ποίηση,Γλώσσα,Πολιτική

«Ήσυχα κι απλά»: η χαμπερμασιανή δυστοπία του Γιάννη Ρίτσου

του Άκη Γαβριηλίδη

Το «Καπνισμένο τσουκάλι» είναι μία συλλογή του Γιάννη Ρίτσου που γράφτηκε το διάστημα 1948-49, αλλά μάλλον έγινε περισσότερο γνωστό μετά το 1974 χάρη στη μελοποίησή του από τον Χρήστο Λεοντή. Μέσω της τελευταίας συνεχίζει να φτάνει σ’ εμάς κάθε χρόνο, ενίοτε και πολλές φορές το χρόνο, καθότι επιλέγεται σταθερά ως ηχητική κάλυψη για διάφορες επετείους, κυρίως του Πολυτεχνείου και της 21ης Απριλίου.

Η επανάληψή του μας δίνει τη δυνατότητα να ξανασκεφτούμε τους στίχους του και να αναρωτηθούμε τι λένε (και με την έννοια του τι λένε σε όσες τους μεταδίδουν ή τους ακούνε σήμερα).

Αναφέρομαι ειδικότερα στο γνωστότερο ίσως απόσπασμα, αυτό που έγινε γνωστό με τις πρώτες τέσσερις λέξεις του που αποτελούν και τον τίτλο του τραγουδιού: το «Και να αδελφέ μου».

Αν κοιτάξει κανείς το περιεχόμενό του, θα διαπιστώσει ότι αυτό δεν έχει κάποια ιδιαίτερη –ή τουλάχιστον άμεση- σχέση με την πολιτική, αλλά κυρίως με τη γλώσσα. Ή ίσως με την πολιτική της γλώσσας –μια ορισμένη πολιτική της γλώσσας.

Ναι, αλλά, ακριβώς, ποια;

Το στιχούργημα στην αρχή αναφέρει κάποια αλλαγή, κάποιο συμβάν –άγνωστο ποιο- που έχει ως αποτέλεσμα την καλύτερη συνεννόηση μεταξύ του ποιητή και κάποιου ο οποίος προσδιορίζεται ως «αδελφός του». Δεν προκύπτει από το κείμενο ποιος είναι αυτός ο αδελφός και τι ήταν αυτό που τους εμπόδιζε προηγουμένως να συνομιλούν ήσυχα κι απλά.

Και να αδελφέ μου που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα κι απλά.

Καταλαβαινόμαστε τώρα, δεν χρειάζονται περισσότερα.

Από τους στίχους δεν προκύπτει ούτε το περιεχόμενο της συνομιλίας· δεν μαθαίνουμε για τι κουβεντιάζουν. Αντικείμενο της συνομιλίας είναι η ίδια η ομιλία.

Το ποίημα όμως δεν μένει στη μεταγλωσσική διαπίστωση αυτής της βελτίωσης, αλλά την προεκτείνει προς το μέλλον και την προβάλλει ως μία προφητεία. Η εξέλιξη που προλέγεται έτσι έχει τον χαρακτήρα καθολικοποίησης: διατυπώνεται η ελπίδα, αν όχι η βεβαιότητα, ότι η επιτυχής κουβέντα και κατανόηση χωρίς να «χρειάζονται περισσότερα» θα αφορά όχι μόνο τον ποιητή και τον αδελφό του, αλλά όλους τους ανθρώπους.

Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί.

Θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουνε το ίδιο βάρος

σ’ όλες τις καρδιές, σ’ όλα τα χείλη.

Έτσι να λέμε πια τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη.

Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε,

«Τέτοια ποιήματα, σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα».

Αυτό θέλουμε κι εμείς.

Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο.

Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.

Ο μεσσιανισμός αυτός λοιπόν προλέγει την έλευση μίας απολύτως ομοιογενούς και διάφανης κοινότητας, χωρίς συγκρούσεις, χωρίς παρανοήσεις, όπου κάθε σημαίνον θα έχει ένα μόνο σημαινόμενο, το ίδιο για όλους. Είναι ένας μεσσιανισμός χαμπερμασιανού τύπου: η κοινότητα αυτή θα είναι η ενσάρκωση και η υλοποίηση της ιδανικής επικοινωνίας.

Όπως προκύπτει από τα χρονολογικά στοιχεία, το «αύριο» αυτό έχει ήδη έρθει. Μάλιστα, έχουν έρθει πολλά διαφορετικά αύριο, μεθαύριο και αντιμεθαύριο. Η στιγμή της μελοποίησης ήταν η ίδια ένα αύριο σε σχέση με τη στιγμή της συγγραφής, και η σημερινή στιγμή είναι ένα άλλο αύριο σε σχέση και με τις δύο.

Ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει ότι η προφητεία δεν επιβεβαιώθηκε. Όλα αυτά τα χρόνια δεν γίναμε πιο απλοί, δεν βρήκαμε αυτά τα λόγια, ούτε υπήρξε κανείς που να γράφει –ή έστω που να δηλώνει ότι μπορεί να γράψει- εκατό ποιήματα την ώρα, ούτε τέτοια ούτε αλλιώτικα. Ούτε ο ίδιος ο Ρίτσος.

Και ευτυχώς. Διότι επρόκειτο όχι για μια ουτοπία, αλλά για μια δυστοπία.

Το πρόβλημα με την πρόβλεψη αυτή δεν ήταν ότι ήταν απραγματοποίητη. Το ότι ήταν απραγματοποίητη ήταν ευτύχημα. Αν πραγματοποιούνταν, θα ήταν ένας εφιάλτης.

Πρώτα απ’ όλα, η πρόβλεψη ήταν εσωτερικά αντιφατική. Εάν υποθέσουμε ότι θα υπάρξει κάποτε μία κοινότητα στην οποία τα λόγια –ή, έστω, κάποια λόγια- «παίρνουνε το ίδιο βάρος σ’ όλες τις καρδιές και σ’ όλα τα χείλη», στην οποία όλοι λένε τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη, τότε αυτό δεν θα ήταν η ευδοκίμηση, αλλά, τελείως αντίθετα, η κατάργηση της ποίησης. Η ποίηση, (όπως επίσης και η τέχνη γενικά, το χιούμορ, και ό,τι κάνει αξιοβίωτο τον βίο των ανθρώπων), παράγεται ακριβώς επειδή είναι δυνατό κάποια λόγια να πάρουν άλλο βάρος από αυτό που είχαν μέχρι τώρα σε κάποιες καρδιές και σε κάποια χείλη. Η ποίηση –μεταξύ άλλων και η ποίηση του ίδιου του Ρίτσου, κατά καιρούς- προκύπτει όταν λες τα σύκα σκάφη και τη σκάφη σύκα. Εάν όλοι γράφουν ποιήματα, τότε κανείς δεν γράφει ποιήματα. Και αυτό δεν είναι ευθέως ανάλογο με το πόσο «ήσυχοι και απλοί» είναι αυτοί οι λόγοι. Και οι απλοί λόγοι –αν όχι ιδίως αυτοί- μπορεί να είναι πολύσημοι και να χαρακτηρίζονται από διαφωρά (αναβολή και απόσταση από τον εαυτό τους), την οποία είναι άσκοπο και περιττό να ελπίζουμε ότι κάποτε θα εξαλείψουμε για να φτάσουμε στην απόλυτη ακρίβεια και κατανοησιμότητα.

Με το προηγούμενο, όμως, γίνεται σαφές κάτι ακόμα.

Το ποίημα διακηρύσσει: «αυτό θέλουμε κι εμείς».

Εμείς οι άλλοι, όμως, δεν το θέλουμε αυτό, και ματαιώσαμε την επέλευσή του.

Άρα, η επιθυμία αυτή για μια πλήρη και διαφανή επικοινωνία χωρίς σκιές και υπόλοιπα, χωρίζει τον κόσμο, δεν τον ενώνει. Όπως κάθε επιθυμία. Αν δεν χώριζε τον κόσμο, και τον ίδιο τον φορέα της, δεν θα ήταν επιθυμία.

Το να «τραγουδάς» λοιπόν για να «σμίξεις τον κόσμο» είναι ο ορισμός της επιτελεστικής αντίφασης.

Κατ’ αρχάς, όποιος «τραγουδά», εξ αυτού και μόνο ξεχωρίζει απ’ τον κόσμο, ασχέτως του σκοπού για τον οποίο (δηλώνει ότι) τραγουδά. Για παράδειγμα, ο Ρίτσος δημοσιεύει το τραγούδισμά του σε ένα βιβλίο που έχει τίτλο, γράφει το όνομά του στο εξώφυλλο κ.λπ. ώστε να μπορεί ο «κόσμος» να το ξεχωρίζει από άλλα και να το επιλέξει έναντι άλλων.

Εν προκειμένω, θα μπορούσαμε να παρακάμψουμε αυτή την ένσταση αναγνωρίζοντας στον Ρίτσο ότι, εδώ, με το «εμείς» δεν εννοεί στενά τον εαυτό του ως ποιητή, ή όσους άλλους ποιητές είναι κομμουνιστές, αλλά τους κομμουνιστές στο σύνολό τους, οι οποίοι, με το «τραγούδι» τους, με τον λόγο τους γενικά, επιδιώκουν την επέλευση μιας αταξικής κοινωνίας.

Ακόμη όμως και τότε, όταν κάποιος λέει «εμείς δεν κάνουμε το Α αλλά το Β», με αυτό και μόνο ξεχωρίζει τον εαυτό του από κάποιους άλλους που κάνουν το Β.

Η κατακλείδα λοιπόν του ποιήματος μοιάζει με μία γάτα που προσπαθεί να πιάσει την ουρά της, αλλά διαρκώς αποτυγχάνει διότι, καθώς μετακινείται αυτή, μετακινείται αντιστοίχως και η ουρά. Χωρίζει τους ανθρώπους, αλλά επιπλέον δηλώνει μετά ότι ο χωρισμός αυτός γίνεται με κριτήριο την επιθυμία συνένωσης. Εμείς ενώνουμε τον κόσμο, εκείνοι τον χωρίζουν.

Αλλά οι «εκείνοι» περιλαμβάνονται άραγε σε αυτόν τον «κόσμο» τον οποίο οι εμείς θέλουν να ενώσουν, ή όχι;

Αν ναι, τότε η προηγούμενη διάκριση χάνει το νόημά της. Αν όχι, τότε η διακήρυξη περί επιθυμίας «σμιξίματος» είναι ανειλικρινής, διότι δεν περιλαμβάνει όλον τον κόσμο.

Και αν εκείνοι δεν θέλουν να «σμίξουν», (όπως είναι και πιθανό, αφού θέλουν να ξεχωρίζουν), τι γίνεται; Θα τους σμίξουμε με το ζόρι; Ή θα τους αφήσουμε να ξεχωρίζουν, ώστε έτσι ο «κόσμος» να καταλάβει ότι ξεχωρίζουμε επειδή δεν θέλουμε να ξεχωρίζουμε;

Άρα λοιπόν, πάντοτε χρειάζονται περισσότερα.

Αλλά ίσως αυτή η έλλειψη να είναι ακριβώς η αιτία της επιμονής και της γοητείας του ποιήματος/ τραγουδιού όλα αυτά τα χρόνια: σε όλες τις εποχές υπάρχουν άνθρωποι που πελαγώνουν μέσα στις διαδρομές του σημαίνοντος· σε όλους μας φτάνει μία στιγμή που νιώθουμε ανήμποροι απέναντι στον μεγάλο Άλλο. Τότε είναι που ανακτά τη γοητεία της η υπόσχεση για την ασφάλεια και τη θαλπωρή μιας κοινότητας που έρχεται και που είναι απαλλαγμένη από τα δεινά της παρεξήγησης, της ακατανοησίας, της αμφισημίας. Η διαρκής διάψευση και αναβολή αυτής της επέλευσης μπορεί να συντείνει στην εμμονή αυτής της φαντασίωσης εξίσου όσο και στην παραίτηση απ’ αυτή.

images (1)

Κλασσικό

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.