Ανάλυση λόγου,Πολιτική

Κασσελάκης, ή το Πολιτικό

του Άκη Γαβριηλίδη

Σε πρόσφατο σημείωμα είχα προσπαθήσει να προειδοποιήσω ότι τα όπλα με τα οποία οι γνήσιοι αριστεροί προσπαθούσαν να αμυνθούν κατά της απειλής του Στέφανου Κασσελάκη ήταν άσφαιρα, ή μάλλον δεν ήταν καν όπλα.

Φυσικά, κανείς δεν με άκουσε, όπως ανέμενα να γίνει και όπως έχει γίνει πολλές φορές στο παρελθόν. Δεν φανταζόμουν ότι θα υπάρξει κανείς που θα μου πει ευχαριστώ επειδή του δίνω τη δυνατότητα να διορθώσει την πορεία του και θα την διορθώσει πράγματι. Κάποιοι δε μου προσήψαν και ότι θέλω να «δικαιολογήσω» ή και να στηρίξω τον Κασσελάκη. Όπως επίσης έχει γίνει πολλές φορές στο παρελθόν, και με μένα και με άλλους. Ουδεμία έκπληξη και επ’ αυτού.

Μετά την ολοκλήρωση του πρώτου γύρου των εσωκομματικών εκλογών, η οποία επιβεβαίωσε όσα έλεγα, έχουμε νέες ευκαιρίες να μετρήσουμε την αποτελεσματικότητα αυτών των όπλων. Εδώ θα το κάνουμε σχετικά με ένα εξ αυτών: την επίκριση περί «μεταπολιτικής».

Η (μη) έννοια της «μεταπολιτικής» δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο σημαντική διάδοση είχε γνωρίσει τον τελευταίο καιρό σε κύκλους αριστερών (ή περίπου) διανοουμένων (ή περίπου), και ιδίως σε κύκλους παλαιομοντερνιστών. Τον όρο αυτόν εκτόξευσε και στην κεντρική σκηνή της πολιτικής ένας εκ των υποψηφίων για την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ, και δη εκείνος που κατά τεκμήριο έχει την καλύτερη θεωρητική κατάρτιση, με τη δήλωσή του μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος, λέγοντας τα εξής:

η μεταπολιτική, η έμφαση στο πρόσωπο, η έμφαση στην εικόνα, έχουν διεισδύσει πολύ εκεί που δεν το περιμένει κανείς, ενάντια στην ουσία της πολιτικής.

Θα υπάρχει η ίδια επιμονή για την Αριστερά και την ουσία της πολιτικής.

Αυτό που κάνει καταρχάς εντύπωση σε αυτή τη σύντομη δήλωση είναι η επίμονη και διακηρυγμένη ουσιοκρατία της (όπως επίσης και η ανησυχία για την υπονόμευση αυτής της ουσιοκρατίας από ξένα στοιχεία που «διεισδύουν» σε αυτήν). Σε τρεις σειρές, ο όρος «ουσία» αναφέρεται δύο φορές. Και τις δύο πρόκειται για την ουσία της πολιτικής.

Ποια είναι όμως αυτή η «ουσία», το «όντως ον» της πολιτικής; Και τι μας επιτρέπει να την διακρίνουμε από αυτό που είναι «μετά» την πολιτική;

Στην παραπάνω δήλωση, ως μεταπολιτική νοείται «η έμφαση στο πρόσωπο, η έμφαση στην εικόνα».

Το κριτήριο αυτό δεν λέει απολύτως τίποτε.

Η «έμφαση στο πρόσωπο» είναι μια επίκριση που έχει ένα παρελθόν δεκαετιών στην παράδοση της αριστεράς. Εμείς οι κάπως παλιότεροι θυμόμαστε ότι, τη δεκαετία του 80, αποτελούσε μόνιμη επωδό της κριτικής των δύο κομμουνιστικών κομμάτων προς το πανίσχυρο τότε ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος διεπόταν από «αρχηγισμό» και κινούνταν «στον αστερισμό του λαϊκισμού», παρακάμπτοντας τους θεσμούς χάριν μίας αδιαμεσολάβητης σχέσης με τους απολίτικους και φανατικούς οπαδούς του. Για να πάμε ακόμα πιο πίσω, είναι γνωστό ότι, στη Σοβιετική Ένωση, η (όποια) αποσταλινοποίηση έγινε με σλόγκαν την απομάκρυνση από την «προσωπολατρία». Μήπως και ο σταλινισμός ήταν «μεταπολιτική»;

Η «έμφαση στην εικόνα» επίσης είναι αφελές να θεωρούμε ότι απάδει προς κάποια «ουσία της πολιτικής». Ανέκαθεν, ήδη από την αρχαία Ελλάδα, η πολιτική είχε σχέση με την εικόνα, με το φαίνεσθαι, με δημόσιες επιτελέσεις και την παρακολούθησή τους.

Ίσως πει κανείς ότι αυτή ήταν μία βιαστική πρακτική δήλωση, στην οποία ο ενδιαφερόμενος δεν μπορούσε να επεκταθεί ιδιαίτερα αναλυτικά. Σύμφωνοι. Ωστόσο, αν κανείς περιδιαβάσει και εκτενέστερα δημοσιεύματα με αναλυτικές αξιώσεις τα οποία συνδέουν τον Κασσελάκη με την υποτιθέμενη «μεταπολιτική», δεν θα βρούμε ούτε εκεί κάποια πειστική, νοητικά αυστηρή και συνεπή –ή πρακτικά χρήσιμη- εννοιολόγηση της έννοιας αυτής, αλλά μόνο αυθαιρεσίες και τσαλαβουτήματα με αρκετό name-dropping.

Παραθέτω δύο δείγματα. To πρώτο είναι ένα άρθρο με τον εύγλωττο τίτλο Ο Κασσελάκης και ο θρίαμβος της μεταπολιτικής, το οποίο υποστηρίζει ότι:

Αν παραδεχτούμε ότι η μεταπολιτική ερμηνεύεται ως το σύνολο της παθολογίας και των συμπτωμάτων της πολιτικής και των ιδεολογιών, το προϊόν της κρίσης της δηλαδή, ο Κασσελάκης αποτελεί τον ιδανικό εκφραστή της.

Γιατί όμως άραγε αυτό το σύνολο να το ονομάσουμε μεταπολιτική; Η παθολογία και τα συμπτώματα της πολιτικής ανήκουν καθ’ ολοκληρίαν στην πολιτική, την «κανονική», την σκέτη. Όχι στο μετά απ’ αυτήν.

Για να δώσω κάθε ευκαιρία σε όσους υιοθετούν τον όρο αυτόν, και τον συνδέουν με τον Κασσελάκη, θα παραθέσω και ένα ιδιαίτερα εκτενές απόσπασμα από μια ανάρτηση με επίσης χαρακτηριστικό τίτλο: ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΙΚΗ ; Η περίπτωση Κασσελακη. Διατηρείται η ορθογραφία και η στίξη του πρωτοτύπου, εκτός από κάποιες τυπογραφικές διορθώσεις.

(…) 2. Η ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΙΚΗ έχει σχέση και με το περασμα από την συμπαγή, σκληρή νεωτερικότητα της εποχής των Ακρων (Χομπσμπαουμ) στην συγχρονη Ρευστή Νεωτερικότητα (Μπάουμαν) της κοινωνίας της Επιδοσης (Μπιουγκ Τσουλ Χαν) όπου ο καταναγκασμός του Έξωθεν «ΠΡΕΠΕΙ» (της εποχής του Φορντιστικου εργαστασιου π.χ,) έχει αντικατασταθεί από τον έσωθεν καταναγκασμό του ΜΠΟΡΩ και της αντίληψης του Γίνε επιχειρηματίας του εαυτού σου (βλ. την ταινία του Κεν Λοουτς » Δυστυχώς απουσιάζετε»).

3.Ας πάρουμε ως Δείγμα τον Κασσελακη : Ένα έντονο σημείο που παρατηρούμε είναι ο Ενσαρκωμενος ΠΑΡΟΝΤΙΣΜΟΣ του. Όχι μόνο δεν έχει σχέση με την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ και την Ιστορία του αλλά Ούτε καν με την Πολιτική. Προέρχεται από αλλού, εντελώς αλλού: τον κόσμο των επιχειρήσεων της Μπιζνας. Με την πολιτική ασχολείται εδώ και …τρεις μήνες .Όμως υπάρχει κάτι ακόμα. Δεν ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΜΑΘΕΙ ούτε για την Ιστορία του χώρου που θέλει να ηγηθεί ούτε για τις αξίες του. Θέλει να μεταφέρει στον χώρο του οποίου διεκδικεί την ηγεσία τις δικές του αξίες που δεν διαφέρουν από εκείνες του υποτιθέμενου αντιπάλου (π.χ σε ότι αφορά στα Πανεπιστήμια το μόνο που βρήκε να πει, στο συνονθύλευμα προτάσεων που είδα εγώ τουλάχιστον, ήταν: «να πληρώνουν οι φοιτητές τις ζημιές που κάνουν». Δεν πήρε χαμπάρι την επίθεση που κάνει η Δεξιά ενάντια στο Δημόσιο Πανεπιστήμιο τέσσερα χρόνια τώρα …). Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Παρουσιάζει μέσω του πολιτικού Μάρκετιγκ όλα αυτά τα ακραία μειονεκτήματά του (…) σε [προφανώς εννοούσε: «ως» -σημ. Α.Γ.] … πλεονεκτήματα μέσω τεχνικών χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Όταν π.χ δίνει συνέντευξη σε Δημοσιογράφο και στριμώχνεται λόγω παχυλής άγνοιας σε στοιχειώδη, παρουσιάζει την παραδοχή της άγνοιάς του ως ….πλεονέκτημα … Έτσι, φτάνουμε σε ένα καίριο χαρακτηριστικό της ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΙΚΗΣ:Την κενότητα . .. Την ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗς ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΚΕΝΟΤΗΤΑΣ (από περιεχόμενο και πολιτική) σε ….Ουσία της Πολιτικής. Η ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΙΚΗ είναι μια πολιτική χωρίς …πολιτική η ακόμα περισσότερο μια Πολιτική της Αντιπολιτικής.

Επειδή το νόημα είναι η χρήση, το νόημα που εγώ τουλάχιστον συνάγω από όλες τις παραπάνω χρήσεις είναι το εξής απλό: «μεταπολιτική» είναι μία πολιτική που δεν μας αρέσει. Πρόκειται απλώς για μία ηθικολογική-στιγματιστική έννοια, με την οποία μπορεί κανείς μόνο να ονειδίσει, να εκφράσει το νόημα μιας πτώσης, μιας παρακμής («πού καταντήσαμε, πού βαδίζει ο κόσμος μας, στα χρόνια μας είχαμε αρχές και αξίες οι οποίες τώρα εκπίπτουν»), αλλά όχι να σκεφτεί κάτι.

Ας πούμε: στο παραπάνω κείμενο, ο αρθρογράφος επικρίνει τη θέση ότι πρέπει «να πληρώνουν οι φοιτητές τις ζημιές που κάνουν». Πολύ ωραία. Ωστόσο, η διαφορά ανάμεσα σε όποιον πρεσβεύει αυτή τη θέση και όποιον την απορρίπτει είναι μία απολύτως πολιτική διαφορά: ο ένας λέει ότι για ένα δημόσιο ζήτημα πρέπει να κάνουμε το Α, ενώ ο άλλος το Β. Δεν πρόκειται για τη διαφορά ανάμεσα στην πολιτική (με το οριστικό άρθρο στον ενικό) και σε κάτι εκτός αυτής, σε κάτι που είναι μεταπολιτικό ή αντιπολιτικό.

Έτσι, ο επικριτής της «μεταπολιτικής» την πατάει· γίνεται μέρος –και εργαλείο διάδοσης- εκείνου που θέλει να καταγγείλει. Διότι παρουσιάζει ως καινοφανές και σκανδαλώδες κάτι που ανέκαθεν αποτελούσε στοιχείο της πολιτικής. Με αυτό, παραχωρεί ασμένως στην αντίπαλη τάση τη θέση της πρωτοτυπίας, της καινοτομίας, αυξάνοντας το ενδιαφέρον γι’ αυτήν, ενώ για τον εαυτό του κρατά τη θέση της παράδοσης, της εγνωσμένης αυθεντίας/ αυθεντικότητας, αυτού που ξέραμε από πάντοτε.

Ωστόσο, ανέκαθεν, από τότε που υπάρχει η πολιτική, είναι πάντοτε μέρος της και η «αντιπολιτική». Όλες οι πολιτικές στην ιστορία ήταν αντίθετες με κάτι.

Θυμάμαι προ ετών μία προφορική παρουσίαση του Ετιέν Μπαλιμπάρ στην Αθήνα, όπου έλεγε (παραθέτω από μνήμης): όπου βλέπουμε ένα ουσιαστικό με πρώτο συνθετικό το «αντί», μπορούμε ανέτως να το παραλείψουμε. Π.χ. τα αντιτορπιλλικά έχουν και αυτά τορπίλλες, η αντικατασκοπεία στην ουσία είναι και αυτή κατασκοπεία.

Επιπλέον, από το εκτενές αυτό απόσπασμα γίνεται σαφές ότι οι λόγοι περί «μεταπολιτικής» χαρακτηρίζονται από έναν πλατωνισμό όχι μόνο γνωσιοθεωρητικό, αλλά και πρακτικό-πολιτικό. Ο «μεταπολιτικός» Κασσελάκης δεν μας αρέσει επειδή είναι αδαής. Δεν γνωρίζει. Άρα είναι ακατάλληλος για την «ουσία» της πολιτικής, για την οποία έχουν (-με) νόμιμο και αποκλειστικό τίτλο μόνο οι φιλόσοφοι, εμείς που ξέρουμε. Και μπορούμε να διδάξουμε όσους «δεν ξέρουν», «δεν πήραν χαμπάρι», «έχουν παχυλή άγνοια», χαρακτηρίζονται από «απόλυτη κενότητα» σε αντίθεση με τη δική μας πληρότητα –αλλά εκείνοι έχουν το θράσος να μην θέλουν να διδαχθούν.

Τις ιδιότητες του «απόλυτου παροντισμού» και της «κενότητας» είχε προσάψει στον Κασελάκη και ο Αριστείδης Μπαλτάς, λίγες μέρες νωρίτερα, σε ένα άρθρο του στην Αυγή. Το άρθρο έχει τον τίτλο «Απορίες», αλλά αν κανείς το διαβάσει διαπιστώνει ότι οι εν λόγω απορίες είναι ρητορικές και όχι κυριολεκτικές: δεν κοινοποιούν μία έλλειψη περάσματος, μια αμηχανία, αλλά μία βεβαιότητα περί της απαξίας του «κενού παροντιστή».

Είναι όμως ο ίδιος Αριστείδης Μπαλτάς ο οποίος, προ ετών, είχε δώσει –σε θεωρητικό του άρθρο- την καλύτερη απάντηση στις επικρίσεις περί «άγνοιας» και «κενότητας», δείχνοντας ότι αυτές πράγματι είναι προτερήματα και όχι ελαττώματα στην πολιτική:

για να εγγράψει το νέο αίτημά του στην πολιτική βαθμίδα και για να αποκτήσει τη θέση του σε μια συγκυρία αείποτε πλήρη, ο Ηγεμόνας οφείλει να μη φέρει κανένα βάρος, δηλαδή καμία ευθύνη, ως προς τη διαμόρφωση της συγκυρίας μέχρι τη στιγμή που θα αναλάβει δράση. Μόνο έτσι θα ακουστεί πολιτικά το αίτημα που φέρει ως ακριβώς αίτημα νέο, ως αίτημα που συμπυκνώνει διαθέσεις και προσδοκίες που δεν λειτουργούσαν μέχρι τότε πολιτικά. Ο Ηγεμόνας που έχει κατά νου ο Μακιαβέλλι οφείλει να είναι «κανένας» ακριβώς γι’ αυτό το λόγο[1].

Σύμφωνα λοιπόν και με τον θεωρητικό (αν και όχι τον πρακτικό) Μπαλτά, ο Κασσελάκης δεν είναι ούτε «μετά» την πολιτική, ούτε εναντίον της πολιτικής. Αντιθέτως, αυτός είναι η πολιτική, πολύ περισσότερο από τους περισσότερους επικριτές του. Ή ίσως, ορθότερα, το Πολιτικό.

Ο όρος «το Πολιτικό» επικράτησε τελευταία να χρησιμοποιείται, τουλάχιστον από κάποιους, για να δηλώσει την εμφάνιση του απρόσμενου, ενός πράγματος που δεν περίμενε κανείς, που φαίνεται να έρχεται από το πουθενά, και που διχάζει, δεν αφήνει τους λογαριασμούς να κλείσουν. (Κάπως κατ’ αναλογία με το «Πραγματικό» του Λακάν).

Με βάση αυτόν τον ορισμό, δεν μπορεί να φανταστεί κανείς πιο πολιτικό φαινόμενο από τον Κασσελάκη. Είναι «κενό»; Ναι, ασφαλώς. Αλλά κάθε επιτυχής πολιτική ξεκινά ως (από) ένα κενό σημαίνον. Πρώτη φορά το ακούτε;

Αρχίζοντας από τον Τσίπρα.

Το ότι ένα φαινόμενο είναι (το) πολιτικό, αν δεν γίνεται προφανές από τα παραπάνω, δεν σημαίνει (απαραίτητα) ότι είναι «καλό», ευχάριστο, αξιέπαινο. Αντιθέτως: είναι κάτι που, ακριβώς, διχάζει, διακρίνει εχθρούς από φίλους, ξαναμοιράζοντας τις αντίστοιχες ιδιότητες. Το να κηρύσσουμε κάτι «εκτός πολιτικής» είναι απλώς μια απόπειρα απώθησης, ή μάλλον διάκλεισης: ένας τρόπος να το αποφύγουμε, να το ξορκίσουμε, να αρνηθούμε την αναμέτρηση με αυτό.

Ο τρόπος αυτός ήδη απέτυχε. Ας σκεφτούμε κάτι άλλο.

syriza-ekloges-2

[1] Αριστείδη Μπαλτά, «Ιστορικός χρόνος και πολιτική συγκυρία», Ο Πολίτης, τ. 137, Οκτώβριος 2005, σ. 42.

Κλασσικό

6 σκέψεις σχετικά με το “Κασσελάκης, ή το Πολιτικό

  1. τυχαίος κούριερ's avatar Ο/Η τυχαίος κούριερ λέει:

    αναρωτιέμαι αν η προσέγγιση του παρόντος άρθρου μπορεί να εφαρμοστεί ακόμα και σε παραδείγματα στα οποία τα ίδια τα υποκείμενα δηλώνουν πως “δεν κάνουν πολιτική”, αλλά κάτι άλλο που δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική. Ας πούμε στο γνωστό no politica της θύρας 7 (“εδώ μόνο Ολυμπιακός”), ή σε πρακτικές φιλανθρωπίας και φιλοζωίας (“εμείς εδώ απλώς βοηθάμε τους αδύναμους, χωρίς χρώματα και κόμματα”) ή ακόμα και στον πατριωτικό – εθνικιστικό χώρο (“πάνω απ’όλα η πατριδα” και “να φύγουν οι προδότες πολιτικοί, να αναλάβει ο στρατός”).
    μήπως, δηλαδή, όταν κάτι εξωθείται στη σφαίρα του μη πολιτικού είτε με είτε χωρίς τη θέλησή του, αποκτά το προβάδισμα της αποφυγής της αντιπαράθεσης, ακριβώς επειδή έχει ήδη νικήσει.

    Μου αρέσει!

  2. bV's avatar Ο/Η bV λέει:

    Καλησπέρα,

    Γράφετε πως «»μεταπολιτική» είναι μία πολιτική που δεν μας αρέσει». Αυτό μπορεί να ισχύει για κάποιες εκφορές. Όμως σχεδόν κανένας εχθρός του νεοναζισμού δεν θα τον χαρακτήριζε μεταπολιτικό ή απολίτικο, ενώ πολλοί αντίπαλοί τού Κασσελάκη μοιάζουν να το κάνουν για τον νέο πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ.

    Ως συνήθως, έχετε ένα κάποιο δίκιο στην κριτική της ουσιοκρατίας· όταν όμως η κριτική αυτή εξαλείφει τελείως την έννοια της ουσίας, καθίσταται εξίσου αφηρημένη με αυτό που κυνηγάει.

    Με άλλα λόγια, προφανώς και η αμιγώς τεχνοκρατική, ανιστορική και μιντιακή γραμμή Κασσελάκη (που έρχεται περισσότερο ή λιγότερο κοντά σε διάφορα άλλα φαινόμενα ως προς τα οποία εμφανίζονται παρόμοιες αντιδράσεις) εντάσσεται στο πολιτικό με την ευρεία έννοια, δηλαδή παράγει διαφωνίες και συμμαχίες, έχει διάφορα πολιτικά αποτελέσματα, και τα λοιπά. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι συνιστά την ίδια στιγμή μια επίθεση στην πολιτική με τη λιγότερο ευρεία έννοια, η οποία είναι αλληλένδετη με την ιστορικότητα, την κριτική αποτίμηση επιχειρημάτων, τα στρατόπεδα που αντιστοιχίζονται με κοινωνικές τάξεις, κ.ο.κ.

    Ένας ανθρωπολόγος του οποίου το έργο συνίσταται αποκλειστικά στο να μετράει πόσα άτομα της κάθε ανθρώπινης συνομάδωσης υπάρχουν στον πλανήτη, και που επιπροσθέτως διατείνεται ότι σε αυτό το έργο περιορίζεται η ανθρωπολογία εν γένει, μπορούμε να πούμε βεβαίως ότι υπάγεται στον ευγενή αυτόν ερευνητικό τομέα. Δικαιούμαστε όμως να πούμε και ότι τον καταστρέφει. Το ζήτημα είναι ότι ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα. Εσείς, με την αστείρευτη επιμονή σας στην αντιουσιοκρατία του πολιτικού, τείνετε να καθρεφτίζετε τους παλαιικούς ουσιοκράτες. Όπως δείχνετε ο ίδιος μέσω Μπαλιμπάρ, μπορούμε κι εδώ να παραλείψουμε το αντί-.

    Ο τρόπος που πρέπει να σκεφτούμε λοιπόν, δεν περιορίζεται ούτε στις αριστερές θρωνηδίες για το τέλος της πολιτικής, ούτε σ’ ένα ξερό «όλα είναι πολιτικά», αλλά μάλλον διανοίγεται σε αυτό που προκύπτει από την αναγκαία τους συνύπαρξη.

    χαιρετώ, σρ

    Μου αρέσει!

    • Ασφαλώς κανένας εχθρός του νεοναζισμού δεν θα τον χαρακτήριζε μεταπολιτικό. Πράγματι.
      Ωστόσο, αυτό δεν συναντάται με ό,τι έγραψα εγώ. Διότι εγώ δεν ισχυρίστηκα ότι κάθε φορά που οποιοσδήποτε
      απορρίπτει μια πολιτική την χαρακτηρίζει μεταπολιτική. Απλώς ισχυρίστηκα ότι οι συγκεκριμένοι συγγραφείς ή πολιτικοί, τους οποίους ανέφερα προηγουμένως, χαρακτηρίζουν μεταπολιτική μία πολιτική που δεν τους αρέσει.

      Μου αρέσει!

      • bV's avatar Ο/Η bV λέει:

        Όπως φαίνεται (ελπίζω) από το σχόλιό μου, κατάλαβα ότι δεν λέτε αυτό γενικά, αλλά ειδικά για τους Παντελάκη, Νοσφεράτο και Μπαλτά (υποθέτω και άλλους).

        Ωστόσο, επαναλαμβάνω, η περίπτωση Κασσελάκη έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά «αποπολιτικοποίησης» με τη στενή έννοια, που καθιστούν εύλογη την αντίδραση των παραπάνω, ακόμη κι αν αυτή καλό θα ήταν να συνοδεύεται από τις αντιλήψεις περί πολιτικού που παρουσιάζετε εδώ.

        Ενδεικτικά, θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πως μεγαλύτερο ποσοστό των ψηφοφόρων του Κασσελάκη, παρά λ.χ. της Αχτσιόγλου ή του Τσακαλώτου, έχει σχετική άγνοια θεσμικών πρακτικών, νομοθεσίας, πολιτικής ιστορίας, πολιτικής θεωρίας, ή συμμετέχει σε πολιτικές οργανώσεις με τη στενή έννοια, κ.ο.κ. (Αυτό πράγματι δεν σημαίνει πως τα κοινωνικά και πολιτικά αποτελέσματα της εκλογής Κασσελάκη, και όχι Αχτσιόγλου, μπορούν να προβλεφθούν.)

        Δεν είναι κάτι πολύ πρωτότυπο αυτό που λέω. Ο Θαυμαστός καινούριος κόσμος είναι ένα μυθιστόρημα εξόχως πολιτικό, που περιγράφει μια κοινωνία έντονα αποπολιτικοποιημένη.

        Με δυο λόγια: αν το πολιτικό μάς κάνει να λησμονούμε την πολιτική, αντί να τη διευρύνουμε, τότε καθίσταται αφηρημένο.

        Μου αρέσει!

      • Kαι από όσα μεσολάβησαν τις λίγες αυτές μέρες, πιστεύω να έγινε σαφές ότι η χρήση του όρου «μεταπολιτική» δεν υπήρξε χρήσιμη σε κανέναν, είτε για θεωρητικούς είτε για πρακτικούς σκοπούς.

        Μου αρέσει!

Αφήστε απάντηση στον/στην τυχαίος κούριερ Ακύρωση απάντησης

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.