθηκε σε προγράμματα σπουδών μεταπτυχιακών τμημάτων και παρατέθηκε σε άρθρα ως πρότυπο διεπιστημονικής αυστηρότητας. Έκανε την αναγνώριση της ανατολικής επιρροής ακαδημαϊκά ασφαλή, πράγμα που ο Γκόρντον, ο Άστουρ και ο Μπερνάλ δεν είχαν κάνει.

Αξίζει να τονιστεί ότι η ανάλυση των στοιχείων που προσκομίζει ο Μπούρκερτ ήταν πολύ εξειδικευμένη και παρείχε μια συγκεκριμένη, διαψεύσιμη μελέτη περίπτωσης θρησκευτικού δανεισμού που ούτε ο Φρέιζερ, ούτε ο πρώιμος Άστουρ μπορούσαν να επιτύχουν. Η αυστηρότητα των μεμονωμένων περιπτωσιολογικών μελετών είναι αυτό που έδωσε στο έργο του Μπούρκερτ αντοχή στο χρόνο· το κόστος ήταν η θυσία του ευρύτερου δομικού επιχειρήματος που θα επιχειρούσε αργότερα ο Μπερνάλ.

Ωστόσο, αυτή ακριβώς η επιφυλακτικότητα σήμαινε επίσης ότι η παρέμβαση του Μπούρκερτ άφησε ανέγγιχτες τις βαθύτερες δομές του άριου μοντέλου. Περιορίζοντας την ανατολική επιρροή σε έναν αιώνα και σε συγκεκριμένους τομείς (τέχνη, τελετουργία, μυθολογία, τεχνολογία), αποδέχτηκε σιωπηρά ότι τα «ουσιώδη» στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού —φιλοσοφία, δημοκρατία, τραγωδία, ιστοριογραφία— ήταν αυτόχθονες επιτεύξεις που δεν είχαν μολυνθεί από ανατολικά πρότυπα.

Η θεσμική δυναμική της υποδοχής του Μπούρκερτ φωτίζει μια κρίσιμη ασυμμετρία στην αντίπαλη παράδοση. Όταν κάποιος «από μέσα» —ένας κλασικιστής αδιαμφισβήτητων διαπιστευτηρίων, που δημοσίευε στο Harvard University Press— κατέθεσε ανατολικής επιρροής, ο κλάδος το αποδέχθηκε, αντιμετωπίζοντάς τα ως μια βελτίωση του υπάρχοντος παραδείγματος και όχι ως αμφισβήτηση των θεμελίων του. Η περίοδος της «ανατολικής στροφής» έγινε μια αναγνωρισμένη φάση της ελληνικής πολιτιστικής ανάπτυξης και ενσωματώθηκε στα εγχειρίδια και τα προγράμματα σπουδών, χωρίς να απαιτηθεί κάποια αναθεώρηση του ευρύτερου αφηγήματος περί ελληνικής αυτοχθονίας. Όταν εξωτικοί –ένας σημιτιστής όπως ο Άστουρ, ένας σινολόγος όπως ο Μπερνάλ– παρουσίαζαν παρόμοιες ή πιο φιλόδοξες αξιώσεις, η επιστήμη αντιδρούσε με αστυνόμευση των συνόρων και με απόρριψη λόγω αναρμοδιότητας. Τα ίδια στοιχεία ερμηνεύονταν διαφορετικά ανάλογα με την κοινωνική θέση του μελετητή που τα επικαλούνταν —ένα μοτίβο που συνάδει με την ανάλυση του Bourdieu για το συμβολικό κεφάλαιο στους ακαδημαϊκούς κλάδους και με την περιγραφή του Μπερλίνερμπλάου για το πώς οι επιστημονικοί κλάδοι διαχειρίζονται την αίρεση.

Ο ίδιος ο Μπούρκερτ είχε επίγνωση αυτής της δυναμικής, αν και δίσταζε να τη θεωρητικοποιήσει. Στον πρόλογο της αγγλικής έκδοσης του The Orientalizing Revolution, παρατήρησε ότι η διατριβή του «μπορεί να φαίνεται λιγότερο προκλητική σήμερα από ό,τι πριν από οκτώ χρόνια», αναγνωρίζοντας ότι η επιστήμη είχε μετατοπιστεί προς την κατεύθυνση της αναγνώρισης των επαφών με την Ανατολή — αλλά μόνο εντός του προσεκτικά οριοθετημένου πλαισίου που είχε θεσπίσει το ίδιο το έργο του. Το ερώτημα που η επιφύλαξη του Μπούρκερτ άφησε αναπάντητο —αν η επί αιώνες λογοκρισία της ανατολικής επιρροής ήταν η ίδια ένα ιδεολογικό φαινόμενο που απαιτούσε εξήγηση— ήταν ακριβώς το ερώτημα που θα ανέλαβε ο Μπερνάλ, με πολύ λιγότερη επιφύλαξη και πολύ μεγαλύτερες συνέπειες.

VI.  Η σύνθεση του Μπερνάλ: Συγχώνευση, πολιτικοποίηση και το τέταρτο στοιχείο

Η πρωτοτυπία του Μάρτιν Μπερνάλ, αν τη δούμε με βάση αυτή τη γενεαλογία, δεν ήταν η ανακάλυψη της ανατολικής επιρροής στην Ελλάδα —αυτή η αντίληψη ήταν αρχαία— αλλά η σύνθεση και η ριζική πολιτικοποίηση τριών μέχρι τότε ξεχωριστών νημάτων της εναλλακτικής παράδοσης. Από τον οικουμενιστική συγκριτική τάση του Φρέιζερ κληρονόμησε τη φιλοδοξία να τοποθετήσει τον ελληνικό πολιτισμό μέσα σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό πεδίο, αν και απέρριψε το εξελικτικό πλαίσιο και την αποικιακή επιστημολογία του. Από το πρόγραμμα «διάχυσης» των Γκόρντον και Άστουρ άντλησε συγκεκριμένες θέσεις σχετικά με τη γλωσσική, μυθολογική και θεσμική επιρροή των Σημιτών και των Αιγυπτίων, επεκτείνοντάς τις χρονολογικά (μέχρι τη δεύτερη χιλιετία π.Χ.) και ποσοτικά (εκτιμώντας ότι το 20–50 τοις εκατό του ελληνικού λεξιλογίου είναι αφροασιατικό). Από τον Μπούρκερτ απορρόφησε τη μεθοδολογία τεκμηρίωσης συγκεκριμένων μηχανισμών μετάδοσης, αν και την εφάρμοσε σε μια ευρύτερη χρονική περίοδο και ένα ευρύτερο φάσμα πηγών πολιτισμών από ό,τι επέτρεπε η εστίαση του Μπούρκερτ στην αρχαϊκή περίοδο.

Το τέταρτο στοιχείο – αυτό που κανένας από τους προκατόχους του δεν είχε εισφέρει και που έδωσε στη Μαύρη Αθηνά την εκρηκτική της δύναμη – ήταν η συστηματική ιστοριογραφική κριτική του Τόμου 1. Αντλώντας από τη σινολογική του κατάρτιση στην πολιτική της παραγωγής γνώσης και από ευρύτερα ρεύματα της μετααποικιακής σκέψης (ιδιαίτερα τον Οριενταλισμό του Σαΐντ, που εκδόθηκε εννέα χρόνια πριν από τον Τόμο 1 της Μαύρης Αθηνάς), απέδειξε ότι η εκτόπιση του αρχαίου μοντέλου δεν οφειλόταν στο ότι απλώς βρέθηκαν καλύτερες αποδείξεις, αλλά ήταν μια κατασκευή με πολιτικά κίνητρα που ανάγονται στον ρομαντικό εθνικισμό, τον αντισημιτισμό και τη φυλετική επιστήμη19. Αυτή η ιστοριογραφική διάσταση μετέτρεψε τη συζήτηση από μια τεχνική διαφωνία σχετικά με τις επαφές της εποχής του χαλκού σε μια αντιπαράθεση με τις βαθύτερες ιδεολογικές προσδέσεις του κλάδου —πράγμα που εξηγεί τόσο την εξαιρετική απήχηση του έργου στο κοινό όσο και τη σφοδρότητα της ακαδημαϊκής αντίδρασης.

Αξίζει να σταθούμε στην παράλληλη σχέση με το Οριενταλισμό, καθώς φωτίζει τη δομική θέση τού Black Athena στην πνευματική ιστορία του τέλους του εικοστού αιώνα. Ο Σαΐντ υποστήριξε ότι οι δυτικές επιστημονικές αναπαραστάσεις της «Ανατολής» —της ισλαμικής Εγγύς Ανατολής, που αποτελούσε το κύριο αντικείμενο του ενδιαφέροντός του— δεν ήταν ουδέτερες περιγραφές, αλλά λεκτικές κατασκευές που εξυπηρετούσαν την αποικιακή εξουσία. Ο Μπερνάλ επεξέτεινε αυτή την ανάλυση προς τα πίσω στο χρόνο, υποστηρίζοντας ότι η κατασκευή μιας κλασικής Ελλάδας απαλλαγμένης από Ανατολή εξυπηρετούσε μια ανάλογη λειτουργία: παρείχε στον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό μια γενεαλογία πολιτισμικής καθαρότητας που νομιμοποιούσε την υποταγή των μη ευρωπαϊκών λαών. Εκεί όπου ο Σαΐντ εστίαζε στη σύγχρονη κατασκευή του Άλλου, ο Μπερνάλ εστίαζε στη σύγχρονη κατασκευή του Εαυτού —την κατασκευή μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας ριζωμένης σε μια φανταστική ελληνική καθαρότητα. Τα δύο έργα ήταν συμπληρωματικά, και η σχεδόν ταυτόχρονη έκδοσή τους (Οριενταλισμός 1978, πρώτος τόμος τού Black Athena 1987) αντανακλούσε ένα ευρύτερο πνευματικό ρεύμα που αμφισβητούσε τα επιστημολογικά θεμέλια των δυτικών ακαδημαϊκών κλάδων. Ο Μπερλίνερμπλάου, στο Heresy in the University, τοποθετεί και τα δύο έργα μέσα σε αυτό το ρεύμα, σημειώνοντας παράλληλα τις διαφορές: ο Σαΐντ ήταν ένας «από μέσα» (κριτικός λογοτεχνίας) που επιτέθηκε στις αναπαραστάσεις που παρήγαγε ο δικός του επιστημονικός κλάδος για άλλους· ο Μπερνάλ ήταν ένας εξωτικός (σινολόγος) που επιτέθηκε στις αναπαραστάσεις που παρήγαγε ένας άλλος κλάδος για τον εαυτό του.

Η υποδοχή του Black Athena διαμορφώθηκε από αυτές τις δομικές δυναμικές κατά τρόπο διαφορετικό απ’ ό,τι είχε συμβεί με τους προδρόμους του. Ο Φρέιζερ εξυμνήθηκε και στη συνέχεια παραμερίστηκε αθόρυβα· οι Γκόρντον και Άστουρ περιθωριοποιήθηκαν χωρίς δημόσια αντιπαράθεση· ο Μπούρκερτ έγινε αποδεκτός και εξημερώθηκε. Ο Μπερνάλ δέχτηκε επίθεση με μια σφοδρότητα που δεν εξηγείται μόνο από το περιεχόμενο των ισχυρισμών του.

Η σφοδρότητα αυτή αντανακλούσε, εν μέρει, το γεγονός ότι είχε κάνει κάτι που οι προκάτοχοί του δεν είχαν κάνει: είχε κατονομάσει την ιδεολογία που κρυβόταν πίσω από το παράδειγμα, είχε εντοπίσει τους μελετητές που το είχαν διαμορφώσει και είχε συνδέσει το πνευματικό τους εγχείρημα με τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό και την αποικιοκρατία. Δεν επρόκειτο απλώς για μια τεχνική αμφισβήτηση που θα μπορούσε να αφομοιωθεί με σταδιακή προσαρμογή· ήταν μια κατηγορία που έπληττε την εικόνα που είχε ο ίδιος ο κλάδος για τον εαυτό του ως προπύργιο αντικειμενικής, πολιτικά ουδέτερης έρευνας. Η αντίδραση το Not Out of Africa της Lefkowitz, τα δοκίμια στο Black Athena Revisited, ο μαχητικός τόνος πολλών κριτικών— έφερε τα σημάδια αυτού που ο Μπερλίνερμπλάου ονόμασε «κοινωνιόδραμα»: μια αντιπαράθεση στην οποία τα επιστημονικά επιχειρήματα χρησίμευαν ως υποκατάστατα για βαθύτερα άγχη σχετικά με την ταυτότητα του επιστημονικού κλάδου, την επαγγελματική εξουσία και την πολιτική της γνώσης.

Ο Μπερνάλ δεν απέκρυψε τις οφειλές του. Στον Τόμο 1, ομαδοποίησε ρητά τον Γκόρντον και τον Άστουρ ως ηρωικούς προδρόμους των οποίων το έργο είχε περιθωριοποιηθεί άδικα, περιέγραψε τις συνεισφορές του Μπούρκερτ ως πολύτιμες αλλά ανεπαρκείς και παρουσίασε το δικό του εγχείρημα ως αναβίωση και διεύρυνση μιας λογοκριμένης παράδοσης20. Τα προσωπικά του κίνητρα —η εβραϊκή του καταγωγή, η σινολογική του ευαισθησία στην πολιτική διάσταση του Οριενταλισμού, η αντιρατσιστική του στράτευση που σφυρηλατήθηκε την εποχή του πολέμου του Βιετνάμ, το γεγονός ότι, ως εξωτικός, αδιαφορούσε για τις επιστημονικές συμβάσεις—τον εφοδίασαν με την ηθική επιτακτικότητα την οποία οι προηγούμενους μελετητές, δεσμευμένοι από τις νόρμες των επαγγελματικών τους κοινοτήτων, στερούνταν ή είχαν απωθήσει. Το αποτέλεσμα ήταν ένα έργο που ήταν ταυτόχρονα πιο φιλόδοξο και πιο ευάλωτο από όλα τα προηγούμενα: πιο φιλόδοξο επειδή προσπάθησε να συνθέσει την ιστοριογραφία, την αρχαιολογία και τη γλωσσολογία σε μια ενοποιημένη πρόκληση προς το άριο μοντέλο· πιο ευάλωτο επειδή η σύνθεση απαιτούσε ικανότητες —στην επιγραφική, τη συστηματική ιστορική γλωσσολογία, την αρχαιολογία της εποχής του χαλκού στο Αιγαίο— τις οποίες κανένας μεμονωμένος μελετητής δεν μπορούσε να κατέχει.

Η παραγωγική ένταση μεταξύ προσωπικής αντίδρασης και κληρονομικής παράδοσης είναι επομένως το κλειδί για την κατανόηση της σημασίας της Μαύρης Αθηνάς. Ο Μπερνάλ δεν ήταν μια μοναχική φωνή που φώναζε στην έρημο· ήταν η πιο αισθητή φωνή σε μια χορωδία που τραγουδούσε, σε διάφορα ηχοχρώματα και με διαφορετική ένταση, για πάνω από δύο χιλιετίες. Η συμβολή του ήταν η ενίσχυση, η σύνθεση και —κυρίως—η προθυμία να κατονομάσει τους ιδεολογικούς μηχανισμούς που είχαν κρατήσει αυτή την χορωδία αθόρυβη. Το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες αποδεικτικές του αξιώσεις έχουν αμφισβητηθεί ως προς την ουσία τους από μεταγενέστερες μελέτες (αρχαίο DNA, γλωσσολογία της επαφής, εξελιγμένη αρχαιολογία) δεν μειώνει την αξία του γενεαλογικού έργου: η εναλλακτική παράδοση που ανέσκαψε ήταν πραγματική, η περιθωριοποίησή της είχε ιδεολογικά κίνητρα και τα ερωτήματα που έθεσε παραμένουν αναπάντητα.

VII.  Συμπέρασμα: Επιπτώσεις στην απο-αποικιοποίηση των κλασικών σπουδών

Η γενεαλογία που ανασυγκρότησε αυτό το άρθρο έχει επιπτώσεις στο σύγχρονο εγχείρημα της απο-αποικιοποίησης των κλασικών σπουδών. Εάν η αντίπαλη παράδοση της μεσογειακής υβριδικότητας δεν ήταν προσωπική επινόηση του Μπερνάλ, αλλά ένα επαναλαμβανόμενο χαρακτηριστικό της διανοητικής ιστορίας της Δύσης —παρούσα στην αρχαιότητα, εξασθενημένη αλλά επίμονη στη σύγχρονη εποχή, συστηματικά περιθωριοποιημένη από τις πειθαρχικές δομές της επιστήμης του 19ου αιώνα— τότε το καθήκον της απο-αποικιοποίησης δεν είναι απλώς ένα ζήτημα να προστεθούν και κάποιες μη δυτικές φωνές σε έναν υπάρχοντα κανόνα. Απαιτεί μια δομική ανάλυση των μηχανισμών με τους οποίους ορισμένες γνώσεις αναδεικνύονται και άλλες καταστέλλονται: τα θεσμικά κίνητρα που ανταμείβουν τους ειδικούς και τιμωρούν τους «γενικούς», τα πειθαρχικά όρια που διαχωρίζουν τις «κλασικές σπουδές» από τις «ανατολικές σπουδές», οι επιστημολογικές παραδοχές που αντιμετωπίζουν την ινδοευρωπαϊκή ετυμολογία ως αυστηρή και τη σημιτική σύγκριση ως θεωρησιακή.

Τα τρία νήματα της εναλλακτικής παράδοσης που χαρτογραφήθηκαν σε αυτό το άρθρο αντιστοιχούν, επιπλέον, σε τρεις διακριτούς τρόπους αμφισβήτησης που παραμένουν διαθέσιμοι —και απαραίτητοι— στη σύγχρονη ακαδημαϊκή κοινότητα. Η οικουμενιστική συγκριτική προσέγγιση του Φρέιζερ, απαλλαγμένη από την εξελικτική της ιεραρχία, επιβιώνει στις προσεγγίσεις της παγκόσμιας ιστορίας και της παγκόσμιας λογοτεχνίας που αρνούνται να αντιμετωπίσουν τον ελληνικό πολιτισμό ως sui generis. Το πρόγραμμα της «διάχυσης» των Γκόρντον–Άστουρ, εκλεπτυσμένο με τις σύγχρονες υπολογιστικές μεθόδους και με γονιδιακά δεδομένα, επιβιώνει στο αυξανόμενο σώμα της γλωσσολογίας της επαφής και της αρχαιομετρικής έρευνας που ποσοτικοποιεί τις μεσογειακές ανταλλαγές χωρίς τις μαξιμαλιστικές αξιώσεις που δυσφήμησαν την παλαιότερη εκδοχή του. Και η σχολή της μέτρησης στις ανατολικές σπουδές του Μπούρκερτ, που βρήκε προεκτάσεις από τους West, Morris και άλλους, συνεχίζουν να παρέχουν στο μέινστρημ τεκμηριωμένα πλαίσια για την αναγνώριση της ανατολικής επιρροής —πλαίσια που απορροφώνται σταδιακά αντί να διαταράσσουν το παράδειγμα. Αυτό όμως που εξακολουθεί να λείπει από τη σύγχρονη επιστημονική έρευνα είναι το τέταρτο στοιχείο του Μπερνάλ: η αναστοχαστική ιστοριογραφική ανάλυση που ρωτά όχι απλώς «τι συνέβη στην αρχαιότητα», αλλά «γιατί ο κλάδος μας έχει αφηγηθεί την ιστορία έτσι και όχι αλλιώς». Η απο-αποικιστική στροφή στις κλασικές σπουδές —που συνδέεται με τους Padilla Peralta, Kennedy και άλλους— έχει αρχίσει να θέτει αυτό το ερώτημα, αλλά έχει παρακάμψει σε μεγάλο βαθμό τη γενεαλογία της εναλλακτικής παράδοσης υπέρ της θεσμικής και δημογραφικής ανάλυσης. Η επανασύνδεση του αποικιοκρατικού εγχειρήματος με την πνευματική ιστορία της καταπιεσμένης γνώσης —τη μακρά γραμμή σκέψης από τον Ηρόδοτο μέσω των Φρέιζερ, Γκόρντον, Άστουρ, Μπούρκερτ και Μπερνάλ— θα ενίσχυε και τα δύο.

Η έννοια του Φουκώ για τις υποταγμένες γνώσεις είναι διδακτική εν προκειμένω. Το αρχαίο μοντέλο δεν αντικρούστηκε· θάφτηκε κάτω από μια συσσώρευση θεσμικών πρακτικών, παιδαγωγικών παραδόσεων και ιδεολογικών δεσμεύσεων που έκαναν τις αξιώσεις του αόρατες για τους μελετητές που είχαν κοινωνικοποιηθεί μέσα στο άριο παράδειγμα. Οι Φρέιζερ, Γκόρντον, Άστουρ και Μπούρκερτ ανέσυραν εν μέρει αυτές τις γνώσεις, αλλά ο καθένας απ’ αυτούς περιορίστηκε εκ νέου από μηχανισμούς αντίστοιχους για την εποχή του. Το επίτευγμα του Μπερνάλ ήταν να εντοπίσει και να ονομάσει αυτούς τους μηχανισμούς· η αποτυχία του ήταν ότι δεν μπόρεσε να προσφέρει προς αντικατάσταση ένα παράδειγμα στο ύψος της πολυπλοκότητας των αρχαίων τεκμηρίων.

Επομένως, η γενεαλογία στην οποία ανέτρεξε το παρόν άρθρο εξυπηρετεί μια διπλή λειτουργία. Σε σχέση με το παρελθόν, αποδεικνύει ότι η κυριαρχία του άριου μοντέλου διατηρήθηκε όχι λόγω της απουσίας ανταποδείξεων, αλλά λόγω της ενεργής, αν και συχνά ασυνείδητης, καταστολής των ανταποδείξεων μέσω θεσμικών, επιστημολογικών και ιδεολογικών μηχανισμών. Σε σχέση με το μέλλον, υποβάλλει την ιδέα ότι το σύγχρονο εγχείρημα επανεξέτασης των κλασικών απαρχών —εφοδιασμένο με αρχαίο DNA, υπολογιστική φιλολογία, αρχαιολογία των δικτύων και απο-αποικιστική ερμηνευτική— πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα αρχαία τεκμήρια, αλλά και τις επιστημονικές δομές που καθορίζουν τι μετρά ως τεκμήριο, ποιος έχει την εξουσία να το παρουσιάσει και πώς αντιμετωπίζονται οι ανωμαλίες. Η εναλλακτική παράδοση δεν απέτυχε επειδή οι ισχυρισμοί της ήταν αβάσιμοι· περιθωριοποιήθηκε επειδή οι ισχυρισμοί της απειλούσαν το θεμελιώδες αφήγημα ενός κλάδου επενδεδυμένου στον ελληνικό εξαιρετισμό. Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος δεν είναι πράσινο φως για άκριτη αποδοχή κάθε υπόθεσης περί διάχυσης —πολλές από τις συγκεκριμένες αξιώσεις των Μπερνάλ και Άστουρ έχουν δικαίως αμφισβητηθεί—, είναι όμως προϋπόθεση για εκείνη την πνευματικά ειλικρινή, μεθοδολογικά αυστηρή και πολιτικά αυτεπίγνωστη έρευνα που απαιτεί η πολυπλοκότητα της αρχαίας Μεσογείου.

Μελλοντικές αναλύσεις μπορούν να αντλήσουν και από τα τέσσερα νήματα. Η Μεσόγειος της εποχής του χαλκού ήταν ένας δικτυωμένος, πολυγλωσσικός, πολυπολιτισμικός χώρος στον οποίο κανένας πολιτισμός δεν αναπτύχθηκε σε απομόνωση. Το να αναπαραστήσουμε αυτήν την πραγματικότητα με επιστημονική αυστηρότητα και ηθική ειλικρίνεια —τιμώντας την εναλλακτική παράδοση και ταυτόχρονα διορθώνοντας τις υπερβολές της— είναι το καθήκον που κληροδότησαν οι πρόδρομοι του Μπερνάλ και ο ίδιος ο Μπερνάλ στον εικοστό πρώτο αιώνα.

Από το προνομιακό σημείο θέασης που είναι η Κωνσταντινούπολη —μια πόλη που επί χιλιετίες έχει λειτουργήσει ως το φυσικό και πνευματικό σταυροδρόμι των πολιτισμών υπό συζήτηση— η αντοχή της εναλλακτικής παράδοσης δεν φαίνεται τόσο αξιοπερίεργη όσο η περιθωριοποίησή της. Η ανατολική Μεσόγειος δεν ήταν ποτέ, στην βιωμένη ιστορική εμπειρία, η κλειστή πολιτισμική μονάδα την οποία φανταζόταν το άριο μοντέλο. Οι κόσμοι των Φοινίκων, των Αιγυπτίων, της Ανατολίας και του Αιγαίου διείσδυαν ο ένας στον άλλο μέσω του εμπορίου, της μετανάστευσης, της διπλωματίας και του πολέμου· η υλική και κειμενική καταγραφή αυτής της αλληλοδιείσδυσης είναι τεράστια, πολυγλωσσικά και γεωγραφικά διασκορπισμένη σε αρχεία από το Κάιρο ως την Αθήνα, από το Cumhurbaşkanlığı Osmanlı Arşivi [Προεδρικό Οθωμανικό Αρχείο] έως τη βιβλιοθήκη Bodleian. Η διανοητική υποδομή που απαιτείται για τη μελέτη αυτής της αμοιβαίας διασύνδεσης —γνώση σημιτικών και ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, πρόσβαση τόσο σε αρχεία της Εγγύς Ανατολής όσο και σε κλασικά αρχεία, ευαισθησία ως προς την πολιτική της παραγωγής γνώσης σε αποικιακά και μετααποικιακά πλαίσια— είναι ακριβώς αυτό που η εναλλακτική παράδοση, στις διάφορες εκφάνσεις της, έχει επιδιώξει να οικοδομήσει. Το ότι αυτή η υποδομή παραμένει ατελής και ότι τα όρια των επιστημονικών κλάδων συνεχίζουν να εμποδίζουν την ανάπτυξή της, αποτελεί την πιο διαρκή κληρονομιά του θεσμικού θριάμβου του άριου μοντέλου. Το να την συμπληρώσουμε είναι ένα καθήκον όχι απλώς επιστημονικό αλλά και ηθικό.

Σημειώσεις

  1. Michel Foucault, «Two Lectures», στο Power/Knowledge: Selected Interviews and Other Writings 1972–1977, επιμ. Colin Gordon (Νέα Υόρκη: Pantheon, 1980), 81–82. Ο Φουκώ ορίζει τις υποταγμένες γνώσεις ως «ένα σύνολο γνώσεων που έχουν αποκλειστεί ως ακατάλληλες για το έργο τους ή ανεπαρκώς επεξεργασμένες: αφελείς γνώσεις, που βρίσκονται χαμηλά στην ιεραρχία, κάτω από το απαιτούμενο επίπεδο γνώσης ή επιστημονικότητας».
    1. James George Frazer, The Golden Bough: A Study in Magic and Religion, 3η έκδ., 12 τόμοι (Λονδίνο: Macmillan, 1906–15). Η συνοπτική έκδοση ενός τόμου (1922) ήταν εκείνη που διαβάστηκε περισσότερο.
    1. Michael C. Astour, Hellenosemitica: An Ethnic and Cultural Study in West Semitic Impact on Mycenaean Greece (Λέιντεν: Brill, 1965). Ο Cyrus H. Gordon συνέγραψε τον πρόλογο.
    1. Walter Burkert, The Orientalizing Revolution: Near Eastern Influence on Greek Culture in the Early Archaic Age, μετάφραση Margaret E. Pinder και Walter Burkert (Κέιμπριτζ, Μασαχουσέτη: Harvard University Press, 1992· γερμανικό πρωτότυπο 1984).
    1. Ηροδότου, Ιστορίες 2.4, 2.43, 2.49–58. Σχετικά με το εύρος και τα όρια των αιγυπτιακών αναφορών του Ηροδότου, βλ. Alan B. Lloyd, Herodotus, Book II: Commentary, 3 τόμοι (Λέιντεν: Brill, 1975–88).
    1. Martin Bernal, Black Athena: The Afroasiatic Roots of Classical Civilisation, τόμος 1, The Fabrication of Ancient Greece 1785–1985 (New Brunswick, NJ: Rutgers University Press, 1987), 281–316, σχετικά με τον ρόλο του Müller.
    1. Σχετικά με τον Evans και την ανακάλυψη του μινωικού πολιτισμού, βλ. J. A. MacGillivray, Minotaur: Sir Arthur Evans and the Archaeology of the Minoan Myth (Λονδίνο: Jonathan Cape, 2000).
    1. Φρέιζερ, Golden Bough, 3η έκδ., τόμος 1, κεφ. 1–3.
    1. Σχετικά με το εξελικτικό πλαίσιο του Φρέιζερ και τους περιορισμούς του, βλ. Robert Ackerman, J. G. Φρέιζερ: His Life and Work (Κέιμπριτζ: Cambridge University Press, 1987), 97–156.
    1. Φρέιζερ, Golden Bough, 3η έκδ., τόμος 2, 349–76 (σχετικά με τη λατρεία της δρυός από τους «άριους»).
    1. Cyrus H. Γκόρντον, Before the Bible: The Common Background of Greek and Hebrew Civilizations (Λονδίνο: Collins, 1962).
    1. Astour, Hellenosemitica. Ο πρόλογος του Γκόρντον περιγράφει το έργο ως «βαθιά και πολύπλευρη μελέτη».
    1. Η φράση είναι του Μπερνάλ και συνοψίζει την υποδοχή του έργου του Άστουρ: Μπερνάλ, Black Athena, 1:420.
    1. Burkert, Orientalizing Revolution.
    1. Σχετικά με τον μύθο της διαδοχής του Ησιόδου και τα παραλληλισμούς του στην Εγγύς Ανατολή, βλ. Burkert, Orientalizing Revolution, 94–119· και Martin L. West, Hesiod: Theogony (Οξφόρδη: Clarendon Press, 1966), 18–31.
    1. Ο Μπερνάλ αξιολόγησε το έργο του Μπούρκερτ σε διάφορα πλαίσια· για μια σύνοψη, βλ. Bernal, Black Athena Writes Back: Martin Bernal Responds to His Critics, επιμ. David Chioni Moore (Durham, NC: Duke University Press, 2001), κεφ. 7.
    1. Edward W. Said, Orientalism (Νέα Υόρκη: Pantheon, 1978). Σχετικά με την παράλληλη σχέση μεταξύ των έργων του Σαΐντ και του Μπερνάλ, βλ. Jacques Berlinerblau, Heresy in the University: The Black Athena Controversy and the Responsibilities of American Intellectuals (New Brunswick, NJ: Rutgers University Press, 1999), 43–68.
    1. Μπερνάλ, Black Athena, 1:402–25, σχετικά με τους Γκόρντον και Άστουρ ως προδρόμους.
    1. Thomas S. Kuhn, The Structure of Scientific Revolutions, 4η έκδ. (Σικάγο: University of Chicago Press, 2012; πρώτη έκδοση 1962), 52–76, σχετικά με τη μεταχείριση των ανωμαλιών στο πλαίσιο της κανονικής επιστήμης.
    1. Berlinerblau, Heresy in the University, 1–12, 83–120, σχετικά με την κοινωνιολογία της ακαδημαϊκής αίρεσης και της παραβίασης ορίων.

Κλασσικό

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.