του Άκη Γαβριηλίδη
Ανάλογα με τις εκάστοτε εξελίξεις στο παρόν, αλλάζει και το παρελθόν.
Ίσως πει κανείς ότι δεν αλλάζει το ίδιο το παρελθόν, αλλά η σχέση μας με αυτό. Σωστό, αλλά μικρή διαφορά κάνει. Το παρελθόν δεν είναι μία ουσία, αλλά, ακριβώς, η σχέση –oι ενδεχομένως πολλές σχέσεις- που κάθε φορά εγκαθιδρύουμε με όσα έγιναν παλιά.
Ένα σχετικό παράδειγμα είναι το Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου, το οποίο έχει ως θέμα του την αιχμαλώτιση της νομαδικής πολεμικής μηχανής από το κράτος, το οποίο την στρατολογεί για τους δικούς του σκοπούς. Τα σύντομα διηγήματα της συλλογής διαδραματίζονται όλα την περίοδο του μεσοπολέμου, αλλά γράφτηκαν μόνο τώρα.
Η σχέση μας λοιπόν με τον μεσοπόλεμο, και η συνομιλία μας με αυτόν, αλλάζει κατά τον εξής τρόπο: καθώς απομακρυνόμαστε από τον «ακροπόλεμο», τη δεκαετία του 1940, χαλαρώνει η λαβή που ασκούν πάνω μας όσα συνέβησαν τότε. Τα οποία, στην περίπτωση της Ελλάδας, δεν περιλάμβαναν έναν πόλεμο αλλά δύο· ο ένας με διεθνική και ο άλλος με ενδοεθνική διάσταση[1].
Οι εντυπώσεις και η επίδραση των γεγονότων αυτών των δύο πολέμων επί πολύ καιρό ήταν καταλυτικές στα μυαλά των ανθρώπων. Όσο και αν –ή ακριβώς επειδή- η δημόσια ομιλία για αυτά ήταν λογοκριμένη και συνεπαγόταν κινδύνους.
Μετά τη δεκαετία του 80, και τις τεκτονικές μεταβολές που προκλήθηκαν σε αυτό το καθεστώς – κωδικοποιημένες θεσμικά στον όρο «αναγνώριση της εθνικής αντίστασης»-, καθώς η πλήρης απαγόρευση άρθηκε, στον αντίστοιχο βαθμό ελαττώθηκε και η αποκλειστική επικέντρωση στα γεγονότα αυτά· ο εμφύλιος, και η διαιρετική του τομή, έπαψαν να αποτελούν τη μόνη εστίαση και το μόνο φίλτρο ανάγνωσης.
Βέβαια, δεν λείπουν εκείνοι που συνέχισαν –ή ξανάρχισαν, μετά το κηρυγμένο επανειλημμένα από τους ίδιους «τέλος της μεταπολίτευσης»- να μιλάνε ως φερέφωνα ενός από τα δύο στρατόπεδα του εμφυλίου, σαν να βρισκόμαστε ακόμη στη δεκαετία του 50. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο γραφικός απόγονος του βασανιστή της Μακρονήσου Σκαλούμπακας. Στο πιο ακαδημαϊκό, ο Στάθης Καλύβας. Εμείς οι υπόλοιποι, όμως, έχουμε διαπιστώσει ότι μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τον μεσοπόλεμο ως ένα πεδίο αυτοτελών δυνητικοτήτων, όχι ως ένα σύνολο γεγονότων τα οποία τελεολογικά προετοίμαζαν (και έπαιρναν το νόημά τους από) την δυική πόλωση της περιόδου 1945-1981.
Έχουμε ειδικότερα διαπιστώσει ότι μπορούμε, και πρέπει, να αντιμετωπίζουμε όλες αυτές τις συγκρούσεις όχι ως μια υπόθεση που αφορά την «ολοκλήρωση» του έθνους και τον εν συνεχεία διχασμό του, όχι ως μια διαπάλη ανάμεσα σε όσους επιθυμούσαν τον Χ τύπο κράτους έναντι του Ψ (μοναρχικό έναντι κοινοβουλευτικού, σοσιαλιστικό έναντι αστικού), αλλά ως διαπάλη ανάμεσα στην επιθυμία του κράτους ως τέτοια και την επιθυμία τού μη κράτους –ή την μη επιθυμία του κράτους, την τέχνη να μένεις ακυβέρνητος, να κρατάς το κράτος σε απόσταση.
Η τέχνη αυτή δεν συνδέεται απαραίτητα με τον αναρχισμό ή έστω με κάποιον ριζοσπαστισμό. Τη συνειδητοποίηση ότι η συγκρότηση του έθνους-κράτους είναι θανατηφόρα, και κουβαλάει μαζί της τον ορίζοντα της αλληλοσφαγής, εκφρασμένης μάλιστα ως ανθρωποφαγίας, την βρίσκουμε στον θεωρούμενο και «εθνικό ποιητή» Γιώργο Σεφέρη, όπου μάλιστα συνδέεται ρητά με τον μεσοπόλεμο.
μπήκαμε όλοι μέσα στην Ελλάδα, κλειδώσαμε τις πόρτες και πετάξαμε τα κλειδιά στο Αιγαίο. Και τώρα … τώρα ετοιμαζόμαστε να φάει ο ένας τον άλλον[2].
Καημένη Ελλάδα. Αρχίζω να σκέπτομαι σοβαρά –και είναι φριχτά βασανιστική αυτή η σκέψη- πως, ύστερ’ από την πρωτοφανή συγκέντρωση του Ελληνισμού στον ελλαδικό χώρο (τον καιρό του μεσοπολέμου), μόνο η δυνατότητα μιας καινούριας διασποράς θα επιτρέψει στους Έλληνες να κάμουν κάτι. Σήμερα βλέπει κανείς καθαρά τα ψυχολογικά συμπτώματα πειναλέων ναυαγών σε μια ξυλάρμενη σχεδία. Γυρεύουν να φάει ο ένας τον άλλον: Le Radeau de la «Méduse»[3].
Έχουμε λοιπόν συνειδητοποιήσει ότι μπορούμε, και πρέπει, να μην αντιμετωπίζουμε π.χ. τον Ίωνα Δραγούμη –ή και την Μεγάλη Ιδέα, ή τον αντιβενιζελισμό- ως πρόπλασμα της ακροδεξιάς, τον δε Ελευθέριο Βενιζέλο ως πρόδρομο του φιλελευθερισμού, της κεντροαριστεράς ή/ και του εκσυγχρονισμού. Κυρίως, να μην αντιμετωπίζουμε τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους ως μια αυτονόητα ευεργετική νομοτελειακή εξέλιξη ιστορικής προόδου, αλλά ως ένα απρόβλεπτο ενδεχομενικό συμβάν· ένα συμβάν το οποίο εκείνοι που αποτέλεσαν τον «ελληνικό λαό», ή μεγάλο μέρος αυτών, δεν επεδίωκαν ούτε ανέμεναν, και όταν ήρθε δεν τους ενθουσίασε ιδιαίτερα.

[1] Πράγμα άλλωστε που ίσχυσε και για την άλλη «άκρη», τον πρώτο πόλεμο.
[2] Έξι νύχτες στην Ακρόπολη, Ερμής 2010 [1974], σ. 131· η έμφαση στο πρωτότυπο.
[3] Μέρες Ε΄, 3/8/46. Η έμφαση δική μου.
Πρώτη δημοσίευση: Θράκα