του Άκη Γαβριηλίδη

Στο πλαίσιο της συζήτησης που διεξάγεται στην Κύπρο με αφορμή το πολλοστό «σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού», αλλά και ειδικότερα την καθιέρωση εορτασμού της επετείου μιας συλλογής υπογραφών του 1950 μετά από πρόταση των νεοναζιστών στην ελληνοκυπριακή βουλή (την οποία ψήφισαν τα άλλα κόμματα εκτός του ΑΚΕΛ), υποστηρίχθηκε πρόσφατα σε ηλεκτρονική ανάρτηση ότι Ο εθνομηδενισμός γεννά εθνικισμό. Ανάλογες «ερμηνείες», με διαφορετικές διατυπώσεις και αφορμές, έχουν υποστηριχθεί στο παρελθόν και στην Ελλάδα για την άνοδο της Χρυσής Αυγής και για συναφή φαινόμενα.

Στο παρόν σημείωμα θα αποδείξω γιατί η απόδοση του εθνικισμού στον «εθνομηδενισμό» είναι μια εξήγηση τελείως εσφαλμένη και πρωθύστερη, χωρίς την παραμικρή ερμηνευτική αξία. Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Η κατά υπερήφανη δήλωσή της «στρέιτ και Ελληνίδα» Ουρανία Μιχαλολιάκου, με το γνωστό βίντεο που γύρισε, έκανε μία φιλότιμη απόπειρα να απευθυνθεί σε ένα ευρύτερο ακροατήριο πέρα από τους γνωστούς ηλιθίους με τα φουσκωμένα μπράτσα και μυαλά στους οποίους μέχρι τώρα περιοριζόταν η απήχησή της. Ωστόσο, το μόνο που κατάφερε ήταν να μας δώσει ακόμα ένα παράδειγμα για τις ανυπέρβλητες δυσκολίες και αδιέξοδα που συναντά ο ρατσιστικός/ σεξιστικός λόγος κάθε φορά που επιχειρεί να υποδυθεί την καθολικότητα, ενώ είναι ο ορισμός του ιδιομορφισμού [particularism]. Αυτός ο «διπλός δεσμός» του ρατσιστικού λόγου έχει ως αποτέλεσμα ένα αρνητικό δίπορτο: προσπαθώντας να γίνει κάπως γενικότερα αποδεκτός, αναγκάζεται να αποδεχθεί κάποιες γενικότερες αρχές και κριτήρια, τα οποία όμως διαλύουν και ακυρώνουν την ουσία του.

Στο λογύδριό της, η κα Μιχαλολιάκου απευθύνει παράπονο προς τις Ελληνίδες αντιρατσίστριες που δεν την αγαπάνε όσο αγαπάνε τις μετανάστριες, και τις καταγγέλλει για «υποκρισία» (αυτό είναι Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, που πέθανε σήμερα πρόωρα, ήταν μία ασυνήθιστη και ίσως μοναδική περίπτωση μεταξύ των Ελλήνων καλλιτεχνών του 2ου μισού του 20ού αιώνα. Ήταν ένας συνθέτης που είχε γίνει αποδεκτός στον κανόνα, ίσως όχι των «μεγάλων μας συνθετών» (αυτοί άλλωστε έχει κατοχυρωθεί πλέον ότι είναι μόνο δύο τον αριθμό, άντε και μερικοί «επίγονοι» που όμως δεν φτάνουν το μεγαλείο των πρώτων), αλλά πάντως των συνθετών που είναι αγαπητοί και αναγνωρίσιμοι σχεδόν από όλους. Σε βαθμό που να αποκαλείται με το (ομολογουμένως σπάνιο) μικρό του όνομα και να καταλαβαίνουμε όλοι για ποιον μιλάμε.

Σε αντίθεση με όσους άλλους μπορώ να σκεφτώ, όμως, ο Κηλαηδόνης έγινε δεκτός μεταξύ του έστω διευρυμένου αυτού κύκλου χωρίς το έργο –ή ο λόγος- του να έχει την παραμικρή αναφορά στην ελληνικότητα, μέσα στην οποία κολυμπούσαν από την αρχή ως το τέλος οι «μεγάλοι μας». Αν Read More

του Τζόρτζιο Αγκάμπεν[i]

Οι τσιγγάνοι κάνουν την εμφάνισή τους στη Γαλλία κατά τις πρώτες δεκαετίες του 15ου αιώνα, σε μια περίοδο πολέμων και αταξίας, υπό μορφή συμμοριών[ii] που έλεγαν ότι προέρχονται από την Αίγυπτο και υπό την ηγεσία ατόμων που αυτοπροσδιορίζονταν ως ηγεμόνες in Egypto parvo ή κόμητες in Egypto minori:

Το 1419 μαρτυρούνται οι πρώτες ομάδες τσιγγάνων στο έδαφος της σημερινής Γαλλίας … στις 22 Αυγούστου 141, εμφανίζονται στην κωμόπολη του Σατιγιόν-αν-Ντόμπ, την επομένη η ομάδα φτάνει στο Σαιν Λωράν ντε Μακόν, σε απόσταση έξι λευγών, υπό τις διαταγές κάποιου Αντρέα, δούκα της μικρής Αιγύπτου … Τον Ιούλιο του 1422 μία ακόμα πιο πολυμελής συμμορία κατεβαίνει προς την Ιταλία … τον Αύγουστο του 1427, οι τσιγγάνοι εμφανίζονται για πρώτη φορά στις πύλες του Παρισιού, έχοντας διασχίσει την εμπόλεμη Γαλλία … Η πρωτεύουσα έχει καταληφθεί από τους Άγγλους, και όλο το Ιλ ντε Φρανς κατακλύζεται από ληστές. Κάποιες ομάδες τσιγγάνων, οδηγημένοι από δούκες ή κόμητες in Egypto parvo ή in Egypto minori διασχίζουν τα Πυρηναία και φτάνουν μέχρι τη Βαρκελώνη (François de Vaux de Foletier, Les Tsiganes dans lancienne France).

 Στην ίδια λίγο πολύ περίοδο τοποθετούν οι ιστορικοί τη γέννηση της αργκό, ως μυστικής γλώσσας των coquillards και άλλων συμμοριών κακοποιών που ευημερούν κατά τα ταραγμένα χρόνια που σημαδεύουν το πέρασμα από τη μεσαιωνική κοινωνία στο νεωτερικό κράτος: «Και είναι αληθές ότι οι προαναφερθέντες coquillards χρησιμοποιούν μεταξύ τους μία μυστική γλώσσα [langage exquis], την οποία οι άλλοι δεν μπορούν να καταλάβουν εάν δεν τους την διδάξει κανείς και μέσω αυτής της γλώσσας αναγνωρίζουν όσους ανήκουν στην εν λόγω Coquille» (κατάθεση του Περρενέ στη δίκη των coquillards).

Βάζοντας απλώς δίπλα δίπλα τις πηγές που αφορούν τα δύο αυτά γεγονότα, η Άλις Μπέκερ-Χο κατόρθωσε να πραγματοποιήσει το πρόταγμα του Μπένγιαμιν να γράψει ένα πρωτότυπο έργο που να αποτελείται σχεδόν στο σύνολό του από παραθέματα. Η θέση του βιβλίου είναι εκ πρώτης όψεως Read More

 

των Ερίκ Αλλιέζ – Μαουρίτσιο Λατζαράτο[i]

Η οξυδέρκεια του Κλάουζεβιτς θα τεθεί σε δοκιμασία χάρη σε ένα από τα μείζονα πολιτικά και στρατιωτικά συμβάντα της γαλλικής επανάστασης: την επανάσταση των νέγρων, που αποσπά το κόσμημα της γαλλικής αποικιακής αυτοκρατορίας, τη νήσο του Αγίου Δομήνικου. Η οποία ήταν επίσης, ούτε λίγο ούτε πολύ, η πιο πλούσια αποικία στον κόσμο[1]. Έτσι, είναι πιθανό να πρόκειται εδώ για το πλέον θεμελιώδες συμβάν της επανάστασης εξαιτίας της δύναμης κατεδάφισης (για να μιλήσουμε ντελεζιανά) που κομίζει: με αυτό, το αδιανόητο εισβάλλει αιφνιδιαστικά στην Ιστορία και την κάνει παγκόσμια σε μια επαναστατική προοπτική.

Η πρώτη νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση είναι μία επανάσταση σκλάβων. Αφού η γαλλική δημοκρατία αναγκάστηκε να αναγνωρίσει αυτό το τετελεσμένο γεγονός, η επανάσταση όχι μόνο αντιστάθηκε στα στρατεύματα που απέστειλε στο νησί το 1801 ο Ναπολέων για να αποκαταστήσουν την τάξη και τη δουλεία του Μαύρου Κώδικα[2], αλλά και τα κατανίκησε (προκαλώντας 50.000 νεκρούς –δηλαδή πολύ περισσότερους από τις γαλλικές απώλειες στη μάχη του Βατερλώ), όπως είχε Read More

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Η δημόσια δήλωση συγνώμης του Αδώνιδος Γεωργιάδη προς την εβραϊκή κοινότητα για την αντισημιτική ρητορεία που χρησιμοποίησε στο παρελθόν, είναι το ισχυρότερο πλήγμα που έχει δεχθεί ο διάχυτος ρατσισμός της νεοελληνικής κοινωνίας μετά την ανάδυση του «πατριωτισμού της αλληλεγγύης» (υιοθετώ εδώ τον όρο του Ευθύμιου Παπαταξιάρχη) σε σχέση με την υποδοχή των Σύρων προσφύγων. Και εξίσου όσο και εκείνη, προσφέρεται για εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τον νεολληνικό ρατσισμό, αλλά και αντιρατσισμό.

Για το πρώτο: η δήλωση αυτή αποτελεί πλήγμα διότι, πρώτα απ’ όλα, είναι μία αρκετά σπάνια ενέργεια στο πολιτικό τοπίο της Ελλάδας. Δεν μπορώ να θυμηθώ πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας Έλληνας πολιτικός –ή και μη πολιτικός, εδώ που τα λέμε- βγήκε δημόσια και αναθεώρησε μία στάση που είχε ακολουθήσει με ιδιαίτερη επιμονή επί πολλά χρόνια και η οποία ουσιαστικά είχε διαμορφώσει τη φυσιογνωμία του. Ακόμα και το αρκετά μακρινό πλέον mea culpa του Ανδρέα Παπανδρέου, αφορούσε μία στιγμιαία ήσσονος σημασίας απόφαση. Ένας Ανδρέας χωρίς Νταβός, είναι πάντα ο Ανδρέας. Ένας Άδωνις μη αντισημίτης όμως είναι ένας άλλος Άδωνις.

Αυτή η μεταστροφή αποκτά επιπλέον μεγαλύτερη αξία σε μια χώρα όπου η δήλωση μετανοίας, σε όλο το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, υπήρξε συνώνυμο του εξευτελισμού και της παραίτησης· ένα «τρόπαιο» που αποτέλεσε επί δεκαετίες επίδικο αντικείμενο της πιο λυσσώδους πολιτικής (αλλά και στρατιωτικής) αντιπαράθεσης και έδωσε αφορμή για τη δημιουργία τερατωδών και μαζικότατων μηχανισμών διοικητικής καταστολής. Η δε πραγματοποίηση τέτοιας δήλωσης βιώθηκε συχνά ως κάτι τρομερά επαίσχυντο και ταπεινωτικό, ένας οιονεί πολιτικός θάνατος.

Σε ένα τέτοιο φόντο, η αυτόβουλη και χωρίς καμία πίεση δημόσια δήλωση αναθεώρησης της προηγούμενης κοσμοθεωρίας αποκτά μεγαλύτερη αξία, το δε ρήγμα και η σύγχυση που προκαλεί στο μέχρι τώρα συμπαγές αντισημιτικό στρατόπεδο είναι αξιοσημείωτη.

Image result for mea culpa

Αυτό τώρα το οποίο προσφέρεται για συμπεράσματα, είναι η τρομερή δυσπιστία και απόρριψη η οποία εκφράστηκε από πολλούς στα κοινωνικά μέσα για τη δήλωση αυτή, και ειδικότερα για την «ειλικρίνειά» της.

Η δυσπιστία αυτή αποτελεί φυσικά έκφραση μίας γενικότερης κρίσης εμπιστοσύνης που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης. Οι άνθρωποι –ασφαλώς για υπαρκτούς και κατανοητούς λόγους- έχουν πλέον πολύ λίγα αποθέματα υπομονής και κατανόησης, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια ο ένας στον άλλο, αλλά με την πρώτη ευκαιρία εκρήγνυνται, ή απλώς παραμένουν κουμπωμένοι και αρνούνται να αφεθούν και να πιστέψουν σε κάτι.

Αυτή είναι η συγκυριακή και «διαθετική» περιγραφή της δυσκολίας. Η πιο μόνιμη και μεθοδολογική της διατύπωση όμως είναι η επίμονα εδραιωμένη, και πριν την κρίση, ουσιοκρατία, και ο ιδεαλισμός με τον οποίο αντιμετωπίζουν όλοι τις πολιτικές αποφάνσεις, παραγνωρίζοντας σκανδαλωδώς τον επιτελεστικό χαρακτήρα τους και εμμένοντας σε έναν δυισμό λόγων και έργων.

Ο ιδεαλισμός αυτός εκδηλώνεται ως μανιώδης διερώτηση περί του «αληθούς περιεχομένου» κάθε δήλωσης, και εν προκειμένω ως διερώτηση περί του αν ο δηλών «έχει πραγματικά μεταμεληθεί» ή το κάνει μόνο «για να κερδίσει ψήφους». Εάν συμβαίνει το δεύτερο, η αυτονόητη συνεπαγωγή είναι ότι πρέπει να κλείσουμε τα αυτιά μας στη δήλωση αυτή, ως άλλοι Οδυσσείς απέναντι στο τραγούδι των Σειρήνων, και να συνεχίσουμε την μοναχική μας πορεία απαράλλαχτη όπως και πριν.

Η προσέγγιση αυτή είναι μία πολιτικά αυτοκτονική ένδειξη αναλφαβητισμού. Τα λόγια –ιδίως οι πολιτικές δηλώσεις- δεν είναι ποτέ χωρίς συνέπειες, όπως έχω γράψει και στο παρελθόν με άλλη αφορμή. Η αποτελεσματικότητα των πολιτικών –και των μη πολιτικών εξάλλου- λεκτικών πράξεων δεν εξαρτάται από την ειλικρίνειά τους. Αυτήν άλλωστε είναι αδύνατο να τη γνωρίσουμε με βεβαιότητα, παρεκτός εάν είμαστε ο ψυχαναλυτής ή ο εξομολογητής του ενδιαφερομένου (μερικές φορές ούτε και τότε). Ιδίως μάλιστα όταν πρόκειται, ακριβώς, για μία συγνώμη, η οποία είναι ένα από τα πιο τυπικά παραδείγματα επιτελεστικότητας.

Δεν αποκλείεται, πράγματι, τα εσώτερα κίνητρα αυτής της συγκεκριμένης συγνώμης του Γεωργιάδη να είναι η επιθυμία του να κερδίσει ψήφους. Και λοιπόν; Εάν είναι έτσι, τόσο το καλύτερο: νικήσαμε! Αυτό δείχνει ότι ο αντισημιτισμός έχει υποχωρήσει στην κοινωνία· φέρνει πλέον λιγότερες ψήφους απ’ όσες φέρνει η απάρνησή του.
Το αντίθετο θα σήμαινε αριστερή μελαγχολία και συντηρητισμό: όποιος υπήρξε μέχρι τώρα ρατσιστής, θα παραμείνει –και πρέπει να παραμείνει- για πάντα ρατσιστής· δεν θέλουμε να μετασχηματιστεί, γιατί τότε δεν θα μπορούμε να τον καταγγέλλουμε και να αναδεικνυόμαστε εμείς ως οι μόνοι συνεπείς αντιρατσιστές.

Βέβαια, ο χαρακτηρισμός της μελαγχολίας αυτής ως «αριστερής» είναι συζητήσιμος. Διότι υπάρχουν διάφορα άτομα και χώροι τής (εξωκοινοβουλευτικής ιδίως) αριστεράς, οι οποίοι βαρύνονται με αρκετές –για να το πούμε κομψά- ατυχείς διατυπώσεις σχετικές με τους Εβραίους, και οι οποίοι μέχρι στιγμής δεν έκαναν κάποια χειρονομία ανάλογη με του Γεωργιάδη, έστω και ανειλικρινή.

Από την άποψη της αντιρατσιστικής πολιτικής, λοιπόν, η συγνώμη αυτή είναι μία σημαντική επιτυχία, και ένα εξαιρετικό εργαλείο για τη συνέχιση της προσπάθειας. Ακόμη και αν ευσταθεί το σενάριο ότι ο συγκεκριμένος «από μέσα του» παραμένει αντισημίτης, είναι θαυμάσιο νέο ότι παραμένει, ακριβώς, από μέσα του και ντρέπεται να το δηλώσει και απ’ έξω. Δεν κερδίζουμε τίποτα με το να απορρίπτουμε και να λογοκρίνουμε τη δήλωσή του στη βάση της «ασυνέπειάς» της με προηγούμενες δηλώσεις. Αντιθέτως, έχουμε κάθε λόγο να αξιοποιήσουμε αυτή την ένταση και την ασυνέπεια ως εργαλείο για να ξηλώσουμε το πλεκτό· για να κάνουμε και τους υπόλοιπους ρατσιστές να ντρέπονται για το ρατσισμό τους.

 

της Τζούντιθ Μπάτλερ

 

Ας θυμηθούμε ότι τον Ντόναλντ Τραμπ τον ψήφισε λιγότερο από το ένα τέταρτο της αμερικανικής κοινωνίας, και ότι γίνεται πρόεδρος χάρη στο παρωχημένο εκλογικό σύστημα και μόνο. Δεν πρέπει να φανταστούμε ότι έχει κάποια διαδεδομένη λαϊκή υποστήριξη. Υπάρχει διαδεδομένη απογοήτευση με τη συμμετοχική πολιτική, και υπάρχει σοβαρή δυσπιστία και για τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα των ΗΠΑ. Αλλά η Χίλαρι Κλίντον πήρε περισσότερες ψήφους από τον Τραμπ. Έτσι, όταν ρωτάμε τι υποστήριξη έχει ο Τραμπ, ρωτάμε πώς μια μειοψηφία στις Ηνωμένες Πολιτείες κατόρθωσε να φέρει τον Τραμπ στην εξουσία. Μιλάμε για ένα έλλειμμα δημοκρατίας, όχι για μια κοσμοπλημμύρα.

Δική μου αίσθηση είναι ότι ο Τραμπ απελευθέρωσε μια οργή που έχει πολλά αντικείμενα και πολλές αιτίες, και μάλλον θα πρέπει να είμαστε δύσπιστοι απέναντι σε όσους ισχυρίζονται ότι ξέρουν την πραγματική αιτία και το μοναδικό της αντικείμενο. Η οικονομική ερήμωση και η απογοήτευση, η απώλεια της ελπίδας μπροστά σε ένα οικονομικό μέλλον και σε οικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς χειρισμούς που αποδεκατίζουν ολόκληρες κοινότητες, είναι σίγουρα σημαντική. Εξίσου σημαντική όμως η αυξανόμενη δημογραφική πολυπλοκότητα των Ηνωμένων Πολιτειών, και οι μορφές ρατσισμού –παλιές και νέες.

 

Ο Τραμπ ως φασίστας;

Ίσως είναι η στιγμή να διακρίνουμε μεταξύ παλαιών και νέων φασισμών. Βασικό σημείο αναφοράς Read More