Αν κάναμε μια ανάλυση λόγου στα κείμενα με τα οποία ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης ή/ και οι θαυμαστές του περιγράφουν τη δραστηριότητά του (π.χ. εδώ), θα βλέπαμε ότι σε αυτά κυριαρχεί ένα κλίμα υπερβατικότητας και κατάνυξης: δίνουν και παίρνουν λέξεις όπως αγάπη, χάρη, φώτιση, αλλά και ταπείνωση.
Θα μπορούσε βέβαια κανείς να πει: τι κακό έχει η αγάπη; Είναι πολύ σημαντικό να αγαπά κανείς αυτό με το οποίο ασχολείται· όταν κανείς αγαπά, δεν πειράζει –αντιθέτως, είναι σύνηθες- να χρησιμοποιεί καμιά φορά υπερβολικές εκφράσεις για να εκφράσει τη λατρεία του.
Το πρόβλημα όμως με τις δηλώσεις λατρείας του Μπαμπινιώτη δεν είναι η υπερβολή τους. Είναι η ανειλικρίνειά τους.
Σε διαδικτυακό άρθρο του, ο στιχουργός, μεταφραστής, κριτικός θεάτρου και κατά καιρούς διάφορα άλλα πράγματα που αναφέρεται στον τίτλο, αφού περάσει γενεές δεκατέσσερις κάποιους μη κατονομαζόμενους Αμερικανούς πανεπιστημιακούς για παραπτώματα τα οποία ψευδώς και χωρίς κανένα στοιχείο τούς αποδίδει, καταλήγει με μία κορώνα που αναπαράγει τον αναπόφευκτο ελληνοβαρεμένο μύθο:
Σκεφτείτε μόνο πως, όταν ιδρύθηκαν οι ΗΠΑ, για μια ψήφο έχασαν την ευκαιρία να είναι γλώσσα τους η αρχαία ελληνική!!!
Τα τρία θαυμαστικά με τα οποία καταλήγει αυτή η πρόταση, όπως και η αμέσως προηγούμενη, είναι ήδη ένδειξη για έναν λόγο μπαρουφολογικό-εθνοψεκασμένο. Και πράγματι, το να συνεχίζει να διακινεί κανείς Συνέχεια →
Σήμερα, σε μία από τις πολλές γλωσσικές ομάδες του φέισμπουκ η οποία δεν κρύβει, αλλά αντιθέτως προβάλλει υπερήφανα ήδη με τον τίτλο της τις ρυθμιστικές της φιλοδοξίες, δημοσιεύτηκε η κάτωθι ανάρτηση:
Την ανάρτηση αυτή ακολούθησαν δεκάδες σχόλια –τη στιγμή του παραπάνω σκρην σοτ ήδη 70, αλλά συνεχίζονται- που όλα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ήταν επικριτικά έως χλευαστικά για την «φαντασμένη» Συνέχεια →
Σε προηγούμενο χρονογράφημα, κράξαμε κάπως τους καθαρολόγους που λένε ότι, στα γαλλικά, τα πάντα καταρρέουν, η γλώσσα εξαφανίζεται κ.λπ. Για να το ισορροπήσουμε κάπως, ας διερευνήσουμε τι είναι αυτό που θέτει πραγματικά σε κίνδυνο σήμερα τη γαλλική γλώσσα. Το ερώτημα αυτό το θέσαμε στον Ζαν-Μαρί Κλινκενμπέργκ, μέγα σημειολόγο και πρόεδρο του συμβουλίου γαλλικής γλώσσας και γλωσσικής πολιτικής στο Βέλγιο.
Μας απάντησε: «η Γαλλική Ακαδημία».
Σοβαροί καθώς είμαστε, το ψάξαμε λίγο και ανακαλύψαμε κάτι αρκετά κουφό: η Γαλλική Ακαδημία είναι μούφα.
Η Ακαδημία είναι ένας θεσμός στον οποίο η Γαλλική Επανάσταση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Στην αρχή, το Συνέχεια →
Σύμφωνα με έναν κοινό τόπο της τρέχουσας γλωσσο-λογίας του καθημερινού μας εθνικισμού (banal nationalism), η λέξη νοσταλγία είναι ελληνική και μαρτυρεί πόσο ανώτερη είναι η (αρχαία) ελληνική γλώσσα και πόσο την θαυμάζουν οι «ξένοι» οι οποίοι δανείζονται απ’ αυτήν.
Η εντύπωση αυτή, όπως συμβαίνει συνήθως με τους κοινούς τόπους, είναι εσφαλμένη. Η λέξη νοσταλγία, όπως και πολλοί άλλοι επιστημονικοί όροι, δεν αποτελεί δάνειο από την ελληνική (ακριβώς αντίστροφα: αποτελεί δάνειο προς την ελληνική). Η λέξη αυτή δεν είχε προκύψει, ούτε χρησιμοποιηθεί ποτέ στο εσωτερικό κάποιας ελληνόφωνης κοινότητας ώστε να εξαχθεί εν συνεχεία σε άλλες. Πρόκειται για έναν νεολογισμό που κατασκευάστηκε με βάση δύο υπαρκτές ελληνικές λέξεις από ομιλητή άλλης γλώσσας.
Το ίδιο ισχύει για πλήθος άλλους θεωρητικούς όρους των ανθρωπιστικών και των φυσικών επιστημών και της Συνέχεια →
Η χθεσινή επιλογή του μπλογκ να μιμηθεί για μια φορά το «Κουλούρι» εστέφθη με εντυπωσιακή επιτυχία, η οποία εξέπληξε και εμάς τους ίδιους. Η παρωδία είδησης σχετικά με τη θεία λειτουργία, μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες, έγινε ήδη η δεύτερη στην κατάταξη των αναρτήσεων με τις περισσότερες επισκέψεις στα χρονικά του Nomadic Universality.
Μεγάλο μέρος των επισκέψεων αυτών οφείλεται σε χριστιανούς στερούμενους παντελώς χιούμορ, οι οποίοι δεν πρόσεξαν το ταγκ «ΠΑΡΩΔΙΑ» που εμφανιζόταν, και συνεχίζει να εμφανίζεται, σε περίοπτη θέση αμέσως πάνω από την υποτιθέμενη δήλωση του Χρυσοχοΐδη, πήραν την είδηση για πραγματική και κατελήφθησαν από ιερή αγανάκτηση. Οι πιο μαχητικοί απ’ αυτούς, όπως μπορεί να δει η αναγνώστρια, επέλεξαν να καταπολεμήσουν τους αντιχρίστους διά της ανάρτησης σχολίων -ως επί το Συνέχεια →
Η οικογένεια του Γεώργιου Μπαμπινιώτη έλκει την καταγωγή της από το χωριό Μπαμπίνη (η) /Μπαμπίνι (το) της Αιτωλοακαρνανίας. Όπως συμβαίνει συχνότατα στον ελλαδικό χώρο, το οικωνύμιο Μπαμπίνη/Μπαμπίνι δεν είναι ελληνογενές, αλλά σλαβογενές. Προέρχεται από το σλάβικο επίθετο «babin» = «της γριάς, της γιαγιάς», επίθετο που υπάρχει και στα βουλγάρικα και στα μακεδονικά και στα σέρβικα (βλ. και τη μελέτη του σλαβολόγου Max Vasmer ‘Die Slaven in Griechenland’ (1941)). Το «babin» έρχεται από το ουσιαστικό «baba» = γριά, γιαγιά. Στους Νοτιοσλάβους «baba» δεν σήμαινε μόνο τη γριά και τη γιαγιά, αλλά παλιότερα και τη Μητέρα Γη. Τόσο το επίθετο «babin», όσο και το ουσιαστικό «baba», αποτελούν τη βάση πάμπολλων τοπωνυμίων στις περιοχές όπου κατοικούν ή κατοικούσαν Νότιοι Σλάβοι. Θα παραθέσουμε μερικά παραδείγματα: Babino Polje («Πεδίο/Χωράφι της Γιαγιάς/Γριάς»), χωριά στη Σλοβενία και Κροατία, Babin Zub («Δόντι της Γιαγιάς/Γριάς»), κορυφή στη Σερβία, Babina Glava («Κεφάλι της Γιαγιάς/Γριάς»), κορυφή στη Σερβία, Babin Potok («Ρυάκι της Γιαγιάς/Γριάς»), δύο χωριά στη Βοσνία & Ερζεγοβίνη, Babin Nos («Μύτη της Γιαγιάς/Γριάς»), βουνό στα σύνορα Βουλγαρίας-Σερβίας, Babin Vrh («Κορυφή της Γιαγιάς/Γριάς»), δύο κορυφές στη Κροατία, Babino Selo («Χωριό της Γιαγιάς/Γριάς»), χωριό στη Βοσνία & Ερζεγοβίνη, Babino (ουδέτερη μορφή του επιθέτου babin), χωριά στη Βουλγαρία, Β. Μακεδονία και στο Μαυροβούνιο, Mala Baba («Μικρή Γιαγιά/Γριά»), κορυφή στη Σερβία, Baba («Γιαγιά/Γριά»), βουνά στη Β. Μακεδονία και Βοσνία & Ερζεγοβίνη, κτλ.
Κατά την περίοδο της ελληνικής αντιμακεδονικής υστερίας που ξεκίνησε το 1990 και, ως ένα βαθμό, συνεχίζεται μέχρι σήμερα, η αλήθεια δεινοπάθησε ίσως περισσότερο και απ’ ό,τι σε περίοδο πραγματικών πολέμων.
Ένα από αυτά τα δεινοπαθήματα είναι και το εξής.
Όπως γνωρίζει ή μπορεί να μάθει ο καθένας που ασχολείται με το ζήτημα, η γλώσσα που μιλιέται στη σημερινή Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας και αλλού στον κόσμο από εθνοτικά Μακεδόνες, λέγεται μακεδονική. Έτσι λεγόταν πάντοτε –όσον καιρό υπάρχει φυσικά, για πριν δεν τίθεται ζήτημα- από όλους ανεξαιρέτως –από όσους και όποτε χρειαζόταν να αναφερθούν σε αυτήν φυσικά, για τους άλλους δεν τίθεται ζήτημα. Μόνο από το 1990 και μετά, οι Έλληνες εθνικιστές αποφάσισαν ότι το όνομα αυτό δεν τους αρέσει και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται. Σύντομα μετά, αποφάσισαν να εκλάβουν την (αρνητική) επιθυμία τους για πραγματικότητα και να ενεργούν σαν το σημαίνον αυτό να μην χρησιμοποιείται όντως, να μην υπάρχει. Και ακόμα αργότερα, σαν να μην είχε Συνέχεια →
Το παρακάτω αποτελεί το κείμενο του λήμματος Λεξικό Μπαμπινιώτη στον συλλογικό τόμο Λεξικό λογοκρισίας στην Ελλάδα. Καχεκτική δημοκρατία, δικτατορία, μεταπολίτευση, που βγήκε από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 2018 σε επιμέλεια Πηνελόπης Πετσίνη και Δημήτρη Χριστόπουλου
Το 1998, ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης, ο άνθρωπος ο οποίος από τα τέλη του 20ού αιώνα έχει κατορθώσει το όνομά του να θεωρείται για το ευρύ κοινό ως περίπου συνώνυμο της ιδιότητας του γλωσσολόγου, εξέδωσε ένα Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας.
Η έκδοση προβλήθηκε εκτενώς από τον τύπο και χαιρετίσθηκε ως σημαντικό γεγονός από την κοινή γνώμη της Ελλάδας. Όχι όμως ολόκληρη: στο βόρειο μέρος της χώρας εμφανίστηκαν απρόσμενες αντιδράσεις και ενστάσεις. Πολλοί άνθρωποι δυσανασχέτησαν επειδή σε κάποια λήμματα, και ιδίως στα λήμματα Βούλγαρος και Πόντιος, μετά την κυριολεκτική απόδοση, αναφερόταν ως «καταχρηστική/ υβριστική» και Συνέχεια →
Ο κοινωνιογλωσσολογικός όρος «διγλωσσία» είναι ένας από τους ελάχιστους διεθνείς επιστημονικούς όρους οι οποίοι μπορούν να αποδοθούν σε κάποιον Έλληνα που ζούσε στη σύγχρονη Ελλάδα[1].
Από τότε που ο Φέργκιουσον δημοσίευσε το γόνιμο άρθρο του πριν από πενήντα χρόνια, αρκετοί μελετητές έχουν αναφερθεί στην πρώιμη ιστορία του όρου diglossia, αλλά ενώ καθένας από αυτούς έχει επισημάνει πολλά κομμάτια που ταιριάζουν στο παζλ, κανένας, απ’ όσο ξέρω, δεν έχει ως τώρα παρουσιάσει την πλήρη εικόνα.
Ο Αντρέ Μαρτινέ ισχυρίζεται ότι ο Φέργκιουσον εμπνεύστηκε τη χρήση του όρου «diglossia» από το παράδειγμα του «helléniste français Jean Psichari»[2]. Μπορεί να μη συμφωνήσει κανείς με την περιγραφή του Έλληνα γλωσσολόγου και μυθιστοριογράφου Ψυχάρη ως Γάλλου –ήταν Γάλλος πολίτης, αλλά γεννήθηκε από Έλληνες γονείς στην Οδησσό-, αλλά η διατύπωση του Μαρτινέ αποτελεί ένα πρόσφορο σημείο εκκίνησης για Συνέχεια →