ποίηση,Ανάλυση λόγου,Φύλο

Το «κοτσάνι» του Καβάφη και οι κοτσάνες του Καζαντζάκη

του Άκη Γαβριηλίδη

 

 

Στη σειρά Ταξιδεύοντας του Νίκου Καζαντζάκη, και ειδικότερα στον τόμο με τον υπότιτλο Ιταλία-Αίγυπτος, Σινά-Ιερουσαλήμ, Κύπρος-ο Μοριάς, υπάρχει και η καταγραφή μίας συνάντησής του με τον Κωνσταντίνο Καβάφη στην Αλεξάνδρεια. Το σχετικό χωρίο φαίνεται ότι έχει προκαλέσει μια σχετική εντύπωση στους διαπλέοντες το διαδίκτυο, διότι έχει αρκετές αναδημοσιεύσεις και χρησιμοποιείται τακτικά σε επετείους και συναφείς περιστάσεις όπου πρέπει κανείς να κάνει κάποια δημοσίευση για κάποιον εκ των δύο.

Οι αναδημοσιεύσεις αυτές περιλαμβάνουν μόνο το σχετικό κείμενο. Όσο έχω δει, δεν συνοδεύονται από κανένα σχόλιο όπου οι ενδιαφερόμενοι/-ες να εξηγούν για ποιο λόγο τους έκανε εντύπωση αυτό το απόσπασμα, και τι είδους εντύπωση.

Ξαναδιαβάζοντάς το χθες με αφορμή την επέτειο της γέννησης (και του θανάτου –είναι την ίδια μέρα) του ΚΠΚ, σκέφτηκα ό,τι και τις προηγούμενες φορές: πρόκειται για ένα κείμενο άθλιο. Είναι από ηθική άποψη εμπαθές και μικροπρεπές, (και ομοφοβικό), ενώ όσον αφορά τις κρίσεις και τις προβλέψεις που διατυπώνει, πέφτει τελείως έξω.

Καταρχάς: ο Καζαντζάκης μάς πληροφορεί πρώτα ότι, κατά την συνάντηση, συνομίλησε με τον Καβάφη «για πλήθος πρόσωπα κι ιδέες». Ποτέ όμως δεν μαθαίνουμε για ποια πρόσωπα και ποιες ιδέες, και τι είπαν γι’
αυτές. Ενώ μαθαίνουμε μέχρι και τι ήπιαν. Το σημείωμα είναι αφιερωμένο ολόκληρο σε μία προσωπογραφία του συνομιλητή.

Η προσωπογραφία, εκ πρώτης όψεως, ξεκινά ως έπαινος. Η πρώτη πρόταση συνίσταται στην κατηγορηματική απόφανση:

 

Η πιο εξαιρετική πνεματική [sic] φυσιογνωμία της Αιγύπτου είναι χωρίς άλλο ο ποιητής Καβάφης.

 

Στη συνέχεια, όμως, ο λόγος του Καζαντζάκη ακολουθεί την τακτική «μια στο καρφί και μια στο πέταλο». Κάθε φορά που ξεστομίζει κάποια θετική κρίση, σπεύδει αμέσως, μέσα στην ίδια πρόταση, να την αντισταθμίσει με μία άλλη κουβέντα, ή, συνήθως, περισσότερες, οι οποίες είναι το λιγότερο επιφυλακτικές, ή ξεκάθαρα αρνητικές, έως και δηλητηριώδεις.

Η αποστασιοποίηση αυτή ακολουθεί τους κοινούς τόπους που συνόδευσαν την υποδοχή του Καβάφη επί δεκαετίες, και που ακόμη τώρα δεν έχουν τελείως ξεπεραστεί παρά τα όσα σημαντικά έχουν γραφεί στο μεταξύ περί του αντιθέτου: ότι είναι  «παρακμιακός», «φιλήδονος», «μυστικοπαθής», «αναχωρητής» κ.λπ.

 

Ως προς τούτο, το σημείωμα του Καζαντζάκη είναι ολόκληρο μία μετάθεση (με την ψυχαναλυτική έννοια του όρου).

Λίγο παρακάτω, ο λόγος του αναφέρεται σε μια στιχομυθία που είχε με κάποιον άλλο, μη κατονομαζόμενο, νέο της Αλεξάνδρειας που επίσης ήταν παρών στη συνάντηση (ανάμεσα σε «καμιά δεκαπενταριά φίλους»). Ο νέος αυτός του ζήτησε να μείνει και άλλο για «να μιλήσουν» (αυτοί οι δύο ή ενδεχομένως και οι δεκαπέντε, ή κάποιοι εξ αυτών· δεν γίνεται σαφές) επειδή «δεν δέχονται» πολλά απ’ όσα έγραψε. Μιλώντας γι’ αυτόν, ο Καζαντζάκης μάς λέει:

 

Με κοίταξε φρίσσοντας από αγάπη και μίσος και με κρατούσε. (Η έμφαση δική μου).

 

Νομίζω ότι η φράση αυτή, με την οποία ο Καζαντζάκης προσπαθεί να περιγράψει τα συναισθήματα του νέου απέναντί του, στην ουσία αποκαλύπτει τα συναισθήματα του ίδιου απέναντι στον Καβάφη.

 

Ο διχασμένος του λόγος φτάνει στα όρια της κακεντρέχειας σε διατυπώσεις όπως η εξής:

 

Η φωνή του είναι γεμάτη ακκισμούς και χρώμα –και χαίρουμαι με τέτοια φωνή να διατυπώνεται η πονηρή, όλο κοκεταρία, βαμμένη, στολισμένη γραία αμαρτωλή ψυχή του.

 

Και:

 

Ο Καβάφης είναι από τα τελευταία άνθη ενός πολιτισμού. Με διπλά, ξεθωριασμένα φύλλα, με μακρό ασθενικό κοτσάνι, δίχως σπόρο.

 

Θεωρώ ότι η χρήση των λέξεων «γραία» και «δίχως σπόρο» αποτελούν σαφή, και μάλλον συνειδητό, υπαινιγμό του Καζαντζάκη στην ομοφυλοφιλία του συνομιλητή του –ή μάλλον στα κλισέ περί ομοφυλοφιλίας που κυριαρχού(σα)ν στον δημόσιο λόγο ακόμη και μεταπολεμικά, ακόμη και μεταξύ κριτικών της αριστεράς και δη της ανανεωτικής.

 

Ειδικά το δεύτερο από αυτά τα αποσπάσματα, όμως, μας δίνει την ευκαιρία να περάσουμε και στο γιατί το κείμενο είναι επί της ουσίας άστοχο. Ο Καζαντζάκης, όπως και ο Σεφέρης λίγο αργότερα, ήταν πεπεισμένος ότι ο Καβάφης, μεταξύ άλλων χάρη στην «αλλοπρόσαλλη γλώσσα του» και την «απλοϊκή ρίμα του», είναι το τέρμα μιας διαδρομής· είναι ένα μοναχικό φαινόμενο χωρίς μέλλον, προορισμένο να ξεπεραστεί –αν όχι ήδη ξεπερασμένο. Ξεπερασμένο από τον ίδιο τον Καζαντζάκη, αν δεν είναι υπερβολή να προσθέσουμε εμείς· πάντως από τον δημοτικισμό και τις νεότερες γενιές λογοτεχνών.

Όπως όλοι γνωρίζουμε, η πρόγνωση αυτή διαψεύσθηκε παταγωδώς. Διαρκώς νέες γενιές αναγνωστ(ρι)ών αλλά και κριτικών ανακαλύπτουν τον Καβάφη και φωτίζουν νέες πτυχές του «φτωχού» έργου του.

Δεν ξέρω αν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τον Καζαντζάκη.

Κλασσικό

4 σκέψεις σχετικά με το “Το «κοτσάνι» του Καβάφη και οι κοτσάνες του Καζαντζάκη

  1. Ρητορικό το ερώτημα βέβαια, αλλά με ερεθίζει για απάντηση: όχι, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τον Καζαντζάκη. Όπως και για αρκετούς άλλους που ήταν πρώτα ονόματα της εποχής. Το έργο του Καβάφη κερδίζει έδαφος συνεχώς. Το δικό τους χάνει.

    ΥΓ. Δεν ξέρω αν έχετε υποψη σας κ. Γαβριηλίδη το βιβλίο ενός από τους σημερινούς επιφανής (ή έτσι νομίζει ο ίδιος) το οποίο εκδόθηκε το 2014 και προσπαθεί απεγνωσμένα, με επιχειρήματα τα πλείστα των οποίων δεν αντέχουν να σταθούν ούτε με άνεμο 0,1 μποφώρ, να μας πείσει ότι ο Καβάφης δεν ήταν καν ποιητής. Αυτό μας έρχεται βέβαια ήδη από τα γραπτά της γενιάς του 30: «δεν ξέρω αν είναι καν ποιητής».

    Μου αρέσει!

      • Είναι ο Κώστας Κουτσουρέλης. Το βιβλίο έχει τίτλο «Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ – Δοκίμιο». Εκδόσεις Μελάνι. Στο οπισθόφυλλο:

        «Ο ΚΑΒΑΦΗΣ ΕΙΧΕ ΓΙΑ ΚΑΙΡΟ ρόλο δευτεραγωνιστή στα ελληνικά γράμματα. Κριτικοί και ομότεχνοι αναγνώριζαν την αξία του, όμως την ίδια στιγμή τον άφηναν πάντα, και ορθά, λίγο παράμερα. Τις τελευταίες δεκαετίες το πράγμα έχει αλλάξει. Η φήμη του Αλεξανδρινού, αρδευόμενη από ποικίλες πηγές, από τη συγκυρία και τις έξεις μιας κάποιας αδρανούς κριτικής, εξέχει πια δυσανάλογα απ’ την αφήγηση στην οποία ανήκει. Το γεγονός έχει συνέπειες. Ήδη ο χαρακτηρισμός μείζον για ένα έργο σαν το δικό του γεννά ερωτήματα. Γιατί μεγάλος κατά παράδοση είναι ο καθολικός συγγραφέας, ο scriptor classicus κατ’ εξοχήν. Εκείνος δηλαδή που με την πολυμέρεια των θεμάτων του, τον όγκο της παραγωγής, την πλατειά εκφραστική του γκάμα αποτελεί συγχρόνως μέτρο σύγκρισης και δείκτη προσανατολισμού. Πόσο ανταποκρίνεται σε τέτοια κριτήρια ο Καβάφης, άνθρωπος που κατέτεινε πάντα συνειδητά στο λοξό και το ξέχωρο; Η διεθνής του επιτυχία, αν τοποθετηθεί στα καιρικά συμφραζόμενά της, δεν είναι ανεξήγητη. Εξίσου λίγο ανεξήγητη θα είναι αύριο μια εξασθένισή της, εάν κι εφόσον οι συνθήκες μεταβληθούν. Το βέβαιο είναι ότι για τη δική μας λογοτεχνία ο Καβάφης υπήρξε απ’ όλες τις πλευρές μια εξαίρεση. Τον καταλαβαίνουμε άσχημα αν ζητάμε απ’ αυτόν ό,τι δεν μπορεί να μας δώσει: το σφρίγος και την προοπτική του κανόνα.»

        Στις εντός σελίδες, γίνεται μεγάλο πάρτι, καθότι όσο και να προσπαθεί δεν μπορεί να αποκρύψει το μένος εναντίου του Αλεξανδρινού.

        Κάποια χρόνια αργότερα, σκέφτηκε να μας βγάλει από τα σκοτάδια μας και κυκλοφόρησε ένα ακόμη δοκίμιο με τίτλο: «Τι είναι και τι δεν είναι ποίηση». Εκδόσεις Μικρή Άρκτος. Αν και νομίζω ήταν περιττό καθώς θα μπορούσαμε να φωτιστούμε από την ίδια τη δική του ποίηση. πχ:

        ΠΡΙΜΑ ΜΠΑΛΑΡΙΝΑ ΕΝΝΙΑΜΗΝΗ

        Για δέστε χάρη ! Δέστε ορμή !

        Έχει των Κύκνων το κορμί

        και μιας Ζιζέλ το pas de chat

        στα Κίρωφ, στα Μπολσόι.

        Κι αν ξέρει απλώς να μπουσουλά,

        κι ούτε κι αυτό καλά καλά,

        ε, δεν πειράζει… Στην αρχή

        ας πάει στα Μπουσουλόι.

        Μου αρέσει!

  2. Γιώργος Ιωάννου's avatar Ο/Η Γιώργος Ιωάννου λέει:

    «Η φωνή του είναι γεμάτη ακκισμούς και χρώμα –και χαίρουμαι με τέτοια φωνή να διατυπώνεται η πονηρή, όλο κοκεταρία, βαμμένη, στολισμένη γραία αμαρτωλή ψυχή του»: Καζαντζάκης καθρεφτιζούμενος

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.