Δίκαιο,Φύλο

Η ποινικοποίηση της γυναικοκτονίας προσκρούει στην ισότητα απέναντι στο νόμο

της Σελίν Παριζό

Οι δολοφονίες γυναικών σε οικογενειακό περιβάλλον πληθαίνουν. Οι προβολείς δικαίως στρέφονται αυτή τη στιγμή προς αυτή την μακάβρια πραγματικότητα, καθώς κανείς δεν μπορεί να αποδεχτεί ως αναπότρεπτη μοίρα τις δολοφονίες αυτών των γυναικών από όσους μοιράζονται ή μοιράστηκαν τη ζωή τους μαζί τους. Είναι σήμερα το γαλλικό ποινικό δίκαιο στο ύψος των περιστάσεων; Ή μήπως πρέπει να έρθει να συμπληρώσει το νομικό μας οπλοστάσιο ο όρος «γυναικοκτονία»;

Η λέξη αυτή, που μπήκε πρόσφατα στο καθημερινό λεξιλόγιο, δεν έχει έναν ομόφωνα αποδεκτό ορισμό και δεν αναγνωρίζεται από την Ακαδημία της Γαλλίας. Η αμερικανίδα κοινωνιολόγος Diana E. H. Russell πρότεινε τον ακόλουθο ορισμό: «Η δολοφονία μιας γυναίκας επειδή είναι γυναίκα».

Αυτό λοιπόν σημαίνει ότι η σημασία της μπορεί να είναι πολύ ευρεία. Σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνει κατά πολύ τη δολοφονία μιας συζύγου, μιας συντρόφου ή μιας πρώην. Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για να κατονομάσει μια κοινωνική πραγματικότητα και περιλαμβάνει την έννοια της κυριαρχίας, τη βούληση του δολοφόνου να ασκήσει έλεγχο πάνω στη γυναίκα που αποτελεί θύμα του εγκλήματος. Σημαίνει όμως αυτό ότι πρέπει να ενταχθεί στον Ποινικό Κώδικα; Το να δοθεί μεγαλύτερη ορατότητα σε ένα φαινόμενο δεν θα είχε νόημα από νομική άποψη. Ένας νέος νόμος θα μπορούσε να έχει ως αντικείμενο μόνο τη δημιουργία ενός νέου αδικήματος, ή νέων επιβαρυντικών περιστάσεων, ή ακόμη την επιβάρυνση της ποινής που επιβάλλεται σε περίπτωση δολοφονίας γυναίκας.

Εν τω μεταξύ, η γυναικοκτονία αποτελεί ήδη έγκλημα, το οποίο τιμωρείται με την αυστηρότερη ποινή, έστω κι αν ο όρος δεν εμφανίζεται ως τέτοιος στον Ποινικό Κώδικα. Οι όροι «πατροκτονία» (φόνος γονέα) και «βρεφοκτονία» (φόνος παιδιού) δεν περιλαμβάνονται πλέον σε αυτόν μετά την αναθεώρηση του 1992. Παρόλα αυτά, δεν παύουν να αποτελούν επίσης εγκλήματα που καταδικάζονται ομόφωνα και, εξάλλου, τιμωρούνται με ισόβια κάθειρξη σύμφωνα με το άρθρο 221-4 του Ποινικού Κώδικα. Το ίδιο άρθρο επιβάλλει ακριβώς την ίδια ποινή για τη δολοφονία που διαπράττεται «από τον/τη σύζυγο ή τον/τη σύντροφο του θύματος ή τον/τη σύντροφο με τον οποίο/την οποία έχει συναφθεί σύμφωνο συμβίωσης».

Η νομική ορολογία δεν πρέπει να βασίζεται στην κοινωνιολογική ορολογία

Σκοπός του ποινικού δικαίου είναι να ορίζει τα αδικήματα και, στη συνέχεια, να προβλέπει μια ποινή για την περίπτωση που αποδειχθούν. Οι όροι που χρησιμοποιεί είναι συχνά τεχνικοί και πρέπει να είναι ακριβείς, ώστε ο καθένας να γνωρίζει ποιες πράξεις απαγορεύονται, σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας των αδικημάτων και των ποινών, ενώ ο καθολικός χαρακτήρας του επιβάλλει την εφαρμογή του σε όλους ισότιμα. Επομένως, η νομική ορολογία δεν πρέπει να βασίζεται στην κοινωνιολογική ορολογία, η οποία σήμερα βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιότητας.

Δεν απαιτείται κάποιο νέο κείμενο

Αυτή η αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου δεν επιτρέπει την «εμφυλοποίηση» των εγκλημάτων· οπότε, τα θύματα προσδιορίζονται με ουδέτερο αλλά καθολικό τρόπο, ανεξάρτητα από το φύλο, τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου τους. Έτσι, ο νόμος προβλέπει συστηματικά επιβάρυνση των ποινών όταν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγκλημα ή αδίκημα έχει διαπραχθεί εναντίον ενός θύματος ή μιας ομάδας ατόμων στην οποία ανήκει το θύμα, «λόγω του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της πραγματικής ή υποτιθέμενης έμφυλης ταυτότητάς του».

Ο νόμος είναι λοιπόν πολύ σαφής: κάθε γυναικοκτονία αποτελεί έγκλημα. Και η σοβαρότητά της δικαιολογεί την επιβολή της μέγιστης ποινής: της ισόβιας κάθειρξης. Επομένως, δεν απαιτείται κανένας νέος νόμος για να τιμωρείται αυστηρότερα ή για να προβλέπεται νέα επιβαρυντική περίσταση.

Η -πολύ σπάνια φυσικά- περίπτωση του φόνου ενός άνδρα λόγω του φύλου ή του σεξουαλικού του προσανατολισμού θα τιμωρείται με τον ίδιο τρόπο. Πρέπει άραγε να γίνει διάκριση μεταξύ της δολοφονίας ενός άνδρα λόγω του φύλου του και της δολοφονίας μιας γυναίκας λόγω του φύλου της; Στην καθημερινή ομιλία, σίγουρα· στον Ποινικό Κώδικα, σίγουρα όχι. Διότι απλούστατα αυτό θα αποδυνάμωνε την ποινική δίωξη. Πράγματι, όσο πιο εύκολο είναι να στοιχειοθετηθεί ένα αδίκημα κατά τρόπο αντικειμενικό, τόσο πιο εύκολο είναι να προσκομιστούν τα αποδεικτικά στοιχεία και, κατά συνέπεια, να τιμωρηθεί ο δράστης.

Το ποινικό δίκαιο σήμερα είναι αποτελεσματικό χάρη στη σαφήνειά του όσον αφορά τη δολοφονία γυναικών. Οι επιβαρυντικές περιστάσεις έχουν επεκταθεί ευρέως, ώστε να καλύπτουν όλες τις καταστάσεις ζευγαριών: ο σύζυγος, ο συμβίος, ο σύντροφος, αλλά και ο πρώην σύζυγος, ο πρώην συμβίος ή ο πρώην σύντροφος, ακόμη και αν δεν ζουν πλέον μαζί, τιμωρούνται με επιβαρυμένη ποινή. Οι έννοιες αυτές δεν απαιτούν σημαντική ερμηνευτική προσπάθεια. Είναι σαφείς τόσο για τον πολίτη όσο και για τον δικαστή. Είναι λίγο πιο περίπλοκο να προσδιοριστεί αν το έγκλημα διαπράχθηκε λόγω του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου του θύματος, αλλά οι επιβαρυντικές αυτές περιστάσεις επιτρέπουν ήδη την καταπολέμηση όλων των εγκληματικών πράξεων που υποκινούνται από ανδροκρατική νοοτροπία, όπως άλλωστε και από ομοφοβία ή τρανσφοβία.

«Η συζήτηση περί του αν είναι απαραίτητο ή όχι να εισαχθεί η έννοια της γυναικοκτονίας στον ΠΚ είναι κακώς διατυπωμένη και αποσπά την προσοχή από τα πραγματικά προβλήματα»

Όλες οι γυναίκες προστατεύονται έτσι από το νόμο. Όμως, το δίκαιο δεν αποτελεί κάποιο προπύργιο ενάντια στη βία και την κυριαρχία. Η συζήτηση περί του αν είναι ή όχι απαραίτητο να εισαχθεί η έννοια της γυναικοκτονίας στον Ποινικό Κώδικα είναι κακώς διατυπωμένη και αποσπά την προσοχή από τα πραγματικά προβλήματα: πώς να ενθαρρύνουμε τις γυναίκες που υφίστανται βία να το γνωστοποιήσουν; Πώς να χειριστούμε πιο αποτελεσματικά τις καταγγελίες αυτών των γυναικών και να τους συμπαρασταθούμε σε βάθος χρόνου; Πώς να διασφαλίσουμε καλύτερα την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων και την προστασία των θυμάτων;

Κλασσικό

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.