Δίκαιο

Το ‘πολεμοχαρές’ ΝΣΚ κατά της ακαδημαϊκής ελευθερίας: Η στρατιωτική χρηματοδότηση της έρευνας

του Ακρίτα Καϊδατζή

Ι.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1.5 («Περιορισμοί») του άρθρου 8 («Βασική και Εφαρμοσμένη Έρευνα») του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Ε.Μ.Π. τίθενται μια σειρά από περιορισμούς στην έρευνα που διεξάγεται στο ίδρυμα, οι οποίοι απαριθμούνται στις περιπτώσεις α΄ έως στ΄. Μεταξύ πολλών άλλων είναι και ο προβλεπόμενος στην περίπτ. α΄ περιορισμός ότι στο Ε.Μ.Π. «δεν αναλαμβάνονται έρευνες με χρηματοδότηση από διεθνείς στρατιωτικούς συνασπισμούς» (εδάφιο β΄ in fine). Η ratio της ρύθμισης προκύπτει από την εισαγωγική περίοδο της διάταξης όπου, εν είδει αιτιολογίας, αναφέρεται: «Η ιστορία του Ιδρύματος είναι συνδεδεμένη με αγώνες για την ελευθερία και την ειρήνη» (εδάφιο α΄)[1].

Η διάταξη ισχύει από το 2000, οπότε εγκρίθηκε και τέθηκε σε ισχύ ο κανονισμός[2], χωρίς ποτέ μέχρι τώρα να έχει απασχολήσει οποιονδήποτε. Και ευλόγως. Είναι ένας απολύτως συνήθης, σχεδόν κοινότοπος, περιορισμός που τίθεται στην έρευνα για λόγους ηθικής και δεοντολογίας. Το προφανές που πρέπει να παρατηρηθεί είναι πως η διάταξη δεν απαγορεύει κανένα πεδίο και κανένα είδος έρευνας. Απαγορεύει μόνο τη χρηματοδότηση της (όποιας) έρευνας από ορισμένη κατηγορία φορέων: τους διεθνείς στρατιωτικούς συνασπισμούς. Η ίδια έρευνα μπορεί ανεμπόδιστα να χρηματοδοτηθεί από οποιονδήποτε άλλο φορέα[3].

Θα ανέμενε κάποιος ότι ένα ερευνητικό ίδρυμα υψηλού κύρους και διεθνούς φήμης, και μάλιστα πλήρως αυτοδιοικούμενο, θα είχε το αυτονόητο δικαίωμα –χωρίς να αποκλείει οποιοδήποτε πεδίο ή είδος έρευνας– να αποκλείει συγκεκριμένους χρηματοδότες με τους οποίους δεν επιθυμεί, για λόγους ηθικής και δεοντολογίας, να συσχετίζεται. Το Γραφείο Νομικού Συμβουλίου στο Ε.Μ.Π., υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, είχε αντίθετη άποψη. Σε έγγραφό του, που το αποκαλεί «νομική συμβουλή», καταλήγει στην, κυριολεκτικά εξωφρενική, γνώμη ότι

«η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1.5 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας ΕΜΠ (Β΄ 1098/2000), με την οποία τίθεται απαγόρευση στη χρηματοδότηση της έρευνας του Ιδρύματος από διεθνείς στρατιωτικούς συνασπισμούς, όπως είναι το ΝΑΤΟ, δεν είναι νόμιμη και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζεται»[4].

Της γνώμης αυτής προηγείται ένα, περίπου παραληρηματικού χαρακτήρα, ‘σκεπτικό’ το οποίο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη διάταξη του κανονισμού «είναι αυθαίρετη, αντισυνταγματική και αντίθετη με νόμους υπέρτερης τυπικής ισχύος», ότι «προσβάλλει ανεπίτρεπτα τον πυρήνα του ατομικού δικαιώματος της ακαδημαϊκής ελευθερίας» και ότι

«αντίκειται σε υπέρτερης τυπικής ισχύος νόμους, ήτοι τόσο στις διατάξεις του ν. 4957/2022, που προβλέπουν ρητά τη χρηματοδότηση της επιστημονικής έρευνας των ΑΕΙ και από διεθνείς οργανισμούς, όπως είναι το ΝΑΤΟ, όσο και στους, υπερνομοθετικής ισχύος, νόμους, με τους οποίους έχουν κυρωθεί οι σχετικές με τον διεθνή οργανισμό ΝΑΤΟ συνθήκες»[5].

Στο ίδιο έγγραφο πληροφορούμαστε ότι αφορμή για την υποβολή του ερωτήματος από τον πρύτανη του Ιδρύματος υπήρξε η «πρόθεση μέλους ΔΕΠ [του Ιδρύματος] να υποβάλλει [sic] πρόταση προς χρηματοδότηση από το ΝΑΤΟ, […] η οποία εν τέλει δεν υπεβλήθη, λόγω της ως άνω απαγόρευσης […]»[6].

Παράνομη και αντισυνταγματική, λοιπόν, κατά τη γνώμη αυτή, η απαγόρευση χρηματοδότησης της έρευνας στο Ε.Μ.Π. από διεθνείς στρατιωτικούς συνασπισμούς. Και προσβολή της ακαδημαϊκής ελευθερίας του μέλους ΔΕΠ που δεν κατάφερε, λόγω της απαγόρευσης αυτής, να λάβει χρηματοδότηση της έρευνάς του από το ΝΑΤΟ.

Όπως είδαμε, όμως, ο εσωτερικός κανονισμός απαγορεύει τη χρηματοδότηση της έρευνας από κάθε διεθνή στρατιωτικό συνασπισμό –όχι μόνο και όχι ειδικά από το ΝΑΤΟ. Εφόσον επομένως –πάντα κατά τη γνώμη του Γραφείου Νομικού Συμβουλίου– η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1.5 περίπτ. α΄ είναι παράνομη και αντισυνταγματική, τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε πως προσβάλλεται εξίσου η ακαδημαϊκή ελευθερία μέλους ΔΕΠ που θα εμποδιστεί να λάβει χρηματοδότησή της έρευνάς του, για παράδειγμα, από την Collective Security Treaty Organization (CSTO)[7] ή τη Shanghai Cooperation Organization (SCO)[8]. Αυτό και μόνο θα έφτανε για να φανεί η γελοιότητα της γνώμης που διατυπώθηκε.

Το μείζον πρόβλημα είναι ότι, με το έγγραφο αυτό, το Γραφείο Νομικού Συμβουλίου σε ένα από τα μεγαλύτερα και ιστορικότερα πανεπιστήμια της χώρας δείχνει ότι, πρώτον, δεν έχει ιδέα τί σημαίνει ακαδημαϊκή ελευθερία, έρευνα και αυτοδιοίκηση (στη συνέχεια, υπό ΙΙ) και, δεύτερον, ότι δεν έχει ιδέα πώς ελέγχεται ένας (ουσιαστικός) νόμος όπως είναι ο εσωτερικός κανονισμός (υπό ΙΙΙ).

ΙΙ.

Στο έγγραφο του Γραφείου Νομικού Συμβουλίου διατυπώνεται η εξής σκέψη:

«Η αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας αποτελεί ατομικό δικαίωμα του πανεπιστημιακού ερευνητή ή διδασκάλου, είναι απόλυτη και ισχύει έναντι πάντων […]. Τούτου έπεται ότι, ο κοινός νομοθέτης, κατά την οργάνωση των καθηκόντων των μελών του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, αλλά και τα συλλογικά όργανα αυτών, κατά τη ρύθμιση των εσωτερικών ζητημάτων οργάνωσης και λειτουργίας τους, –στο πλαίσιο της διοικητικής αυτοτέλειας που έχουν– υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ακώλυτη άσκηση του έργου των μελών ΔΕΠ […]. Συνεπώς, δεν επιτρέπεται να θεσπίζουν ρυθμίσεις που θίγουν ή παρακωλύουν ουσιαστικά, έστω και έμμεσα, την συνταγματικά κατοχυρωμένη ακαδημαϊκή ελευθερία. Και τούτο διότι, ναι μεν αναγνωρίζεται και κατοχυρώνεται συνταγματικά, στο άρθρο 16 παρ. 5, η πλήρης αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ, ήτοι η εξουσία να διαχειρίζονται και να αποφασίζουν για τις υποθέσεις τους με δικά τους όργανα, εντός όμως του πλαισίου του νόμου, εφαρμόζοντας τους κανόνες δικαίου που διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους, χωρίς να έχουν δικαίωμα θεσπίσεως κανόνων, που συνεπάγονται περιορισμούς στην ακαδημαϊκή ελευθερία, πράγμα που προϋποθέτει όχι απλώς αυτοδιοίκηση αλλά αυτονομία των εν λόγω ιδρυμάτων, η οποία δεν τους παραχωρήθηκε από το Σύνταγμα»[9].

Το Γραφείο Νομικού Συμβουλίου μάς λέει ότι η ακαδημαϊκή ελευθερία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα «ατομικό δικαίωμα του πανεπιστημιακού» και, μάλιστα, ‘απόλυτο’. Είναι, με άλλα λόγια, ένα ακραία ατομικιστικό δικαίωμα. Ότι το δικαίωμα αυτό «ισχύει έναντι πάντων» σημαίνει, περαιτέρω, πως είναι αντιτάξιμο, και μάλιστα ‘απόλυτα’, ακόμα και απέναντι στο ίδρυμα όπου ανήκει ο πανεπιστημιακός, τα συλλογικά όργανα του οποίου έχουν εν προκειμένω μόνο διοικητική αυτοτέλεια, χωρίς από την πλήρη αυτοδιοίκηση που κατά τα λοιπά διαθέτουν να απορρέει οποιαδήποτε αρμοδιότητα θέσπισης κανόνων για τη ρύθμιση της άσκησης της (απόλυτης) ακαδημαϊκής ελευθερίας. Ούτε λίγο ούτε πολύ, το Γραφείο Νομικού Συμβούλου μάς λέει ότι η πανεπιστημιακή αυτοδιοίκηση αποτελεί κίνδυνο για την ακαδημαϊκή ελευθερία, και γι’ αυτό υποχωρεί απέναντί της, με την τελευταία να υπερισχύει πάντοτε, διότι αποτελεί ένα απόλυτο ατομικό δικαίωμα, σε αντίθεση με την πανεπιστημιακή αυτοδιοίκηση που υποβιβάζεται σε απλή τεχνική διαχείρισης υποθέσεων[10].

Ουδέν ανακριβέστερον. Και ουδέν πιο απομακρυσμένο ακόμα και από την πιο στοιχειώδη αντίληψη του τί είναι η έρευνα και το πανεπιστήμιο, που οποιοσδήποτε έχει περάσει έστω και λίγο από ένα θα όφειλε να γνωρίζει. Ο συλλογισμός βασίζεται σε δύο στρεβλώσεις τόσο θεμελιώδεις, ώστε καταλήγουν τερατώδεις.

Πρώτη στρέβλωση: σε αντιδιαστολή προς τη (γενική) ελευθερία της επιστήμης και της έρευνας, η ακαδημαϊκή (ειδικά) ελευθερία δεν θα μπορούσε ποτέ να προσδιοριστεί ως αμιγώς ατομικό –και ακόμα λιγότερο, ατομικιστικό– δικαίωμα[11]. Στην κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος διάκριση σε «δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου», η ακαδημαϊκή ελευθερία κατατάσσεται εμφανώς στα δεύτερα. Καταρχάς, είναι δικαίωμα των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας ως τέτοιων, για το λόγο και κατά το μέρος που εντάσσονται και λειτουργούν σε αυτήν –και όχι λόγω της ατομικής επιστημονικής ιδιότητας του φορέα τους. Όπως η ακαδημαϊκή διδασκαλία έτσι και η ακαδημαϊκή έρευνα είναι, πάντοτε και εξ ορισμού, συλλογική δραστηριότητα. Ακόμα και ο πιο μονήρης και απομονωμένος στο γραφείο ή το εργαστήριό του πανεπιστημιακός ερευνητής χρησιμοποιεί όχι απλώς τις υποδομές αλλά, κυρίως, τους πόρους –υλικούς και άυλους, διοικητικούς και, προπαντός, ανθρώπινους: τους φοιτητές και ερευνητές– της ακαδημαϊκής κοινότητας. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, περαιτέρω, η ακαδημαϊκή ελευθερία αποτελεί πέραν από ατομικό δικαίωμα εξίσου και θεσμική εγγύηση, με άλλα λόγια φορέας της ακαδημαϊκής ελευθερίας είναι και το ίδιο το ίδρυμα, πέραν από τα επιμέρους μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Αυτό δεν σημαίνει πως η ατομική πτυχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας του κάθε μέλους της ακαδημαϊκής κοινότητας δεν μπορεί να έρθει σε σύγκρουση με τη θεσμική διάσταση της ακαδημαϊκής ελευθερίας του ιδρύματος που ενεργεί δια των οργάνων του. Κάθε άλλο. Όπως κάθε μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας μπορεί να επιβεβαιώσει, οι συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις είναι πολλές, συχνές και ενίοτε οξύτατες. Υπάρχει, παρόλα αυτά, ένας προφανής λόγος για την αναγνώριση, παράλληλα με την ατομική ελευθερία των μελών της κοινότητας, της θεσμικής ακαδημαϊκής ελευθερίας του ιδρύματος –όπως, άλλωστε, και των επιμέρους μονάδων του, σχολών, τμημάτων, τομέων, εργαστηρίων κλπ. Αν η ατομική ακαδημαϊκή ελευθερία ήταν πράγματι ‘απόλυτη’ –ένας βαρύτατος χαρακτηρισμός τον οποίο πλειστάκις επαναλαμβάνει με αυτάρεσκη απερισκεψία το Γραφείο Νομικού Συμβουλίου, παρότι είναι εμφανές πως δεν τον κατανοεί– τότε δεν θα υπήρχε πανεπιστήμιο. Η άσκηση της ελευθερίας του ενός θα ήταν το ‘απόλυτο’ όριο στην άσκηση της ελευθερίας όλων των άλλων. Κεντρική αποστολή του πανεπιστημίου –κυριολεκτικά, ο πυρήνας της διαχείρισης των υποθέσεών του– είναι ακριβώς η ρύθμιση της άσκησης της ακαδημαϊκής ελευθερίας από τους επιμέρους φορείς της, μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, με στόχο να είναι σε θέση να την ασκούν όλα ανεξαιρέτως με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο και, επομένως, κατ’ ανάγκην, με τους μικρότερους δυνατούς περιορισμούς. Η θεσμική ακαδημαϊκή ελευθερία του ιδρύματος και των μονάδων του δεν κατοχυρώνεται απλώς και μόνο προς εναρμόνιση της άσκησης της ατομικής ακαδημαϊκής ελευθερίας από τους περισσότερους φορείς της. Το νόημά της έγκειται, πρωτίστως, στο ότι η εναρμόνιση αυτή θα γίνεται με ευθύνη του ίδιου του πανεπιστημίου δια των οργάνων του –και όχι οποιουδήποτε τρίτου, προπαντός βεβαίως του κεντρικού κράτους.

Αυτό μας φέρνει στη δεύτερη τερατώδη στρέβλωση στην οποία προβαίνει το Γραφείο Νομικού Συμβουλίου: η ακαδημαϊκή ελευθερία όχι μόνο δεν αντίκειται στην πανεπιστημιακή αυτοδιοίκηση, αλλά αποτελεί ακριβώς το λόγο της θέσπισής της. Η πανεπιστημιακή αυτοδιοίκηση αποτελεί τον βασικό θεσμικό μηχανισμό προστασίας και εγγύησης της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Και παρότι, όπως είπαμε, η ακαδημαϊκή ελευθερία των επιμέρους μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας πολύ συχνά έρχεται σε σύγκρουση με τη διοίκηση (άρα, και τη θεσμική ακαδημαϊκή ελευθερία) του ιδρύματος, ο θεμελιώδης σκοπός της κατοχύρωσης της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης ήταν προκειμένου να διασφαλιστεί η πανεπιστημιακή έρευνα και διδασκαλία από παρεμβάσεις του κεντρικού κράτους –στο οποίο, σημειωτέον, ανήκει και το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

Η άγνοια του Γραφείου του Νομικού Συμβουλίου ακόμα και για τα στοιχειώδη του πανεπιστημίου είναι ασυγχώρητη. Γίνεται κυριολεκτικά σοκαριστική όταν προέρχεται από μια υπηρεσία που υποτίθεται ότι έχει αναλάβει εξ επαγγέλματος να το συμβουλεύει. Αυτό όμως που ξεπερνάει τα όρια του εξωφρενικού και γίνεται εξοργιστικό είναι ότι, ακόμα κι αν κάποιος υιοθετούσε τον (τερατώδη, όπως είπαμε) συλλογισμό του Γραφείου, και πάλι δεν θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμά του, ότι η απαγόρευση χρηματοδότησης της έρευνας από διεθνείς στρατιωτικούς συνασπισμούς «προσβάλλει ανεπίτρεπτα τον πυρήνα του ατομικού δικαιώματος της ακαδημαϊκής ελευθερίας»[12] οποιουδήποτε μέλους της ακαδημαϊκής κοινότητας, ακόμα και του ερευνητή που στερήθηκε τη χρηματοδότηση του ΝΑΤΟ. Όποιος επιθυμεί να διεξάγει έρευνα με χρηματοδότηση διεθνούς στρατιωτικού συνασπισμού σε τίποτε δεν εμποδίζεται, αρκεί να το πράττει υπό την ατομική του επιστημονική ιδιότητα και όχι ως μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας του Ε.Μ.Π. Χωρίς, δηλαδή, να κάνει χρήση των υποδομών, των πόρων (ανθρώπινων, διοικητικών, υλικών και άυλων) και των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας (φοιτητών, ερευνητών) του Ε.Μ.Π.

Όποιος έχει έστω και στοιχειώδη αντίληψη της έννοιας του ‘πυρήνα’ ενός ατομικού δικαιώματος, θα έπρεπε να είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται τη διαφορά ανάμεσα στην απόλυτη και καθολική στέρηση της δυνατότητας άσκησής του και τον αποκλεισμό ορισμένου μόνο τρόπου άσκησής του, που επιτρέπει πάντως άλλους, δηλαδή τον (απλό) περιορισμό του. Αυτό όμως μάς λέει περισσότερα για τη νομική ανεπάρκεια του Γραφείου του Νομικού Συμβουλίου, στην οποία στρεφόμαστε στη συνέχεια.

ΙΙΙ.

Σε μια γκροτέσκα πλειοδοσία, το Γραφείο του Νομικού Συμβουλίου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διάταξη του κανονισμού που απαγορεύει τη χρηματοδότηση έρευνας από διεθνείς στρατιωτικούς συνασπισμούς αντίκειται σε –όχι μία, όχι δύο, αλλά– πέντε διαφορετικές διατάξεις ή ομάδες διατάξεων: δύο συνταγματικές, δύο διεθνών συνθηκών που κυρώθηκαν με νόμο και μία του πανεπιστημιακού ν. 4957/2022.

Για τις συνταγματικές διατάξεις τα είπαμε ήδη. Η γνώμη ότι η απαγόρευση αντίκειται στις παρ. 1 και 5 του άρθρου 16 του Συντάγματος, δηλαδή ότι προσβάλλει τόσο την ακαδημαϊκή ελευθερία όσο και την πανεπιστημιακή αυτοδιοίκηση, είναι απλώς γελοία.

Περαιτέρω, το Γραφείο Νομικού Συμβούλου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη διάταξη του κανονισμού «αντίκειται στις διατάξεις του ν. 4957/2022, που προβλέπουν ρητά τη χρηματοδότηση της επιστημονικής έρευνας των ΑΕΙ και από διεθνείς οργανισμούς, όπως είναι το ΝΑΤΟ»[13]. Εδώ υπάρχει, πριν απ’ οτιδήποτε άλλο, μια χονδροειδής λαθροχειρία. Το άρθρο 230 του ν. 4957/2022 προβλέπει μεν ότι μεταξύ των πόρων που διαχειρίζονται οι ΕΛΚΕ των πανεπιστημίων είναι και «χρηματοδοτήσεις έργων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, λοιπούς ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς και θεσμούς», πουθενά όμως δεν γίνεται αναφορά ειδικά στο ΝΑΤΟ ή οποιονδήποτε άλλον οργανισμό πλην της ΕΕ. Κυρίως, όμως, η διάταξη προβλέπει απλή δυνατότητα χρηματοδότησης από διεθνείς οργανισμούς. Απ’ αυτή δεν προκύπτει οποιαδήποτε υποχρέωση των πανεπιστημίων να δέχονται χρηματοδοτήσεις από διεθνείς οργανισμούς, γενικά, και ακόμα λιγότερο από συγκεκριμένο διεθνή οργανισμό.

Αντίθεση διάταξης νόμου προκύπτει όταν το περιεχόμενό της αντίκειται σε κανόνα του υπερκείμενου δικαίου. Ο σχετικός έλεγχος συνίσταται στη σύγκριση δύο διατάξεων, προκειμένου να διαπιστωθεί αν προκύπτει σύγκρουση. Σύγκρουση προκύπτει όταν οι έννομες συνέπειες της μίας και της άλλης διάταξης δεν διαφέρουν απλώς, αλλά είναι αντίθετες. Η μία επιτρέπει ενώ η άλλη απαγορεύει, η μία επιβάλλει ορισμένη υποχρέωση ενώ η άλλη απαλλάσσει απ’ αυτήν κοκ. Από την άποψη αυτή, η διάταξη του άρθρου 230 του ν. 4957/2022 που απλώς δίνει τη δυνατότητα χρηματοδότησης –γενικά, καταρχήν και αορίστως– από διεθνείς οργανισμούς δεν βρίσκεται σε αντίθεση με τη διάταξη που απαγορεύει, ειδικά, τη χρηματοδότηση από διεθνείς στρατιωτικούς συνασπισμούς. Και τούτο, διότι οι έννομες συνέπειες των δύο διατάξεων δεν είναι αντιθετικές: η νομοθετική διάταξη είναι επιτρεπτική (παρέχει μια δυνατότητα) ενώ του κανονισμού είναι απαγορευτική (απαγορεύει ορισμένη δραστηριότητα). Πραγματική αντίθεση θα υπήρχε αν η νομοθετική διάταξη ήταν επιτακτική (επέβαλλε ορισμένη υποχρέωση), οπότε η απαγόρευση του κανονισμού θα ήταν πράγματι αντίθετη σ’ αυτή. Με άλλη διατύπωση: (πραγματικά) αντίθετη στο άρθρο 230 του ν. 4957/2022 θα ήταν μόνο μια διάταξη που θα απαγόρευε συνολικά τη χρηματοδότηση της έρευνας από διεθνείς οργανισμούς. Τότε –και μόνο τότε– θα υπήρχε αντίθεση μεταξύ των δύο διατάξεων.

Ακόμα χειρότερα, υπό το ίδιο πρίσμα, είναι τα πράγματα με τον ισχυρισμό ότι ο εσωτερικός κανονισμός του Ε.Μ.Π. αντίκειται –άκουσον, άκουσον!– στις ιδρυτικές συμβάσεις του ΝΑΤΟ. Στο ν. 1989/1952 «περί κυρώσεως της συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού» και το ν.δ. 3568/1956 «περί κυρώσεως της Συμβάσεως επί του νομικού καθεστώτος του Οργανισμού της συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού [κλπ.]» προβλέπονται, αφενός, οι αρμοδιότητες του οργανισμού και, αφετέρου, οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συμβαλλόμενων κρατών. Όσο και να ψάξει κανείς, ωστόσο, από καμία διάταξη των διεθνών συμβάσεων δεν προκύπτει, ούτε καν εμμέσως και με απώτατη συνεπαγωγή, ότι μεταξύ των αρμοδιοτήτων του οργανισμού είναι και η χρηματοδότηση ακαδημαϊκής έρευνας. Πραγματική αντίθεση στις ιδρυτικές του ΝΑΤΟ διεθνείς συμβάσεις θα υπήρχε αν αυτές προέβλεπαν ρητώς –ή, έστω, μπορούσε να συναχθεί με ασφάλεια απ’ αυτές– τη χρηματοδότηση ακαδημαϊκής έρευνας ως ειδική αρμοδιότητα του οργανισμού.

Πέραν από γελοίος, ο ισχυρισμός ότι η απαγόρευση του εσωτερικού κανονισμού του Ε.Μ.Π. ‘αντίκειται’, δηλαδή παραβιάζει διεθνείς αμυντικές συνθήκες (!) δείχνει πως το Γραφείου Νομικού Συμβουλίου, πέραν από τα πανεπιστημιακά, δεν έχει επίσης ιδέα και από νομικά. Δηλαδή είναι ακατάλληλο όχι μόνο για τη δουλειά που του ανατέθηκε, να παρέχει νομική συμβουλή στο Ε.Μ.Π., αλλά να παρέχει νομική συμβουλή γενικά.

IV.

Η –παραπλανητικά και ψευδεπίγραφα– αυτοαποκαλούμενη «νομική συμβουλή» του Γραφείου Νομικού Συμβουλίου στο Ε.Μ.Π. δεν είναι ούτε ‘νομική’ ούτε ‘συμβουλή’. Είναι ένα απίστευτης τσαπατσουλιάς γονατογράφημα που ανεπιτυχώς επιχειρεί να προσφέρει μιαν υποτυπώδη (που, όμως, καταλήγει παιδαριώδης) επίφαση νομιμοφάνειας στη διαφαινόμενη πρόθεση αρχών του ιδρύματος να ‘μην εφαρμόσουν’, δηλαδή να παραβούν τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του και να εγκρίνουν τη διεξαγωγή έρευνας με χρηματοδότηση από διεθνή στρατιωτικό συνασπισμό, παρά τη ρητή, σαφή και απερίφραστη απαγόρευση που θέτει το άρθρο 8 παρ. 1.5 περίπτ. α΄ του Κανονισμού.

Δεν ανήκει στις αρμοδιότητες του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους να ‘συμβουλεύει’ οποιονδήποτε, πολλώ δε μάλλον αρχές πλήρως αυτοδιοικούμενου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, πώς να παραβεί το νόμο. Πράττοντας έτσι, δεν παραβιάζει απλώς τον οργανικό νόμο του. Παραβιάζει ευθέως τη συνταγματική αποστολή του κατά το άρθρο 100Α του Συντάγματος. Πολύ περισσότερο, δεν ανήκει στις αρμοδιότητες του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους να υποδεικνύει σε πανεπιστήμια με πλήρη αυτοδιοίκηση και, ιδίως, ακαδημαϊκή ελευθερία τί είδους έρευνα οφείλουν να διεξάγουν. Πράττοντας έτσι, παραβιάζει το άρθρο 16 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος.

[1] Η πλήρης διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1.5 περίπτ. α΄ του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Ε.Μ.Π. έχει ως εξής: «Η ιστορία του Ιδρύματος είναι συνδεδεμένη με αγώνες για την ελευθερία και την ειρήνη. Για το λόγο αυτό στο Ε.Μ.Π. δεν επιτρέπεται η διεξαγωγή ή συμμετοχή σε έρευνες για πολεμικούς σκοπούς οποιασδήποτε μορφής, με την εξαίρεση της έρευνας για τις πολεμικές ανάγκες της χώρας, και δεν αναλαμβάνονται έρευνες με χρηματοδότηση από διεθνείς στρατιωτικούς συνασπισμούς»

[2] Υ.Α. Φ1/232/Β1/404 «Έγκριση του εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου» (ΦΕΚ Β΄ 1098/5.9.2000).

[3] Αλλά, και πέραν του επίμαχου χωρίου της, η πλήρης διάταξη (παραπάνω, υποσημ. 1) εξακολουθεί να μην απαγορεύει οποιοδήποτε πεδίο ή είδος έρευνας. Απαγορεύει μόνον έρευνα που διεξάγεται για ορισμένους σκοπούς («πολεμικούς») –κάτι που (θα έπρεπε να) είναι αυτονόητο. Αλλά και πάλι, εξαιρεί από την απαγόρευση την έρευνα που διεξάγεται «για τις πολεμικές ανάγκες της χώρας». Σε κάθε περίπτωση, η ίδια έρευνα μπορεί ανεμπόδιστα να διεξαχθεί για μη πολεμικούς σκοπούς.

[4] Έγγραφο Γραφείου Νομικού Συμβουλίου στο Ε.Μ.Π. με αρ. πρωτ. 419-80/Φ.100931/5.3.2026 «Νομική συμβουλή επί προβληματισμού που διατυπώθηκε με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 19/28-01-2026 έγγραφο του Πρύτανη ΕΜΠ», σ. 8 in fine (η έμφαση προστέθηκε).

[5] Ό.π.

[6] Ό.π., σ. 1 (το ορθογραφικό λάθος στο πρωτότυπο).

[7] Με μέλη τις Αρμενία (σε αναστολή), Καζακστάν, Κιργιστάν, Λευκορωσία, Ρωσία και Τατζικιστάν, βλ. https://en.odkb-csto.org/.

[8] Με μέλη τις Ινδία, Ιράν, Καζακστάν, Κίνα, Κιργιστάν, Λευκορωσία, Ουζμπεκιστάν, Πακιστάν, Ρωσία και Τατζικιστάν, βλ. https://eng.sectsco.org/.

[9] Έγγραφο Γραφείου Νομικού Συμβουλίου, ό.π., σ. 5 (η χρήση της στίξης στο πρωτότυπο, η έμφαση προστέθηκε).

[10] Έτσι, απερίφραστα και στο συμπέρασμα: «η ακαδημαϊκή ελευθερία, στην οποία περιλαμβάνεται η επιστημονική έρευνα, είναι απόλυτο δικαίωμα, μη επιδεχόμενο περιορισμό από τον κοινό νομοθέτη και τη διοίκηση του ΑΕΙ» (ό.π., σ. 8). Εδώ, μάλιστα, ο όρος που χρησιμοποιείται είναι απλώς ‘διοίκηση’, ούτε καν ‘αυτοδιοίκηση’, πόσο μάλλον πλήρης.

[11] Ακαδημαϊκή ελευθερία είναι η ελευθερία της έρευνας και της διδασκαλίας που διεξάγεται στα πανεπιστήμια. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 16 του Συντάγματος διακηρύσσεται η –γενική, ανεξάρτητα δηλαδή από το πλαίσιο στο οποίο διεξάγεται– ελευθερία της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας. Το δεύτερο εδάφιο αναφέρεται, ειδικότερα, στην ακαδημαϊκή ελευθερία. Ακριβώς λόγω της διάκρισης της πανεπιστημιακής έρευνας και διδασκαλίας (= ακαδημαϊκή ελευθερία) από την έρευνα και διδασκαλία που ασκείται σε άλλα πλαίσια, δεν συνιστά πλεονασμό η παρατακτική παράθεση, στο δεύτερο εδάφιο, ακαδημαϊκής ελευθερίας και ελευθερίας της διδασκαλίας.

[12] Έγγραφο Γραφείου Νομικού Συμβουλίου, ό.π., σ. 8 (η έμφαση προστέθηκε).

[13] Ό.π., σ. 8 (η έμφαση προστέθηκε).

Κλασσικό

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.