του Άκη Γαβριηλίδη
Από ανάρτηση του ραδιοφωνικού παραγωγού Γιώργου Τσάμπρα πληροφορήθηκα ότι χθες, στον αρχαιολογικό χώρο του Σουνίου, κοντά στον ναό του Ποσειδώνα, παρουσιάστηκε μία μουσική παράσταση με τον τίτλο “Βασίλης Τσιτσάνης, Ο Άγιος του Έρωτα και το Θείο Πάθος». Σε αυτήν συμμετείχαν η Δήμητρα Γαλάνη, η Εστουδιαντίνα Νέας Σμύρνης και μία –αποκλειστικά ανδρική- χορωδία με την επωνυμία “Ελληνική Βυζαντινή”. Όλοι αυτοί εκτελούσαν εναλλάξ τραγούδια του Τσιτσάνη και ορθόδοξους ύμνους.
Επειδή μου κίνησε την περιέργεια, έψαξα λίγο το θέμα και διαπίστωσα ότι η παράσταση αυτή έχει παρουσιαστεί τον τελευταίο χρόνο σε διάφορα σημεία ανά την Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και το προαύλιο του Μουσείου της Ακρόπολης στο πλαίσιο του 3ου Φεστιβάλ Λατρευτικής Μουσικής, σε συνδιοργάνωση του Υπουργείου Πολιτισμού και της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Η συναυλία έλαβε χώρα στις 13 Μαΐου, Κυριακή των Βαΐων όπως επισημαίνει με κεφαλαία γράμματα η σχετική αναγγελία στο επίσημο σάιτ της Λυρικής.
Στο άτυπο ρεπορτάζ του Τσάμπρα αναφέρεται ότι “αν περιφερόταν κανείς [στο χώρο της παράστασης], θα μπορούσε να παρακολουθήσει δύο – μην σας πω και τρεις – διαφορετικές … συναυλίες”.
Είναι άραγε καλό αυτό; Ή μήπως φέρνει, ακριβώς, στο φως ότι οι πηγές μουσικού υλικού που χρησιμοποιήθηκαν είναι ριζικά ετερόκλητες και ο συνδυασμός τους αυθαίρετος;
Πάντως, σύμφωνα με την ίδια πάντα ανάρτηση, ο συνδυασμός αυτός δεν φάνηκε να γίνεται ανεπιφύλακτα αποδεκτός από το κοινό, που αντέδρασε μάλλον επιφυλακτικά. Παρατίθενται τα λόγια κάποιου παριστάμενου: «Άκου ‘Ω γλυκύ μου έαρ, Ιούνιο στο Σούνιο!’».
Θεωρώ την αντίδραση αυτή απολύτως δικαιολογημένη, και πλειοδοτώ. Η δική μου αντίδραση δεν είναι καθόλου επιφυλακτική: θεωρώ ότι πρόκειται για απόπειρα πολιτισμικής εθνοκάθαρσης στο πνεύμα της Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών.
Εξηγούμαι. Καταρχάς: ο Τσιτσάνης δεν ήταν … άγιος του έρωτα. Από πού κι ως πού άγιος; Ψάχνοντας τον όρο στο Γκουγκλ, μου βγήκαν χιτ που ξεκινούσαν από τον Χρήστο Γιανναρά και κατέληγαν στον Παϊσιο.
Ο Τσιτσάνης έγραψε τραγούδια (μεταξύ άλλων και) για τον έρωτα. Πολύ ωραία τραγούδια, καμιά αντίρρηση. Δεν συζητάμε αυτό εδώ. Έγραψε επίσης και άλλα, όπως την Λιτανεία του μάγκα, όπου εκφράζεται ειρωνικά και μάλλον ασεβώς για τα ιερά και τα όσια της ορθοδοξίας. Υπάρχει επίσης μία μαρτυρία, για να είμαι ειλικρινής δεν θυμάμαι ποιανού, κατά την οποία όταν πρωτοσυνάντησε τον Τσιτσάνη έσκυψε να του φιλήσει το χέρι σε ένδειξη σεβασμού, και εκείνος αντέδρασε κάπως ενοχλημένα λέγοντας, «τι είναι αυτά; Δεσπότης είμαι;».
Στο σάιτ της Λυρικής υπάρχει ένα σύντομο κείμενο παρουσίασης για τη συγκεκριμένη εκδήλωση, το οποίο αρχίζει ως εξής:
O Βασίλης Τσιτσάνης, ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς της λαϊκής μας μουσικής, μέσα από τα έργα του, περιγράφει τα πάθη των καθημερινών ανθρώπων.
ΟΚ μέχρι εδώ.
Συνεχίζει το κείμενο:
Ξεχωριστό ρόλο έχει η γυναίκα και ο πόνος της μάνας, την οποία συχνά αποκαλεί Παναγία.
Εδώ αρχίζουν οι λαθροχειρίες.
Η γυναίκα και ο πόνος της μάνας, ναι.
“Την αποκαλεί Παναγία”, και μάλιστα συχνά;
Ασφαλώς όχι.
Αμφισβητώ και απορρίπτω τον ισχυρισμό αυτό ως εσφαλμένο και παραπλανητικό.
Πού αποκαλεί την γυναίκα “Παναγία” ο Τσιτσάνης;
Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι έχω στο μυαλό μου όλη την -τεράστια- εργογραφία του Τσιτσάνη. Πάντως αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε ένα τραγούδι του στο οποίο να αποκαλεί μία γυναίκα “Παναγία”. Ούτε και το κείμενο δίνει κάποιο παράδειγμα. Στο δημοσίευμα αναφέρονται αναλυτικά τα τραγούδια του που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα· σε τρία απ’ αυτά (Κάποια μάνα αναστενάζει, Της γερακίνας γιος και Σαν απόκληρος γυρίζω) υπάρχει αναφορά στη μητέρα. Η οποία αποκαλείται σε αυτά μάνα, ή μανούλα. Σε κανένα όμως δεν αποκαλείται Παναγία.
Το όνομα Παναγία (για την ακρίβεια, Παναγιά) απαντά σε ένα άλλο τραγούδι, την Συννεφιασμένη Κυριακή, όπου υπάρχει ο στίχος “Χριστέ και Παναγιά μου”. Όμως, με συγχωρείτε πολύ: εδώ το όνομα αυτό δεν προσδιορίζει καμία υπαρκτή γυναίκα ή μητέρα! Θα έλεγα ότι δεν προσδιορίζει ούτε καν την θεομήτορα του χριστιανισμού, αλλά χρησιμοποιείται ως τμήμα μιας παγιωμένης σχετλιαστικής έκφρασης, με το νόημα “πω πω τι πάθαμε”.
Επιπλέον: ας προστεθεί ότι η Μαριάμ, η μητέρα του Ιησού, στο ιερό βιβλίο των Χριστιανών, την Καινή Διαθήκη, δεν τυγχάνει ιδιαίτερης μνείας, ούτε θεωρείται θείο πρόσωπο. Περισσότερες αναφορές σε αυτήν, και μεγαλύτερη αναγνώριση της αγιότητάς της, θα βρούμε στο Κοράνι.
Εάν συζητάμε για το πώς θεματοποιείται η γυναίκα στο έργο του Βασίλη Τσιτσάνη, ας μου επιτραπεί συναφώς να παραθέσω εδώ τους στίχους από ένα άλλο τραγούδι του (το οποίο φυσικά δεν περιλαμβανόταν σε αυτά που τραγούδησε η “Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία”):
Γιαραμπίμ το γιαραμπί,
γιαραμπίμ το γιαχαβάχ, λουλούδι μου Γκιούλμπαχαρ.
Αράπ χαβάς,
γιαβάς γιαβάς …
Oι στίχοι αυτοί δεν είναι αλαμπουρνέζικα που επινοήθηκαν επί τούτου για να ηχούν αραβοτουρκικά στο πλαίσιο ενός οριενταλιστικού εξωτισμού. Είναι λόγια με συγκεκριμένη σημασία. Την εξής:
Κύριος ο θεός των Μουσουλμάνων
Κύριος ο θεός των Ιουδαίων
σιγά σιγά
με αραβικό σκοπό …
Αν δώσουμε βάση στην ανάλυση του Ε. Ζάχου-Παπαζαχαρίου[1], το τραγούδι αυτό αποτελεί προέκταση μίας παράδοσης που υπήρχε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία να γράφονται τραγούδια με στίχους σε τρεις και τέσσερις διαφορετικές γλώσσες, και γενικότερα με μία παράδοση συγκρητισμού μεταξύ και των τριών των μονοθεϊστικών θρησκειών (και ενδεχομένως άλλων, παλαιότερων). Πάντως σίγουρα δεν έχει καμία σχέση με το θείο πάθος, ούτε συνδέει τη γυναίκα με καμία Παναγία.
Ο παραλληλισμός λοιπόν ανάμεσα στον Τσιτσάνη και το … θείο πάθος είναι αυθαίρετος και τραβηγμένος απ’ τα μαλλιά. Το ρεμπέτικο, στιχουργικά, έχει ελάχιστη σχέση με τη χριστιανική μυθολογία.
Μουσικά, είναι αναμφίβολα δυνατό να εντοπίσει κανείς ομοιότητες ανάμεσα σε κάποια ρεμπέτικα τραγούδια και την λεγόμενη “βυζαντινή” μουσική. Ωστόσο, αυτό που έχει καταγραφεί υπ’ αυτή την ονομασία δεν είναι κάποιος χωριστός μουσικός πλανήτης απομονωμένος από όλους τους άλλους· ουσιαστικά, δεν υπάρχει κάποια ευδιάκριτη τομή ανάμεσα στη μουσική της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και σε εκείνη της Οθωμανικής. Κάποτε οι ίδιοι άνθρωποι –ίσως τσιγγάνοι- συνέθεταν ή/ και εκτελούσαν τα κομμάτια που συνδέονταν με καθεμιά απ’ αυτές.
Πολύ περισσότερη σχέση έχει το ρεμπέτικο με τον μουσουλμανισμό, και ειδικότερα με τους Μπεκτασήδες και τις υπόλοιπες σέκτες του Ισλάμ, με τα αιρετικά μοναστικά τάγματα, με τους ασίκηδες (=ερωτευμένους, όχι με κάποιο άτομο αλλά με την ύπαρξη, ή/ και με το θείο). Στους στίχους του αφθονούν λέξεις και έννοιες προερχόμενες από το λεξιλόγιο των ομάδων αυτών (πρβλ. τεκές, δερβίσης, χρήση παραισθησιογόνων ουσιών, έκσταση μέσω του χορού) τελείως ξένες προς την ορθοδοξία, για την οποία τα στοιχεία αυτά θεωρούνται αμαρτωλά.
Η λαογραφία του 19ου αιώνα είχε ως αποκλειστική αποστολή να αποδείξει την “συνέχεια του ελληνισμού” μέσα από το τριμερές σχήμα του Παπαρρηγόπουλου (και του Μεταξά) αρχαιότητα-“Βυζάντιο”-νέος ελληνισμός. Για λόγους που δεν είναι του παρόντος, οι πατέρες του κλάδου, καθώς και οι επίγονοί τους, εστίασαν αποκλειστικά στον αγροτικό πολιτισμό· θεωρούσαν ότι, με την αστικοποίηση, ο πολιτισμός αυτός εκλείπει, και όσα τέτοια στοιχεία προκύπτουν είναι ανάξια προσοχής και μελέτης. Η τωρινή προσπάθεια να παρακαμφθεί και να αποσιωπηθεί τελείως μια παρένθεση πέντε αιώνων και να στηθεί μία γέφυρα που να συνδέει το “τη Υπερμάχω” απευθείας με την “Συννεφιασμένη Κυριακή”, σαν να μην υπήρξε ενδιαμέσως τίποτε άλλο, είναι απλώς μια προέκταση της κοπιώδους αυτής προσπάθειας, μία μεταφορά του σχήματος από την ύπαιθρο στις πόλεις.
Η προσπάθεια αυτή κρατάει χρόνια. Π.χ. πριν χρόνια, και η Νένα Βενετσάνου είχε βγάλει ένα δίσκο με τίτλο «Ζεϊμπέκικο – Λαϊκές Προσευχές».
Ο τίτλος αυτός είναι λάθος. Τα ζεϊμπέκικα δεν είναι προσευχές. Δεν παρακαλάνε κανέναν θεό να τους κάνει κάποια χάρη. Είναι ελάχιστα τα δείγματα ρεμπέτικων, αλλά και μετα-ρεμπέτικων/ λαϊκών τραγουδιών, που μπορούν να θεωρηθούν προσευχές. Αλλά και σε αυτά, (π.χ. στην ανώνυμη Προσευχή του μάγκα ή στη Προσευχή του Σπύρου Ζαγοραίου), δεν υπάρχει κάποια ιδιαίτερη σύνδεση με την ορθοδοξία. Δεν προσδιορίζεται σε ποιον θεό απευθύνεται αυτή η προσευχή, αλλά και το αίτημα της προσευχής δεν έχει κάποιο θρησκευτικό περιεχόμενο· αφορά απλώς “λιγάκι τουμπεκί”, στη μία περίπτωση, και την ερωτική ζωήτου ήρωα στη δεύτερη. Για να μην αναφέρουμε ότι υπάρχει και τραγούδι με τον πρωτοφανή, για τα ελληνικά δεδομένα, τίτλο Μπιρ Αλλάχ! Τραγούδι με τον τίτλο Ένας είναι ο Θεός ή Μέγας είσαι κύριε δεν έχω υπόψη μου.
Είμαστε πλέον στον 21ο αιώνα. Είναι καιρός να αναλάβουμε το βάρος της καταγωγής μας. Ο νεοελληνικός πολιτισμός, ως έχει σήμερα, θα ήταν αδιανόητος χωρίς την ύπαρξη του οθωμανικού πολιτισμού. Ας πάψουμε να τα κρύβουμε όλα αυτά από τους εαυτούς μας και τους άλλους, μεταμφιέζοντάς τα σε κάτι άλλο, λογοκρίνοντας και καπελώνοντάς τα.
[1] Ανατολή Ανατολών, εκδ. Αλήστου Μνήμης, Αθήνα 2004, σ. 65-66.
