των Τζον Σόλομον και Πήτερ Μπάττον
Το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, οι Εβραίοι ήταν κυριολεκτικά αποκλεισμένοι από τα άτυπα δίκτυα και τους δημόσιους θεσμούς που ήταν υπεύθυνοι για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Η βαθιά διείσδυση του Τζέφφρυ Έπστιν σε αυτά τα δίκτυα είναι ενδεικτική μιας πολύ ευρύτερης εξέλιξης στον χριστιανικό αντισημιτισμό και τον χριστιανικό σιωνισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η περίοδος κατά την οποία μεγάλωσα στη Βοστώνη, τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, ήταν κατά βάση η κατάληξη αυτού που θα αποκαλούσα ανοιχτά σφοδρό αντισημιτισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ήταν μια εποχή κατά την οποία οι Εβραίοι εξακολουθούσαν να αποκλείονται ανοιχτά τόσο από τους επίσημους θεσμούς όσο και από τα άτυπα δίκτυα που συνιστούσαν την κυριαρχία των WASP (WASP = White Anglo-Saxon Protestant, Λευκοί Αγγλοσάξονες Προτεστάντες) στην ανατολική ακτή, οι οποίοι ουσιαστικά έλεγχαν βασικούς τομείς της ελίτ κουλτούρας.
Ειδικότερα, οι Εβραίοι ήταν αποκλεισμένοι από τα ανερχόμενα δίκτυα που σχετίζονταν με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, τα οποία αναπτύχθηκαν το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες κατακτούσαν νίκες σε δύο ευρωπαϊκούς παγκόσμιους πολέμους για να καταλάβουν μια θέση παγκόσμιας ηγεμονίας. Τα δίκτυα από τα οποία αποκλείονταν οι Εβραίοι κάλυπταν τα πρώτα think tank όπως το CFR (Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων) και το IPR (Ινστιτούτο Σχέσεων του Ειρηνικού), τους νεοσύστατους θεσμούς του Κράτους Εθνικής Ασφάλειας μέχρι και τη δημιουργία της CIA, καθώς και σημαντικά τμήματα της Wall Street.
Ενώ οι Εβραίοι συνέχισαν να αποκλείονται από το Εθνικό Κράτος Ασφαλείας κατά το μεγαλύτερο μέρος του Ψυχρού Πολέμου, όσοι Εβραίοι που ήταν πρόθυμοι να ξεκόψουν οριστικά από τον σοσιαλισμό ενσωματώθηκαν σταδιακά στις ελίτ της εξωτερικής πολιτικής της ανατολικής ακτής, κυρίως μέσω της ακαδημαϊκής κοινότητας, του Χόλλυγουντ και της Ουώλ Στρητ.
Η τριανδρία αυτή είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για την παραγωγή συναίνεσης προς την αυτοκρατορική εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Χάρη στη συντριπτική κυριαρχία της διαχείρισης της εικόνας στη διασταύρωση χρηματοοικονομίας, κινηματογραφικής βιομηχανίας και ακαδημίας, έχω ονομάσει αυτή τη σύμπλεξη «The Imperial Spectacle Corp.» (Η Αυτοκρατορική Εταιρεία Θεάματος). Ο Nόουμ και ο Τζέφφρυ ήταν και οι δύο βαθιά μπλεγμένοι στην Imperial Spectacle Corp, αν και με φαινομενικά αντίθετους τρόπους.
Πριν επτά χρόνια, δημοσίευσα ένα άρθρο σχετικά με το ρόλο της εταιρικής σχέσης Εβραίων και WASP κατά την ανάπτυξη των Περιοχικών Σπουδών [Area Studies]. Ένα από τα σημαντικότερα σημεία εισόδου μέσω των οποίων οι Εβραίοι ενσωματώθηκαν στις ελίτ της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η εταιρική σχέση Εβραίων και WASP που παγιώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1940 ήταν το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο οι ιδρυτικοί αποκλεισμοί του αντικομμουνισμού και του μίσους για τους μαύρους [anti-blackness] που καθόρισαν τις νέες Περιοχικές Σπουδές που γεννήθηκαν στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου επικαιροποιήθηκαν και άρχισαν να έχουν πέραση. Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, το έργο που επιτελούσαν οι Εβραίοι και οι WASP μελετητές στις Περιοχικές Σπουδές είχε διαρκή εμμονή με το ερώτημα πώς να συνδέσουμε τα ζητήματα των εγχώριων μειονοτήτων με τη διαχείριση του παγκόσμιου αυτοκρατορικού πληθυσμού, αποτρέποντας ταυτόχρονα τη σύγκλιση μεταξύ του σοσιαλισμού και των στοιχείων που απειλούσαν την παγκόσμια λευκή ηγεμονία.
Η φήμη του Nόουμ Τσόμσκυ ως ετερόδοξου διανοούμενου εδραιώθηκε κυρίως μέσα από την κριτική του προς την αμερικανική αυτοκρατορία. Όπως πολλοί έχουν επισημάνει όλα αυτά τα χρόνια, η ανοιχτή και επίμονη απόρριψή του προς τον σοσιαλισμό/κομμουνισμό συνέβαλε στον τρόπο με τον οποίο η ετερόδοξη πολιτική του στάση γινόταν διακριτικά ανεκτή –όχι χωρίς εντάσεις και προσπάθειες αποκλεισμού- από τις εξουσιαστικές ελίτ των ΗΠΑ. Αυτό όμως που ίσως γινόταν πολύ λιγότερο κατανοητό μέχρι πολύ πρόσφατα είναι ο τρόπος με τον οποίο το μίσος για τους μαύρους αποτελεί αναπόσπαστο συστατικό του αντικομμουνισμού των ΗΠΑ, ακόμη και στην φιλελεύθερη εκδοχή του.
Παρά τις κριτικές του Τσόμσκυ προς τον αμερικανικό ρατσισμό, αυτό που πραγματικά έκανε τον Τσόμσκυ «συμβατό με την αυτοκρατορία» ήταν ο τρόπος με τον οποίο η θεωρητικοποίηση της γλώσσας που άρχισε να αναπτύσσει στο MIT τη δεκαετία του 1950 ταίριαζε με τις προϋποθέσεις σχετικά με την μετααποικιακή κυριαρχία και την αυτοκρατορική διαχείριση του πληθυσμού που αναπτύχθηκαν αρχικά στις Περιοχικές Σπουδές (ιδιαίτερα στις Ιαπωνικές Σπουδές) και στη συνέχεια τέθηκαν σταδιακά σε πρακτική εφαρμογή με την εδραίωση της Pax Americana στα τέλη της δεκαετίας του 1940.
Αν και ο ίδιος ο Τσόμσκυ δεν ανήκε ποτέ στις θεσμικές Περιοχικές Σπουδές, το έργο του πάνω στη γλώσσα, όπως και οι επικρίσεις του προς την αυτοκρατορική εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, επαναλάμβανε πολλές από τις παραδοχές σχετικά με τη γλώσσα, τους λαούς και την κουλτούρα που ήταν κεντρικές για τη διαχείριση πληθυσμών στο πλαίσιο της Pax Americana. Επιπλέον, τα πολιτικά του κείμενα σχετικά με την αμερικανική αυτοκρατορία επικαλύπτονταν σε μεγάλο βαθμό με το πεδίο των Περιοχικών Σπουδών, αν και από μια κριτική προοπτική.
Υποψιάζομαι ότι το σημείο σύγκλισης μεταξύ του Nόουμ και του Τζέφφρυ, παρά τις σημαντικές γενεακές και πολιτικές διαφορές τους, βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σύνολο παραδοχών σχετικά με τη γλώσσα, τους λαούς και την κουλτούρα, οι οποίες θα επέτρεπαν στους Εβραίους των ΗΠΑ να ενσωματωθούν σταδιακά στους μέχρι τότε αποκλειστικά WASP κύκλους της ελίτ της εξωτερικής πολιτικής.
Η ένταξη των Εβραίων στα δίκτυα της ελίτ της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής –τα οποία, χρειάζεται πάντα να το τονίζουμε, δεν έχουν ΠΟΤΕ υποβληθεί σε πραγματικά αποτελεσματικό δημοκρατικό έλεγχο– χονδρικά συμπίπτει με την ταύτιση της αποικιακής αυτοκρατορίας των ΗΠΑ με την ισραηλινή εποικιοκρατία [settler colonialism], η οποία άρχισε να «μπετονάρεται» αμετάκλητα μετά τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το 1973. Ενώ οι Εβραίοι των ΗΠΑ κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 δεν είχαν ποτέ ταυτιστεί ομοιόμορφα με το Ισραήλ, και πολύ περισσότερο δεν είχαν αναγνωρίσει στο Ισραήλ το δικαίωμα να μιλάει εκ μέρους των Αμερικανών Εβραίων, μέχρι τη δεκαετία του 1980 η εβραϊκή μειονότητα στην Αμερική υφίστατο μια τεράστια πολιτική μεταμόρφωση. Όχι μόνο οι Εβραίοι εγκατέλειπαν το Δημοκρατικό Κόμμα για να ενταχθούν μαζικά στους νεοσυντηρητικούς Ρεπουμπλικάνους του Ρέιγκαν, αλλά άρχισαν και να ταυτίζονται όλο και περισσότερο με την εποικιοκρατική εκδοχή του σιωνισμού που είχε κυριαρχήσει στην πολιτική και θρησκευτική ζωή του Ισραήλ. Ο συνδυασμός σοσιαλιστικής πολιτικής στράτευσης και αντιεθνικιστικής θρησκευτικής στάσης της διασποράς που είχε χαρακτηρίσει μεγάλο μέρος της εβραϊκής κουλτούρας στις ΗΠΑ αντικαταστάθηκε διακριτικά αλλά οριστικά από τη σύγκλιση μεταξύ της αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας των ΗΠΑ και του ισραηλινού εποικιοκρατικού σιωνισμού.
Με όρους των πολιτικών τους θέσεων σε σχέση με τον ισραηλινό εποικιοκρατικό σιωνισμό και τον αμερικανικό αποικιοκρατικό ρατσισμό κατά των μαύρων, ο Τσόμσκυ και ο Έπστιν φαίνεται να είναι διαμετρικά αντίθετοι. Ωστόσο, υποψιάζομαι –σε αυτό το σημείο πρόκειται απλώς για μια υπόθεση- ότι στην πραγματικότητα μοιράζονταν μια κοινή «στάση» ή μια σειρά συναισθηματικών και γνωστικών δεσμεύσεων που προέρχονταν από (ή σχετίζονταν με) την ένταξη των Εβραίων των ΗΠΑ μετά το 1980 στις ελίτ εξουσίας της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ όπου κυριαρχούσαν οι WASP.
Το να σκεφτούμε τον «Έπστιν» –δηλαδή ολόκληρη την επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου, όχι τον άνθρωπο- βοηθά σημαντικά να κατανοήσουμε τη συγκεκριμένη φύση του αντισημιτισμού στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.
Είμαι βέβαιος ότι έχετε δει τη συνέντευξη με τον Νόρμαν Φίνκελστάιν, όπου ένας νεαρός βρετανός δημοσιογράφος που αυτοπροσδιορίζεται ως Εβραίος ρωτά για τον αντισημιτισμό στις ΗΠΑ. Ο Φίνκελστάιν υποστηρίζει ότι, όταν ήταν παιδί, ο αντισημιτισμός που αντιμετώπιζαν Εβραίοι όπως ο ίδιος είχε χαρακτήρα αποκλεισμού, αλλά ο αντισημιτισμός των WASP της ανατολικής ακτής έχει σχεδόν εξαλειφθεί στις σύγχρονες ΗΠΑ.
Ο Φίνκελστάιν έχει σε μεγάλο βαθμό δίκιο, αλλά παραβλέπει κάτι πολύ πιο ύπουλο και ολέθριο. Ο αντισημιτισμός των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ήταν ο αντισημιτισμός μιας ανερχόμενης εποικιοκρατικής αυτοκρατορίας των ΗΠΑ. Δεν έχει νόημα να μιλάμε για τον αντισημιτισμό σε αφηρημένο επίπεδο.
Ο αντισημιτισμός του Ψυχρού Πολέμου ήταν απολύτως ωμός. Δεν εξαφανίστηκε σταδιακά, όπως υπονοεί αφελώς ο Φίνκελσταϊν, αλλά μεταμορφώθηκε. Το ανθρώπινο κόστος του αντισημιτισμού των ΗΠΑ, τόσο στις ΗΠΑ όσο και ειδικά στο εξωτερικό, αυξήθηκε ακόμη περισσότερο.
Δεν ήταν μόνο το «κεντρί» του κοινωνικού αποκλεισμού το οποίο τελικά εξασθένησε βαθμιαία. Ακόμα και η ένταξη των Εβραίων εξακολουθούσε να βασίζεται στον έλεγχο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής από δίκτυα με επίκεντρο τους WASP. Οπότε, η πόρτα που πραγματικά παρέμεινε ανοιχτή για τους Εβραίους ήταν ο σιωνισμός και το εποικιοκρατικό κράτος απαρτχάιντ του Ισραήλ.
Ας θυμηθούμε ότι εδώ μιλάμε πάντα για αυτοκρατορική διαχείριση του πληθυσμού, και δεν είναι τυχαίο ότι οι ρίζες του σιωνισμού ανάγονται πρώτα στην αγγλο-προτεσταντική αυτοκρατορική κουλτούρα. Χωρίς τη μετατροπή του σιωνισμού σε εργαλείο γεωπολιτικής ισχύος εκ μέρους της Βρετανίας, το κράτος του Ισραήλ δεν θα υπήρχε.
Οι ΗΠΑ, ως η «δύναμη πυρός» του αγγλοσαξονικού ιμπεριαλισμού, προσυπέγραψαν πολύ υποτακτικά και δειλά σε αυτό το σχέδιο, ξεκινώντας πραγματικά με την εκπαίδευση του «Wild Bill» Donovan –ενός άνδρα ιρλανδικής, καθολικής, εργατικής καταγωγής, ο οποίος επίσης βίωσε τον αποκλεισμό από τους WASP στις ΗΠΑ– στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες τις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Ο αποικιακός μηχανισμός πληροφοριών του Ηνωμένου Βασιλείου πρέπει να ήταν ο μεγαλύτερος και ισχυρότερος στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Οι ΗΠΑ έμαθαν την τεχνική να εκπαιδεύουν και να χρησιμοποιούν μετανάστες ως όπλο απευθείας από το ΗΒ. (Πρβλ. και τον παρατρεχάμενο των ΗΠΑ Merz, που πρόσφατα του ξέφυγε η διατύπωση: «Το Ισραήλ κάνει τη βρώμικη δουλειά για μας στο Ιράν»).
Όταν σκεφτόμαστε το κόστος του αντισημιτισμού των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, νομίζω ότι υπάρχει μια αναλογία μεταξύ της τύχης των Εβραίων στην Ανατολική Ευρώπη, οι οποίοι τη δεκαετία του 1930 είχαν την επιλογή είτε να προσχωρήσουν στο εποικιστικό σχέδιο του σιωνισμού είτε να τους μπαγλαρώσουν οι Ναζί, και των Εβραίων των ΗΠΑ των οποίων οι γονείς είχαν μεταναστεύσει κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ή αμέσως μετά. Μετά τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, το αντίτιμο για κοινωνική αποδοχή ήταν ξεκάθαρα η ταύτιση με το κράτος του Ισραήλ και ακόμη η συμμετοχή στον σιωνιστικό μιλιταρισμό. Η εναλλακτική λύση ήταν συχνά κάποια μορφή πλήρους και ολέθριου κοινωνικού αποκλεισμού. Κοινωνικός αποκλεισμός = πολιτικός και οικονομικός αποκλεισμός, απλά και ξεκάθαρα. Δηλαδή κοινωνικός θάνατος.
Είναι μόνο μια αναλογία, αλλά πραγματικά ποια επιλογή έμενε έτσι για τους Εβραίους των ΗΠΑ στη δεκαετία του 1980; Ο σοσιαλισμός ως πιθανότητα για *αυτήν την πλευρά* (τη λευκή) της γραμμής που όριζε το χρώμα του δέρματος θεωρήθηκε νεκρός, ενώ η ιδέα μιας εβραϊκής θρησκευτικής ταυτότητας πεισματικά δεμένης με τη διασπορά ήταν εξίσου ετοιμοθάνατη. Ο μόνος δρόμος προς την ένταξη ήταν η ταύτιση της εποικιοκρατικής αυτοκρατορίας των ΗΠΑ με την ισραηλινή εποικιοκρατία.
Πρόσφατα είδα τον Έιρον Ματέ [Aaron Maté] –ο οποίος τώρα ζητά συγγνώμη για την δήλωσή του ότι δεν θα «ακυρώσει ποτέ τον Τσόμσκυ»- να εκφράζει την απογοήτευσή του για τον τρόπο με τον οποίο ο Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος δεν έχει πάρει ποτέ ούτε ένα σεντ από την AIPAC[1], ακολουθεί πιστά τον σιωνιστικό τυφλοσούρτη της AIPAC περί «7ης Οκτωβρίου». Ο Μπέρνι επαναλαμβάνει ισχυρισμούς οι οποίοι έχουν πλέον πλήρως διαψευσθεί σαν κατήχηση. «Τι διάολο γίνεται εδώ;!» ρωτάει ο Έιρον.
Ο Μπέρνι είναι έποικος, όπως είναι/ήταν και ο Έπστιν και ο Τσόμσκυ. Όλοι τους ταυτίζονται έντονα με το εποικιοκρατικό σχέδιο του σιωνισμού στο Ισραήλ, με τον ίδιο τρόπο που ταυτίζονται βαθιά με τις ΗΠΑ από τότε που ήταν μικρά αγόρια.
Αυτό που διακρίνει τον Τσόμσκυ και τον Μπέρνι από τον Έπστιν είναι ότι πάντα ήταν ιδεολογικά αφοσιωμένοι στην ιδέα μιας τελικής εξιλέωσης, κάποια μέρα –ακόμα και αν αυτό θα γίνει σε ένα πολύ μακρινό μέλλον, αφού έχουν πεθάνει κυριολεκτικά εκατομμύρια άνθρωποι- για όλη τη γενοκτονική βία στο όνομα της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας – για όλους.
Ο Έπστιν; Όχι και τόσο!
Τόσο ο Μπέρνι όσο και ο Τσόμσκυ ενσαρκώνουν την χειρότερη εκδοχή του αμερικανικού αντικομμουνιστικού, φιλελεύθερου διεθνισμού του Ψυχρού Πολέμου σε συνδυασμό με τον αμερικανικό εξαιρετισμό.
Ο «Έπστιν» ως ψυχολογική επιχείρηση, από την άλλη, είναι η απεσταγμένη ουσία αυτού που προκύπτει όταν χτίζεις το μεγαλύτερο στρατιωτικό βιομηχανικό συγκρότημα στην ιστορία της ανθρωπότητας για να επιβάλεις βίαια αυτή την εντελώς χρεοκοπημένη και παραληρηματική, εγωιστική ιδεολογία στην υπόλοιπη ανθρωπότητα. Η στοχοποίηση του Έπστιν ως ανθρώπου, αν και απολύτως δικαιολογημένη, συσκοτίζει πολύ εύκολα το γεγονός ότι ο «Έπστιν» ως επιχείρηση είναι απλώς μια μετωνυμία για το αιωνόβιο αγγλικό αυτοκρατορικό σχέδιο. Βλ. το πρόσφατο βιβλίο του Seth Harper για το Αφγανιστάν – το κατεξοχήν νεοσυντηρητικό σχέδιο- που ήταν ένας «Έπστιν» σε μεγέθυνση .
Πραγματικά, ο Μπέρνι, ο Νοάμ και ο Έπστιν είναι τρία μπουμπούκια στο μεταπολεμικό κοτσάνι της Pax Americana.
O Jon Solomon είναι ερευνητής στο CRPM (Centre de recherches pluridisciplinaires multilingues = Κέντρο πολυτομεακών πολύγλωσσων ερευνών) στο πανεπιστήμιο Paris Nanterre και διδάσκει στο Τμήμα Κινεζικών Σπουδών του πανεπιστημίου Λυόν 3.
Ο Peter Button είναι ανεξάρτητος ερευνητής.

[1] American Israel Public Affairs Committee, φιλοϊσραηλινό λόμπυ στις ΗΠΑ [Σ.τ.μ.].