Μετά την τελευταία τρομοκρατική επίθεση στο Παρίσι, κατά την οποία ένας Τσετσένος –σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, φανατικός ισλαμιστής- δολοφόνησε άγρια έναν καθηγητή ιστορίας της μέσης εκπαίδευσης, και σε αντίδραση προς αυτή, οι τοπικοί άρχοντες δύο πόλεων της Γαλλίας, του Μονπελλιέ και της Τουλούζ, αποφάσισαν να προβάλουν επί κάποιες ώρες στους τοίχους των αντίστοιχων δημαρχείων μεγεθυνμένες αναπαραγωγές εξωφύλλων του Charlie Hebdo που γελοιοποιούσαν όχι μόνο το Κοράνι, αλλά και τη Βίβλο και την Τορά, με πρόθεση να διατρανώσουν την ελευθερία του λόγου και την προσήλωση της République στην αρχή αυτή και στην άσκησή της.
Με βάση τον ίδιο αυτόν δεδηλωμένο στόχο, θεωρώ ότι πρόκειται για παροιμιώδη αστοχία και σπασμωδική ενέργεια, η οποία βασίζεται σε αποικιοκρατική υπεροψία και πεισματική αγνόηση του (των) πληθυσμού (-ών) στον οποίο απευθύνεται αυτή η κίνηση.
Το να επιχειρήσει κανείς να ανασκευάσει όσα γράφει ο Δημήτρης Δημητριάδης στο χθεσινό άρθρο του σε κάποιο ανυπόληπτο ηλεκτρονικό μέσο, θα ήταν σαν να εκτελεί πέναλτι σε κενή εστία. Παρόλα αυτά, εν ονόματι μιας παλιάς γνωριμίας και εκτίμησης, θα μπω στον κόπο να επισημάνω (κυρίως στον ίδιο, διότι για όλους τους άλλους πρέπει να είναι προφανείς) τις κυριότερες ανακολουθίες, αστοχίες και αυθαιρεσίες που το χαρακτηρίζουν, χωρίς καν να μπαίνω στο πολιτικό περιεχόμενο –ή έλλειψη περιεχομένου- του άρθρου. Έστω κι αν αυτός δεν φαίνεται να είναι σε θέση να ακούσει πλέον· διότι κάτι ανάλογο είχα επιχειρήσει και στο παρελθόν, αλλά μάλλον το πράγμα είχε ήδη πάρει έναν κατήφορο χωρίς επιστροφή.
Καταρχάς, ο ίδιος ο τίτλος είναι ασυμβίβαστος με κάτι που λέγεται μέσα στο κείμενο, έστω και προς το τέλος του: στην τελευταία παράγραφο, η καταδίκη τής Χρυσής Αυγής χαρακτηρίζεται «εξόχως δίκαιη και ζωτικής σημασίας για μία ευνομούμενη πολιτεία». Ωστόσο, ο τίτλος δηλώνει ότι «Στη θέση της Χρυσής Αυγής θα έπρεπε να καταδικαστεί ο ΣΥΡΙΖΑ» (η υπογράμμιση δική μου). Αν όμως ο Α πρέπει να καταδικαστεί στη θέση του Β, αυτό στα ελληνικά –και σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα- σημαίνει ότι ο Β δεν πρέπει να καταδικαστεί.
Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο μάς λέει ότι επιπλέον, ή αντί, της ΧΑ, θα έπρεπε να καταδικαστεί (και) ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό, ιδίως μάλιστα καθώς διατυπώνεται την επαύριο της έκδοσης μιας δικαστικής απόφασης μετά από μια ποινική δίκη τεράστια σε διάρκεια, σε όγκο και σε σημασία, αποτελεί πρώτα απ’ όλα νομικό ισχυρισμό.
Είναι φυσικά δικαίωμα, αν όχι καθήκον, του καθενός να ζητά να τιμωρηθεί κάποιος άλλος πολίτης, ή ομάδα πολιτών, εάν νομίζει ότι παρανόμησαν. Εξίσου όμως αναμένεται από τον καθένα, και ιδίως από κάποιον ο οποίος σε όλη του τη ζωή εργάστηκε –έστω και σε μη νομικά καθήκοντα- σε ένα Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου, να γνωρίζει ότι στις κοινωνίες αυτές που ζούμε, έτσι όπως είναι καλώς ή κακώς οργανωμένες, για να πάει κανείς στη φυλακή απαιτείται να εκδοθεί κάποια δικαστική απόφαση που να τον καταδικάζει σε φυλάκιση. Και για να εκδοθεί τέτοια απόφαση, με συγχωρείτε τώρα που λέω τα βου α βα του κράτους δικαίου, αλλά θα πρέπει να ασκηθεί κάποια ποινική δίωξη, είτε αυτεπάγγελτα από κάποιον εισαγγελέα, είτε κατόπιν έγκλησης από αυτόν τον «καθένα» που δηλώνει ότι έχει υπόψη του την τέλεση τέτοιων εγκλημάτων και τους δράστες τους. Για προφανείς πρακτικούς και δεοντολογικούς λόγους, που και ένα παιδί καταλαβαίνει, κανείς δεν μπαίνει φυλακή απλώς επειδή κάποιος δικτατορίσκος του καφενείου ξυπνά ένα πρωί, παίρνει ένα στυλό ή έναν υπολογιστή και γράφει κάπου την αποψάρα του ότι «ο τάδε είναι εγκληματίας» ή «θέλει κρέμασμα». Αν μη τι άλλο, αν ο καταγγέλλων δεν θέλει να μπαίνει σε πληκτικές δικαστικές διαδικασίες διακανονισμού διαφορών, θα μπορούσε τουλάχιστον να γνωστοποιήσει ποια είναι αυτά τα εγκλήματα σε αυτό το άρθρο όπου διατυπώνει αυτή την αποψάρα.
Ο Δημητριάδης όμως στο άρθρο του μας διαβεβαιώνει ότι αυτή η έστω «δίκαιη» απόφαση που μόλις εκδόθηκε «δεν αγγίζει τούς αληθινούς ενόχους» (άρα ο Μιχαλολιάκος, ο Λαγός και οι λοιποί ναζιστές δεν είναι αληθινοί αλλά ψευδείς ένοχοι), δηλ. τον αρχηγό και τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι είναι «δράστες εξίσου ειδεχθών με την δολοφονία τού Παύλου Φύσσα εγκλημάτων» [sic].
Ποιων εγκλημάτων; Παρασυρμένος από τον ποιητικό (;) του οίστρο, ο Δημητριάδης δεν μας κάνει τη χάρη ούτε εδώ, ούτε πουθενά αλλού να μας αναφέρει έστω ένα εξ αυτών. Διότι όταν μιλάμε, όπως εν προκειμένω, σε ένα δικαστικό συγκείμενο, δεν μπορούμε να παίζουμε με τις λέξεις και να χαρακτηρίζουμε «έγκλημα» το ότι κάποιος απλώς … προμηνύει (!) «την ζοφερότερη προοπτική γι’ αυτήν την χώρα, με όρους απολυταρχίας, εκχυδαϊσμού και εκμηδένισης όλων των βάσεων τού δημοκρατικού πολιτεύματος». Κανένας ποτέ δεν πήγε στη φυλακή επειδή «προμήνυε» οτιδήποτε. Δηλαδή, συγνώμη ρε Δημήτρη, πού ζεις τόσα χρόνια; Κάτι για nullum crimen nulla poena sine lege δεν έχει πάρει το αυτί σου; «Εγκλήματα», με την έννοια που συζητάμε εδώ, δεν είναι ό,τι απλώς δεν ταιριάζει με τα γούστα μας, η «προδοσία της εμπιστοσύνης», η «διαστρέβλωση των εννοιών» ή άλλες ηθικολογικού τύπου γενικότητες. Εγκλήματα είναι όσα τυποποιούνται στον Ποινικό Κώδικα. Ποια απ’ αυτά τέλεσαν ο αρχηγός και τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ; Δολία αποφυγή πληρωμής εισιτηρίου; Διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας; Διάθεση προϊόντων εγκλήματος;
Εάν έχεις κάτι υπόψη σου, πες το μας κι εμάς να το ξέρουμε. Αλλιώς, αν υποστηρίζεις ότι κάποιοι πολίτες πρέπει να τιμωρηθούν απλώς επειδή εσύ έτσι γουστάρεις, και μάλιστα με ποινές οι οποίες εξ όσων έχω υπόψη μου δεν προβλέπονται από το ποινικό σύστημα καμίας «ευνομούμενης πολιτείας», καμίας «πολιτισμένης» (ούτε καν απολίτιστης) χώρας, αλλά απλώς έβγαλες εσύ απ’ το κεφάλι σου, όπως «να βρίσκονται δια παντός σιδηροδέσμιοι, καταδικασμένοι στην απόλυτη σιωπή και στην δια βίου αφάνεια» (!!?), εν ονόματι κάποιας «αληθινής δίκης» και κάποιας «αληθινής απόδοσης δικαιοσύνης» των οποίων το μυστικό γνωρίζεις μόνο εσύ δυνάμει ποιος ξέρει ποιας θείας ενόρασης, τότε εσύ είσαι ο Χρυσαυγίτης. Πάντως είσαι κάποιος που επιχειρηματολογεί όχι μόνο εκτός, αλλά και εναντίον των στοιχειωδών δημοκρατικών κατακτήσεων του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού. Για να διακανονίσεις ποιος ξέρει ποιες διαφορές με ποιον. Προφανώς με τον εαυτό σου.
Εξακόσια άτομα (μέχρι στιγμής) υπέγραψαν έκκληση με τίτλο «Όχι στην ποινικοποίηση της κριτικής», με την οποία εκφράζουν την αντίθεσή τους στην άσκηση αγωγής εκ μέρους του βιολονίστα Λεωνίδα Καβάκου κατά του Άκη Γαβριηλίδη.
Οι περισσότερες υπογραφές, ευλόγως, προέρχονται από διάφορες πόλεις της Ελλάδας, αλλά επίσης από την Κύπρο, το Ισραήλ, την Ισπανία, την Ιταλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Βέλγιο, την Αγγλία, τον Καναδά, τις ΗΠΑ, τη Βραζιλία και την Αυστραλία. Οι περισσότεροι από τις υπογράφουσες είναι πανεπιστημιακοί (από φοιτητές μέχρι ομότιμοι καθηγητές) ή καλλιτέχνες (κυρίως εικαστικοί και μουσικοί), αρκετοί είναι μεταφραστές, κάποιοι ιδιωτικοί ή δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά και δύο ναυτικοί, μία ζαχαροπλάστρια και ένας ξυλογλύπτης.
Ακολουθεί το κείμενο της έκκλησης και ο κατάλογος των υπογραφών.
Όποιος ενδιαφέρεται να προσθέσει το όνομά της, μπορεί να το κάνει αποστέλλοντας σχόλιο στην παρούσα ανάρτηση.
Με αγωγή που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ο Λεωνίδας Καβάκος ζητά από το δικαστήριο να καταδικάσει τον Άκη Γαβριηλίδη στην εξοντωτική καταβολή αποζημίωσης 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για «ηθική βλάβη», καθώς και σε προσωπική κράτηση 12 μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η ηθική αυτή βλάβη προκλήθηκε από τη δημοσίευση ενός σημειώματος του Άκη Γαβριηλίδη στο μπλογκ Nomadic Universality, με το οποίο χαρακτήριζε ναζιστική τη δήλωση του Λεωνίδα Καβάκου ότι «στον Μπετόβεν υπάρχει ένα άρειο στοιχείο», μία δύναμη που «υπάρχει σε όλους μας, στο DNA μας». Επικαλούμενος, όμως, με την αγωγή του την «ηθική βλάβη» που υπέστη από την κριτική που του ασκήθηκε, ο Λεωνίδας Καβάκος επιδιώκει να παρουσιάσει τη δική του έκφραση γνώμης ως κοινό τόπο εκτός πολιτικής.
Εκφράζουμε την κατηγορηματική αντίθεσή μας στην ποινικοποίηση μιας δημόσιας κρίσης και κριτικής. Το «έγκλημα γνώμης» δεν ανήκει στη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Η υπεράσπιση της ελεύθερης γνώμης και του ελεύθερου λόγου δεν εκφοβίζεται και δεν εκβιάζεται.
Υπογράφουν:
Vemund Aarbakke, επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ
Ειρήνη Αβραμοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Αλέκα Αγγελάκη, συνταξιούχος
Θεοχάρης Αγγελίδης, δικηγόρος
Γιώργος Αγγελόπουλος, επίκουρος καθηγητής, Φιλοσοφική Σχολή ΑΠΘ
Πάνος Αγγελόπουλος, μεταφραστής
Κάτια Αγγελοπούλου, πολίτης
Μιχαήλ Αγραφιώτης, εκπαιδευτικός – σκηνοθέτης
Μαριλία Αδάμ, πολίτης
Κώστας Αδαμόπουλος, δημοσιογράφος
Χάρης Αθανασιάδης, καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Αθηνά Αθανασίου, καθηγήτρια κοινωνικής ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Κώστας Αθανασίου, μεταφραστής
Μερόπη Αθανασίου, συνταξιούχος υπάλληλος ΕΕ
Αθανάσιος Αθάνατος, καλλιτέχνης
Γρηγόρης Αθυρίδης, φοιτητής Ιστορίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Αλέξανδρος Κιουπκιολής, αναπληρωτής καθηγητής, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ
Ευτυχία Κιουρτίδου, ιδιωτικός υπάλληλος
Βασίλης Κιουστελίδης, ιδιωτικός υπάλληλος
Δημήτρης Κλαυδιανός, εκπαιδευτικός
Κυριακή Κλοκίτη, γεωπόνος
Katerina Kolozova, καθηγήτρια, Ινστιτούτο Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών – Σκόπια
Χλόη Κολύρη, ψυχίατρος-ψυχαναλύτρια ΕΚΠΑ
Πάνος Κομπατσιάρης, επίκουρος καθηγητής Μέσων και Πολιτισμικών Σπουδών, HSE, Μόσχα
Ervin Kondakciu (Ερβιν Κοντακτσίου), υποψήφιος διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο του Αμβούργου – επιστημονικός συνεργάτης στην έδρα Πολιτικής Θεωρίας
του Άκη (Χαράλαμπου) Γαβριηλίδη, του Κλήμη και της Αναστασίας
Με αγωγή που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ο Λεωνίδας Καβάκος του Κωνσταντίνου, (όνομα μητρός δεν αναφέρεται στην αγωγή), κάτοικος Wollerau Eλβετίας, ζητά από το δικαστήριο να καταδικάσει τον υποφαινόμενο Χαράλαμπο (Άκη) Γαβριηλίδη, του Κλήμη και της Αναστασίας, στην καταβολή αποζημίωσης εκατό χιλιάδων ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, καθώς και σε προσωπική κράτηση 12 μηνών (!) ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.
Η ηθική αυτή βλάβη ισχυρίζεται ότι προκλήθηκε από τη δημοσίευση ενός σημειώματος στο παρόν μπλογκ, με το οποίο χαρακτήριζα ναζιστική τη δήλωσή του ότι «στον Μπετόβεν υπάρχει ένα άρειο στοιχείο».
Με άλλα λόγια, ο ευαίσθητος αυτός καλλιτέχνης εκδηλώνει την ευγενή φιλοδοξία να γίνει η αιτία ώστε να υπάρξει, για πρώτη φορά στην Ελλάδα μετά τη χούντα, κρατούμενος για έγκλημα γνώμης: ζητά να πάει στη φυλακή κάποιος απλώς και μόνο επειδή έγραψε δημόσια την πολιτική του κρίση για κάποιες άλλες κρίσεις που κάποιος άλλος ανακοίνωσε εξίσου δημόσια. Ευτυχώς, δεν ζητάει να καεί στην πυρά το μέσο όπου δημοσιεύτηκε αυτή η κρίση, αλλά αυτό ούτως ή άλλως είναι πρακτικά αδύνατο. Η αξίωση που όντως διατυπώνει, πάντως, δεν θα έλεγε κανείς ότι δίνει εικόνα ανθρώπου που πιστεύει στην ελευθερία του λόγου και της ανταλλαγής απόψεων· κατ’ αυτή την έννοια, μάλλον δεν ενισχύει ιδιαίτερα το επιχείρημά του σε αυτή την αντιδικία, όπως είμαι σίγουρος ότι θα αναγνωρίσουν όλοι όσοι πιστεύουν στον νομικοπολιτικό φιλελευθερισμό και το κράτος δικαίου.
Στο βιβλίο του Νίκου Γιαννόπουλου με τον κάπως αδέξιο και αξιοπερίεργο τίτλο Ω, λε φιλαλάκο. Μια ιστορία για το κίνημα, τη ζωηρή άκρα Αριστερά και τους ανθρώπους της (Κουκκίδα, Αθήνα 2019) μπορεί κανείς να βρει την καλύτερη καθόσον γνωρίζω έκθεση, στην ελληνική γλώσσα τουλάχιστον, για το τι σημαίνει να κάνεις πολιτική minoritaire με την έννοια των Ντελέζ-Γκουατταρί. Μια έννοια που θα μπορούσε να αποδοθεί ως ήσσων ή μειονοτική πολιτική, υπό τον όρο όμως να μην γίνει επ’ ουδενί λόγω αντιληπτή ως «μειοψηφική» ή «ελιτίστικη» πολιτική, πολιτική υπέρ των λίγων, ούτε ως πολιτική υπέρ των μειονοτήτων.
Το βιβλίο –και, φυσικά, η ίδια η δράση- του Γιαννόπουλου αποτελούν μία πραγματική δεξαμενή παραδειγμάτων για το πώς μπορεί κανείς να επιφέρει αποτελέσματα, να Συνέχεια →
Το παρακάτω αποτελεί το κείμενο του λήμματος Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο στον συλλογικό τόμο Λεξικό λογοκρισίας στην Ελλάδα. Καχεκτική δημοκρατία, δικτατορία, μεταπολίτευση, που βγήκε από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 2018 σε επιμέλεια Πηνελόπης Πετσίνη και Δημήτρη Χριστόπουλου
Επί δημοκρατικής κυβέρνησης Καραμανλή, η προληπτική λογοκρισία συνέχιζε να λειτουργεί κανονικά και επισήμως (αν και επί της ουσίας με χαλαρότερα κριτήρια). Κάθε δίσκος ή βιβλίο που επρόκειτο να κυκλοφορήσει, έπρεπε προηγουμένως να υποβληθεί στην αρμόδια υπηρεσία και να πάρει τη σχετική έγκριση.
Το 1978, στην υπηρεσία αυτή υποβλήθηκε μεταξύ άλλων ο δίσκος Η ρεζέρβα του Διονύση Σαββόπουλου, από τον οποίο, κατόπιν εξέτασης, κρίθηκαν απορριπτέοι ένας στίχος στην ολότητά του και δύο λέξεις από τον αμέσως προηγούμενο. Οι στίχοι αυτοί περιέχονταν στο Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο, ένα τραγούδι με θέμα την πραγματική ιστορία του Νίκου Κοεμτζή, καταδικασμένου τότε σε ισόβια κάθειρξη για τρεις ανθρωποκτονίες (μεταξύ των οποίων και δύο αστυνομικών).
Μέχρι τότε, η συνήθης πρακτική των καλλιτεχνών σε τέτοιες περιπτώσεις ήταν να Συνέχεια →
Στο «Μερικοί το προτιμούν καυτό» του Μπίλλυ Ουάιλντερ, στην σεκάνς όπου συνεδριάζουν οι Ιταλοαμερικανοί μαφιόζοι μεταμφιεσμένοι σε … «Φίλους της ιταλικής όπερας», ο αρχινονός απευθύνεται επιτιμητικά στον «Σπατς» Koλόμπο, επισημαίνοντάς του ότι άφησε δύο μάρτυρες της σφαγής του Αγίου Βαλεντίνου να ξεφύγουν ζωντανοί, πράγμα που «δεν είναι καλό για τις δημόσιες σχέσεις» της οργάνωσης. Αυτός, ψιλοενοχλημένος, απαντά: «Μην ανησυχείς γι’ αυτούς τους δύο, πες ότι είναι κιόλας νεκροί. Μόλις σήμερα το πρωί παραλίγο να τους έπιανα». Και ο «Μικρός Βοναπάρτης» του απαντά: «Δηλαδή, θες να πεις ότι τους άφησες να ξεφύγουν δυο φορές;».
Oι πρόσφατοι λεονταρισμοί του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη ότι «ξανανοίγει τον φάκελο ΜΑΡΦΙΝ», που πλημμύρισαν τις τελευταίες μέρες τα μέσα ενημέρωσης και δικτύωσης, παρουσιάζουν ορισμένα κοινά με την ανωτέρω λεκτική
Η επιλογή του καθηγητή λοιμωξιολογίας Σωτήρη Τσιόδρα ως εκπροσώπου του υπουργείου Υγείας για τον κορωνοϊό, και ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος χειρίστηκε το φορτίο αυτό, είχε δεχθεί ως τώρα –όχι αδίκως- σχόλια ομόφωνα ευνοϊκά, έως μερικές φορές εξυμνητικά από οπαδούς μιας πλατωνικού τύπου αριστοκρατικής αντίληψης που συνίσταται σε απέχθεια για τη δημοκρατία και σε λατρεία για τους μετρημένους «ειδήμονες» που διαφέρουν από τους «δημαγωγούς» και τους «αδαείς» επειδή έχουν κάποιον τίτλο για να διοικούν[1].
Σήμερα μεσολάβησε μία εξέλιξη η οποία θέτει σε δοκιμασία –αν δεν αναιρεί τελείως- όλους αυτούς τους τίτλους. Όπως μεταδόθηκε από τα ΜΜΕ, ο «σεμνός επιστήμων» μετέβη σε ορθόδοξο χριστιανικό ναό όπου και έψαλε στη θεία λειτουργία.
Σε επικρίσεις που διατυπώθηκαν για την ενέργειά του αυτή, (μέχρι στιγμής μόνο στο Συνέχεια →
«Μετανάστης» δεν αποτελεί νομική κατηγορία· ο όρος προσδιορίζει απλώς τα πρόσωπα τα οποία, από επιλογή, από ανάγκη ή από καταναγκασμό, φεύγουν από τη χώρα τους για να εγκατασταθούν σε μία άλλη. «Πρόσφυγας», αντιθέτως, είναι νομικό καθεστώς πλαισιωμένο από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, η οποία επιπλέον ορίζει τις νομικές υποχρεώσεις των κρατών που την έχουν κυρώσει (όπως συμβαίνει με όλα τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Τα συστήματα ασύλου των χωρών που την έχουν υπογράψει οργανώνονται σε αναφορά προς αυτή τη σύμβαση. Κατά το γράμμα της, κάθε πρόσωπο που προσκομίζει την απόδειξη ότι υπέστη ή φοβάται πως θα υποστεί διώξεις στη χώρα του μπορεί να τύχει προστασίας από το κράτος στο οποίο κάνει τη σχετική αίτηση. Η Συνέχεια →
Το πλοίο πήγε στη Χίο, στη Μυτιλήνη, στο Βόλο, επί ματαίω. Σ’ ένα από αυτά τα λιμάνια, όπου δεν μπόρεσε να δέσει στην αποβάθρα γιατί είχαν ήδη πάει τόσο πολλοί πρόσφυγες που δεν τους δέχονταν, βγήκαν άνδρες της πόλης στο λιμάνι με όπλα για να τους εμποδίσουν. Έτσι αποβιβάστηκαν στη Στυλίδα.
Iρις Τζαχίλη, Μπαϊντίρι 1922. Μια ιστορία απώλειας από τη Μικρασία, Κοντύλι, Aθήνα 2012, σ. 156
To πόσο η «διακυβέρνηση» των πληθυσμιακών ροών εκ μέρους της Ελλάδας –κυρίως- και, σε ολοένα αυξανόμενο βαθμό, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και μετέπειτα της Τουρκίας, βασιζόταν στις χωροχρονικές μήτρες της νεωτερικότητας, γίνεται φανερό και από την αξιοσημείωτη εμμονή συγκεκριμένων στοιχείων, ακόμη και διατυπώσεων από τις νομοθετικές ρυθμίσεις που εξέδωσαν τα κράτη αυτά τότε, και που συνεχίζουν έκτοτε να εκδίδουν μέχρι σήμερα με το ίδιο πνεύμα, και συχνά με το ίδιο γράμμα.
Η πιο κραυγαλέα ίσως περίπτωση τέτοιου νομοθετήματος είναι η εξής. Τον Ιούλιο του 1922, το ελληνικό κράτος (πρώην πρότυπον βασίλειον, πρώην υποψήφια αυτοκρατορία), Συνέχεια →