Το πολιτικό ύφος της αναίδειας

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Για όσους διατηρούν έστω απόμακρες μνήμες από τη δεκαετία του 70, ή ακόμα περισσότερο από τη χούντα, ήταν μέχρι πρόσφατα αυτονόητο ότι ο πολιτικός συντηρητισμός ανέκαθεν –ίσως από τότε που υπάρχει- πάει χέρι-χέρι με τον κοινωνικό, και απαραίτητο στοιχείο του είναι η εμμονή στις αξίες της ευπρέπειας, της αυτοσυγκράτησης και της σεμνότητας –έως σεμνοτυφίας. Σε όλο τον κόσμο, και στην Ελλάδα. Ακόμη και μετά την πτώση του καθεστώτος που πολιτεύτηκε με το τρίπτυχο πατρίς-θρησκεία-οικογένεια, συνέχιζε να λειτουργεί επί χρόνια στο υπουργείο προεδρίας επίσημη διοικητική υπηρεσία που λεγόταν λογοκρισία, και που αστυνόμευε αυστηρά τι επιτρέπεται να περάσει στον δημόσιο λόγο και τι όχι.

Προσωπικά, έχω στη δισκοθήκη μου δίσκο –βινυλίου, φυσικά- από εκείνα τα χρόνια, και συγκεκριμένα από το 1980, στον οποίο περιλαμβάνεται ένα κομμάτι που στους στίχους του υπήρχε η λέξη «σκατά». Η προαναφερθείσα υπηρεσία δεν ανέχθηκε να κυκλοφορήσει δίσκος που να χρησιμοποιεί τη λέξη αυτή έστω και μεταφορικά, και έτσι στο κομμάτι όπως τελικά ηχογραφήθηκε ακούγεται «και το κονιάκ να ’ναι [απροσδιόριστος ηλεκτρονικός ήχος] κι ο εργολάβος πουθενά δεν φάνηκε».

Εξάλλου, αυτός ακριβώς ο «απροσδιόριστος ηλεκτρονικός ήχος» απέκτησε σύντομα δικό του αυτοτελές όνομα, και οι καλλιτέχνες, ιδίως οι σατιρικοί, εν συνεχεία δε όλοι οι άνθρωποι, άρχισαν να χρησιμοποιούν το «μπιπ» για να υποδηλώσουν ότι στο αντίστοιχο σημείο, εάν είχαν το ελεύθερο, θα ήθελαν να χρησιμοποιήσουν μία λέξη για την οποία η επίσημη ή η εσωτερικευμένη λογοκρισία θα είχε αντιρρήσεις.

 

Τα τελευταία αρκετά χρόνια, ο πουριτανισμός αυτός μοιάζει να αποτελεί μακρινό και αξιοπερίεργο παρελθόν. Στο λόγο της δεξιάς όλο και περισσότερο κυριαρχεί αυτό που θα πρότεινα εδώ, παραφράζοντας έναν όρο του Ιταλού ψυχαναλυτή Μάσσιμο Ρεκαλκάτι, να ονομάσουμε πολιτικό ύφος της αναίδειας.

Για να αποκτήσουμε μια εμβληματική εικόνα της διαφοράς, θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε τα τωρινά πρωτοσέλιδα της Ελεύθερης Ώρας με εκείνα της Εστίας, ή και με εκείνα της ίδιας της Ελεύθερης Ώρας πριν από μερικά χρόνια. Εκεί είχαμε την εντύπωση ενός αυστηρού κόσκινου από το οποίο περνούσε κάθε λέξη πριν της επιτραπεί να τυπωθεί. Τώρα αντίθετα το μήνυμα είναι anything goes. Μπάτε σκύλοι αλέστε. Ακριβέστερα, οι υπεύθυνοι όχι απλώς επιτρέπουν σε όποιον σκύλο θέλει να μπει, αλλά και οι ίδιοι τους αναζητούν επίμονα. Όσο πιο προκλητικός, απίθανος, τερατολογικός είναι ένας τίτλος, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει να περάσει.

Γι’ αυτό ακριβώς ισχυρίζομαι ότι η αναίδεια γίνεται πολιτικό ύφος: αυτό δεν έχει σχέση με την ποσοτικά αυξημένη, σε σχέση με το παρελθόν, ποσότητα της αθυροστομίας και τολμηρότητα των διατυπώσεων, αλλά με το γεγονός ότι ο ομιλών επιδιώκει συστηματικά την παραβίαση της (μέχρι τώρα) δεοντολογίας και αναλαμβάνει ως αυτονόητο δικαίωμά του την προσβολή, τον εξευτελισμό, τον εκμηδενισμό των αποδεκτών του λόγου του, και ως στόχο του την αποτίναξη όσων παρουσιάζει ως περιττούς και ανυπόφορους περιορισμούς μιας αυτόκλητης πολιτικής ορθότητας, η οποία για τον ίδιο είναι σφάλμα και όχι ορθότητα.

Εκφράσεις απαξίωσης, σεξισμού, ρατσισμού υπήρχαν στον έναν ή τον άλλο βαθμό πάντοτε. Σε αυτό που κάνει όμως π.χ. ο Ντόναλντ Τραμπ, υπάρχει μια ποιοτική διαφορά. Είναι φανερό ότι διακυβεύεται μία απόλαυση που προκαλείται από αυτό το τσαλαπάτημα των κανόνων.

Ψυχαναλυτικά, έχω την εντύπωση ότι η απόλαυση αυτή είναι κάτι διαφορετικό από τη διασκέδαση που προσφέρει το ευφυολόγημα: κατά την ορθόδοξη φροϋδική παράδοση, όταν ξεσπάμε σε γέλια, το ξέσπασμα αυτό αποτελεί την έκλυση ενός ποσού ενέργειας που ήταν ως τότε δεσμευμένο στην τήρηση των απαγορεύσεων και απελευθερώνεται προσωρινά από τη διέξοδο που δίνει κάποιο καλαμπούρι. Οι απαγορεύσεις αυτές σχεδόν πάντοτε έχουν έμμεση ή αμεσότερη σχέση με τη σεξουαλικότητα. Αλλά, ακριβώς, η κρίσιμη λέξη εδώ είναι το προσωρινά. Η απόλαυση που γεννά το πολιτικό ύφος της αναίδειας έχει σχέση με τη φιλοδοξία μόνιμης αθέτησης και ανατροπής των συμβάσεων του λόγου, όχι με μία ευκαιριακή άρση τους. Και με ένα μήνυμα: «αυτά που ξέρατε να τα ξεχάσετε, δεν ισχύουν πλέον· και δεν ισχύουν επειδή εγώ τα τσαλαπατώ τώρα, just watch me».

Χαρακτηρίζω επιπλέον το ύφος αυτό πολιτικό επειδή, με την υιοθέτησή του, ο ομιλών δεν αποβλέπει κυρίως να προκαλέσει γέλιο, αλλά να κερδίσει πόντους σε ένα παιχνίδι εντυπώσεων εναντίον κάποιων αντιπάλων, εμφανίζοντας εκείνους ως κολλημένους σε αδικαιολόγητες και περιοριστικές συμβατικότητες και κερδίζοντας ο ίδιος πόντους ως κάποιος ο οποίος τολμά και αδιαφορεί για αυτές, «τα λέει έξω απ’ τα δόντια», «όπως πραγματικά είναι». Χρησιμοποιώ εδώ τους αρσενικούς γραμματικούς τύπους όχι από την κεκτημένη ταχύτητα της γλώσσας, αλλά με την ουσιαστική σημασία τους, καθότι στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων αυτοί οι ομιλούντες είναι πράγματι άντρες[1].

 

Κατ’ αυτή την έννοια, γίνεται αντιληπτό ότι η αναίδεια συνιστά αντεστραμμένη μίμηση τρόπων που προέρχονται από το ρεπερτόριο της αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων. Μάλλον, είναι ένα κοινωνικό κίνημα –διότι υπάρχουν και αντιδραστικά κοινωνικά κινήματα.

Προσωπικά, από πολύ νωρίς είχα επισημάνει αυτή την τάση μίμησης. Για να παραθέσω όσα έγραφα το μακρυνό 2011 με αφορμή την ερμηνεία του Δεκέμβρη του 2008,

πλέον η (ακρο)δεξιά, μετά τον πλήρη αρχικό αιφνιδιασμό της, προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί και να ανακτήσει το έδαφος που έχασε το Δεκέμβρη. Και, για να το κάνει αυτό, αρχίζει να μιμείται τη γραμματική και το συντακτικό της εξέγερσης· δηλαδή να συγκροτείται με όρους κινήματος πλέον και όχι παρακράτους.

 

Τα όσα συνέβησαν με τα φασιστικά συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, επιβεβαίωσαν ότι αυτή η τάση είναι υπαρκτή και ζωντανή, και παράγει νέες υλοποιήσεις.

Μία από αυτές λοιπόν θεωρώ ότι είναι και η πολιτική αναίδεια, η οποία πάντως έχει ένα τουλάχιστον κοινό με την παραδοσιακή δεξιά (αλλά όχι μόνο με αυτήν): τον αντι-διανοουμενισμό, τον οποίο είχε επισημάνει σε ανύποπτο χρόνο και ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος στο ιστορικό Η Ρωμιοσύνη στον παράδεισο. Ο πολιτικώς αναιδής δηλώνει εμπράκτως: εγώ αψηφώ τους υποκριτικούς κανόνες σας που μας έχουν γίνει στενός κορσές, εξεγείρομαι κατά της υποκρισίας και της υπερβολικής επιτήδευσης των διανοουμένων. Υπ’ αυτή την έννοια, η στάση του ενέχει μία ταξική/ εκπαιδευτική μνησικακία, ένα μίσος προς όσους (φαντάζονται ότι/ εκείνος φαντάζεται ότι φαντάζονται ότι … κ.ο.κ., επ’ άπειρον) είναι «σπουδαγμένοι» και μας κάνουν τους έξυπνους. Όπως και η παράνοια, έτσι και η αναίδεια χαρακτηρίζεται από το φθόνο της ζωής.

Η εξέγερση λοιπόν αυτή γίνεται σε αναφορά με μία «αυθορμησία», με ένα ασυμπίεστο φυσικό υπόστρωμα που ασφυκτιά κάτω από την «αφύσικη» απαίτηση να αντιμετωπίζουμε κάθε άνθρωπο με ίσο σεβασμό. Αν η αξιοπρέπεια ήταν το κεντρικό αίτημα των χειραφετητικών κινημάτων στις αρχές της δεκαετίας, το πολιτικό ύφος της αναίδειας είναι η άρνηση της αξιοπρέπειας, περιλαμβανομένης και της αξιοπρέπειας του ίδιου του αναιδούς υποκειμένου, το οποίο ηθελημένα παραιτείται απ’ αυτήν –αρκεί να σκεφτούμε τον ανώνυμο ξεβράκωτο Μακεδονομάχο διαδηλωτή. Πάντως, ο αναιδής σχεδόν πάντα προσφεύγει στο θράσος και στην ωμότητα προκειμένου να καταρρακώσει την αυτοεκτίμηση όσων αναγορεύει ως αντιπάλους –των «θολοκουλτουριάρηδων», των πούστηδων, των «μπολσεβικομαδουριστών» (των οποίων ενίοτε αμφισβητεί την αριστεροσύνη, αλλά δεν παύει γι’ αυτό να τους μισεί ως αριστερούς). Υπ’ αυτή την έννοια, η τακτική αυτή προσλαμβάνει χαρακτηριστικά ψυχολογικού πολέμου, ή τακτικής βασανισμού: επιδιώκει όχι μόνο το σκανδαλισμό, αλλά το σοκ το οποίο θα αιφνιδιάσει και θα παραλύσει τον αντίπαλο, θα τον οδηγήσει σε κατάρρευση. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι βασικός εκπρόσωπος της ρητορικής αυτής τακτικής διαδικτυακά είναι ο γιος γνωστού βασανιστή της Μακρονήσου, ο οποίος προβάλλει ξεδιάντροπα το όνομα και το οικογενειακό παρελθόν του και υπόσχεται την επανάληψή του.

Αυτή η επιτέλεση της «τόλμης» και του «αρκετά περιόρισα τον εαυτό μου, ήρθε η στιγμή να τον αφήσω ελεύθερο», αυτό το εθελούσιο ξεβράκωμα, μπορεί να είναι κυριολεκτικό, όπως με τον διαδηλωτή, αλλά μπορεί και μεταφορικό, όπως με τον σκιτσογράφο Αρκά. Το παράδειγμα του οποίου είναι αρκετά ενδιαφέρον διότι συνδέεται με την ψυχαναλυτική οπτική του γέλιου στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω. Σε ένα σκίτσο όπως το παρακάτω, νομίζω ότι είναι εμφανής η πρόθεσή του να στείλει και αυτός ένα μήνυμα «τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει, μην περιμένετε να είναι όπως πριν». Αλλιώς δεν βλέπω κάποιο λόγο να δημοσιευτεί κάτι τέτοιο. Ο άνθρωπος αυτός δεν νομίζω ότι πλέον έχει ανάγκη να κερδίσει περισσότερα χρήματα ή δόξα απ’ ό,τι έχει (και αν είχε, δεν νομίζω ότι θα τα κέρδιζε με αυτόν τον τρόπο), ούτε πιστεύω ότι θα αισθάνθηκε τόσο περήφανος για το αστείο που επινόησε ώστε ήθελε οπωσδήποτε να το δημοσιοποιήσει για να μην το στερηθεί το κοινό. Τη χειρονομία της δημοσίευσής του εγώ τη διαβάζω και την μεταφράζω ως μία δημόσια έμπρακτη δήλωση αλλαγής πορείας:

federer n

Στα παλιότερα σκίτσα του, αναμφίβολα υπήρχε ένα στοιχείο (ρητορικού) κυνισμού, και αναμφίβολα υπήρχε αναφορά στη σεξουαλικότητα και ιδίως στο στοιχείο της ασυνεννοησίας μεταξύ των εραστών. Αλλά πάντοτε μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών υπήρχε μία σχετική ισορροπία: το αστείο παραγόταν από τη διάσταση δύο λόγων που είναι ασύμβατοι, σε διαφορετικά επίπεδα (ο ιδεαλιστής Καστράτο και η βουλιμική γάτα, ο νευρωτικός κόκκορας και το αξιέραστο γουρούνι, ο ανάξιος πατέρας και ο κυνικός γιος στις «Χαμηλές πτήσεις» …)[2]. Η κάθε ιστορία παρέμεινε μετέωρη, άφηνε ένα υπόλοιπο· το αστείο έβγαινε από αυτή την ασυμβατότητα, όχι όμως από την εκμηδένιση και τη γελοιοποίηση του ενός από τους δύο χαρακτήρες.

Εδώ δεν υπάρχει καμία ισορροπία. Υπάρχει μόνο μία χαζή, και ένας που της απαντάει και την «ταπώνει». Το (όποιο) αστείο βρίσκεται 100% στην «πνευματώδη ατάκα» που λέει ο ένας χαρακτήρας, περίπου όπως στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο που δεν είχαμε κωμωδίες καταστάσεων αλλά το γέλιο περιμένανε να βγει από τις εξυπνάδες που έλεγε ο Ρίζος ή ο Χατζηχρήστος. Η διάκριση καλού/ κακού έχει την καθαρότητα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού: ο άντρας σύντροφος είναι ο «καλός», αυτός από το στόμα του οποίου βγαίνει η αλήθεια, που βάζει τα πράγματα –και την ανάξια σύντροφό του- στη θέση τους.

 

Πώς θα μπορούσαμε να αντιδράσουμε στην αναίδεια;

Στο άρθρο αυτό δεν πρόκειται φυσικά να δώσω κάποια συνταγή που να λύνει όλα τα προβλήματα.

Το σίγουρο είναι πάντως ότι δεν θα καταφέρουμε τίποτα με επίκληση ηθικών αρχών και με εκκλήσεις στον αναιδή να «συνέλθει» και να επιστρέψει στον ορθό δρόμο, να ξαναγίνει «όπως ήταν παλιά». Ή μάλλον, θα καταφέρουμε το αντίστροφο αποτέλεσμα: τέτοιες παραινέσεις θα θρέψουν τη χαιρεκακία του και θα τον πείσουν ότι η τακτική του «πιάνει». Αυτό ήθελε κι αυτός: να εκνευρίσει και να ενοχλήσει.

Μία άλλη τακτική που φαίνεται να δοκιμάζουν πολλοί είναι να μιμηθούν τη μίμηση και να προσπαθήσουν να απαντήσουν στην αναίδεια με αναίδεια. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα εδώ ο υπουργός υγείας Παύλος Πολάκης. (Εκτός βέβαια κι αν αυτός υιοθετεί αυτό το ύφος πρωτογενώς, διότι έτσι θεωρεί σωστό και φυσικό, και όχι ως απάντηση σε κάποιους άλλους).

Όπως κι αν έχει, αυτή η τακτική είναι προφανές ότι δεν μειώνει την αναίδεια, αντιθέτως την αυξάνει.

Ίσως μία έμπνευση, μία αρχή απάντησης θα μπορούσε να μας έδινε η Τζούντιθ Μπάτλερ, και ειδικότερα ένα έργο της στο οποίο έχω αναφερθεί ξανά: το Excitable speech. Ένα έργο που δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά –κατά καιρούς σκεφτόμουν να μετέφραζα εγώ κάποιο κομμάτι, αλλά είναι ένα κείμενο δυσπρόσιτο και κάπως ειδικά αμερικανικό: αναφέρεται εκτεταμένα ιδίως στο δικαστικό σύστημα των ΗΠΑ που είναι και διαφορετικής λογικής από τα ευρωπαϊκά, βασισμένο σε μεγάλο βαθμό στη νομολογία. Εν πάση περιπτώσει, το στοίχημα, με βάση την προσέγγιση του βιβλίου αυτού, θα είναι να βρούμε μία μορφή λόγου που να υπεξαιρεί  (misappropriates) την αναίδεια, να «απενεργοποιεί την ισχύ της μειωτικής γλώσσας για να αποκρούσει τη μειωτική της λειτουργία».

Ποια θα ήταν αυτή;

Φυσικά το χιούμορ και η διακωμώδηση είναι ένα πολύ καλό μέσο για κάτι τέτοιο. Όχι όμως πάντα, και όχι κάθε είδος χιούμορ.

Η δυσκολία που επωμίζεται αυτό το προς έλευση πολιτικό ύφος της αντι-αναίδειας, είναι ότι πρέπει να υπερασπιστεί και την αξιοπρέπεια κάποιου ο οποίος συνειδητά παραιτείται απ’ αυτήν. Θα πρέπει να το επινοήσουμε. Ή, ίσως πάλι, όχι. Ίσως η λύση θα είναι να μην απαντήσουμε ευθέως, αλλά να επινοήσουμε από κοινού κάτι άλλο, κάπου αλλού, που να τους κάνει ακόμα μια φορά να τρέχουν από πίσω μας για να το μιμηθούν. Κάτι σαν τη συμφωνία των Πρεσπών ας πούμε.

 

[1] Η προσπάθεια της Ντόρας Μητσοτάκη να ερωτοτροπήσει με αυτό το ύφος, μετά από δεκαετίες επιτέλεσης του ρόλου της αξιοπρεπούς κυρίας, δηλώνοντας ότι «ο κ. Καμμένος ήταν κότα τρίλειρη και μακροπουπουλάτη» ήταν μία μάλλον περιθωριακή και όχι ιδιαίτερα πειστική κίνηση.

Αφετέρου, στην περίπτωση της Σώτης Τριανταφύλλου έχουμε επίσης την επίμονη προβολή μιας σειράς αξιοπερίεργων και ακραίων ισχυρισμών, αλλά η πρακτική αυτή μάλλον αφορά ξεκαθάρισμα λογαριασμών με μια παλιότερη συνείδηση του ίδιου του υποκειμένου και πλειοδοσία προς την αντίθετη κατεύθυνση χάριν της εξιλέωσης και της αποκοπής από όσα πίστευε στο παρελθόν.

[2] Όλα αυτά τα είχε αναλύσει ο Πέτρος Μαρτινίδης ήδη από τη δεκαετία του 80, πριν προσχωρήσει και ο ίδιος στο κίνημα της αναίδειας και της τερατολογίας.

2 comments
  1. Άννα said:

    Θα ήθελα να παρατηρήσω ότι περισσότερο ικανή να μειώσει τον αντίπαλο κρίνω τη διαλογική συμπεριφορά ανθρώπων που είναι διανοούμενοι (π.χ. καθηγητές, αναλυτές, κ.ά) και μιλούν με αναίδεια, αλλά χωρίς αθυροστομίες. Διότι αυτού του τύπου ο λόγος ακριβώς επειδή εκφράζεται από ανθρώπους με συμβολική εξουσία έχει την προσλεκτική ισχύ να μειώσει πρόσωπα και θεσμούς που τα ακροδεξιά τρολ του σωρού (είτε της ψηφιακής είτε της αναλογικής πραγματικότητας) δεν μπορούν να προσβάλουν όσο και να ασχημονούν (ακριβώς επειδή είναι αγοραίος ο λόγος τους).
    Επίσης, δεν ξέρω ποια είναι η πρόθεση του Αρκά στη γελοιογραφία που σχολιάζετε, ωστόσο η δική μου ανάγνωση είναι ότι αυτός που γελοιοποιείται είναι μάλλον ο άντρας, ο οποίος κατά τα φαινόμενα αδυνατεί να προκαλέσει στη γυναίκα του την επιθυμία να κάνουν στοματικό σεξ, παρόλο που η ίδια το απολάμβανε μέχρι να τον παντρευτεί. Θλίψη προκαλούν, τόσο ο ανάξιος εραστής που κατηγορεί τη σύντροφό του για τη δική του ανικανότητα να της ξυπνήσει τον πόθο όσο και η (συναισθηματικά; οικονομικά;) εξαρτημένη γυναίκα που δεν θέλει ή δεν μπορεί να ομολογήσει ότι δεν τον επιθυμεί ερωτικά, παρά του λέει ότι δεν της αρέσει να κάνει στοματικό σεξ.

    • Α.Γ. said:

      Πιθανόν να είναι έτσι. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι το σχόλιο αυτό ανοίγει ένα καινούριο θέμα, δεν συναντάται ιδιαίτερα με κάτι που έγραψα εγώ.
      Το σημείωμα δεν αναφέρεται στα «ακροδεξιά τρολ του σωρού». Δεν απαντά πουθενά αυτός ο όρος. Αντιθέτως, αναφέρεται ονομαστικά π.χ. ο Ντόναλντ Τραμπ, όπως και η κρατική υπηρεσία της λογοκρισίας.
      Όσο για τη γελοιογραφία, το κρίσιμο δεν είναι αν γελοιοποιείται αυτός ή ο άλλος χαρακτήρας. Πράγματι, είναι δυνατό να διαβάσουμε ότι και οι δύο γελοιοποιούνται (Η γυναίκα διότι εκτίθεται ως ανειλικρινής και με έντονη ερωτική δραστηριότητα, ο δε άντρας διότι μένει ανικανοποίητος και χάνει το ραντεβού με την υπεσχημένη απόλαυση). Αυτό δεν ελαττώνει, αλλά αυξάνει τη μισανθρωπία και την διαφοροποίηση από παλιότερα σκίτσα, όπου κανείς δεν γελοιοποιούνταν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: