Δίκαιο,Μετακίνηση,ανθρωπολογία

Το λαθρεμπόριο ως ένα ηθικό εγχείρημα

των Mαχμούντ Kεσαβάρζ και Σαχράμ Χοσράβι

Στις 22 Φεβρουαρίου 2021, ένα θανατηφόρο περιστατικό στα σύνορα Ιράν-Πακιστάν μονοπώλησε τις ειδήσεις στην περιοχή. Στην επαρχία Aσκάν, κοντά στην πόλη Σαραβάν, Ιρανοί συνοριοφύλακες άνοιξαν πυρ εναντίον μιας ομάδας Βαλούχων μεταφορέων βενζίνης (sokhtbar) σκοτώνοντας αρκετούς. Το περιστατικό έλαβε χώρα στην περιφέρεια Σιστάν-Βαλουχιστάν, στο νοτιοανατολικό Ιράν, τη φτωχότερη περιφέρεια της χώρας και πατρίδα της εθνοτικής ομάδας των Βαλούχων. Κατά τις δύο προηγούμενες δεκαετίες, η βενζίνη στο Πακιστάν ήταν ακριβότερη, και αυτό άνοιξε ένα μικρό παράθυρο εισοδήματος για τους κατοίκους της περιοχής. Το διασυνοριακό εμπόριο ήδη είχε μακρά ιστορία στην περιοχή, αλλά τείνει να αυξάνεται σε περιόδους κρίσεων, όπως η πανδημία του Covid-19 που είχε ως αποτέλεσμα να εκτιναχθεί στα ύψη η ανεργία. Στην επίσημη γλώσσα αυτό το διασυνοριακό εμπόριο παρουσιάζεται ως λαθρεμπόριο, δηλαδή ως ποινικό αδίκημα, ενώ οι ντόπιοι το αποκαλούν sokhtbari (κατά λέξη «μεταφορά καυσίμων»). Η ορολογία θέτει ένα επιστημολογικό πρόβλημα με ηθικές και πολιτικές επιπτώσεις. Αν το πούμε sokhtbari, αυτό απαιτεί επείγουσες υποστηρικτικές πολιτικές απαντήσεις και λογοδοσία από το κράτος· αν το πούμε λαθρεμπόριο, αυτό παρέχει στο κράτος την εξουσία να αστυνομεύει και να τιμωρεί.

Μετά το περιστατικό, ακολούθησε τοπική αναταραχή. Ο κόσμος εισέβαλε στο αστυνομικό τμήμα και σε άλλα επίσημα κτίρια. Σύντομα οι διαμαρτυρίες εξαπλώθηκαν και σε άλλες πόλεις της επαρχίας και εξελίχθηκαν σε εκτεταμένες εθνοτικές ταραχές κατά των κυβερνητικών αρχών. Ανεπίσημες πηγές αναφέρουν δεκάδες θανάτους και εκατοντάδες συλλήψεις.

Όπως και οι περιπτώσεις που εξετάζονται σε όλο το βιβλίο, το sokhtbari συνδέεται κυρίως με καταστάσεις παρατεταμένης φτώχειας και κοινωνικής περιθωριοποίησης. Καθ’ όλη τη διάρκεια των ταραχών, ένα σύνθημα κυκλοφορούσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «Αν είναι να πεθάνουμε βγάζοντας αφρούς από το στόμα [από την πείνα], καλύτερα να πεθάνουμε βγάζοντας αίμα από το στόμα».

Το λαθρεμπόριο καθιστά ορατή την επισφάλεια των παραμεθόριων περιοχών. Ως απάντηση στη συνθήκη της επισφάλειας, το λαθρεμπόριο δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί απλώς ως εγκληματική πράξη, αλλά γίνεται μέρος της κοινωνικής διαμαρτυρίας ενάντια σε διάφορες καταπιέσεις: οικονομική ανισότητα, διαφορική πρόσβαση στην πρόνοια και ηγεμονία του έθνους-κράτους επί των συνόρων και των κοινοτήτων των παραμεθόριων περιοχών. Τα γεγονότα αυτά δείχνουν πώς το λαθρεμπόριο συγχωνεύεται σε ένα πολιτικό κίνημα το οποίο διεκδικεί κοινωνική δικαιοσύνη. Διαπλέκεται με την ταξική πάλη, με εθνοτικές εξεγέρσεις και την αντίθεση στην (εγχώρια) αποικιοκρατία. Πράξεις όπως το sokhtbari είναι γερά εδραιωμένες στις τοπικές κοινωνικές δομές, όχι μόνο οικονομικά αλλά και κοινωνικά και πολιτισμικά. Οι λεγόμενοι λαθρέμποροι θαυμάζονται και θεωρούνται τοπικοί ήρωες οι οποίοι παίζουν τη ζωή τους για να στηρίξουν τις οικογένειές τους. Υπάρχουν αμέτρητες λαϊκές μπαλάντες που τους υμνούν. Αυτό καθιστά το λαθρεμπόριο «κοινωνικό», δηλαδή ιστορικά και κοινωνικά αρθρωμένο.

Ακολουθώντας την έννοια της «κοινωνικής ληστείας» του Eric Hobsbawm, προσεγγίζουμε το λαθρεμπόριο ως ένα ευρέως διαδεδομένο κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο εμφανίζεται σε πολλά μεθοριακά σημεία σε όλο τον κόσμο. Οι λαθρέμποροι, είτε επαινούνται ως τοπικοί ήρωες, είτε καταδιώκονται ως εγκληματίες, έχουν τη θέση τους στην κοινωνικότητα των παραμεθόριων περιοχών και αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Παρομοίως, το λαθρεμπόριο –ως μια χωρικά εστιασμένη δραστηριότητα εδραιωμένη μέσα στις ιστορικές και γεωπολιτικές συνθήκες των παραμεθόριων περιοχών- δεν μπορεί να προσεγγιστεί αποκλειστικά μέσα από την αποστασιοποιημένη, απλουστευμένη και συγκεντρωτική ματιά του κράτους.

Για να αποφύγει την κρατοκεντρική προσέγγιση, το βιβλίο αυτό προσεγγίζει τις λεγόμενες λαθρεμπορικές δραστηριότητες στο πλαίσιο της ιστορίας τους και της τοπικότητάς τους, και από τη υποκειμενική θέση εκείνων που θεωρούν το λαθρεμπόριο απαραίτητο για να επιβιώσουν. Το να βλέπεις σαν λαθρέμπορος είναι μια κίνηση τακτικής που σημαίνει να διαβάσουμε την κινητικότητα των ανθρώπων και των πραγμάτων με τρόπους που διαταράσσουν τις κρατοκεντρικές αντιλήψεις.

Η κρατική προοπτική ανάγει όλες τις πρακτικές εκτός νόμου σε μια ενιαία και απλουστευμένη εγκληματική ενέργεια, όπως το λαθρεμπόριο ή η ληστεία. Μια τέτοια οπτική βασίζεται σε μια σειρά από διχοτομήσεις όπως νόμος/ ανομία, σύννομο/παράνομο ή εμπόριο/λαθρεμπόριο. Εξοβελίζει κοινωνικές δυνάμεις, διαδικασίες και δρώντες που δεν εντάσσονται στην κρατική αφήγηση. Για παράδειγμα, στην Αλγερία οι ιστορικές αναφορές παρουσιάζουν τη ληστεία ως μορφή αντιαποικιακής αντίστασης. Η ληστεία έπαιξε επίσης κεντρικό ρόλο στην ανάδυση των εθνικιστικών μύθων του σύγχρονου ελληνικού κράτους κατά τη διάρκεια των αγώνων για την ανεξαρτησία. Σε ορισμένες περιπτώσεις παράνομοι μετατράπηκαν σε επίσημους τοπικούς κυβερνήτες, όπως στο Ιράν τον εικοστό αιώνα και στο Μαρόκο τον δέκατο ένατο. Στην περίπτωση της πειρατείας, ο Jatin Dua υποστηρίζει ότι η σύγχρονη θαλάσσια πειρατεία στον Ινδικό Ωκεανό, μακράν τού να αποτελεί αναχρονισμό ή παθογένεια, είναι βαθιά συνυφασμένη με τον παγκόσμιο καπιταλισμό και το εμπόριο. Στο ίδιο πνεύμα, το Seeing Like a Smuggler διατυπώνει τη θέση ότι οι παράνομες πρακτικές, η ληστεία, η θαλάσσια πειρατεία και το λαθρεμπόριο είναι εγγενή χαρακτηριστικά των σύγχρονων εθνικών κρατών.

Απ’ τα κάτω

 Το Seeing Like a Smuggler ακολουθεί την παράδοση των προσεγγίσεων της ιστορίας απ’ τα κάτω. Το βιβλίο αυτό εφαρμόζει τις ιδέες των C.L.R. James, E.P. Thompson, Peter Linebaugh-Marcus Rediker, καθώς και των Hay κ.ά. στα ζητήματα των συνόρων και της παραβίασής τους. Το βιβλίο αυτό είναι χτισμένο πάνω σε μια προσέγγιση απ’ τα κάτω για διάφορους λόγους. Πρώτον, αντιτίθεται στα καθεστώτα ορατότητας που επιβάλλει το κράτος. Με άλλα λόγια, καταπιάνεται με το ερώτημα πώς προσδίδεται εκ των άνω ορατότητα σε υποκείμενα, υποκειμενικότητες και δραστηριότητες. Μεγάλο μέρος της ακαδημαϊκής και πολιτικής έρευνας έχει μελετήσει και αναλύσει το λαθρεμπόριο από μια κρατοκεντρική προοπτική, ως οικονομικό, κοινωνικό ή πολιτικό «πρόβλημα» που πρέπει να διαγνωστεί και να επιλυθεί. Το λαθρεμπόριο τίθεται ως πρόβλημα επειδή υπονομεύει την αυθεντία του κράτους έναντι της κινητικότητας των ανθρώπων και των εμπορευμάτων και την υποτιθέμενη θέση του ως μοναδικού οργανωτή της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής. Προσεγγίζοντας το ετερογενές, πολύπλοκο, ακατάστατο, αποκεντρωμένο, ad-hoc σύνολο δραστηριοτήτων που ονομάζεται λαθρεμπόριο, επιδιώκουμε να εισφέρουμε την οπτική γωνία όσων χαρακτηρίζονται –και ποινικοποιούνται ως- λαθρέμποροι. Αρνούμενο να ακολουθήσει τον νομικό ορισμό του λαθρεμπορίου από το κράτος, το Seeing Like a Smuggler  επανατοποθετεί τις πολύπλοκες αυτές δραστηριότητες μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αυξανόμενων κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών πρακτικών συνοροθέτησης [bordering] σε όλο τον κόσμο.

Δεύτερον, σε αντίθεση με την προσέγγιση της «θέασης εκ των άνω», η οποία βασίζεται στον εξοβελισμό της μη κανονικότητας, το βιβλίο αυτό στοχεύει να αναδείξει αντιφάσεις και ασυνέπειες εντός του συστήματος του έθνους-κράτους. Σε συνθήκες διαρκούς κρίσης, μέσα από τις οποίες αναδύονται αυτοσχέδιοι τρόποι ζωής ανάλογα με τις τοπικές, γεωγραφικές και υλικές συνθήκες, δεν υπάρχουν πλέον πράγματα χωρίς παραλληλίες. Κάθε νομοθέτημα συνοδεύεται από τεχνικές παράκαμψής του, οι οποίες τελικά το εξουδετερώνουν και το αντιστρέφουν7. Αυτό το παράλληλο, ανατρεπτικό σύστημα συνοδεύεται από δικούς του κανόνες, τελετουργίες, ηθικές και πρωτόκολλα, τα οποία, όπως υποστηρίζει ο Stuart Hall χρησιμοποιώντας την έννοια της αποκωδικοποίησης, είναι «ένα μείγμα προσαρμοστικών και αντιθετικών στοιχείων». Στο βιβλίο του Seeing Like a State, ο James Scott υποστηρίζει ότι το κράτος έχει ανάγκη να βλέπει τα άτομα για να τα ελέγχει. Έτσι, χρησιμοποιεί την ταυτοποίηση, την καταγραφή και την προώθηση της γλώσσας του νόμου προκειμένου να φορολογεί τους ανθρώπους και να διατηρεί ένα κράτος πρόνοιας, και για να παράγει αναγνωσιμότητα σε σχέση με το λαό. Η ορατότητα και η αναγνωσιμότητα πηγαίνουν χέρι με χέρι προκειμένου να λειτουργεί το κράτος. Ο Scott δείχνει ότι η μετακίνηση και η κινητικότητα έπρεπε να περιοριστούν, να ρυθμιστούν και να περιοριστούν επειδή αποτελούσαν απειλή για το πλαίσιο ορατότητας-νομιμότητας και την αυθεντία της κρατικής διακυβέρνησης. Μας ζητά να ακολουθήσουμε αυτόν τον τρόπο θέασης για να αναλύσουμε τη μονολιθική φύση του κράτους, αλλά και να αναπτύξουμε ευαισθησίες για να δούμε τις καθημερινές αντιστάσεις σε αυτή την ηγεμονία.

Ωστόσο, ο Scott παραλείπει να εξετάσει το γεγονός ότι το κράτος δεν είναι απαραίτητα η πηγή φαινομένων όπως τα σύνορα, η ιθαγένεια και η φορολογία. Με άλλα λόγια, το κράτος ως μία ομοιογενής οντότητα δεν επιβάλλει τον έλεγχο, αλλά είναι το ίδιο προϊόν αμφισβητήσεων γύρω από τον έλεγχο κινητών σωμάτων, πραγμάτων, πρακτικών και ιδεών. Με αυτή την έννοια, το λαθρεμπόριο είναι τόσο συνέπεια όσο και συστατικό στοιχείο των συνόρων και των πρακτικών συνοριοθέτησης. Αποκαλύπτοντας τις αντιφάσεις εντός του συστήματος του έθνους-κράτους τις οποίες αποκρύπτουν οι επίσημες αφηγήσεις, υπάρχει –με τους όρους του Βάλτερ Μπένγιαμιν- η δυνατότητα να ανοίξει η ιστορία ώστε να συμπεριλάβει αφηγήσεις για τους παράνομους, τους απόκληρους, τους μη καταγεγραμμένους, τους ληστές και τους λαθρέμπορους.

Τρίτον, το να βλέπεις σαν λαθρέμπορος είναι μια μεθοδολογική οπτική γωνία, την οποία υιοθετούμε για να αποφύγουμε τους κινδύνους αναπαραγωγής κρατοκεντρικών αντιλήψεων για το λαθρεμπόριο.

Κάποιοι μελετητές έχουν ήδη δείξει ότι η χρήση του όρου «λαθρέμπορος» μπορεί να αναπαράγει την ποινικοποίηση, την οποία ενισχύουν τα κράτη μέσω της χρήσης συγκεκριμένης γλώσσας σε έγγραφα έρευνας και πολιτικής· οι μελετητές αυτοί έχουν προτείνει τη χρήση άλλων όρων, όπως «μεσίτης» και «μεσολαβητής». Η αλλαγή ορολογίας με σκοπό την αποποινικοποίηση ή την ποινικοποίηση είναι εμφανής και από την πλευρά των κρατικών οργανισμών. Για παράδειγμα, σε μια από τις τελευταίες προσπάθειές της να ποινικοποιήσει τη διευκόλυνση της μετακίνησης ταξιδιωτών χωρίς τα «σωστά» έγγραφα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει στραφεί προς τη χρήση άλλων όρων όπως η διακίνηση ανθρώπων [trafficking], που κινητοποιεί αυστηρότερα νομικά και πολιτικά μέτρα.

Όπως δείχνει κάθε κεφάλαιο αυτού του βιβλίου, υπάρχουν πολλές διαφορετικές μορφές ατομικής και συλλογικής γνώσης, τις οποίες μοιράζονται και διαπραγματεύονται πολλοί φορείς κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού ή της διακίνησης αγαθών, οι οποίες εξαρτώνται από το φύλο, την τάξη, την εθνοτική καταγωγή και την ηλικία, καθώς και από το χρονικό και το τοπικό πλαίσιο. Αυτές οι συλλογικές και ετερογενείς μορφές ανταλλαγής γνώσεων είναι που εξηγούν γιατί πολλοί ταξιδιώτες χωρίς τα «σωστά» χαρτιά συχνά δεν θεωρούν τους εαυτούς τους αντικείμενα (δηλαδή θύματα) «λαθραίας διακίνησης», αλλά ως ανθρώπους που «ποντάρουν σε υπαρκτές σχέσεις αμοιβαιότητας και υποχρέωσης με ανθρώπους τους οποίους ήδη γνωρίζουν, προκειμένου να τους θέσουν ενεργά ένα αίτημα πρόσβασης στη διέλευση». Γι’ αυτόν τον λόγο, διάφορες κοινότητες μέσα στο βιβλίο χρησιμοποιούν διαφορετικές λέξεις για να αναφερθούν σε όσους διευκολύνουν την παράνομη μετακίνηση πραγμάτων και ανθρώπων, όπως μεσολαβητής, χειριστής, φίλος, rahbalad (οδηγός), dalal (μεσάζων), lekami (μεταφορέας) και semsar (μεσίτης).

Παρ’ όλα αυτά, εμείς κάναμε την επιλογή να αναδιεκδικήσουμε τη λέξη «λαθρέμπορος» και να αναδείξουμε τις σύνθετες θέσεις της, κόντρα στην κυρίαρχη χρήση. Επεξεργαστήκαμε και αναπτύξαμε μια «όραση σαν εκείνη του λαθρέμπορου» για να φέρουμε στο φως καθημερινές άτυπες δραστηριότητες γύρω από τα σύνορα ως μορφές τακτικής διαβίωσης ή «εξεγερμένης πολιτειότητας», όπου οι δραστηριότητες αυτές λειτουργούν μέσα από εν μέρει νόμιμες και εν μέρει παράνομες πρακτικές ταυτόχρονα.

Αποικιοκρατία

 Πολλά κεφάλαια του βιβλίου αναδεικνύουν τις πολύπλοκες σχέσεις μεταξύ των κρατών και του λαθρεμπορίου στον σημερινό κόσμο. Ωστόσο, η ιστορία του λαθρεμπορίου πηγαίνει πέρα από το σχηματισμό των ύστερων νεωτερικών κρατών. Η σχέση αυτή αποτελεί συνέχεια της μακροχρόνιας ασταθούς και ενδεχομενικής θέσης του λαθρεμπορίου μέσα στο πλαίσιο της αποικιοκρατικής διαμόρφωσης του κόσμου. Οι αποικιοκρατικές δυνάμεις εμπλέκονταν και οι ίδιες στο λαθρεμπόριο (βλ. Nichola Khan, Κεφάλαιο 2), π.χ. τον δέκατο ένατο αιώνα βρετανοί έμποροι έφερναν λαθραία όπιο στην Κίνα από το Χονγκ Κονγκ. Σε άλλες περιπτώσεις, υπήρξαν ανταγωνισμοί μεταξύ τοπικών εμπόρων που ανέπτυξαν λαθρεμπορικές επιχειρήσεις ως απάντηση στις αυστηρές μερκαντιλιστικές πολιτικές της Αγγλίας τον δέκατο έβδομο αιώνα.

Η σύγκρουση μεταξύ του στέμματος και των αποίκων της Νέας Αγγλίας για το μονοπώλιο του εμπορίου και των τελωνείων κλιμακώθηκε τον δέκατο όγδοο αιώνα. Οι παράνομοι έμποροι και οι λαθρέμποροι τιμωρούνταν ως πειρατές σύμφωνα με τον αγγλικό νόμο. Οι βρετανικές πολιτικές κατά του λαθρεμπορίου υποδαύλισαν το πνεύμα της εξέγερσης. Οι συγκρούσεις γύρω από το λαθρεμπόριο έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της Αμερικανικής Επανάστασης, σε βαθμό που ο Peter Andreas ονόμασε τις Ηνωμένες Πολιτείες έθνος λαθρεμπόρων.14 Κατά την περίοδο αυτή, το λαθρεμπόριο άρχισε να επαινείται αλλά και άλλοτε να καταδικάζεται από τις φιλελεύθερες ιδεολογίες. Για παράδειγμα, ο Άνταμ Σμιθ υποστήριξε τους λαθρέμπορους ως «άριστους πολίτες», οι οποίοι, αντί να παραβιάζουν τη φυσική δικαιοσύνη, παραβιάζουν αντίθετα την «αφύσικη» νομοθεσία που περιόριζε το ελεύθερο εμπόριο.15 Ταυτόχρονα, η απαγόρευση της εισαγωγής δούλων το 1807 στις Ηνωμένες Πολιτείες και ο νόμος περί κατάργησης της δουλείας το 1883 οδήγησαν στην αύξηση της επιτήρησης των συνόρων προκειμένου να καταπολεμηθεί η λαθρεμπορία δούλων. Αυτές οι λαθρεμπορικές επιχειρήσεις οργανώνονταν από ιδιοκτήτες κεφαλαίων και συνήθως ήταν αποκομμένες από τις τοπικές κοινότητες και τους ταξικούς αγώνες. Παρόλο που ορισμένες ήταν ενάντια στην αποικιακή κυριαρχία των κρατών, δεν ήταν κοινωνικά ανατρεπτικές, καθώς δεν είχαν στόχο να αμφισβητήσουν την ταξική δομή της εποχής αλλά να την εκμεταλλευτούν και να εξασφαλίσουν κέρδη.

Τα κεφάλαια αυτού του βιβλίου απεικονίζουν διαφορετικές ιστορίες. Πολλές από τις λαθρεμπορικές πρακτικές που αναλύονται εδώ ανήκουν στην παράδοση του προλεταριακού αγώνα ενάντια στην καταπιεστική οικονομική τάξη. Επιπλέον, το λαθρεμπόριο ως κοινωνική πρακτική συχνά αποτελεί μετεξέλιξη της πάλης μεταξύ του κεντρικού κράτους και των ανθρώπων της μεθορίου. Το λαθρεμπόριο ασκείται χωρικά «απομακρυσμένα» από το κέντρο και συχνά από εθνοτικές μειονότητες που δεν λογαριάζουν την παρέμβαση της κεντρικής εξουσίας (βλ. Amin Parsa, Κεφάλαιο 5).

Αν εξετάσουμε την παραβατικότητα των συνόρων απ’ τα κάτω, τότε το λαθρεμπόριο φαίνεται να αποτελεί απάντηση στην πολιτική και κοινωνική επισφάλεια στην οποία εκτίθενται οι άνθρωποι της μεθορίου μέσω της εσωτερικής αποικιοποίησης εκ μέρους της κεντρικής εξουσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι τοπικές κοινότητες δεν συνδέουν το λαθρεμπόριο με το έγκλημα, αντίθετα το θεωρούν απαραίτητο για την επιβίωση. Οι λαθρέμποροι παραμένουν μέρος της τοπικής κοινωνίας και οι δραστηριότητές τους συμβάλλουν στην ανθεκτικότητα των κοινοτήτων, είτε διακινώντας αγαθά για να στηρίξουν οικονομικά τοπικές αντιστάσεις κατά της κεντρικής εξουσίας, είτε διευκολύνοντας τη μετακίνηση όσων υφίστανται διώξεις και καταπίεση (βλ. Κεφάλαιο 3).

Στην ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Régie, μια γαλλική εταιρεία, είχε μονοπώλιο στην παραγωγή καπνού. Αγρότες καλλιεργητές ξεκίνησαν επιτυχημένες επιχειρήσεις λαθρεμπορίου για να αντισταθούν τόσο στο μονοπώλιο της γαλλικής εταιρείας όσο και στους κυβερνητικούς φόρους.16 Παρομοίως, λαθρέμποροι πρωτοστάτησαν στη διαμόρφωση του κινήματος του ιακωβιτισμού στην Αγγλία τον δέκατο έβδομο και δέκατο όγδοο αιώνα. Άλλα παραδείγματα είναι οι βουδιστές μοναχοί που διευκολύνουν Θιβετιανούς να περάσουν στην Ινδία για να γλιτώσουν την αποικιακή καταπίεση της Κίνας,18 οι λαθρέμποροι των σηράγγων της Γάζας και ένας πρώην Κούρδος μαχητής της ελευθερίας που έγινε επαγγελματίας διευκολυντής μετανάστευσης τη δεκαετία του 1980, ο οποίος βλέπει τη δουλειά του ως ένα αντιαποικιακό πρόταγμα:

Ο πλούσιος κόσμος κλέβει τον φτωχό κόσμο. Όταν οι άνθρωποι προσπάθησαν να κάνουν μια αλλαγή στην πολιτική και να αλλάξουν τα κυρίαρχα καθεστώτα, οι υπερδυνάμεις επενέβησαν και σταμάτησαν τα δημοκρατικά κινήματα … Σε αυτή την κατάσταση βρισκόμαστε. Όσο κάποιοι λεηλατούν, οι λεηλατημένοι [δηλαδή οι πρόσφυγες και οι μετανάστες] θα θέλουν να έρθουν και να δουν πού κατέληξε ο πλούτος τους. Κι εγώ τους βοηθάω.

Αν κατανοήσουμε το σημερινό καθεστώς των συνόρων ως μια αποικιακή υποδομή, η οποία εγγυάται την ελεύθερη μετακίνηση ορισμένων ανθρώπων και πραγμάτων με τρόπο που διατηρεί και αυξάνει την ηγεμονία, τον πλούτο και την ασφάλεια των πρώην αποικιακών δυνάμεων, τότε αυτές οι τοπικές καθώς και διακρατικές πράξεις υπέρβασης των συνόρων μπορούν να θεωρηθούν ως τρόποι αμφισβήτησης της τρέχουσας αποικιοκρατίας της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων –εφόσον οι υπερβάσεις αυτές λειτουργούν προς όφελος της επιβίωσης και του βιοπορισμού των καταπιεσμένων.

Οπτικότητα και υλικότητα

Το να βλέπεις σαν λαθρέμπορος μας επιτρέπει επίσης να αντιληφθούμε την υλικότητα και την οπτικότητα των λαθρεμπορικών πρακτικών. Ενώ οι κυρίαρχες μελέτες του λαθρεμπορίου τείνουν να εστιάζουν στην ανάλυση πολιτικών και λόγου ή να καταρτίζουν εθνογραφίες όσων χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες των διακινητών (όπως στις μελέτες για τη διακίνηση ανθρώπων), η παρούσα συλλογή φιλοδοξεί να αποτελέσει έναν φακό για να εξετάσουμε τα οχήματα, τις υποδομές και τα αντικείμενα που εμπλέκονται στις λαθρεμπορικές διαδικασίες, όχι απλώς ως υποστηρικτικά μέσα αλλά ως παραγωγικοί φορείς που καθορίζουν την κλίμακα, την ταχύτητα και τις μορφές που λαμβάνουν οι πρακτικές αυτές. Μερικές φορές, η υλικότητα μπορεί να εκδηλώνει εναλλακτικές λύσεις στην κρατική εξουσία. Όπως εξηγεί η Rebecca B. Galemba (Κεφάλαιο 4) στη μελέτη της για τα σύνορα Μεξικού-Γουατεμάλας, αν κάποιος τοποθετήσει μια cadena (αλυσίδα) κάπου αλλού και όχι στη νομική θέση των συνόρων, κηρύσσει ένα νέο σύνορο, δημιουργώντας νέες τελετουργίες φορολόγησης που οργανώνονται από τις πέριξ κοινότητες. Αυτό με τη σειρά του δημιουργεί ένα αποτέλεσμα ταύτισης, καθώς ενώνει τις κοινότητες που εξαρτώνται από αυτό το «νέο» σύνορο, ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους.

Το λαθρεμπόριο ταυτόχρονα αποκαλύπτει και οικειοποιείται τις υλικότητες που εμπλέκονται στις συνοροθετικές πρακτικές των κρατών. Με αυτή την έννοια, υπερβαίνει τις αναπαραστατικές ή ωφελιμιστικές ικανότητες των υλικοτήτων που είναι τόσο κρίσιμες στην πολιτική των κρατών, όπως η χρήση απεικόνισης και τεχνολογιών στη συνοροθέτηση. Το λαθρεμπόριο αντιθέτως υλοποιεί τις δυνατότητες των υλικών για να δημιουργήσει πολυάριθμες νέες δυνατότητες ανασυναρμολόγησης,20 για παράδειγμα μετατρέποντας καθημερινά αντικείμενα που μπορεί να περάσουν απαρατήρητα από τα σύνορα σε δοχεία παράνομων πραγμάτων, ή κάνοντας μη εξουσιοδοτημένα σώματα να μοιάζουν με κανονικά, νομιμοποιημένα σώματα εν κινήσει.

Η μετατροπή αυτή είναι επίσης ζήτημα οπτικότητας και αισθητηριακής επίγνωσης. Το λαθρεμπόριο λειτουργεί συχνά μέσω της χειραγώγησης και της αναδιαμόρφωσης της αίσθησης περί του τι είναι ένα αποδεκτό, νόμιμο και εγκεκριμένο μετακινούμενο πρόσωπο ή αντικείμενο. Ωστόσο, τις διακρίσεις αυτές τις καθιερώνουν προηγουμένως τα σύνορα. Τα σύνορα διέπουν τις αισθήσεις ως ένας τρόπος ρύθμισης κοινωνικών διαδικασιών και σχέσεων. Τα σύνορα δεν διαθέτουν κάποιες ουσιώδεις ιδιότητες, αλλά αλλάζουν σχήμα και δημιουργούν ρευστές σχέσεις που μπορούν να ανασυναρμολογηθούν ώστε να παραγάγουν διαφορετικές αντιλήψεις για διαφορετικά σώματα. Με αυτή την έννοια, τα σύνορα λειτουργούν περισσότερο σαν μάγια, παρά σαν πρωτόκολλα.21 Η μαγεία αλλάζει την αντίληψή μας για το πραγματικό: κάτι μετατρέπεται σε κάτι άλλο. Όπως η μαγεία, και τα σύνορα γεννούν νέες αντιλήψεις. Τα σύνορα μετατρέπουν τους γείτονες σε εχθρούς. Μια μικρή απόσταση γίνεται ξαφνικά μεγαλύτερη. Το δέρμα των ανθρώπων στην άλλη πλευρά γίνεται πιο σκούρο. Νομαδικές φυλές γίνονται λαθρομετανάστες. Ξαδέρφια από το διπλανό χωριό γίνονται παράνομοι παραβάτες. Οι έμποροι γίνονται λαθρέμποροι. Η αξία των εμπορευμάτων αυξάνεται ή μειώνεται τη στιγμή που διασχίζουν τα σύνορα. Υπό αυτή την έννοια, τα σύνορα προσπαθούν να ελέγξουν αυτό που βλέπει ένας θεατής.

Αν τα σύνορα λειτουργούν ως μαγεία, τότε το λαθρεμπόριο λειτουργεί ως αντι-μαγεία. Οι λαθρέμποροι, για παράδειγμα, λειτουργούν αλλάζοντας τις αντιλήψεις των συνοριοφυλάκων: κάνουν έναν Ιρανό να φαίνεται σαν Έλληνας, έναν Αφγανό σαν Κορεάτης. Το λαθρεμπόριο συνίσταται σε μια σειρά τεχνικών, από την κατασκευή και την πλαστογράφηση συγκεκριμένων χαρτιών, διαβατηρίων και συνοδευτικών εγγράφων, μέχρι την συμβατική ή τροποποιημένη χρήση οχημάτων και υποδομών ταξιδιού. Οι λαθρέμποροι μας διδάσκουν ότι η μαγεία των συνόρων είναι κατά βάση μια σειρά από τεχνικές και τακτικές που μπορούν να καταπολεμηθούν με τα ίδια μέσα. Το να βλέπεις σαν λαθρέμπορος σημαίνει να μετατοπίζεις την προσοχή από το θέαμα των τειχών και των φραχτών στις λεπτομέρειες, τις τεχνικές και τις λειτουργίες των συνόρων. Ως αντι-μαγεία, το λαθρεμπόριο αφενός επιβεβαιώνει την κανονιστική εικονογραφία της διέλευσης των συνόρων, διότι εντοπίζει τι θεωρείται θεμιτό και νόμιμο και προσχωρεί σε αυτό, αλλά και διαταράσσει τις παραδοχές περί αυθεντικότητας που συνδέονται με νομιμοποιημένα σώματα και εμπορεύματα. Το λαθρεμπόριο δείχνει ότι η αυθεντικότητα έχει νόημα μόνο σε σχέση με ένα συγκεκριμένο σύνορο, σώμα ή εμπόρευμα, με κάποιο χρόνο και κάποια γεωγραφία, και είναι πάντα υποκειμενική και εξαρτάται από διαφορετικές υλικότητες.

Ο μόνος τρόπος που έχουν το κυρίαρχο καθεστώς ορατότητας και τα ΜΜΕ για να απεικονίσουν το λαθρεμπόριο είναι να το εμφανίσουν ως κάτι που έρχεται από αλλού[1]. Για παράδειγμα, εμφανίζουν εικόνες αρρενωπών –και σε πολλές περιπτώσεις φυλετικοποιημένων- σωμάτων λαθρεμπόρων, κατασχεμένων αγαθών και οχημάτων που χρησιμοποιήθηκαν για λαθρεμπόριο, ως απειλή για τα ηθικά και αισθητικά πρότυπα, καθώς και για την ευημερία της κοινωνίας. Ο εξοβελισμός –δηλαδή η απόκρυψη αντιφάσεων και κενών- υλοποιείται επίσης σε πολλές χώρες με τη μορφή τακτικών δημόσιων επιδείξεων στις οποίες τα κατασχεμένα λαθραία εμπορεύματα καταστρέφονται. Οι επιδείξεις είναι συχνά θεαματικές. Τα εμπορεύματα καίγονται ή συνθλίβονται από στρατιωτικά οχήματα. Όσο πιο ακριβά είναι τα αγαθά που καταστρέφονται (π.χ. πολυτελή αυτοκίνητα), τόσο πιο θεαματικές γίνονται οι επιδείξεις. Η δημόσια επίδειξη είναι ένα «μήνυμα», που έχει ως στόχο περισσότερο τους καταναλωτές παρά τους λαθρέμπορους. Αυτές οι τελετουργίες σκηνοθετούν τα λαθραία ως εξωτερικά φαινόμενα που διεισδύουν στο κοινωνικό σώμα και, ως εκ τούτου, πρέπει να εκμηδενιστούν.

Ωστόσο, ο εξοβελισμός αυτός δεν είναι κάτι καινούριο. Τον δέκατο ένατο αιώνα, το λαθρεμπόριο ήταν ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία και τις εικαστικές τέχνες. Από την όπερα Carmen του Ζορζ Μπιζέ, το 1875, μέχρι το The Smuggler: A Tale του G.P.R. James το 1845, και επίσης στον πίνακα The Smugglers Return του Philippe Jacques de Loutherbourg (1801). Ο λαθρέμπορος εμφανίζεται ως μοναχική φιγούρα που αντιστέκεται ηρωικά στους άρχοντες. Στη νουβέλα του Τζέιμς οι λαθρέμποροι παρουσιάζονται ως «άνδρες που διαρρηγνύουν με τόλμη ένα άδικο και βάρβαρο σύστημα, το οποίο στερεί από τη χώρα μας τα αγαθά μιας άλλης και οι οποίοι … εμμένουν με κίνδυνο της ζωής τους στο έμφυτο δικαίωμα του ανθρώπου να συναλλάσσεται με τους γείτονές του». Η μορφή του λαθρέμπορου εμφανίστηκε τόσο στη γραμματεία της πολιτικής οικονομίας όσο και σε μυθοπλαστικές αφηγήσεις. Αυτό ίσως εξηγείται από το γεγονός ότι  οι λαθρέμποροι είναι διπρόσωποι σαν τον Ιανό: άλλοτε καταδικάζονταν ως αντικοινωνικοί κερδοσκόποι και ως απειλή για το εθνικό συμφέρον, και άλλοτε παρουσιάζονταν ως ήρωες που εξασφάλιζαν την επιβίωση του λεγόμενου ελεύθερου εμπορίου.

Σήμερα, οι υπερασπιστές του «ελεύθερου εμπορίου» είναι μεγάλες επιχειρήσεις που συχνά συνδέονται στενά με κράτη. Κατά συνέπεια, οι λαθρέμποροι περιλαμβάνονται και αποκλείονται ταυτόχρονα, αλλά πάντοτε παρουσιάζονται ως εξωτερικοί παράγοντες που διαταράσσουν, θολώνουν, παραβαίνουν και παραβιάζουν το εθνικοποιημένο όριο μεταξύ νόμιμων και παράνομων εμπορευμάτων και κατοίκων. Το λαθρεμπόριο βάζει έναν καθρέφτη μπροστά σε αυτόν τον εξοβελισμό, εμπλεκόμενο με τις πρακτικές συνοροθέτησης κατά τρόπο υλικό, οπτικό, κοινωνικό και οικονομικό. Με τον τρόπο αυτό, όπως καταδεικνύουν πολλά κεφάλαια αυτού του βιβλίου, το λαθρεμπόριο αναδύεται από τις εσωτερικές αντιφάσεις και τα κενά εντός του συστήματος του έθνους-κράτους και, ως τέτοιο, παράγει άλλες εικονογραφίες και φαντασίες για τη θέση του λαθρεμπορίου και τη σχέση του με την καθημερινή ζωή πολλών κοινοτήτων και ατόμων.

Δεοντολογία 

Η παρούσα συλλογή εστιάζει στο λαθρεμπόριο ως ένα παραγωγικό εγχείρημα, το οποίο δεν είναι απλώς μια οικονομική υπηρεσία αλλά απαιτεί να καταπιαστούμε με το ζήτημα των συνόρων ηθικά και πολιτικά. Ένας τρόπος με τον οποίο το λαθρεμπόριο εξοβελίζεται είναι με το να υπερπροβάλλουμε τη βία των λαθρεμπόρων, ενώ ταυτόχρονα αποκρύπτουμε την κρατική βία απέναντι σε όσους έχουν ανάγκη τις υπηρεσίες των λαθρεμπόρων, όπως οι μετανάστες ή οι κοινότητες παραμεθόριων περιοχών. Σε αντίθεση με την πρακτική εξοβελισμού απ’ τα πάνω, η συλλογή δείχνει ότι η ηθική του λαθρεμπορίου έγκειται ακριβώς στη σχέση του με άτομα και κοινότητες ως μια μορφή διαπραγματεύσιμης προστασίας απ’ τα κάτω, όταν τα κράτη δεν αναγνωρίζουν, ή και αγνοούν ή περιορίζουν ενεργά, τα δικαιώματα ορισμένων ομάδων στην κινητικότητα, τον πλούτο και την ασφάλεια.

Όπως το θέτει ο Dawood Amiri –ο οποίος έχει καταδικαστεί για διακίνηση ανθρώπων και, τη στιγμή που γράφουμε αυτές τις γραμμές, τον Μάιο του 2021, εκτίει την επταετή του ποινή φυλάκισης στην Ινδονησία:

οι διακινητές ήταν οι πραγματικοί σωτήρες των αιτητών ασύλου. Τους προσφέραμε επιβίωση και ψυχική ηρεμία μόνο για 4.000 δολάρια … από την άλλη πλευρά, αν ήταν υπομονετικοί και διατεθειμένοι να μπουν στις χρονοβόρες νόμιμες διαδικασίες της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και του ΔΟΜ [Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης], θα υπήρχε μια πιθανότητα ειρήνης και επιβίωσης για περίπου το 5% των ανθρώπων της τέταρτης γενιάς μετά απ’ αυτούς –σε 200 χρόνια. Στο μυαλό και στην καρδιά των αιτητών ασύλου, αυτή η ελάχιστη πιθανότητα ποτέ δεν φάνηκε προτιμότερη σε σχέση με την προοπτική να πάνε με βάρκες στην Αυστραλία.

Πολλές συνοριακές κοινότητες που εμπλέκονται σε άτυπες διασυνοριακές ανταλλαγές έχουν υποστηρίξει το «δικαίωμα στο λαθρεμπόριο» για να επιβιώσουν, όπως φαίνεται στα κεφάλαια των Galemba και Guerrero-C. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το λαθρεμπόριο μπορεί να θεωρηθεί ηθικό εγχείρημα. Για παράδειγμα, o Tekalign Ayalew Mengiste δείχνει επιγραμματικά πώς οι υπάρχουσες νόμιμες δίοδοι για το πρόγραμμα οικιακών βοηθών μεταξύ Αιθιοπίας και Σαουδικής Αραβίας χρειάζονται πολύ χρόνο, είναι δαπανηρές και επιλεκτικές, καθώς μόνο οι μουσουλμάνες γυναίκες είναι επιθυμητές από τους εργοδότες. Επιπλέον, αυτές οι νόμιμες οδοί ελέγχονται από το κράτος και από νόμιμους ιδιωτικούς φορείς, πράγμα που δεν αφήνει περιθώρια διαπραγμάτευσης για την επιλογή του εργοδότη ή των μισθολογικών συντελεστών. Αντίθετα, το λαθρεμπόριο μπορεί να παρέχει στους εργαζόμενους μεγαλύτερο βαθμό διαπραγματευτικής δύναμης. Ενώ οι διαπραγματεύσεις που προκύπτουν από τη λαθρεμπορία μπορεί να είναι προσωρινές, εύθραυστες και ευάλωτες, εντούτοις υπάρχει κάποιο επίπεδο ελέγχου που παρέχεται σε όσους επιλέγουν λαθρεμπορικές υπηρεσίες. Όπως υποστηρίζει ο Harvey (Κεφάλαιο 10), ενώ το «να βλέπεις σαν λαθρέμπορος» εντοπίζει κάτι θετικό στις στρατηγικές της παράκαμψης και του αυτοσχεδιασμού και μια νέα ηθική φαντασία, καθώς δημιουργεί χαλαρά συνδεδεμένες κοινότητες, το λαθρεμπόριο μας διδάσκει ταυτόχρονα τη μερικότητα κάθε ηθικού πλαισίου.

Η διατριβή του Χόμπσμπωμ για την κοινωνική ληστεία, η οποία ενέπνευσε σε κάποιο βαθμό το παρόν βιβλίο, έχει επικριθεί ως ευρωκεντρική, λόγω της απουσίας μη ευρωπαϊκών εννοιών, ηθικής, τεχνικών και ιστοριών. Θα πρέπει λοιπόν να δώσουμε προσοχή στο πώς οι εμπειρίες της λαθρεμπορίας διαμορφώνονται από σχέσεις, θρησκείες και ηθικές οικονομίες διαφορετικές από τις δυτικές. Μελέτες της λαθρεμπορίας στη Μέση Ανατολή και την Αφρική δείχνουν, για παράδειγμα, ότι οι λαθρεμπορικές πρακτικές ρυθμίζονται από τοπικές ηθικές αντιλήψεις και θρησκευτικές συλλήψεις, όχι από το ποινικό δίκαιο. Τοπικές κοινότητες που ασχολούνται με το λαθρεμπόριο στη Βόρεια Αφρική κάνουν διάκριση μεταξύ νόμιμων και παράνομων αγαθών με βάση τις ισλαμικές έννοιες του «χαλάλ» (επιτρεπτό) και του «χαράμ» (απαγορευμένο). Προσεγγίζοντας το λαθρεμπόριο μέσα από ηθικά πλαίσια διαφορετικά από τα δυτικά, μπορούμε να ξεπεράσουμε ορισμένες από τις ηθικές και πολιτικές προκλήσεις που θέτει η θέση «απ’ τα κάτω» που υιοθετεί το παρόν βιβλίο.

Η επιλογή να προσεγγίσουμε το λαθρεμπόριο απ’ τα κάτω έχει και αυτή τις δικές της μεθοδολογικές προκλήσεις. Μελέτη του λαθρεμπορίου σημαίνει συνήθως συναντήσεις με αρχειακό υλικό που παράγεται μέσα από τον φακό των κρατών. Η θέαση του λαθρεμπορίου απ’ τα πάνω βασίζεται σε δικαστικά αρχεία ή αστυνομικές εκθέσεις. Παρομοίως, τα αρχεία και ένα μεγάλο μέρος της διαθέσιμης γνώσης για το λαθρεμπόριο παράγονται κυρίως από επίσημες αρχές ή οργανισμούς που εκπροσωπούν το σύστημα του έθνους-κράτους. Γι’ αυτό, στις μελέτες για το λαθρεμπόριο γίνεται δύσκολο να αποφύγει κανείς αναντιστοιχίες μεταξύ θεωρητικών ισχυρισμών περί κριτικής προσέγγισης, από τη μία, και εμπειρικών δεδομένων που συλλέγονται άκριτα από επίσημες πηγές από την άλλη. Όταν βρισκόμαστε μπροστά σε μια τέτοια αμφιλεγόμενη γνώση, συνδεδεμένη με την κρατική βία, τίθεται το ερώτημα: πώς μελετάμε το λαθρεμπόριο; Αν ανατοποθετούμαστε για να κοιτάξουμε απ’ τα κάτω, το κάνουμε με στόχο να δημιουργήσουμε νέες σχέσεις με γνώσεις και έννοιες οι οποίες κατά τα λοιπά δεν είναι αρθρωμένες στις διαδικασίες παραγωγής γνώσης. Είναι μια προσπάθεια να απελευθερώσουμε το πεδίο των λαθρεμπορικών σπουδών από την κρατοκεντρική δομή του.

Ωστόσο, το ερώτημα ποιες συγκεκριμένες επιστημολογίες αποκαλύπτονται και αγνοούνται με το να «βλέπεις σαν λαθρέμπορος» παραμένει αναπάντητο σε αυτό το βιβλίο· αντιμετωπίζεται μόνο έμμεσα. Πόσα πρέπει να αποκαλύψει κανείς για τις δραστηριότητες που συντηρούν τη ζωή επισφαλών και ευάλωτων πληθυσμών, είτε αυτοί βρίσκονται σε κίνηση είτε κατοικούν στη μεθόριο; Πόση από τη γνώση περί λαθρεμπορικών δραστηριοτήτων θα πρέπει να παραμείνει στο εσωτερικό των κοινοτήτων που έχουν ανάγκη αυτές τις στρατηγικές σε μια εποχή αυστηρότερων συνοριακών ελέγχων, και πόση μπορούμε να δημοσιοποιήσουμε προκειμένου να αποποινικοποιήσουμε και να πολιτικοποιήσουμε τις λαθρεμπορικές πρακτικές; Τα ερωτήματα αυτά είναι ακανθώδη· εμείς προσπαθήσαμε να δείξουμε ευαισθησία απέναντι στο θεμελιώδες δικαίωμα των λαθρεμπόρων στην αδιαφάνεια, δηλαδή στο ότι δεν πρέπει να φαίνονται, να εξηγούνται, να κατανοούνται και να τεκμηριώνονται τα πάντα.

Επιπλέον, υιοθετώντας το βλέμμα του λαθρέμπορου κινδυνεύουμε να δώσουμε μια ρομαντική εικόνα για μια πρακτική που μπορεί να περιλαμβάνει εκμετάλλευση, βία και εξαναγκασμό. Ο Χόμπσμπωμ έχει επικριθεί ότι έχει μια εξωραϊσμένη εικόνα για τους ληστές, για παράδειγμα από φεμινίστριες μελετήτριες οι οποίες θεωρούν ότι αναπαράγει μια ρομαντική οπτική περί ανδρικής βίας. Το να γράφεις για το λαθρεμπόριο αποτελεί πρόκληση, τόσο από πολιτική όσο και από ηθική άποψη. Πώς μπορούμε να κοιτάξουμε όπως ο λαθρέμπορος και ταυτόχρονα να γράψουμε με ακαδημαϊκά έντιμο και ηθικά υπεύθυνο τρόπο για το λαθρεμπόριο; Πώς πρέπει να γράψουμε για την έμφυλη και φυλετική καταπίεση που εμπεριέχουν ορισμένες μορφές λαθρεμπορίου, χωρίς να αναπαράξουμε την κυρίαρχη, ενοχοποιημένη εικόνα των λαθρεμπόρων; Πόσο κινδυνεύουμε να εξιδανικεύσουμε στρατηγικές επιβίωσης που αφορούν έναν τόπο, μια εποχή και μια κοινότητα ως γενικευμένες πολιτικές πράξεις;

Η δομή

Η επιλογή και η επιμέλεια των κεφαλαίων αυτού του βιβλίου στόχο έχουν να παρουσιάσουν την αντίληψή μας για το λαθρεμπόριο ως ανοιχτή. Ακολουθώντας τα ίχνη κατακερματισμένων αρχείων και ιστοριών, ο τόμος αυτός αποτελεί μια προσπάθεια να αναδειχθεί η σύνδεση μεταξύ σωμάτων, γεωγραφιών, υλικοτήτων, εικόνων και οικονομιών. Διάφορα κεφάλαια παρέχουν διαφοροποιημένες περιγραφές για τα γρανάζια των λαθρεμπορικών πρακτικών και, συνδυασμένα, προσφέρουν ένα πανόραμα για το πώς διασταυρώνονται τα θραύσματα και πώς συγκροτείται το λαθρεμπόριο. Μέσα από τα κείμενα και τις εικόνες θα δούμε ότι το λαθρεμπόριο δεν είναι σε καμία περίπτωση μια πρακτική αποκλειστικά απελευθερωτική και ότι μπορεί να παράγει νέες ή να αναπαράγει υπάρχουσες δομές πατριαρχίας ή φυλετικής και ταξικής ανισότητας. Τα κεφάλαια παρουσιάζουν ένα ευρύ φάσμα όσον αφορά το περιεχόμενο, τη γεωγραφία, το ύφος και το εμπειρικό υλικό και ανοίγουν διαλόγους σε πολλά πεδία, όπως η ανθρωπολογία, η γεωγραφία, οι σπουδές σχεδίου, οι επιστημονικές και τεχνολογικές σπουδές, το δίκαιο και η θεωρία της λογοτεχνίας.

Ανιχνεύοντας την παράνομη μετακίνηση ανθρώπων και αγαθών διαμέσου των συνόρων, ο τόμος αυτός αναδεικνύει το λαθρεμπόριο ως μια εμμενή αντίφαση μέσα στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων που δημιουργεί το σύστημα έθνος-κράτος. Συγκεντρώσαμε ένα φάσμα προσεγγίσεων, από προσωπικές αναστοχαστικές αναφορές και εθνογραφίες έως ιστορικές αναφορές και οπτικές αναπαραστάσεις του λαθρεμπορίου, από την Κολομβία έως την Αιθιοπία, από τη Σιγκαπούρη έως τη Γουατεμάλα, από το Αφγανιστάν έως τη Ζιμπάμπουε, από το Κουρδιστάν έως το Μπαγκλαντές, από τις οποίες προκύπτει ότι το λαθρεμπόριο είναι ένα δομικό χαρακτηριστικό της διεθνούς τάξης και όχι μια εξωτερική απειλή.

Αρνούμενο την κρατοκεντρική προσέγγιση, η οποία τείνει να διαβάζει το λαθρεμπόριο με όρους έλλειψης (νόμου και τάξης), ελαττωμάτων (παρατυπίες) και ως ανωμαλία (μέσω εξοβελισμού), το Seeing Like a Smuggler παίρνει μια διαφορετική θέση και ζητά από τον αναγνώστη να δει τις λαθρεμπορικές πρακτικές μέσα σε ευρύτερα ιστορικά, κοινωνικά και πολιτισμικά πλαίσια. Αντί να θέτει το λαθρεμπόριο εκτός της ορθολογικότητας του έθνους-κράτους, το βιβλίο θέτει τις πρακτικές του λαθρεμπορίου σε διαλεκτική σχέση με την εθνική τάξη πραγμάτων. Μαζί με τους συντελεστές του βιβλίου, σας προσκαλούμε να κοιτάξετε με το βλέμμα του λαθρέμπορου.

[1] Στο πρωτότυπο χρησιμοποιείται ο όρος externalizing. Επειδή η ελληνική «εξωτερίκευση» παραπέμπει αλλού, προτίμησα εδώ να το αποδώσω με αυτή την περίφραση, ενώ αλλού με τον όρο «εξοβελισμός».

Ο Mahmoud Keshavarz και ο Shahram Khosravi είναι καθηγητές ανθρωπολογίας στα Πανεπιστήμια της Ουψάλα και της Στοκχόλμης αντίστοιχα. Το παραπάνω κείμενο είναι μέρος της Εισαγωγής τους στον συλλογικό τόμο Seeing Like a Smuggler. Borders from Below, Pluto Press, Λονδίνο 2022, που επιμελήθηκαν από κοινού. Παραλείφθηκε η αναλυτική αναφορά στις συμβολές καθώς και οι υποσημειώσεις. Μετάφραση: Α.Γ.

Κλασσικό
Ανάλυση λόγου,Δίκαιο,Διεθνείς σχέσεις,Πόλεμος

Πόλεμος, τρομοκρατία και επιλεκτικές λοιδορίες

του Salem Nasser

Φανταστείτε. Φανταστείτε ότι 2,5 εκατομμύρια Εβραίοι ζουν σε μια υπαίθρια φυλακή εδώ και 17 χρόνια και ότι ο δεσμοφύλακάς τους αποφασίζει τι μπαίνει και τι βγαίνει. Ενέργεια, τρόφιμα, φάρμακα … Φανταστείτε ότι οι εβραϊκές οικογένειες εκδιώκονται συστηματικά από τα σπίτια τους, δικά τους και των προγόνων τους, και από την πατρογονική γη τους για να δώσουν στέγη σε μη Εβραίους από όλο τον κόσμο. Φανταστείτε ότι οι Εβραίοι ζουν περικυκλωμένοι από τείχη και φράχτες και δεν μπορούν να περπατήσουν σε δρόμους όπου περπατούν αποκλειστικά οι μη Εβραίοι. Φανταστείτε ότι αμφισβητείται η εθνική ταυτότητα και η ίδια η ύπαρξη των Εβραίων Συνέχεια

Κλασσικό
ρατσισμός,Δίκαιο,ναζισμός

Στοιχεία για μια ναζιστική γενεαλογία της ελληνικής ναυτιλίας

του Άκη Γαβριηλίδη

To 1813, o Tζον Γκαλτ, σε επιστολή του από τον Πειραιά προς τον ρώσο διπλωμάτη πρίγκιπα Πέτρο Κοσλόφσκυ, έγραφε μεταξύ άλλων τα εξής:

Στο λιμάνι ήταν αγκυροβολημένα δύο πλοία. Το ένα προοριζόταν να παραλάβει τα λάφυρα του Παρθενώνα· το άλλο είχε φτάσει πρόσφατα με ένα φορτίο ανθρώπινων όντων από τις ακτές της Αφρικής. Οι Αθηναίοι ήταν πάντα μεγάλοι αγοραστές δούλων· τη στιγμή αυτή υπάρχουν από διακόσιους μέχρι τριακόσιους στην πόλη[1].

Είναι γνωστή, και πολυδιαφημισμένη, η συμβολή της ελληνικής ναυτοσύνης στον πόλεμο για το σχηματισμό ενός εθνικά καθαρού κράτους των Ρωμιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η κατάσταση των οποίων στο λόγο των ελλήνων και των ευρωπαίων διαφωτιστών κατασκευάστηκε ως «σκλαβιά» (ή «δουλεία»). Φαίνεται όμως ότι, Συνέχεια

Κλασσικό
Δίκαιο,Διαδίκτυο

Πώς ο Βαρδής Βαρδινογιάννης επέτυχε την απόσυρση δημοσιεύματος κατά το οποίο εμπλέκεται στην δολοφονία του Γιάννη Κουτσάκη

Η παρακάτω ανάρτηση αποτελεί αυτούσια αναδημοσίευση άρθρου με τίτλο Η αγωγή του Βαρδή Βαρδινογιάννη για άρθρο του JUNGLE-Report με ημερομηνία 17 Νοεμβρίου 2012.

Σήμερα λίγο μετά το μεσημέρι λάβαμε από τη google το ακόλουθο e-mail, στο οποίο μας ενημερώνει ότι λόγω μιας δικαστικής απόφασης αφαιρέθηκε μια ανάρτηση από το JUNGLE-Report: Συνέχεια

Κλασσικό
Δίκαιο,Διεθνείς σχέσεις,Πολιτική

Καθηγητής Γεραπετρίτης: μια επικίνδυνη απώλεια για την Ελλάδα

του Δημήτρη Δημούλη

Στις 24 Ιουλίου 2023 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης. Ο κ. Γεραπετρίτης, δικηγόρος, καθηγητής συνταγματικού δικαίου και πολιτικός της Ν.Δ. δημοσίευσε την ημέρα αυτή επετειακό άρθρο, στο οποίο ανέφερε ως (μόνη) ιδιότητά του εκείνη του Υπουργού Εξωτερικών.

Το άρθρο έχει τον περίεργο τίτλο: «Η ατέρμονη αντιπαράθεση δεν μπορεί να είναι επιλογή». Πώς εμπνεύστηκε αυτό τον τίτλο ο κ. καθηγητής; Όλοι ξέρουμε ότι η ταξική αντιπαράθεση είναι ατέρμονη, ακριβώς όπως και η αντιπαράθεση του Ολυμπιακού με τον Παναθηναϊκό. Για να μη μιλήσουμε για την παροιμιώδη ατερμοσύνη του Μεσανατολικού και του Κυπριακού.

Το πιο περίεργο σημείο του άρθρου δεν είναι όμως ο τίτλος, αλλά η εξής παράγραφος:

«Για τη χώρα μας υπήρξαν και επώδυνες απώλειες, όπως ότι η Ανατολική Θράκη, η Ίμβρος και η Τένεδος περιήλθαν στην Τουρκία και ότι οριστικοποιήθηκε η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, μια τόσο βίαιη πρακτική που έκτοτε ουδέποτε εφαρμόστηκε διεθνώς».

Η πρώτη επώδυνη απώλεια αφορά εδάφη που δόθηκαν στην Τουρκία με τη Συνθήκη της Λωζάνης. Ένας ψύχραιμος Συνέχεια

Κλασσικό
Δίκαιο,Ιστορία,Φύλο

Τα εγκλήματα των αμερικανών στρατιωτών στην Ευρώπη –βιασμοί και φόνοι

των Υβ Μούρμαν και Βερονίκ Σαπέν

Με τη συγγραφή αυτού του βιβλίου, σκοπός μας ήταν να υπενθυμίσουμε ότι η απελευθέρωση της Ευρώπης δεν προκάλεσε μόνο εκρήξεις χαράς μεταξύ των πληθυσμών. Δυστυχώς, τόσο οι εισβολείς όσο και οι απελευθερωτές κόμισαν το δικό τους μερίδιο τρόμου σε βιασμούς και φόνους. Το καθήκον αμεροληψίας των δικαστηρίων όσον αφορά τις καταδίκες για τα ίδια εγκλήματα δεν έγινε σχεδόν ποτέ σεβαστό, ιδίως στη βάση του χρώματος και της καταγωγής του δράστη.

Ο φάκελος λοιπόν αυτός είναι ευαίσθητος, έχει δημοσιοποιηθεί και σχολιαστεί ελάχιστα, απλώς επειδή στο μυαλό πολλών ανθρώπων ο βιασμός είναι απαίσια πράξη. Σχεδόν όλες οι γυναίκες που υφίστανται βιασμό συχνά προτιμούν να το αποκρύψουν από την οικογένειά τους, από το φόβο για το «τι θα πει ο κόσμος», για τα κουτσομπολιά, αλλά επίσης από φόβο μήπως γίνουν δακτυλοδεικτούμενες. Ο πόνος όλων αυτών των βιασμένων γυναικών, που θα κουβαλούν μέσα τους για όλη τους τη ζωή το στίγμα αυτού του εγκλήματος. Και τι να πούμε για την περίπτωση που, συνεπεία αυτού του βιασμού, έμειναν έγκυες και έφεραν στον κόσμο ένα παιδί που θα τους θυμίζει διαρκώς τον πόνο αυτού του εγκλήματος. Δυστυχώς οι βαρβαρότητες αυτές υπήρξαν ανέκαθεν, και διαπράχθηκαν από όλους τους στρατούς.

Σε όλους τους καιρούς και σε όλες τις εποχές, ιδίως σε περίοδο πολέμου, ο άντρας πάντοτε χρησιμοποίησε το όπλο Συνέχεια

Κλασσικό
ρατσισμός,Δίκαιο,μετανάστευση

Η ελληνική συνοριοφυλακή είναι εγκληματική οργάνωση

Αναδημοσιεύουμε την έρευνα του Solomon σε συνεργασία με την ισπανική εφημερίδα El País η οποία αποκαλύπτει πως τα τελευταία χρόνια Έλληνες συνοριοφύλακες έχουν αφαιρέσει περισσότερα από 2 εκατ. ευρώ από πρόσφυγες που επαναπροώθησαν. Ο τίτλος είναι της αναδημοσίευσης (τίτλος πρωτοτύπου: «Επαναπροωθήσεις στον Έβρο: Η Μεγάλη Ληστεία»).
Λόγω προφανώς κάποιας τεχνικής ασυμβατότητας, δεν φαίνονται στην αναδημοσίευση οι πίνακες που συνοδεύουν το δημοσίευμα. Ο αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στο πρωτότυπο -εφόσον στο μεταξύ δεν έχει λογοκριθεί ή κατεβεί με δικαστικές ή άλλες μεθοδεύσεις.
Έρευνα του Solomon σε συνεργασία με την ισπανική εφημερίδα El País αποκαλύπτει πως τα τελευταία χρόνια Έλληνες συνοριοφύλακες έχουν αφαιρέσει περισσότερα από 2 εκατ. ευρώ από πρόσφυγες που επαναπροώθησαν.
Τον Ιανουάριο του περασμένου έτους, ένα ζευγάρι Κουβανών, ονόματι Lino Antonio Rojas Morell και Yudith Pérez Álvarez παρουσιάστηκαν στις ελληνικές Αρχές στην περιοχή του Έβρου για να αιτηθούν άσυλο, αφού είχαν εισέλθει παράτυπα στη χώρα.Οι αστυνομικοί που πλησίασαν δεν αγνόησαν απλώς το αίτημά τους. Τους εξανάγκασαν να επιβιβαστούν σε ένα βανάκι, και στη συνέχεια τους μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα, όπου αφαίρεσαν τα σακίδια και τα κινητά τους τηλέφωνα.

Την επόμενη μέρα, προτού τους απελάσουν στην τουρκική πλευρά των συνόρων από κοινού με δεκάδες ακόμη ανθρώπους διαφορετικών εθνικοτήτων, οι αστυνομικοί τους έψαξαν ξανά.

«Εκείνος που έμοιαζε να είναι ο αρχηγός έβαλε τα χρήματά μου [375 ευρώ] στην τσέπη του», εξηγεί ο Rojas Morell, συμπληρώνοντας πως «οι αστυνομικοί έψαχναν εμφανώς για χρήματα».

«Ο ένας άνδρας ήθελε να κοιτάξει ακόμα και μέσα από το παντελόνι μου, συμπεριλαμβανομένου του εσώρουχού μου. Αστυνομικοί με χτυπούσαν. Άγγιξαν το στήθος μου και ανάμεσα στα πόδια μου», αναφέρει από πλευράς της η Pérez Álvarez, σε καταγγελία που κατατέθηκε πρόσφατα ενώπιον της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Ένα χρόνο αργότερα, είναι ακόμη τραυματισμένοι από τη βία που υπέστησαν κατά την καταγγελόμενη απέλασή τους στην Τουρκία, μια χώρα στην οποία δεν είχαν βρεθεί ποτέ πριν.

Παρά το ασυνήθιστο της εθνικότητάς τους, η υπόθεσή τους είναι κάθε άλλο παρά πρωτοφανής — και υπογραμμίζει μια πρακτική που τα τελευταία χρόνια συναντάται όλο και πιο έντονα στο χερσαίο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κουβανοί στην Ελλάδα;

Η συντριπτική πλειοψηφία των Κουβανών που εγκαταλείπουν τη χώρα τους κατευθύνεται στις ΗΠΑ. Αλλά, η σκλήρυνση των αμερικανικών πολιτικών για τη μετανάστευση οδηγεί ορισμένους Κουβανούς αντικυβερνητικούς να ταξιδέψουν τον μισό πλανήτη: πετούν για Ρωσία – από τις λίγες χώρες όπου δεν χρειάζονται βίζα – κι από κει κάποιοι κατευθύνονται προς τα σύνορα Πολωνίας-Λευκορωσίας, άλλοι προς την Εσθονία, ενώ ορισμένοι παίρνουν μια δεύτερη πτήση προς τη Σερβία και διασχίζουν τη Βόρεια Μακεδονία για να φτάσουν στην Ελλάδα, με τελικό προορισμό χώρα της ΕΕ (συνήθως Ισπανία, Ιταλία) όπου μπορούν να αιτηθούν άσυλο. Ελληνικά και ξένα Μέσα έχουν καταγράψει τις ιστορίες τους (π.χ. ΕΡΤNews247ReutersMother JonesAl Jazeera).

Η μεγάλη ληστεία: πάνω από 2 εκατ. ευρώ από αιτούντες άσυλο

Κατά τους τελευταίους έξι μήνες, το Solomon σε συνεργασία με την El País, τη μεγαλύτερη εφημερίδα της Ισπανίας, διεξήγαγαν συνεντεύξεις με περισσότερες από δώδεκα πηγές, ανάμεσα στις οποίες εργαζόμενοι διαφόρων θεσμών που συνδέονται με το ελληνικό σύστημα ασύλου, ενεργά και συνταξιοδοτημένα μέλη των σωμάτων ασφαλείας, στελέχη της Frontex, δικηγόροι, ειδικοί, και κάτοικοι στην περιοχή του Έβρου.

Συλλέξαμε, επίσης, μαρτυρίες οκτώ θυμάτων επαναπροωθήσεων και αναλύσαμε μία προς μία 374 καταγγελίες όπως καταγράφηκαν από πληθώρα φορέων, που περιγράφουν την επαναπροώθηση πάνω από 20.000 αιτούντων άσυλο από την Ελλάδα στην Τουρκία μέσω Έβρου για το διάστημα 2017-2022.

Τα ευρήματα της δημοσιογραφικής έρευνας είναι αποκαλυπτικά και φωτίζουν ένα σαφές modus operandi των ελληνικών Αρχών τα τελευταία χρόνια:

  • οι αιτούντες άσυλο συλλαμβάνονται όταν εισέρχονται παράτυπα στην Ελλάδα, δίχως να τους δοθεί η δυνατότητα να αιτηθούν άσυλο (όπως απαιτούν η ελληνική νομοθεσία και το διεθνές δίκαιο),
  • άλλοτε συλλαμβάνονται σε διάφορα σημεία της ενδοχώρας, παρότι μπορεί να έχουν ήδη καταγραφεί ή ακόμη και να έχουν λάβει άσυλο,
  • οδηγούνται σε διάφορα σημεία (αστυνομικά τμήματα, στρατώνες, εγκαταλελειμμένες αποθήκες), όπου συχνά δέχονται βία από άτομα με στολή ή πολιτικά,
  • πριν τους μεταφέρουν στην Τουρκία με φουσκωτές βάρκες, τα ίδια άτομα αφαιρούν τα υπάρχοντά τους.

Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε πως, κατά τα τελευταία έξι χρόνια, μέλη των ελληνικών σωμάτων ασφαλείας έχουν αφαιρέσει περισσότερα από 2 εκατ. ευρώ σε μετρητά (τουλάχιστον 2,2-2,8 εκατ. ευρώ).

Το ποσό αυτό προκύπτει λαμβάνοντας υπόψη συντηρητικούς υπολογισμούς, χωρίς να συνεκτιμάται η αξία των κινητών τηλεφώνων και άλλων πολύτιμων αντικειμένων (π.χ. δαχτυλίδια, βραχιόλια) που αφαιρούνται από τα θύματα. Ταυτόχρονα, θεωρείται εξαιρετικά πιθανό οι περιπτώσεις αυτές να αφορούν απλώς την κορυφή του παγόβουνου, καθώς η συντριπτική πλειοψηφία των επαναπροωθήσεων δεν καταγράφεται.

Ένα δεύτερο κομβικό σημείο που διαπιστώνει η έρευνα του Solomon και της El País είναι πως η πρακτική της αφαίρεσης χρημάτων και προσωπικών αντικειμένων, που πριν μερικά χρόνια συναντούνταν κατά περίπτωση, έχει προοδευτικά καταστεί μια συστηματική τακτική.

«Όταν κατάσχεις τα τηλέφωνά τους, εξαλείφεις κάθε απόδειξη πως βρέθηκαν εκεί. Όταν κατάσχεις τα χρήματά τους, κάνεις τη ζωή τους πιο δύσκολη. Όταν τους αφήνεις γυμνούς, μια άλλη τάση που βρίσκεται σε έξαρση, τους ταπεινώνεις και τους αποθαρρύνεις», σχολιάζει η Εύα Κοσσέ, ανώτερη ερευνήτρια του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Human Rights Watch) στην Ελλάδα.

«Αποτελεί μέρος μιας στρατηγικής για να τους αποτρέψεις από το να προσπαθήσουν [να περάσουν] ξανά», συμπληρώνει.

Μια συστηματική πρακτική

«Δεν μπορούμε να μιλάμε για κάποια μεμονωμένα περιστατικά, γιατί τα τελευταία χρόνια έχουν καταστεί μέρος μιας συστηματικής επιχειρησιακής πρακτικής», σχολιάζει από πλευράς της η Hope Barker, εκπρόσωπος του Δικτύου Παρακολούθησης της Βίας στα Σύνορα (Border Violence Monitoring Network), το οποίο απαρτίζουν δώδεκα οργανώσεις που συλλέγουν μαρτυρίες για παράνομες επαναπροωθήσεις αιτούντων άσυλο στα ευρωπαϊκά σύνορα.

Η Barker λέει πως, αρχικά, το BVMN παρατήρησε την πρακτική της αφαίρεσης των αντικειμένων των αιτούντων άσυλο στα κροατικά σύνορα, γύρω στο 2017. Σε εκείνο το πλαίσιο, ωστόσο, τα ρούχα, τα τηλέφωνα, και τα χρήματα που αφαιρούνταν ρίχνονταν στη φωτιά για να καταστραφούν.

«Στην Ελλάδα, προς το 2019, ήταν μια πιο τυχαία πρακτική. Από κάποιους αφαιρούσαν τα υπάρχοντά τους, από άλλους όχι. Αλλά τα τελευταία χρόνια αποτελεί πάγια τακτική. Τα τηλέφωνα άλλοτε κρατούνται, άλλοτε καταστρέφονται — αλλά τα χρήματα σίγουρα κρατούνται. Και είναι σύνηθες να χτυπούν κάποιον ακόμα περισσότερο για τιμωρία, εάν ανακαλύψουν ότι έχει κρύψει τα χρήματά του», λέει.

Αυτό συνέβη σε δύο νεαρούς Μαροκινούς, που την 1η Νοεμβρίου 2022 επαναπροωθήθηκαν μαζί με πενήντα άλλα άτομα.

Από το κέντρο κράτησης στο οποίο βρίσκονταν μεταφέρθηκαν στον Έβρο, όπου καταγράφηκαν και πάλι. Οι δύο νεαροί είπαν ότι «στο χώρο κράτησης οι αστυνομικοί είχαν ήδη πάρει όλα τα υπάρχοντά τους, κι επομένως οι [άλλοι] αστυνομικοί θα έπρεπε σε αυτό το στάδιο να γνωρίζουν ότι δεν είχαν τίποτα πάνω τους».

Ωστόσο, όταν δήλωσαν ότι «δεν τους είχε απομείνει κανένα αντικείμενο, οι αστυνομικοί ήταν βίαιοι απέναντί τους», αναφέρεται στην έκθεση του BVMN.

Πηγές Frontex επιβεβαιώνουν τις επαναπροωθήσεις

Σε υπόθεση κατά του ελληνικού κράτους που εκδικάζεται στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες έχει καταθέσει στοιχεία για 311 περιστατικά κατά τα οποία επαναπροωθήθηκαν μέσω Έβρου στην Τουρκία «τουλάχιστον 6.680 άνθρωποι».

Δύο πηγές από την Frontex, τον Οργανισμό Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής που έχει αυξημένη παρουσία στην Ελλάδα, επιβεβαίωσαν στο Solomon και την El País πως οι επαναπροωθήσεις πλέον αποτελούν μια κανονικοποιημένη πραγματικότητα.

«Το κάνουμε, όπως ακριβώς το κάνουν [άλλες χώρες]. Μόνο που αυτές δεν είναι τόσο εχθρικές [απέναντι στους αιτούντες άσυλο] όσο εμείς», αναγνωρίζει η μία από τις δύο πηγές.

Θεσμική πηγή που μίλησε υπό τον όρο ανωνυμίας ανέφερε πως «οι αιτούντες άσυλο που εισέρχονται στην Ελλάδα και ακολουθούν τη διαδικασία ασύλου εξηγούν ότι είναι η δεύτερη ή τρίτη προσπάθειά τους. Κάποιοι κάνουν λόγο για ακόμη περισσότερες προσπάθειες, επειδή είχαν προηγουμένως επαναπροωθηθεί στην Τουρκία».

Η ίδια πηγή συμπληρώνει πως σημειώνεται πλέον «μεγάλη κλιμάκωση όσον αφορά τη χρήση βίας και τις ταπεινωτικές πρακτικές. Βρισκόμαστε στο χαμηλότερο επίπεδο σεβασμού της ανθρώπινης ζωής».

2022: Αφαίρεση χρημάτων στο 92% των περιπτώσεων

Θέσαμε στις ελληνικές Αρχές συγκεκριμένα ερωτήματα, ζητώντας να πληροφορηθούμε αφενός εάν βρίσκεται σε εξέλιξη κάποια έρευνα για τις καταγεγραμμένες επαναπροωθήσεις, κι αφετέρου ποια διαδικασία ακολουθείται με τα χρήματα και προσωπικά αντικείμενα που αφαιρούνται από τους αιτούντες άσυλο.

Στην απάντησή του, το υπουργείο Μετανάστευσης αναφέρθηκε στην προσήλωσή του στη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά δεν πρόσφερε συγκεκριμένες απαντήσεις.

Η ανάλυση των καταγεγραμμένων επαναπροωθήσεων των τελευταίων έξι χρόνων αναδεικνύει ένα ολοένα και πιο ανησυχητικό μοτίβο: την κορύφωση του ενδιαφέροντος των Ελλήνων συνοριοφυλάκων για τα χρήματα των αιτούντων άσυλο.

Ενώ το 2017 μόλις στο 11% των περιστατικών επαναπροωθήσεων αναφέρθηκε κατάσχεση των χρημάτων του, μέχρι το 2022 το ποσοστό αυτό είχε εκτοξευτεί στο 92%.

Τα στοιχεία από την ανάλυσή μας επιβεβαιώνει η πρώτη έκθεση του σχετικού Μηχανισμού Καταγραφής που δημιούργησε η Εθνική Επιτροπή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (ΕΕΔΑ). Σημειώνεται πως η ΕΔΔΑ αποτελεί επίσημο, ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο του ελληνικού κράτους.

Με βάση τα περιστατικά που η ΕΕΔΑ συνέλεξε και μόνο (στα οποία δεν περιλαμβάνονται οι καταγραφές της Ύπατης Αρμοστείας), η έκθεση υπολογίζει τον ελάχιστο αριθμό των ατόμων που επαναπροωθήθηκαν μεταξύ 2020-2022 σε 2.157 άτομα.

Κατά την παρουσίαση της έκθεσης τον περασμένο Ιανουάριο, η ΕΕΔΑ επιβεβαίωσε στο Solomon και την El País πως στο 88% των περιπτώσεων τα θύματα δήλωσαν πως είχαν υποστεί βία, και στο 93% των περιπτώσεων πως είχαν αφαιρεθεί τα υπάρχοντα και χρήματά τους.

Σύμφωνα με την έκθεση, τα θύματα των επαναπροωθήσεων κατάγονται από χώρες στις οποίες αποδίδονται υψηλά ποσοστά ασύλου (Συρία, Αφγανιστάν, Τουρκία, Ιράν).

«Άνοιγμα» στην ενδοχώρα και απαγωγές ανηλίκων

Η έκθεση της ΕΕΔΑ επιβεβαιώνει μια τάση που έχει επίσης αναδείξει η δημοσιογραφική έρευνα των τελευταίων χρόνων: την απαγωγή και απέλαση στην Τουρκία ανθρώπων που ζούσαν στην Ελλάδα έχοντας καταγραφεί ή ακόμη και πάρει άσυλο.

Το Solomon και η El País κατέγραψαν τη μαρτυρία του Αμίρ, ενός ασυνόδευτου ανηλίκου από το Αφγανιστάν που το καλοκαίρι του 2020 ζούσε σε ξενώνα της Θεσσαλονίκης.

Στις 25 Αυγούστου εκείνου του έτους, καθώς περίμενε στον σταθμό των λεωφορείων, μια ομάδα ατόμων με πολιτικά περικύκλωσε τον Αμίρ και τον εξανάγκασε να μπει σε ένα μαύρο φορτηγάκι με φιμέ παράθυρα.

Άλλοι είκοσι πρόσφυγες και μετανάστες επέβαιναν στο φορτηγάκι, το οποίο διένυσε μια απόσταση περίπου 350 χιλιομέτρων ανατολικά, φτάνοντας κοντά στον ποταμό Έβρο. Εκεί τους έθεσαν υπό κράτηση και, ώρες αργότερα, αφαίρεσαν τα υπάρχοντά τους και τούς μετέφεραν με βάρκα σε τουρκικό έδαφος.

«Προσπάθησα να τους εξηγήσω ότι είχα χαρτιά, αλλά ήταν πολύ επιθετικοί. Κάθε φορά που προσπαθούσες να τους μιλήσεις, σε χτυπούσαν», εξηγεί ο Αμίρ.

Το όνομα του ιδίου έχει αλλάξει για την προστασία της ταυτότητάς του, αλλά τη μαρτυρία του επιβεβαίωσαν κοινωνικός λειτουργός της δομής καθώς και δύο φίλοι του. Σε φωτογραφίες που έδειξαν στο Solomon, ο Αμίρ αποτυπώνεται να χαμογελά στο πλάι τους στην Ελλάδα.

Πολυεπίπεδες επιχειρήσεις 

Η Hope Barker, από το BVMN, σχολιάζει πως από την κρίση στα ελληνοτουρκικά σύνορα τον Μάρτιο του 2020 κι έπειτα δεν πραγματοποιούνται μόνο «θερμές επιστροφές», δηλαδή επαναπροωθήσεις ατόμων που εντοπίζονται στα σύνορα. Οι επιχειρήσεις έχουν επεκταθεί στην ενδοχώρα κατά εκατοντάδες χιλιόμετρα.

«Άνθρωποι συλλαμβάνονται σε διάφορες πόλεις, σε πολλές περιπτώσεις παρότι έχουν έγκυρα έγγραφα ή βρίσκονται σε διαδικασία πρόσβασης στο άσυλο», λέει. «Κρατούνται σε τέτοιου είδους μυστικούς χώρους, χωρίς επικοινωνία, μέχρι να συγκεντρωθούν αρκετά άτομα — ογδόντα ή εκατό — ώστε στη συνέχεια να απελαθούν στο τουρκικό έδαφος. Πρόκειται για μια μεγάλη κρατική επιχείρηση».

Τις ισχυρές ενδείξεις για κρατικό σχεδιασμό υπογραμμίζει το ίδιο το εύρος των επιχειρήσεων.

«Εάν πραγματοποιούνται επιδρομές σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, υπάρχει σίγουρα κυβερνητική εντολή. Διότι αυτό απαιτεί την κινητοποίηση πόρων, την ύπαρξη χώρων κράτησης και τη συμμετοχή διαφορετικών αστυνομικών μονάδων, όχι απλώς ορισμένων αστυνομικών από την περιοχή του Έβρου», σχολιάζει η Εύα Κοσσέ της HRW.

Έναντι 24 περιπτώσεων κατά τις οποίες τα θύματα βρίσκονταν στον Έβρο, η έκθεση της ΕΕΔΑ καταγράφει και επτά επαναπροωθήσεις στις οποίες εντοπίστηκαν στην ενδοχώρα.

Η μοναξιά των ακριτών

Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, οι ακρίτες φυλούσαν τα σύνορα της αυτοκρατορίας από τις επιδρομές εξ ανατολών.

Σήμερα, οι κάτοικοι του Έβρου παραλληλίζονται συχνά με τους ακρίτες, και τα πολιτικά πρόσωπα επικαλούνται διαχρονικά ειδική ευαισθησία απέναντί τους: ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, για παράδειγμα, ανακοίνωσε πως στις επερχόμενες εκλογές θα είναι υποψήφιος (και) στον Έβρο.

Αλλά, η εικόνα της περιοχής αποπνέει εγκατάλειψη. Δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς πως οι δυνατότητες που προσφέρονται είναι εξαιρετικά περιορισμένες.

Πηγή στην πόλη της Ορεστιάδας εξηγεί πως αρκετοί νέοι, που δεν δοκιμάζουν την τύχη τους στη Θεσσαλονίκη ή την Αθήνα, ονειρεύονται μια δουλειά στη συνοριοφυλακή ή τον στρατό: «Κερδίζουν περισσότερα από τον κατώτατο και έχουν μια σίγουρη δουλειά για όλη τους τη ζωή».

Την ημέρα του περασμένου Νοεμβρίου που επισκεπτόμαστε το χωριό Νέα Βύσσα, μόλις τέσσερα χιλιόμετρα από τα τουρκικά σύνορα, οι δρόμοι είναι έρημοι. Η ελάχιστη δραστηριότητα περιορίζεται στο καφενείο στην πλατεία του χωριού.

Στην αυλή του καφενείου, που προστατεύεται από το κρύο με πλαστικό κάλυμμα, οι θαμώνες συζητούν καθώς πίνουν αργά τον ελληνικό τους. Έχουν όλοι τους γκρίζα μαλλιά.

Ένας εξ αυτών περηφανεύεται πως το χωριό κάποτε «ήταν ένα από τα μεγαλύτερα χωριά της Ελλάδας», και θυμίζει πως από εδώ έλκει την καταγωγή του ο μεγάλος μαθηματικός Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή.

Ο πληθυσμός του χωριού σήμερα έχει μειωθεί σε λιγότερους από 3.000 κατοίκους, όμως, και πολλά κτίρια μαραζώνουν. Ένας άλλος θαμώνας εξηγεί πως, κατά την πιο πρόσφατη προκήρυξη, τρία αγόρια από το χωριό μπήκαν στη συνοριοφυλακή.

Το 2020, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ursula Von der Leyen, υποσχέθηκε στην Ελλάδα 700 εκατ. ευρώ για την προστασία των συνόρων της. Πάνω στην Εγνατία, τα νέα Nissan Qashqai της αστυνομίας προσπερνούν με ταχύτητα κάθε λίγα λεπτά.

Πέρα από τους στρατιωτικούς, στον Έβρο υπηρετούν 1.800 συνοριοφύλακες, από τους οποίους 650 προσλήφθηκαν πέρυσι με προτεραιότητα εντοπιότητας. Τον Ιανουάριο ανακοινώθηκαν ακόμη 400 θέσεις συνοριοφυλάκων.

Η θεσμική πηγή που μίλησε στο Solomon και την El Pais υποστήριξε πως διαφορές συναντούνται και ανάμεσά τους: ενώ κάποιοι συνοριοφύλακες απλώς «ακολουθούν τις εντολές» κι επαναπροωθούν τους ανθρώπους που εντοπίζουν, άλλοι αποφασίζουν να «εκμεταλλευτούν» την κατάσταση.

«Υπάρχουν αστυνομικοί που θέλουν να υπηρετήσουν μόνο κατά μήκος του ποταμού», σχολιάζει. «Φανταστείτε πόσα μπορεί να κερδίσει μια ομάδα αστυνομικών εάν πάρει από 100 ή 200 ευρώ από 100 άτομα. Μπορούν να βγάλουν έναν ολόκληρο μισθό σε μία μόνο βάρδια».

Κινητά για παιδιά των αστυνομικών

Στις 3 Απριλίου 2022, μια ομάδα αστυνομικών με μπαλακλάβες συνέλαβε έναν 22χρονο Σύρο σε ένα δάσος κοντά στον Έβρο.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του θύματος στην Josoor, μια οργάνωση που κατέγραφε τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων πριν διαλυθεί λόγω των πιέσεων που αντιμετώπιζε σε Ελλάδα και Τουρκία, οι αστυνομικοί τον χτύπησαν με γκλοπ και αφαίρεσαν όλα τα υπάρχοντά του, συμπεριλαμβανομένου του τηλεφώνου το οποίο τον ανάγκασαν να ξεκλειδώσει. Στη συνέχεια, τον επαναπροώθησαν στη Τουρκία με άλλους αιτούντες άσυλο.

«Όταν με έβαλαν στο αυτοκίνητο συνειδητοποίησα ότι είχαν πολλά τηλέφωνα και power banks εκεί μέσα. Όταν ένας από τους άνδρες έβγαλε ένα τσιγάρο από την τσέπη του, είδα ότι είχε πολλά χαρτονομίσματα. Νομίζω ότι τα είχαν πάρει από άλλους νωρίτερα», ανέφερε.

Παραμένει άγνωστο πού έχουν καταλήξει όλα αυτά τα κινητά που έχουν αφαιρεθεί από αιτούντες άσυλο τα τελευταία χρόνια. Αλλά πηγές από την Ορεστιάδα εξηγούν ότι οι αστυνομικοί κρατούν τις πιο καλές συσκευές.

«Οι συνοριοφύλακες τις δίνουν στα παιδιά τους. Εμφανίζονται στο σχολείο με καινούργια κινητά και λένε περήφανα ότι οι γονείς τους τα πήραν από τους “παράνομους μετανάστες”», σχολιάζουν, εκφράζοντας ανησυχία για τους νέους που εντάσσονται στα σώματα ασφαλείας και σταδιακά καταλήγουν να υιοθετούν «το αφήγημα της ακροδεξιάς», που εκλαμβάνει τους πρόσφυγες ως εισβολείς που απειλούν την ασφάλεια της χώρας.

Οι πρόσφυγες προσαρμόζονται

Τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, οι αιτούντες άσυλο μοιράζονται πληροφορίες μέσω WhatsApp, Telegram, και Facebook — οπότε τα νέα διαδίδονται γρήγορα.

Η προσδοκία της μεταχείρισής τους από τους Έλληνες συνοριοφύλακες έχει ως αποτέλεσμα να έχουν πάνω τους όλο και λιγότερα χρήματα. Ενώ παλαιότερα συνηθίζονταν μεγαλύτερα ποσά, πηγή από το σύστημα ασύλου εξηγεί πως πλέον «50, 100, 150 ευρώ είναι το πιο φυσιολογικό».

Έκθεση της Παγκόσμιας Πρωτοβουλίας κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος του 2021 για τις βαλκανικές διόδους αναφέρει πως «σε αντίθεση με το 2015-2016, οι αιτούντες άσυλο και οι μετανάστες φαίνεται ότι τώρα είναι επιφυλακτικοί στο να μεταφέρουν μεγάλα ποσά σε μετρητά από φόβο μήπως τους ληστέψουν κλέφτες ή η αστυνομία».

«Τείνουν να αποκτούν πρόσβαση σε χρήματα κατά τη διάρκεια της διαδρομής χρησιμοποιώντας υπηρεσίες μεταφοράς χρημάτων», σημειώνει η έκθεση.

Διαφοροποιήσεις σημειώνονται και με βάση την εθνικότητα. Οι Κουβανοί είναι οι πιο άτυχοι: δίχως να γνωρίζουν τι τους περιμένει, είχαν συχνά πάνω τους αρκετές χιλιάδες ευρώ έκαστος.

«Οι ομάδες των Βορειοαφρικανών τείνουν να ταξιδεύουν μόνες τους και να είναι μικρότερες, με δύο ή τρία άτομα, και μεταφέρουν λιγότερα χρήματα. Οι ομάδες που περιλαμβάνουν οικογένειες Σύρων και Αφγανών τείνουν να οδηγούνται από διακινητές και μεταφέρουν περισσότερα χρήματα», εξηγεί η Barker.

«Αλλά, σίγουρα, τα τελευταία 1-2 χρόνια οι άνθρωποι έχουν μεγαλύτερη επίγνωση των κινδύνων και κανείς δεν περιμένει να φτάσει στην Ελλάδα με την πρώτη προσπάθεια», συμπληρώνει.

«Ξέρουν ότι θα επαναπροωθηθούν στην Τουρκία περισσότερες από μία φορές».

Μεθοδολογία

Εξετάστηκαν οι μαρτυρίες των θυμάτων 374 παράνομων επαναπροωθήσεων που συλλέχθηκαν μεταξύ 2017-2022 από το Δίκτυο Παρακολούθησης Βίας στα Σύνορα (188), το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (76), το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (55), τη Διεθνή Αμνηστία (4), άλλες ΜΚΟ και τοπικές εκθέσεις (43), καθώς και από τους δημοσιογράφους της παρούσας έρευνας (8). Ορισμένες μαρτυρίες απορρίφθηκαν επειδή επικαλύπτονταν σε ημερομηνίες ή δεν περιλάμβαναν επαρκή στοιχεία. Το 2022 καταγράφηκαν πολύ λιγότερα περιστατικά από ό,τι τα δύο προηγούμενα έτη, διότι η ΜΚΟ Josoor, που συνέλεξε τις περισσότερες μαρτυρίες,  αποφάσισε να εγκαταλείψει τις δραστηριότητές της λόγω των δικαστικών και αστυνομικών πιέσεων που της ασκήθηκαν από τις ελληνικές και τουρκικές αρχές.

Οι μαρτυρίες οργανώθηκαν σε δομημένα δεδομένα προκειμένου να ταξινομηθούν ανά ημερομηνία, τόπο, εθνικότητες και αριθμό απελαθέντων. Επίσης, διαπιστώθηκε αν τα θύματα ανέφεραν κλοπή (232 περιστατικά) ή όχι (142). Χρησιμοποιώντας αυτά τα δεδομένα, εκτιμήθηκε ο αριθμός των αιτούντων άσυλο που ήταν παρόντες κατά τη διάρκεια των απελάσεων στις οποίες σημειώθηκε κλοπή (περισσότεροι από 13.500). Παρόλο που οι μετανάστες καταγράφονται συστηματικά, μερικές φορές υπάρχουν εκείνοι που καταφέρνουν να κρύψουν τα χρήματά τους και δεν έχουν όλοι οι μετανάστες μετρητά μαζί τους (αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις οικογένειες που ταξιδεύουν μαζί, οπότε μόνο ένα μέλος της οικογένειας έχει υπολογιστεί ως στόχος της κλοπής). Ως εκ τούτου, χρησιμοποιώντας τα δημογραφικά προφίλ των ομάδων μεταναστών που αναπτύχθηκαν από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και την πρωτοβουλία PRAB (η οποία περιλαμβάνει διάφορες ΜΚΟ και ιδρύματα), εφαρμόστηκε αποπληθωριστής 30% στη βάση των θυμάτων κλοπής.

Δεν προσδιορίζουν όλες οι μαρτυρίες που αναφέρουν κλοπή το ποσό που εκλάπη, αλλά μόνο 62 από αυτές (πέντε απορρίφθηκαν για τον υπολογισμό επειδή τα ποσά που εκλάπησαν ήταν τόσο μεγάλα που θα μπορούσαν να αποπροσανατολίσουν). Με αυτά τα δεδομένα, δημιουργήθηκε μια στατιστική κατανομή ποσών που αφαιρούνταν συχνότερα. Η κατανομή εφαρμόστηκε στην αποπληθωρισμένη βάση των θυμάτων, προκειμένου να προκύψει μια εκτίμηση των χρημάτων που εκλάπησαν από τους μετανάστες. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι μεταξύ του 2017 και του 2022 εκλάπησαν μεταξύ 2,2 και 2,8 εκατομμυρίων ευρώ- οι υπολογισμοί αυτοί είναι συντηρητικοί, καθώς πολλά θύματα δεν αναφέρουν ότι τους απώθησαν ή τους λήστεψαν.

i-megali-listeia-featured-1536x864

Κλασσικό
φεμινισμός,Δίκαιο,Δημοσιεύσεις αρχείου,Πολιτική,Φύλο,Φιλοσοφία,Queer

Απλώς πολιτισμικό

της Τζούντιθ Μπάτλερ 

Στο παρόν κείμενο προτίθεμαι να εξετάσω δύο διαφορετικούς ισχυρισμούς που κυκλοφορούν τελευταία, και που αντιπροσωπεύουν το αποκορύφωμα μιας αίσθησης που είναι διάχυτη εδώ και κάμποσο καιρό[1]. Ο πρώτος έχει να κάνει με μια διακηρυγμένα μαρξιστική ένσταση απέναντι στην τάση περιορισμού της μαρξιστικής θεωρητικής και πρακτικής δραστηριότητας στη μελέτη του πολιτισμού, η οποία ενίοτε γίνεται αντιληπτή ως περιορισμός του μαρξισμού στις πολιτισμικές σπουδές. Ο δεύτερος έχει να κάνει με την τάση να παραπέμπουμε τα νέα κοινωνικά κινήματα στη σφαίρα του πολιτισμικού, και μάλιστα να τα
απορρίπτουμε καθότι ασχολούνται με αυτό που αποκαλείται «απλώς πολιτισμικό» και να συλλαμβάνουμε αυτή την πολιτισμική πολιτική ως διασπαστική, ταυτοτική και μειοψηφική. Ελπίζω να με συγχωρέσετε που δεν θα αναφέρω τα ονόματα όσων θεωρώ ότι υιοθετούν αυτές τις απόψεις. Το παρόν δοκίμιο εκκινεί από την υπόθεση ότι εκφράζουμε και ακούμε τέτοιες απόψεις, ότι Συνέχεια

Κλασσικό
Δίκαιο,Διεθνείς σχέσεις,Πολιτική

Στο Ισραήλ γίνεται πραξικόπημα –μόνη ελπίδα οι κινητοποιήσεις

του ραβίνου Γιόσεφ Μπαρούχ Φρόμερ

Θα το γράψω στα αγγλικά, ώστε οι φίλοι και οι συνάδελφοί μου από το εξωτερικό να καταλάβουν ξεκάθαρα τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στο Ισραήλ.

Μετά τη νίκη στις τελευταίες εκλογές, ο Νετανιάχου θα μπορούσε να κυβερνήσει το Ισραήλ για 4 ήσυχα και ειρηνικά χρόνια. Είχε όμως ένα πρόβλημα. Μια δίκη με αδιάσειστα στοιχεία σχετικά με διάφορες περιπτώσεις προσωπικής του διαφθοράς η οποία τον οδηγούσε σε αδιέξοδο.

Έτσι, ο Μπίμπι δημιουργήσε έναν πιστό σε αυτόν σκληροπυρηνικό συνασπισμό δεξιών τρομοκρατών, με δύο κόμματα υπερορθόδοξων Εβραίων [Haredi] –ο αρχηγός του ενός είναι αποδεδειγμένα εγκληματίας και υπόδικος). Και ο συνασπισμός αυτός έβαλε μπρος ένα σχέδιο να καταλάβει το δικαστικό σύστημα, οπότε ο Μπίμπι δεν θα καταδικαστεί. Θέλουν η κυβέρνηση να Συνέχεια

Κλασσικό
ρατσισμός,Δίκαιο,Διεθνείς σχέσεις,Πολιτική

Το όνομά τους, και η ψυχή τους, ήταν ο ρατσισμός

του Άκη Γαβριηλίδη

Τώρα που το δεύτερο μακεδονικό ζήτημα, εκείνο των τελών του 20ού αιώνα, έχει οριστικά λυθεί τόσο σε κοινωνικό όσο και σε θεσμικό επίπεδο, τώρα που, σύμφωνα με την εύστοχη –αν και κάπως υπερβολική- διατύπωση της Εστίας, αναγνωρίστηκε στην Ελλάδα «μακεδονική μειονότης με την βούλα της δικαιοσύνης», ίσως ήρθε η ώρα να κάνουμε έναν απολογισμό και να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε τι συνέπειες είχε για την ελληνική κοινωνία όλο αυτό το νταβαντούρι που κράτησε τριάντα χρόνια.

Η βασικότερη συνέπεια είναι φυσικά ότι επανανομιμοποίησε την άκρα δεξιά, η οποία για δεκαπέντε χρόνια ήταν κρυμμένη στο καβούκι της απαξιωμένη και γελοιοποιημένη μετά την κατάρρευση της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Η Χρυσή Αυγή δεν θα ήταν δυνατό να βρεθεί στην κεντρική πολιτική σκηνή χωρίς την νέα μακεδονομαχία.

Μία άλλη όμως συνέπεια είναι ότι το φαινόμενο αυτό μας επέτρεψε να δούμε πόσο ο ρατσισμός, του οποίου η ΧΑ υπήρξε η πιο βίαιη και χυδαία έκφραση, έχει βαθιές ρίζες στην κυρίαρχη ιδεολογία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού –ενίοτε και στις μη κυρίαρχες ιδεολογίες.

Το καλύτερο παράδειγμα γι’ αυτό είναι το κείμενο μιας «ανοιχτής επιστολής προς την Ε.Ο.Κ.» που είχαν υπογράψει τέτοιες μέρες Συνέχεια

Κλασσικό