του Άκη Γαβριηλίδη
Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος ήταν ένας αγράμματος ομοφοβικός τραμπούκος.
Αυτό το ξέραμε ήδη. Πρόσφατα όμως, με αφορμή το θάνατό του, ξαναβγήκε στην επιφάνεια ένα ακόμη δείγμα των ιδιοτήτων του αυτών, το οποίο ομολογώ ότι μου είχε διαφύγει όταν δημοσιεύθηκε (τι να πρωτοπρολάβουμε άλλωστε από την λογοδιάρροιά του). Πριν από δέκα χρόνια, στην Lifo είχε αναδημοσιευθεί –έστω με τον κάπως άσχετο και ψιλοακατανόητο σήμερα τίτλο Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος κλέβει την παράσταση (απ’ την έξοδο στις αγορές)– ένας εξαιρετικά χαμηλού επιπέδου, ακόμη και για τα δικά του δεδομένα, λίβελλος, δημοσιευμένος μέχρι τότε μόνο στην έντυπη Ελευθεροτυπία, εναντίον κάποιου, άγνωστο ποίου εφόσον δεν τον κατονομάζει ούτε αναφέρει κάποιο άλλο στοιχείο ταυτοποίησης πέρα από το ότι είναι ομοφυλόφιλος –ή ο Κ.Γ. θέλει να τον εμφανίσει ως ομοφυλόφιλο επειδή θεωρεί ότι έτσι τον μειώνει. Και γιατί τον σύγχυσε τόσο αυτός ο ακατονόμαστος; Διότι την Πρωταπριλιά εκείνου του έτους είχε μεταδώσει ως είδηση την πληροφορία ότι ο Μάρκος Σεφερλής θα προσληφθεί στο Εθνικό Θέατρο.
Η αναδημοσίευση επισημαίνει ήδη επαρκώς διάφορα απαράδεκτα αυτού του λιβέλλου. Στο δικό μου σημείωμα θα μείνω σε ένα σημείο το οποίο εξ όσων γνωρίζω δεν σχολιάστηκε.
Ο μακαρίτης, μέσα στην γενικότερη πολυπραγμοσύνη του, είχε γίνει γνωστός κυρίως για δύο δραστηριότητες: τη μετάφραση αρχαίου δράματος και τη συγγραφή στίχων για τραγούδια. Ήδη με την πρώτη πρόταση όμως κάνει μία αναφορά και στους δύο αυτούς τομείς που υποτίθεται ότι ήξερε καλύτερα, και παίρνει μηδέν και στα δύο· τρέχει μόνος του στο υποτιθέμενο γήπεδό του και βγαίνει δεύτερος.
Λέει συγκεκριμένα:
Τι δίκιο που είχε ο Σαββόπουλος, όταν σε ανύποπτο για τα μίζερα χρόνια που θα έρχονταν, έως σήμερα, τραγουδούσε για την «Τσογλανοπαρέα που μας κάνει κριτική».
Τίποτε δεν είναι σωστό στην πρόταση αυτή.
Το παράθεμα προέρχεται πράγματι από έργο του Σαββόπουλου, αν και όχι εντελώς δικό του –τη διασκευή/ μελοποίησή του στους Αχαρνής του Αριστοφάνη («που γύρισε από τα θυμαράκια»). Πλην όμως: τα λόγια αυτά, στο δίσκο, ούτε τα λέει ο ίδιος ο Σαββόπουλος, ούτε τραγουδιούνται. Τα απαγγέλλει ο Μανόλης Ρασούλης.
Ο ΚΓ είτε δεν θυμάται καλά, είτε σκοπίμως αλλοιώνει το παράθεμα προσθέτοντας το «μας» το οποίο δεν υπάρχει στο πρωτότυπο –για να μας δείξει ακόμη καθαρότερα με ποιον ασυνείδητα ταυτίζεται. Το «ποιηματάκι» αυτό, τρία τετράστιχα, όπως ακούγεται στο δίσκο έχει για την ακρίβεια ως εξής:
Ποιος μας γηροκομεί
την σήμερον ημέρα …
Ψηστιέρα, καρβουνιέρα,
μούσα δεκεμβριανή.
Πολέμησα καιρό
σε όλα τα πεδία
και με τυφλή μανία
ξέσκιζα τον εχθρό.
Τώρα με χειρουργεί
η αλλήθωρη νεολαία,
μια τσογλανοπαρέα
που κάνει κριτική.
Πέρα από τα γλωσσικά και πραγματολογικά λάθη, το βασικότερο είναι ότι εδώ οι στίχοι αυτοί δεν διατυπώνονται ως μία δυσοίωνη προφητεία για κάποια «μίζερα χρόνια» που θα έλθουν στο μέλλον και στα οποία κάποιοι ασεβείς νέοι θα κάνουν, ως μη όφειλαν, κριτική σε πρεσβύτερους! Αντιθέτως, διατυπώνονται με σαφή πρόθεση διακωμώδησης του παλαίμαχου αγωνιστή ο οποίος είναι κολλημένος στις αφηγήσεις για τις παλαιές του δόξες και δυσανασχετεί για την πρωτοβουλία του Δικαιοπόλιδος να συνάψει ειρήνη –αλλά είναι ανήμπορος να την εμποδίσει και ξεπερνιέται από τις εξελίξεις. Και γενικότερα, με πρόθεση διακωμώδησης όλων όσων έχουν την τάση να μεμψιμοιρούν λέγοντας διαρκώς «ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε, πού καταντήσαμε, οι νέοι δεν έχουν ιερό και όσιο, στα χρόνια μας ήταν καλύτερα» κ.ο.κ.
Κατά μία έννοια, λοιπόν, η ταύτιση του Γεωργουσόπουλου με αυτόν τον λόγο είναι πολύ εύστοχη και εύγλωττη –αν και μάλλον δεν είναι αυτό που επιδίωκε εκείνος να δημοσιοποιήσει.
Ανάμεσα στους μεταθανάτιους ύμνους που γράφτηκαν για τον Κ.Γ., αναφέρθηκε και ότι «κανείς δεν ήξερε την αρχαία γραμματεία όσο αυτός». Φαίνεται ότι η απόφανση αυτή είναι υπερβολική ακόμη και για τα δεδομένα των επικηδείων: δεν την ήξερε τόσο καλά. Ή ίσως, την όποια σχετική γνώση του την ξεχνούσε μπροστά στην απόλαυση που ένιωθε να κατακεραυνώνει «σύκα». Και δεν ξέρω ποιο απ’ τα δύο είναι χειρότερο.
