Κοινωνιολογία,Πολιτική,επιστημολογία

Η επιστήμη του Κ. Τσουκαλά : Η χρεωκοπία της μπαρόκ κοινωνιολογίας

του Θράσου Λεβαδίτη [1]

 

Δημοσιεύουμε σήμερα ένα άρθρο που γράφτηκε πριν από τριάντα σχεδόν χρόνια και έπαιξε στην εποχή του έναν ρόλο την ιστορία των ιδεολογικών/ επιστημονικών πολεμικών στην Ελλάδα, αλλά σήμερα δεν υπήρχε πουθενά διαθέσιμο ηλεκτρονικά.

 

  1. «Ενα βιβλίο διεθνούς εμβελείας…»

            Όταν στα τέλη του 1991 ο κ. Κ. Τσουκαλάς, docteur-ès-lettres, καθηγητής Κοινωνιολογίας και επιστημονικός διευθυντής του ΕΚΚΕ κυκλοφόρησε 595 σελίδες υπό τον τίτλο «Είδωλα πολιτισμού», το Βήμα έσπευσε να αναγγείλει το προϊόν γράφοντας ότι «χαιρετίσθηκε από τον πνευματικό κόσμο ως ένα βιβλίο διεθνούς εμβελείας» (8.12.91) – και δίνοντας τον τόνο για μεταγενέστερες αναφορές σε «κλασικό» έργο και «ορόσημο» στην κοινωνιολογία. Θέλοντας να συμμετάσχουμε στις διεθνείς χαιρετιστήριες εκδηλώσεις θεωρήσαμε χρήσιμο να εξετάσουμε το περιεχόμενο των έργων του Τσουκαλά (στο εξής Κ.Τ.). Ως πρώτο μέρος της συμβολής μας εξετάζουμε εδώ το έργο Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα (Αθήνα 1986) (παραπομπές στο κείμενο αυτό γίνονται με αναφορά του αριθμού σελίδας).

 Η αναδρομή στο συγγραφικό παρελθόν του Κ.Τ. δεν οφείλεται μόνον στην επισήμανση ότι το τελευταίο βιβλίο του αποτελεί «επαυξημένη και συμπληρωμένη» έκδοση των προηγουμένων (Τερλεξής 1992, σ. 199), αλλά και στην ανάγκη να εξετασθεί η ποιότητα των συγγραμάτων από τα οποία ο Κ.Τ. αντλεί το κύρος του και τη δυνατότητα να εμφανίζεται σε επιστημονικά και δημοσιογραφικά βήματα ως ex cathedra scientiae επικριτής του λαϊκού κινήματος. Ελπίζουμε τέλος ότι αυτή η αναδρομική εξέταση θα βοηθήσει τον αναγνώστη των Ειδώλων πολιτισμού να διαπιστώσει ποιες μεταβολές πραγματοποίησε στην επιχειρηματολογία του ο Κ.Τ., ο οποίος αντικατέστησε τη μαρξίζουσα προσέγγιση από έναν κακοχωνεμένο νομικισμό[2] που συμπληρώνεται, για το εύπεπτον του πράγματος, με φράσεις σχολικής έκθεσης (η Τεχνολογία-«Κίρκη» μετατρέπει «τους ανθρώπους σε άπληστους και άβουλους υπηρέτες» και καθήκον είναι μια «ηθική και αισθητική» αντίσταση -Τσουκαλάς 1991, σ. 595). Πρόκειται για μετατόπιση που επιβεβαίωσε πανηγυρικά την ένταξη του Κ.Τ. στο ευγενές είδος της μπαρόκ κοινωνιολογίας, δηλ. της έκδοσης λεκτικών πυροτεχνημάτων ως επιστημονικής ανάλυσης.[3] Και αυτό υπό το θαυμαστικό βλέμμα της «επιστημονικής κοινότητας», η οποία με το λόγο και τη σιωπή της επικυρώνει την παραγωγή αυτή ως επιστημονική.

Η αναφορά στην παρελθούσα παραγωγή θα δείξει τέλος ότι ο Κ.Τ., τόσο όταν διεκδικούσε μαρξιστικά διάσημα όσο και σήμερα που αρκείται στις δακρύβρεκτες αναφορές σε «όνειρα», «ριζικές βουλήσεις» και «εξωπαραγωγικές δεοντολογίες», προσαρμόζει μεν το λόγο του στις εκάστοτε μόδες, αλλά με θαυμαστή ενότητα σκέψης μιλά ως αγανακτισμένος μικροαστός που επικρίνει ό,τι αντίκειται στην καπιταλιστική ομαλότητα, η οποία αποτελεί, όσο κι αν ρητορικά την εξορκίζει, το κοινωνικό του πρότυπο.[4] Ο Κ.Τ. υιοθετεί και εδώ τη συλλογιστική των νεοφιλελεύθερων που ταυτίζουν την κοινωνική αλληλεγγύη με τον ολοκληρωτισμό και εμφανίζουν τον κομμουνισμό ως κατάληξη της κεϋνσιανής «λογικής», εξυμνώντας την αγορά ως συνώνυμο του αυτοκαθορισμού (για τη «θεωρία του κατήφορου» που εξομοιώνει τα ανόμοια και προτάσσει την ιδεολογία της «ατομικής ελευθερίας», Λεβαδίτης 1991, σ. 44 επ.).

 

  1. Φως, περισσότερο φως

Στο «Κράτος, Κοινωνία, Εργασία» ο Κ.Τ. διαπιστώνει ότι η μεταπολεμική Ελλάδα παραμένει «αδιαφανής και δυσανάγνωστη» και θεωρεί ότι το πρόβλημα «απορρέει εξ ορισμού από ελλιπή θεωρία». Προτίθεται λοιπόν να αναλύσει τις «κοινωνικές προεκτάσεις του εμφυλίου πολέμου», το ρόλο του κράτους και τις «ιδιοτυπίες στη δομή της απασχόλησης», υποσχόμενος ότι η μελέτη θα γίνει με «παλινδρόμηση ανάμεσα στις εμπειρικές τεκμηριώσεις και σε ευρύτερες σκέψεις» και θα επιτρέψει να αρθούν μερικά «από τα πέπλα που καλύπτουν την ελληνική πραγματικότητα».

Τα αποκαλυπτήρια αυτά θα συμβάλλουν στην υπέρβαση της «αμηχανίας» και του «εγκλωβισμού» του πολιτικού λόγου «σε παρωχημένα και παραπλανητικά σχήματα» (13). Θα πρέπει λοιπόν να αναμένουμε:

α) κάλυψη του κενού θεωρίας,

β) πραγμάτευση των ζητημάτων με «εμπειρική τεκμηρίωση» και «ευρύτερες σκέψεις» που συμβάλλουν σε «πληρέστερη προώθηση της προβληματικής» (14) και

γ) ενδείξεις για τον πολυμήχανο και απεγκλωβισμένο πολιτικό λόγο.

            Ας δούμε πώς ο Κ.Τ. ανταποκρίνεται στις επιδιώξεις του.

 

  1. Το μετεμφυλιακό κράτος: μάννα και πατέρας

Η μελέτη για την «Ιδεολογική επίδραση του εμφυλίου πολέμου» ξεκινά με αναφορά στη μετεμφυλιακή διαμόρφωση των τάξεων και στο ρόλο του κράτους. Αυτή η διερεύνηση δίνει το πλαίσιο των απόψεων του Κ.Τ. και μια πρώτη ένδειξη για τη σημασία τους. Μαθαίνουμε ότι στο μεσοπόλεμο υπήρξε ανάπτυξη μιας «εθνικής αστικής τάξης, προσανατολισμένης προς παραγωγικές δραστηριότητες», η οποία -καίτοι «εκ γενετής βεβαρυμένη με απαισιοδοξία και φόβο», όπως διαγιγνώσκει ο ψυχίατρος Κ.Τ.- είχε «εθνικό πρόγραμμα αυτόνομης εγχώριας ανάπτυξης». «Αυτές οι τάσεις αντιστράφηκαν δραματικά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο» (19) και στο εξής η αστική τάξη ήταν «σχεδόν τελείως αποσπασμένη από τις παραγωγικές δραστηριότητες»: απέβλεπε στην κερδοσκοπία, στην παντί σθένει αποχή «από μακροπρόθεσμες επενδύσεις» και στη μεταφορά χρυσού στις ελβετικές τράπεζες (396). Ενώ περί του τελευταίου αναφέρεται το «αποκαλυπτικό» ότι «πέντε αεροσκάφη χρησιμοποιήθηκαν για να μεταφέρουν χρυσό από την Ελλάδα στην Ελβετία» (21, σημ. 8), για τις πηγές κερδοσκοπίας αναφέρεται μόνον το αόριστο ότι αυτή κατέστη δυνατή με «τα τεράστια ποσά χρημάτων και αγαθών» που διένειμε το κράτος αντλώντας από την «αμερικανική βοήθεια» (20). Ας σημειωθεί ότι σε ολόκληρη τη μετεμφυλιακή περίοδο ο Κ.Τ. δεν διακρίνει καμιά μεταβολή του ρόλου της αστικής τάξης, αφήνοντας τον αναγνώστη με την εντύπωση ότι τίποτε δε άλλαξε στο μεγάλο παζάρι συναλλάγματος που εμφανίζεται ως «μεταβολή της δομής της άρχουσας τάξης» (18).

 Για το πόσο δίκαιο έχει ο Κ.Τ. αρκούν τα ακόλουθα. Η παρασιτική αστική τάξη κατόρθωσε το 1950, μόλις ένα χρόνο μετά το τέλος του εμφυλίου, να φτάσει τη βιομηχανική παραγωγή στο επίπεδο του 1939 (Μηλιός 1988, σ. 325). Το «επιχειρηματικό θαύμα» έγινε δυνατό με την ακραία συμπίεση των πραγματικών εργατικών μισθών, οι οποίοι το 1950 έφταναν στο 48% του επιπέδου του 1938 και μόλις το 1956 φτάνουν στο επίπεδο του 1938 (Μπαμπανάσης 1985, σ. 261).

Για την ιδεολογικοπολιτική επιρροή του εμφυλίου στην πειθάρχηση των εργατών δεν θα βρούμε όμως λέξη στον Κ.Τ., ο οποίος, χωρίς να δίνει στοιχεία, αποφαίνεται ότι «για πολλά χρόνια η ανασυγκρότηση δεν ακολούθησε τα προπολεμικά βιομηχανικά πρότυπα» (19) καθώς η «μεταπρατική» και «ανίκανη» (21, 19) αστική τάξη ζούσε από την αμερικανική βοήθεια και δρούσε «σπεκουλαδόρικα» επειδή δεν υπήρχαν «προϋποθέσεις για κερδοφόρες επιχειρήσεις» (112/3). Στην πραγματικότητα η αστική τάξη αρνούνταν τόσο πολύ τα επενδυτικά σχέδια, ώστε 12 χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου η ταχύρρυθμη καπιταλιστική ανάπτυξη επέτρεψε να υπογραφεί η Συμφωνία Σύνδεσης με την ΕΟΚ, δηλ. με τις ισχυρότερες καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης. Και όμως ο Κ.Τ. χαρακτηρίζει την ελληνική αστική τάξη «ασταθέστατη και παραπαίουσα» (93) και ενημερώνει ότι τα μέλη της ποθούσαν να γίνουν «μεγαλοκαρχαρίες της Αργεντινής» (113).

Ακολούθως μαθαίνουμε ότι το κράτος εμφάνιζε μετά τον εμφύλιο «διογκωμένο χαρακτήρα» και υπήρχε εξάρτηση «όλο και μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού από το δημόσιο ταμείο» (21/2). Εξαρτώμενοι ήταν «ίσως πάνω από το ένα τρίτο των μισθωτών των αστικών κέντρων» ως δημόσιοι υπάλληλοι (22) και οι 500-700 χιλιάδες πρώην αγροτών που μεταφέρθηκαν στις πόλεις και «εξαρτιόνταν ολοκληρωτικά από τη βοήθεια του Δημοσίου». Οι άνεργοι έφταναν στις πόλεις «στο ένα τρίτο ως το ένα τέταρτο (sic) του ενεργού πληθυσμού», γεγονός που «δεν μπορούσε παρά να αυξήσει την εξάρτηση από το κράτος». «Κοντολογίς, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950, το κράτος και οι ελεγχόμενοι από το κράτος οργανισμοί αποτελούσαν τη μοναδική ευλογοφανή ελπίδα απασχόλησης για εκατοντάδες χιλιάδες ανέργων ή υποαπασχολούμενων εργατών των πόλεων» (23).

Ομοίως «μεγάλα τμήματα της προπολεμικής μικροαστικής τάξης… είχαν διογκώσει αφάνταστα» (πόσο τοις εκατό αφάνταστα;) «τις μάζες των ανέργων». «Για όσους απ’ αυτούς δεν είχαν προτιμήσει την Αριστερά, ο κρατικός μηχανισμός προσέφερε, ίσως, τη μοναδική ευκαιρία απασχόλησης» και άρα «βρέθηκαν υπό τον άμεσο έλεγχο του Δημοσίου» (24). «Κοντολογίς, η κυρίαρχη θέση του ελληνικού κράτους ευθύς μετά τον πόλεμο αποτελεί ουσιαστικό χαρακτηριστικό του κοινωνικού σχηματισμού», διότι το κράτος «ήλεγχε τους μηχανισμούς κατανομής των τεράστιων προσόδων (;) που εισέρεαν από το εξωτερικό» (24). Για τους στερούμενους κρατικού άρτου περίσσευαν τα θεάματα: οι περιοδείες δημοσίων υπαλλήλων και «τα κυκλώματα πελατείας και προστασίας» δραστηριοποιούνταν «για να διοχετευθεί η επίσημη ιδεολογία προς τις μάζες των ανέργων» (38), μάζες που ήταν «αφάνταστες» και θα πρέπει να περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους εντρυφώντας στην «επίσημη ιδεολογία».

Είναι εκτός των συνηθειών του Κ.Τ. η αναφορά στοιχείων π.χ. για τη διάρκεια του Σχεδίου Μάρσαλ, για τις «προσόδους» που διεκίνησε και τον τρόπο χρήσης τους, προκειμένου να μάθουμε τι ποσό πήραν και για πόσα χρόνια οι «μάζες» των δημοσίων υπαλλήλων και ανέργων. Πέρα από τις λαθροχειρίες στο ζήτημα των δημοσίων υπαλλήλων που θα διαπιστωθούν στη συνέχεια, ο Κ.Τ. γενικεύει για να δημιουργήσει εντυπώσεις χωρίς στοιχεία. Κατ’ αρχήν δίνει ποσοστά ανεργίας χωρίς να διευκρινίζει για ποια χρονιά ισχύουν. Αν πάντως υποτεθεί ότι αφορούν το 1951, χρονιά για την οποία ο Κ.Τ. δίνει μη αγροτικό ενεργό πληθυσμό «περιλαμβανομένων και των ανέργων» 1.414.000 (22), «το ένα τρίτο ως το ένα τέταρτο» ανεργίας (23) είναι 471 «ως» 353 χιλ. Για την ίδια χρονιά άλλες πηγές δίνουν 179 χιλ. ανέργους (Μπαμπανάσης 1985, σ. 247), δηλ. ο Κ.Τ. διπλασιάζει ή τριπλασιάζει τον αριθμό τους. Στις δε επόμενες χρονιές ο αριθμός ανέργων μειώνεται (Μπαμπανάσης 1985, σ. 247), ενώ o Κ.Τ. θεωρεί -και πάλι χωρίς στοιχεία- ότι «χρειάστηκαν περισσότερο από δέκα χρόνια για να σταθεροποιηθεί κάπως (sic) η εσωτερική αγορά εργασίας» (23).

            Το καθοριστικό είναι πως η αναφορά στην ανεργία δεν σημαίνει ότι οι άνεργοι απολαμβάνουν κρατικής βοήθειας ενόσω δεν αναφέρεται κάποιο στοιχείο για σχετικά επιδόματα. Εν προκειμένω δε «ιδεολογική επίπτωση του εμφυλίου» ήταν η ανυπαρξία κοινωνικού κράτους, δεδομένου ότι η καπιταλιστική ειρήνη εξασφαλιζόταν με την άγρια καταστολή και όχι με παροχές (στοιχεία από Βερναρδάκη/Μαυρή 1991, σ. 120 επ.). Για τον Κ.Τ. η αναφορά του υποτιθέμενου αριθμού των ανέργων είναι αρκετή για την απόφανση: «η παρουσία, λοιπόν, αυτής της μεγάλης μάζας ανθρώπων δεν μπορούσε παρά να αυξήσει την εξάρτηση από το κράτος» (23). Ανάλογα ισχύουν και για την «εξάρτηση» χιλιάδων πρώην αγροτών για τους οποίους παρατίθενται στοιχεία μόνον για το 1949, αλλά αφήνεται να εννοηθεί ότι η «εξάρτηση» ήταν διαρκής. Το πόσο τέλος εξαρτώνταν από το κράτος οι ελπίζοντες να προσληφθούν (και δεν «εξαρτώνταν» από την άγρια καπιταλιστική εκμετάλλευση), αυτό το διδάσκει η κοινή λογική.

Ο ρόλος του κράτους στην περίοδο αυτή ήταν αναμφίβολα καίριος. Οχι όμως όπως τον εννοεί ο Κ.Τ. Η αμερικανική βοήθεια δεν χρησιμοποιήθηκε, όπως υποστηρίζει, για καταναλωτικούς σκοπούς ούτε για να μείνει η χώρα γεωργική (19, σημ. 3), αλλά για τη βελτίωση της υποδομής με κρατικές επενδύσεις (συγκοινωνίες, ηλεκτρισμός, επικοινωνίες) και για επιδοτήσεις προς τη βιομηχανία που επέτρεψαν, σε συνδυασμό με την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, την αύξηση της παραγωγής, όπως μαρτυρεί η βελτίωση των σχετικών δεικτών (Μηλιός 1988, σ. 327 επ., 433 επ.).

Σε μια περίοδο καπιταλιστικής ανάπτυξης με έντονη κρατική δραστηριότητα σχεδιασμού και επενδύσεων ο Κ.Τ. λέει ότι η αστική τάξη επιδίωκε να αποτρέψει τον «κάθε είδους αυστηρό σχεδιασμό», επειδή «η επεξεργασία εθνικού προγράμματος ήταν αντικειμενικά αντίθετη με τα συμφέροντά της» (21). Οι επενδύσεις, που δεν ταιριάζουν στην εικόνα του χρυσοθήρα, εμφανίζονται έτσι ως μεγάλο φαγοπότι «προσόδων». Οσον αφορά τέλος την αφειδή διανομή επιδομάτων, αναμένουμε σε προσεχή του εργασία να προσθέσει ο Κ.Τ. και κάποιο στοιχείο στα όσα με ζηλευτή αυτοπεποίθηση αναφέρει.

Ακολουθεί μια αναφορά στην ιδεολογική κατάσταση μετά τον εμφύλιο, η οποία αποτελεί το μόνο χρήσιμο τμήμα του βιβλίου. Αυτό επιτυγχάνεται επειδή ο Κ.Τ. αγνοεί τα προηγούμενα και περιγράφει με επιμέλεια, τα ιδεολογήματα του ελληνικού κράτους και τη δράση των διανοουμένων του. Τα προρρηθέντα περί ταξικής δόμησης και ρόλου του κράτους δεν του χρησιμεύουν για την ανάλυση αυτή, αλλά: α) για τη δημιουργία μιας γενικής εντύπωσης περί των ταξικών δομών στην Ελλάδα όπου ουδείς παράγει, η εκμετάλλευση αποτελεί ανάξια λόγου λεπτομέρεια και το κράτος τρέφει τους πολίτες -εντύπωση που θα αξιοποιηθεί προσηκόντως στη συνέχεια, και β) για να δειχθεί ότι την ευθύνη της καταστολής και των ιδεολογικών αθλιοτήτων δεν φέρει μια «υγιής» αστική τάξη, αλλά ένας εσμός κερδοσκόπων, χαφιέδων και «κρατικοδίαιτων» παρασίτων καθώς και η «κυρίαρχη ξένη επιρροή» (28).

Ο Κ.Τ. αναφέρεται στην «σχεδόν αδιόρατη», «αόρατη» και «σιωπηρή» (25/6) αλλαγή συσχετισμού «μέσα στην ίδια την άρχουσα ομάδα», δηλ. στο ότι χωρίς «πλατιά και συγκροτημένη αστική συναίνεση» ανήλθε η «άκρα Δεξιά» και εξετόπισε τους «μετριοπαθείς και φιλελεύθερους δημοκράτες», οι οποίοι ωστόσο κυβερνούσαν αποτελώντας προσωπείο δημοκρατίας (25). Παρότι για μη εξηγούμενους λόγους «οι φανατικοί εξτρεμιστές δεν είχαν ούτε τα αναγκαία υλικά μέσα, ούτε το λαϊκό έρεισμα ή επαρκή ξένη υποστήριξη για να επιβάλουν τη δική τους αποκλειστική ηγεσία» οι ίδιοι εξτρεμιστές κατάφεραν το δυσκολότερο: να ελέγξουν (παρά την έλλειψη «μέσων και στήριξης») το σύνολο των κατασταλτικών και ιδεολογικών μηχανισμών (26). Δεν θα σχολιάσουμε ούτε αυτά τα θαυμάσια ούτε την αδυναμία του συγγραφέα να αντιληφθεί τι σημαίνει γενικό συμφέρον της αστικής τάξης, καθώς παραμένει δέσμιος μιας αντίληψης της πολιτικής ως αντιπαράθεσης προσώπων και ατομικών στρατηγικών. Αρκεί να σημειωθεί εδώ η αθώωση των φιλελεύθερων δημοκρατών -και εμμέσως της αστικής τάξης- για την μετεμφυλιακή πολιτική με την αιτιολογία ότι δεν συναινούσαν σ’ αυτή.

Ουδείς αστός θα είχε αντίρρηση να υποστηριχθεί ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει βιομηχανική ανάπτυξη, ιδίως εάν αυτή η διαπίστωση συνοδευόταν από την εκτίμηση ότι υπάρχει διογκωμένος δημόσιος τομέας και κράτος πρόνοιας και αποσιωπάτο η οριακή συρρίκνωση της μερίδας των μισθών σε καιρούς αδιάκοπης καπιταλιστικής «ανάπτυξης». Σ’ αυτές τις επιθυμίες ανταποκρίνεται (και) ο Κ.Τ.

Μπορεί λοιπόν να του συγχωρεθούν και εξώφθαλμες ανακρίβειες. Ο Κ.Τ. κάνει επίδειξη ικανοτήτων θεωρητικοποίησης με το ακόλουθο: «η πρώτη επιλογή [της αστικής τάξης] ήταν να αποσπαστεί ο κυρίαρχος λόγος από κάθε ταξικό συσχετισμό και να αφαιρεθεί το οποιοδήποτε κοινωνικό περιεχόμενο από τους επιτρεπτούς ανταγωνισμούς για την εξουσία» (33/4). Ο ιδεολογικός λόγος μιας ακροδεξιάς κυβέρνησης δεν ενέχει λοιπόν ταξικό συσχετισμό και οι ανταγωνισμοί αστικών κομμάτων στερούνται κοινωνικού περιεχομένου -και όλα αυτά σε ένα κράτος που έδειχνε με σπάνια καθαρότητα την πολιτικοποίησή του, αρνούμενο ρητά τις αντιλήψεις περί ισονομίας, οι οποίες προβάλλονται συνήθως. Ήτοι οι συνέπειες του εμφυλίου ήταν οι αντίστροφες και ο συγγραφέας δεν συμβουλεύθηκε ούτε τις εφημερίδες της περιόδου που μελετά.

 

  1. Ο κοινωνός ως ιδιώτης

Προκειμένου να εξετάσει τη «δημόσια εργοδοσία» ο Κ.Τ. αναλύει την «άρθρωση κράτους και κοινωνίας» (55). Ο Κ.Τ. θεωρεί δυνατό τον «ολοκληρωτικό διαχωρισμό της δημόσιας και της ιδιωτικής σφαίρας» (56) σε έναν απροσδιόριστο χωροχρόνο, όπου «οι κρατικοί λειτουργοί… στρατολογούνται [ανάμεσα στους] ιδιοκτήτες-αστούς» και δεν αμείβονταν ή πάντως «θεωρούνταν ερασιτέχνες» (57). Οδηγούμαστε έτσι σε μια κατασκευή χωρισμού όπου «ο αδιάφθορος κρατικός λειτουργός μπορεί να είναι ταυτόχρονα και ανενδοίαστα στυγνός εκμεταλλευτής και τοκογλύφος ή αδίστακτος επιχειρηματίας» (58).[5]

Αυτό το σύστημα εκφράζει μια «εξωτερική» άρθρωση κράτους/κοινωνίας με «αυστηρό, λογικό και θεσμικό διαχωρισμό» τους, όπου το κράτος έχει ρόλο «διαιτητή των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων (sic)» (59/60). Η «εξωτερική» άρθρωση και «οι οιονεί σχιζοφρενικές προεκτάσεις» της (58) αποτελούν παρελθόν, διότι πλέον τα ιδιωτικά συμφέροντα εισήλθαν στο δημόσιο χώρο.

Εμφανίζεται έτσι μια «εσωτερική» άρθρωση, στην οποία ο χωρισμός γίνεται «θεσμικά, τεχνητά ή ονομαστικά» (60) και συνίσταται στη συνύπαρξη δύο χώρων («ιδιωτική αγορά» και κράτος), στους οποίους οι ιδιώτες μπορούν να δραστηριοποιηθούν επί σκοπώ «δημιουργίας συμφερόντων, εισοδημάτων και οικονομικών δικαιωμάτων» (60). Η «κρατική εργοδοσία» έχει ως αποτέλεσμα το σχηματισμό «μιας κοινωνικής κατηγορίας ή ‘τάξης’ ή τουλάχιστον ενός σημαντικού μέρους της», η οποία «ενσωματώνεται αυτόνομα στο σύστημα των ταξικών σχέσεων». Ετσι λοιπόν η «σφαιρική συνολική κοινωνία (sic) περικλείει και τις τάξεις και κοινωνικές κατηγορίες οι οποίες δημιουργούνται στους κόλπους του κράτους» (62). Αφού όλα αυτά λεχθούν χωρίς τεκμηρίωση και συναχθεί με μεγάλη ευκολία το συμπέρασμα ότι «ο δισυπόστατος χαρακτήρας του κράτους είναι, λοιπόν, προφανής» (62) πληροφορούμεθα ότι το κράτος «‘μπορεί’ πια τα πάντα» (64).

Σύμφωνα με τον Κ.Τ. η «απόλυτη λογική και οργανική διάκριση» κράτους/κοινωνίας (αυτή που πριν ονόμασε «αυστηρή, λογική και θεσμική») συνιστά «ιδεολόγημα» γιατί «από ένα σημείο και πέρα» το κράτος έχει ένα «πραγματικό και αυτόνομο υλικό βάρος (sic)» που το αποσυνδέει από τις λειτουργίες εξασφάλισης του γενικού συμφέροντος: το κράτος καθίσταται «συχνά αποφασιστικός, αν και συνήθως καλυμμένος, παράγοντας διαμόρφωσης της κοινωνικής δυναμικής» (65).

Αυτά διαπιστώνονται «κατά βάσιν στις εξαρτημένες χώρες», αλλά «αφορούν εξίσου τις κεντρικές καπιταλιστικές χώρες» (81). Το κράτος συμμετέχει παντού «στην ίδια τη συγκρότηση των κοινωνικών σχέσεων» με τη διαμόρφωση κρατικής τάξης και τη διαχείριση κοινωνικών πόρων (64): δημιουργεί μια ξεχωριστή κοινωνική κατηγορία, τροφοδοτώντας την με «εισοδήματα». Ετσι το κράτος όχι μόνον δεν είναι εξωτερικό προς την κοινωνία, δηλ. εγγυώμενο τα «γενικά συμφέροντα», αλλά οργανώνει προς όφελος των υπαλλήλων του μια παράλληλη «διαδικασία επιμερισμού των κοινωνικών πόρων» που λειτουργεί ανταγωνιστικά προς την κοινωνία ή «αγορά» (73).

Ο Κ.Τ. θέτει «το ερώτημα της ταξικής φύσης των κοινωνικών ομάδων, που κατορθώνουν να οικειοποιούνται το πλεόνασμα» μέσω του κράτους (70). Ωστόσο δηλώνει ότι δεν θα μπει στην «ουσία» και δεν θα μάθουμε τoν χαρακτήρα των «κρατικοδίαιτων μερίδων» στον καπιταλισμό (72), χωρίς αυτό να τον εμποδίζει να τους δώσει όνομα, να δεχθεί ότι συγκροτούνται «αυτόνομα» ως «τάξη ή κατηγορία» και να αναφέρεται πάγια σε «κρατική αστική τάξη» θεωρώντας ότι στο κράτος «συντελούνται διαδικασίες δόμησης και παγίωσης κοινωνικών ομάδων» (79). Διακρίνεται εδώ η μέθοδος του Κ.Τ., ο οποίος παρουσιάζει μια θέση χωρίς τεκμηρίωση, δηλώνει ότι δεν είναι σίγουρος για την ισχύ της και δεν μπορεί να «προχωρήσει» στην εξέτασή της και στη συνέχεια τη χρησιμοποιεί ως δεδομένη.

Ο Κ.Τ. δεν γνωρίζει τι σημαίνει εξωτερικός χωρισμός κράτους και κοινωνίας, δηλ. οι θέσεις περί διάκρισης, τις οποίες επικρίνει ως «εσφαλμένα και παρωχημένα θεωρητικά σχήματα» (65). Ας δούμε ποια είναι η πραγματική έννοιά τους (Μαρξ 1990, Μανιτάκης 1981, 149 επ., Rosanvallon 1984, 63 επ., Labica/Bensussan 1985, 413 επ., Lochak 1986, Rangeon 1986, Rupp 1987, Boeckenfoerde 1991).

Στις καπιταλιστικές κοινωνίες αποτελεί πρωταρχικό οικονομικό και ιδεολογικό όρο η ιδιωτική αυτονομία. Πρόκειται για την πραγματική-νομική δυνατότητα των ατόμων να αυτοκαθορίζονται σε μια ιδιωτική σφαίρα, δηλ. να διαθέτουν ελεύθερα τα ευρισκόμενα στην (ατομική) ιδιοκτησία τους εμπορεύματα και να διαμορφώνουν κυριαρχικά τους όρους ζωής τους είτε αυτοί αφορούν εμπορικές ανταλλαγές είτε όχι. Η άμεση απειλή που αντιμετωπίζει ο εν λόγω αυτοκαθορισμός προέρχεται από άλλους ιδιώτες, οι οποίοι ενδέχεται να επέμβουν βίαια στους όρους ζωής και την ιδιοκτησία ορισμένων, θέτοντάς τους υπό αλλότρια εξουσία.

Για να αντιμετωπισθεί αυτή η απειλή καθίσταται αναγκαία η διατήρηση -και βελτίωση- του κρατικού μηχανισμού, ο οποίος δημιουργεί τους όρους αυτοκαθορισμού των ιδιωτών. Ο κρατικός μηχανισμός συνιστά όμως και απειλή για την ιδιωτική αυτονομία, δεδομένης της ισχύος που του έχει δοθεί με σκοπό να αποτραπεί η πρώτη και καίρια απειλή της ιδιωτικής αυτονομίας, δηλ. η επίθεση εκ μέρους άλλων κοινωνών. Γι’ αυτό ο κρατικός μηχανισμός αυτοπεριορίζεται, αναγνωρίζοντας νομικά και πρακτικά ότι η παρέμβασή του αποβλέπει στη διασφάλιση της ιδιωτικής αυτονομίας και ότι πέρα από τις ρητά προβλεπόμενες κρατικές αρμοδιότητες, «όλα επιτρέπονται» στους ιδιώτες. Με αυτή την έννοια το κράτος είναι εξωτερικό προς την κοινωνία -υπηρετεί τον, εξωτερικό προς τον κρατικό μηχανισμό, σκοπό αυτονομίας των ατόμων-, αλλά και εκφράζει το γενικό συμφέρον, δηλ. την υποτιθέμενη επιθυμία όλων να επιδιώκουν ακώλυτα τους σκοπούς που οι ίδιοι καθορίζουν και να διαθέτουν τα αγαθά τους, όπως οι ίδιοι θέλουν.

 Ο χωρισμός κράτους/κοινωνίας και η κατασκευή του αυτόνομου ατόμου αποτελεί καταστατική αρχή του καπιταλισμού και νομική-κοινωνική πραγματικότητά του. Οι παρεμβάσεις του κράτους στο χώρο της αυτονομίας του ατόμου, πρώτον, είναι ποσοτικά λίγες σε σύγκριση με την έκταση και την πολυμορφία των προσωπικών αποφάσεων και, δεύτερον, αποβλέπουν στη δημιουργία όρων για τη διατήρηση της ιδιωτικής αυτονομίας. Τα αστικά κράτη δεν αμφισβητούν την αυτονομία των ιδιωτών, διότι μια τέτοια αμφισβήτηση θα αναιρούσε την αρχή της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής ή θα την καθιστούσε κενή περιεχομένου, αν π.χ. κοινωνικοποιούνταν τα κέρδη των ατομικών ιδιοκτητών.

Οι δύο βασικές αντιρρήσεις για την ισχύ του σχήματος της εξωτερικότητας του κράτους στις σύγχρονες αστικές κοινωνίες αποτελούν μυθεύσεις με απολογητικό χαρακτήρα. Πρόκειται αφενός για την αντίληψη περί ύπαρξης ολοκληρωτικών κρατών που αναιρούν τη διάκριση κράτους/κοινωνίας και αφετέρου για την αντίληψη ότι το «σύγχρονο κοινωνικό κράτος» με τις πολυειδείς παρεμβάσεις του τείνει να καταργήσει τη διάκριση.

            Η πρώτη αντίρρηση δεν ευσταθεί αν σκεφθούμε ότι π.χ. η χιτλερική Γερμανία δεν είχε καταργήσει την ιδιωτική αυτονομία (και ιδιοκτησία) ούτε στέρησε από την πλειοψηφία των Γερμανών την ελευθερία αυτοκαθορισμού. Εξέφραζε μια σκληρή εκδοχή αστικής δικτατορίας, η οποία βασιζόταν στην ένταση των κατασταλτικών μέτρων και των απαγορεύσεων, έχοντας όμως σκοπό να διαφυλαχθεί η ιδιωτική αυτονομία ως αρχή οργάνωσης της παραγωγής. Στην προοπτική αυτή, η φιλολογία περί ολοκληρωτικού κράτους δεν εκφράζει την άρση της εξωτερικότητας-επικουρικότητας του κράτους, αλλά την επιδίωξη να αποσυνδεθεί ο καπιταλισμός από τις δικτατορικές μορφές διακυβέρνησης, οι οποίες περιοδικά τον χαρακτηρίζουν, και έτσι να εμφανισθεί στο άσπιλο δημοκρατικό του ένδυμα.

Η αντίρρηση ότι το κοινωνικό κράτος αναιρεί την ιδιωτική αυτονομία επειδή αυξάνει την κρατική παρέμβαση μέσω αναδιανομής αποτελεί πάγια θέση του φιλελευθερισμού, ο οποίος δεν αποβλέπει στην κατάργηση της κρατικής παρέμβασης, αλλά στην αλλαγή της κατεύθυνσής της, δηλ. στην ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών (άρα και την αύξηση των σχετικών δαπανών) με σκοπό την «τάξη και ασφάλεια» και στην ταυτόχρονη συρρίκνωση των μορφών έμμεσου μισθού (ή/και στην αύξηση της φορολόγησης των μισθωτών). Το επιχείρημα ότι το ισχυρό στην καταστολή κράτος (δηλ. η επιδιωκόμενη από το φιλελευθερισμό μορφή κρατικής παρέμβασης) εγγυάται την ιδιωτική αυτονομία παρέχοντας «τάξη και ασφάλεια», έχει την ίδια υφή με το επιχείρημα ότι εγγύηση της ιδιωτικής αυτονομίας αποτελεί η εξασφάλιση πόρων και ορισμένου επιπέδου ζωής για όλους τους πολίτες, δηλ. η παροχή αντικρύσματος στο πλάσμα του αυτοκαθορισμού των ατόμων. Αυτή η σοσιαλδημοκρατική ιδέα συναντάται ήδη στον Χέγκελ και σε θεωρητικούς της γαλλικής επανάστασης -περίοδο στην οποία γνώρισε άλλωστε εκτεταμένη εφαρμογή (Losurdo 1989, Gauthier 1992).

Το φιλελεύθερο και το σοσιαλδημοκρατικό επιχείρημα ταυτίζονται στις αφετηρίες και στη στόχευση: αποδέχονται την αναγκαιότητα της κρατικής παρέμβασης για την εγγύηση της ιδιωτικής αυτονομίας και δέχονται ότι πρέπει να έχει πάντοτε περιορισμένο, επικουρικό χαρακτήρα. Διαφωνούν ως προς τις μεθόδους και τα μέσα παρέμβασης και κατά τούτο αποτελούν εκδοχές αστικής κυριαρχίας: εκφράσεις διαφορετικών συσχετισμών δύναμης στην ιστορική συνέχεια μιας αστικής κοινωνίας.

Προκύπτει συνεπώς ότι κάθε καπιταλιστικό κράτος παραμένει εξωτερικό προς την «ιδιωτική αυτονομία», το θεμελιώδη αυτοκαθορισμό του ατόμου ως ιδιοκτήτη εμπορευμάτων ή -λυρικότερα- ως υπέρτατης αξίας. Τα αστικά κράτη δραστηριοποιούνται με ποικίλλουσα ένταση και διαφορετικές μεθόδους, αλλά με πάγιο σκοπό την αναπαραγωγή μιας κοινωνίας που αποτελείται από «κυρίαρχα και αυτεξούσια» στον ιδιωτικό τους χώρο άτομα.

            Η παραπάνω κατασκευή βρίσκεται στους αντίποδες μιας επιστημονικής προσέγγισης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών. Οι βασικές κατευθύνσεις κριτικής είναι (Πουλαντζάς 1975, σ. 170 επ., Αλτουσέρ 1977, Ανθόπουλος 1984, σ. 49 επ.):

α) δεν υπάρχουν άτομα, αλλά φορείς λειτουργιών καθοριζόμενοι από την ταξική θέση, δηλ. από τις υλικές συνθήκες ζωής, οι οποίες διαμορφώνουν τη συμπεριφορά και τις «ελεύθερες» αποφάσεις,

β) ο χωρισμός κράτους/κοινωνίας και η ιδιωτική αυτονομία αποτελούν το ευγενές όνομα των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής, δηλ. το μέσο εμφάνισης της καπιταλιστικής παραγωγής ως αθροίσματος προσωπικών αποφάσεων ιδιοκτητών για την ανταλλαγή εμπορευμάτων και

γ) το κράτος δεν εγγυάται κάποιο γενικό συμφέρον, δηλ. δεν είναι ουδέτερο προς τις αποφάσεις των ατόμων. Επειδή οι αποφάσεις αυτές καθορίζονται από την ταξική δόμηση της κοινωνίας το κράτος αποβλέπει στην αναπαραγωγή των κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής, εκφράζοντας το συλλογικό συμφέρον της αστικής τάξης και υποεκπροσωπώντας συμφέροντα των λαϊκών τάξεων.

            Αυτά δεν σημαίνουν ότι η διάκριση του κράτους από την κοινωνία ως άθροισμα ιδιοκτητών είναι ξεπερασμένη ή αποτελεί ιδεολογική πλάνη. Η διάκριση αυτή είναι ιδεολογική μόνον με την έννοια της μεταμορφωθείσας σε υλική δύναμη πρακτικής (Αλτουσέρ 1983), πρακτικής που ανταποκρίνεται στα θεμελιώδη χαρακτηριστικά των σχέσεων παραγωγής και γι’ αυτό κυριαρχεί στις αστικές κοινωνίες. Σχηματικά, η ορθή θεώρηση του προβλήματος έγκειται: α) στην αναγνώριση της ιδεολογικής πραγματικότητας και των καίριων συνεπειών του χωρισμού κράτους/κοινωνίας ως δομικού στοιχείου των αστικών κοινωνιών, β) στην ανάλυση της ουσιαστικής (ταξικής) ενότητας των δήθεν διακριτών σφαιρών, γ) στην έρευνα του πραγματικού θεμελίου της διάκρισης, δηλ. της λειτουργίας του κράτους.

Το να θεωρηθεί η διάκριση κράτους/κοινωνίας παρωχημένη, όπως ισχυρίζεται ο Κ.Τ., δείχνει τύφλωση μεγαλύτερη από εκείνη που χαρακτηρίζει τους αστούς θεωρητικούς, οι οποίοι τουλάχιστον κατανοούν τη σημασία της ιδεολογικής πραγματικότητας. Ενώ όσοι την δέχονται άκριτα απλώς προάγουν την ιδεολογία σε επιστήμη, εκείνοι που θεωρούν ότι οι ποσοτικές μεταβολές παρέμβασης του αστικού κράτους καταργούν τη διάκριση κράτους/κοινωνίας δεν είναι καν σε θέση να αντιληφθούν την ιδεολογική πραγματικότητα. Ωστόσο ο Κ.Τ. που θεωρεί ότι το μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος εμφανιζόταν αταξικότερο από τα δημοκρατικά κράτη, δικαιούται να πιστεύει και ότι εξέλιπε η ιδεολογική πραγματικότητα του χωρισμού κράτους/κοινωνίας.

Ο Κ.Τ. υποστηρίζει την κατάργηση της διάκρισης επειδή δεν αναφέρει το βασικό περιεχόμενό της, την αυτονομία των ατόμων και τον εγγυητικό ρόλο του κράτους, αλλά περιορίζεται στην αναφορά μιας εν γένει εξωτερικότητας του κράτους προς τις κοινωνικές σχέσεις. Λόγω αυτής της αποσιώπησης μπορεί να εμφανίζει την κρατική παρέμβαση (που εσφαλμένα ισχυρίζεται ότι αποτελεί πρόσφατο φαινόμενο) ως αίρουσα τη διάκριση. Και έτσι αγνοεί το ρόλο του κράτους ως εξωτερικού εγγυητή γενικών καπιταλιστικών συμφερόντων.

Ο Κ.Τ. συγκαλύπτει την πραγματική λειτουργία του κράτους, ισχυριζόμενος ότι δεν είναι εξωτερικό προς την κοινωνία, διότι αμείβει τους δημοσίους υπαλλήλους και «διανέμει» στος ιδιώτες επιδόματα. Εμφανίζει δε το εν λόγω αυτονόητο ως αίτιο κατάργησης του χωρισμού κοινωνίας/κράτους, επειδή δήθεν το κράτος «λειτουργεί… ως έναν βαθμό ανεξάρτητα» από «τον εμφανιζόμενο καθολικό λόγο ύπαρξής του» (63). Το κράτος αποτελεί ένα παράσιτο που τρέφεται από τους κοινωνικούς πόρους για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των υπαλλήλων και όσων έχουν την «κρατική εύνοια» (78) λέει ο αποδομητής παρωχημένων ιδεολογημάτων. Η αναφορά του Κ.Τ. στην «άρθρωση» κοινωνίας/κράτους αποβλέπει να παράσχει τίτλους εγκυρότητας σε μια ανάλυση για το ρόλο του κράτους, η οποία αγνοεί τους πραγματικούς σκοπούς λειτουργίας του (αναπαραγωγή των σχέσεων παραγωγής), τοποθετώντας στη θέση τους το ιδιαίτερο συμφέρον της δήθεν κρατικής «τάξης ή κατηγορίας».

Υιοθετείται έτσι μια σενσουαλιστική παραλλαγή του λειτουργισμού: αντίληψη περί κράτους ως πολιτικής αγοράς, που εξυπηρετεί τα ιδιωτικά συμφέροντα όσων συμμετέχουν στις διαδικασίες της. Ο Κ.Τ. δεν προσχωρεί ρητά στη σχολή αυτή -προφανώς γιατί το αναγνωστικό κοινό του είναι διαφορετικό από αυτό του κ. Buchanan. Για να καλύψει τα νώτα του υποστηρίζει ταυτόχρονα (και αντιφατικά) ότι το κράτος εξυπηρετεί και τα γενικά συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, αλλά σπεύδει να ακυρώσει τη δήλωσή του: αυτή η «μια μεριά» (61) είναι ξεπερασμένη ή πάντως δεν ενδιαφέρει (73).

Ενώ όμως απέρριψε τον εξωτερικό χωρισμό κράτους/κοινωνίας, δηλ. τη διάκριση των γενικών κρατικών λειτουργιών από την επιδίωξη ιδιωτικών συμφερόντων, στη συνέχεια υπόσχεται ότι θα ρίξει «νέο φως» στη λειτουργία του κράτους (78) λέγοντας ότι το κράτος αποτελεί χώρο «άμεσης παραγωγής ιδιωτικών συμφερόντων» (79). Έτσι λοιπόν, μετά από μια παρέκβαση που απέρριψε τη διάκριση ιδιωτικού/δημοσίου χωρίς να την ορίζει, μαθαίνουμε ότι εντός του κράτους οι ιδιώτες επιδιώκουν ατομικά συμφέροντα, δηλ. ότι διατηρείται το εννοιολογικό σύστημα της διάκρισης ιδιωτικού/δημοσίου, η αντιπαράθεση του ιδιωτικού συμφέροντος με τις γενικές κρατικές λειτουργίες (73). Σκοπός του Κ.Τ. δεν ήταν λοιπόν να αμφισβητήσει τη διάκριση αυτή και τον μεθοδολογικό ατομισμό, αλλά να αφαιρέσει από το πεδίο της ανάλυσης την πραγματική λειτουργία του κράτους, το οποίο θα εμφανίζεται στο εξής ως ένα είδος ιδιωτικής επιχείρησης ή λείας. Μπορεί έτσι να προχωρήσει ακάθεκτος: «σ’ αυτό το γενικότερο πλαίσιο θα προσπαθήσω να εντάξω το πρόβλημα του κράτους ως εργοδότη στη μεταπολεμική Ελλάδα» (82).

 

  1. Κι εσείς δημόσιος υπάλληλος; (Λαθροχειρίες)

Το «βάρος του δημόσιου τομέα ως εργοδότη» (83) αποτελεί το πρώτο σκέλος ανάλυσης. Ο Κ.Τ. εκτιμά τον αριθμό «απασχολούμενων στο Δημόσιο» το 1980 σε 500 χιλ. αν συνυπολογισθούν οι εργαζόμενοι σε δημόσιες επιχειρήσεις, σε «κρατικές Τράπεζες» κλπ. (83 επ.). Στη συνέχεια θεωρεί ότι η δημόσια απασχόληση απευθύνεται σε «ορισμένα και μόνον στρώματα του κοινωνικού συνόλου», ότι δηλ. δεν αφορά τους αυτοαπασχολούμενους και τους βιομηχανικούς εργάτες που είναι «περίπου αδύνατον να προσβλέψουν σε απασχόληση στον δημόσιο τομέα» (86). Συνάγει ότι στην Ελλάδα τα «‘υπαλληλίσιμα’ κοινωνικά στρώματα» (87) ανέρχονταν το 1978 σε 1 εκατομ. και συνεπώς ένας στους δύο «υπαλληλισίμους» δούλευε στο Δημόσιο.

Αν λάβουμε υπόψη ότι το 1980 ο ενεργός πληθυσμός ήταν περίπου 3,3 εκατ., αυτό που ο Κ.Τ. αποκαλεί απασχόληση στο Δημόσιο ανέρχεται σε 15% του ενεργού πληθυσμού. Επειδή το ποσοστό αυτό δεν εξυπηρετεί τη συλλογιστική του, δεν το αναφέρει και αφαιρώντας διαδοχικά τμήματα του ενεργού πληθυσμού καταλήγει στο ότι οι μισοί από τους «υπαλληλίσιμους» εργάζονται στο Δημόσιο. Στον υπολογισμό αυτόν είναι εμφανής η λαθροχειρία. Γιατί πρέπει να θεωρήσουμε ότι οι αυτοαπασχολούμενοι δεν μπορούν να εργασθούν στο Δημόσιο; Ο Κ.Τ. δεν το εξηγεί, αλλά δηλώνει: «όσο και αν η ‘αφαίρεση’ αυτή εμφανίζεται ως αυθαίρετη», είναι «χρήσιμο να δούμε το βάρος της δημόσιας απασχόλησης ως συνάρτηση των ‘ανάλογων’ κοινωνικών κατηγοριών» (86). Φυσικά αυτό θα πάψει να χρησιμεύει λίγο παρακάτω και εκεί θα μάθουμε ότι είναι «ελάχιστοι οι μικρο-‘ανεξάρτητοι’, που δεν εποφθαλμιούν μια θέση στο Δημόσιο» (125), καίτοι πριν είχαν αποκλεισθεί από τους «υπαλληλίσιμους». Η διαφορά είναι σαφής: Στην πρώτη περίπτωση πρέπει να δειχθεί ότι το ποσοστό δημοσίων υπαλλήλων είναι υψηλό – και άρα να μειωθεί αυθαίρετα ο ενεργός πληθυσμός επί του οποίου υπολογίζεται το ποσοστό τους. Στη δεύτερη πρέπει να δειχθεί ότι οι Ελληνες θέλουν να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι και άρα η επιθυμία αυτή πρέπει να περιλάβει όλες τις κοινωνικές κατηγορίες.

Ακολούθως ο Κ.Τ. αποκλείει από τους «υπαλληλίσιμους» τους εργαζόμενους στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα, διότι το Δημόσιο απευθύνεται στους «στοιχειωδώς, έστω εγγράματους υπαλλήλους» και άρα δεν αφορά τους «χειρώνακτες ή ειδικευμένους εργάτες» (86/7). Ο Κ.Τ. έχει την τιμή να είναι ο πρώτος καθηγητής κοινωνιολογίας που αποκάλυψε ότι οι ειδικευμένοι εργάτες δεν είναι στοιχειωδώς εγγράμματοι και μάλιστα η διάκρισή τους από τους «στοιχειωδώς, έστω, εγγράμματους υπαλλήλους εξακολουθεί να έχει μεγάλη κοινωνιολογική ενάργεια» (87)! Το εκπληκτικότερο είναι ότι θεωρεί «εξ ορισμού… περίπου αδύνατον» να απασχοληθούν στο δημόσιο τομέα οι ειδικευμένοι εργάτες, ενώ πριν, για να διαπιστώσει την έκταση της δημόσιας απασχόλησης, άθροισε το προσωπικό τού δημοσίου τομέα, συμπεριλαμβάνοντας τις δημόσιες επιχειρήσεις «στο σύνολό τους», δηλ. ένα προσωπικό «επταπλάσιο των τακτικών μονίμων πολιτικών υπαλλήλων» (83/4), άρα και κλητήρες, προσωπικό καθαριότητας, εργάτες ΟΣΕ, εργοστασίων ΔΕΗ κλπ. Ενώ οι απόφοιτοι δημοτικού προσφέρονται για τη στατιστική των «απασχολούμενων στο Δημόσιο», οι βιομηχανικοί εργάτες αποκλείονται από τους «υπαλληλίσιμους».

Μετά από τέτοια επίδειξη επιστημονικότητας δεν εκπλήσσει η ερμηνεία για τις αιτίες της «θεαματικής επέκτασης» της δημόσιας απασχόλησης με επίκληση των πολιτικών συνεπειών του εμφυλίου. Θα μάθουμε -χωρίς τεκμηρίωση- ότι το Δημόσιο δεν προσελάμβανε προσωπικό για να ανταποκριθεί σε κοινωνικές ανάγκες, αφού δεν υπήρχε παρεμβατισμός στην οικονομία και «η κοινωνική μέριμνα δεν εμφανίζεται συστηματικά παρά μόνο μετά τη δεκαετία του ’60» (89/90). Αυτά αντιφάσκουν στο δίδαγμα της κοινής πείρας ότι η μετεμφυλιακή καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από έντονη κρατική παρέμβαση. Αντιφάσκουν και στα όσα προείπε ο Κ.Τ. (19 επ.) για το όργιο κρατικών επιδοτήσεων, καθώς το σύνολο σχεδόν της επικράτειας εξηρτάτο από «κρατική βοήθεια». Οι αντιφάσεις οφείλονται στο ότι εδώ δεν θέλει πλέον να δείξει ότι οι Ελληνες ζουν από την ξένη βοήθεια, αλλά ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι προσλαμβάνονται ως αργόμισθοι «στελεχώνοντας συχνά υπηρεσίες με ελάχιστες λειτουργικές σκοπιμότητες» (91). Και για να το δείξει αυτό ελπίζει στην αμνησία των αναγνωστών.

Εμβαθύνοντας στα αίτια διόγκωσης του δημοσίου τομέα με αργόμισθους ο Κ.Τ. υποστηρίζει ότι αποτέλεσε «εσκεμμένη πολιτική επιλογή» για να δημιουργηθούν «μεσαία στρώματα» ως στηρίγματα του «κοινωνικού συστήματος» (91). Η ανάλυση αυτή είναι τόσο εμπεριστατωμένη ώστε: α) τα περί μη λειτουργικότητας των δημοσίων υπηρεσιών δεν συνοδεύονται από στοιχεία, β) η αναφορά σε «διόγκωση» του ελληνικού δημοσίου τομέα δεν περιλαμβάνει συγκριτικά στοιχεία από άλλες χώρες. Συνεπώς η άποψη του Κ.Τ., έτσι όπως διατυπώνεται, δεν διαφέρει από τη ρήση ότι ένα καγκουρώ είναι παχύσαρκο επειδή ζυγίζει τόσο και όχι επειδή βρίσκεται πάνω από το μέσο όρο βάρους των καγκουρώ.

Αυτά είναι πταίσματα μπροστά στην εσωτερική αντιφατικότητα. Ο Κ.Τ. αναφέρεται στη «γοργή και ασυγκράτητη» (88), «αλόγιστη και χωρίς προηγούμενο επέκταση της κρατικής εργοδοσίας στην πρώτη δεκαετία μετά το τέλος του πολέμου» (93). Και όμως ο ίδιος είχε δεχθεί ότι «εμφανίζεται μικρή πτώση στον αριθμό των υπαλλήλων, ανάμεσα στο 1951 και στο 1961» (85, σημ. 42). Αρα μεταξύ ’51 και ’55 υπήρξε και μικρή πτώση και «αλόγιστη επέκταση της κρατικής εργοδοσίας». Αλλά αυτό δεν προβληματίζει επειδή η μικρή πτώση «δεν επηρεάζει σημαντικά τις υποθέσεις εργασίας που αναπτύσσονται στο κείμενο» (85, σημ. 42). Και ορθώς, αφού η πτώση είναι μικρή ενώ η αύξηση ασυγκράτητη…

            Ακολούθως ο Κ.Τ. διαπιστώνει ότι «η σημασία [της δημόσιας απασχόλησης] γίνεται πολύ πιο χαρακτηριστική στα στρώματα των μορφωμένων» και μελετά αυτή την «πιο χαρακτηριστική» σημασία, καίτοι «δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για το ακριβές ποσοστό (sic)» των «μορφωμένων» που «απορροφούνται (sic) ή εξαρτώνται από το κράτος» (96). Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας έγκειται στην πληθώρα πτυχιούχων στο Δημόσιο: πτυχιούχοι ήταν «στις αρχές της δεκαετίας του ’60» το 50% «του συνόλου των τακτικών υπαλλήλων», ενώ «σε άλλες χώρες» το ποσοστό «πτυχιούχων» δημόσιων υπαλλήλων ήταν 5% (96/7). «Το γεγονός αυτό δεν είναι δυνατόν να είναι τυχαίο» λέει ο ντετερμινιστής Κ.Τ.: «στο μέτρο που η αύξουσα συσσώρευση των πτυχιούχων δεν ανταποκρινόταν σε καμιά λειτουργική ανάγκη, η συστηματική προώθησή της θα πρέπει να οφείλεται [σε] γενικότερο πολιτικό σχέδιο ανακατασκευής των μεσαίων τάξεων» (97), «μέσω μιας προνομιακής αύξησης των ανώτερων βαθμίδων των μηχανισμών» (99).

Για να αποδειχθεί όμως υπερεκπροσώπηση των πτυχιούχων στο ελληνικό Δημόσιο θα έπρεπε να λεχθεί κάτι παραπάνω από ένα και μοναδικό ποσοστό για τις «αρχές της δεκαετίας του ’60» και να ονομασθούν τουλάχιστον οι «άλλες χώρες», στις οποίες το ποσοστό είναι δέκα φορές μικρότερο. Και αν ήθελε να πείσει ο Κ.Τ. για τη σύνδεση της υπερεκπροσώπησης με σχέδιο κατασκευής «μεσαίων τάξεων», θα χρειαζόταν επίσης κάτι παραπάνω από το αξίωμα ότι οι πτυχιούχοι προσλήφθηκαν χωρίς να ανταποκρίνονται σε λειτουργικές ανάγκες. Ας αφήσουμε δε το ότι θα έπρεπε να ορισθούν οι «μεσαίες τάξεις» και να δειχθεί γιατί οι δημόσιοι υπάλληλοι ανήκουν σ’ αυτές.

Ο Κ.Τ. μπορεί να υποστηρίζει ότι υπήρξε «πολιτικό σχέδιο» διότι παρέλειψε να αναφέρει τα ποσοστά υπαλλήλων ανά υπουργείο. Αν λάβουμε υπόψη ότι στην Ελλάδα οι μισοί δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκπαιδευτικοί (45% στο διάστημα 1987-1991, Επιλογή, Δεκ. 1991, 6), τότε ένα ποσοστό πτυχιούχων 50% στη δημόσια διοίκηση δεν οφείλεται σε προσπάθεια κατασκευής «μεσαίων τάξεων», αλλά μόνον στη δημόσια εκπαίδευση. Αρα οι «άλλες χώρες» που έχουν 5% πτυχιούχων στο Δημόσιο θα πρέπει να μην έχουν κανένα δημόσιο σχολείο ή να έχουν διδάσκοντες με απολυτήριο γυμνασίου.

Ετσι καταλαβαίνουμε τι βαρύτητα έχει η απόφανση του Κ.Τ. ότι το Δημόσιο στην Ελλάδα δεν δομείται με βάση αντικειμενικές ανάγκες, αλλά «η σύνθεση της μάζας των ατόμων που ζητούσαν απασχόληση ήταν αυτή που υπαγόρευε τις διοικητικές δομές» (99). Τα δημοτικά σχολεία ιδρύθηκαν για να απασχολούνται οι δάσκαλοι, οι οποίοι συγκροτούν τις μεσαίες τάξεις. Ιδού η τσουκάλεια θεωρία του κράτους. Είναι αξιοσημείωτο ότι ένας εκπαιδευτικός σαν τον Κ.Τ. θεωρεί ότι η πρόσληψη εκπαιδευτικών δεν ανταποκρίνεται σε λειτουργικές ανάγκες και οι πτυχιούχοι του Δημοσίου αποτελούν «‘δεύτερης επιλογής’ ανθρώπινο υλικό» και σ’ αυτό οφείλεται η «αντιλειτουργικότητα» (136). Ύβρεις ή αυτομαστίγωση; Πάντως ο καθηγ. Κ.Τ. θα δηλώσει ότι οι «κοινωνικές επιστήμες» ανήκουν στις «παρασιτικές κατευθύνσεις των γενικών σπουδών» (131).

 

  1. Το Δημόσιο, οι οκνηροί και οι εξασφαλισμένοι

Ο Κ.Τ. ξεκινά από το δόγμα («έχω την πεποίθηση» -σ. 251) ότι η απασχόληση στο δημόσιο τομέα διαφοροποιείται πλήρως από την απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα. Σκοπός του είναι να δείξει ότι η δημόσια απασχόληση είναι ασυμβίβαστη με την ένταξη στην εργατική τάξη. Και επειδή αναγκάζεται να δεχθεί ότι οι μισθοί στο Δημόσιο είναι περίπου ίσοι με αυτούς του ιδιωτικού τομέα (135, σημ. 98), του απομένει η υπόθεση ότι η εργασία στο Δημόσιο έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και άρα η δημοσιοϋπαλληλία σχηματίζει «κοινωνική ομάδα» (137) ή «σώμα» (141) με ιδιαίτερα συμφέροντα. Παρότι γνώστης του Πουλαντζά, δεν παραθέτει το απόσπασμα στο οποίο ο μαρξιστής θεωρητικός ειρωνεύεται όσους αθροίζουν για λόγους εντυπωσιασμού «το σύνολο των δημόσιων υπαλλήλων (από τον πρόεδρο της δημοκρατίας ως τον ταχυδρόμο)» (1984, σ. 244).

Για τον Κ.Τ. η «κοινωνική ομάδα» των εργαζομένων στο Δημόσιο συγκροτείται μέσω «της εργασιακής ασφάλειας που τους διαφοροποιεί από τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα» (137). Ενώ η τελευταία μορφή εργασίας «είναι, εξ ορισμού, προσωρινή» (251), η εργασία στο Δημόσιο είναι «σε πλήρη αντιδιαστολή… οριστική»: «ισοδυναμεί ουσιαστικά με ‘αποπρολεταριοποίηση’, οριστική έξοδο από την καπιταλιστική αγορά εργασίας… Ασχετα, λοιπόν, από την ταξική κατάσταση του εργαζομένου στο Δημόσιο, πριν να αποκτήσει την ιδιότητα του υπαλλήλου, και άσχετα από το ‘επίπεδο’ της ιεραρχικής του θέσης, η δια βίου θεσμοποιημένη εργασιακή ‘εξασφάλισή’ του τον αποσπά ενεργεία και δυνάμει (;) από τη στρατιά των προλετάριων» (253). Επειδή έχει «εξασφαλισμένη συνταξιοδότηση» και αμείβεται με «πρόσοδο» (254), ο εργαζόμενος στο Δημόσιο επιδίδεται στη «λούφα» (137 επ.), επιδιώκει να είναι «αναρμόδιος» και «ανεύθυνος»: «Η ‘εργασία’ ανάγεται στην απλή, αδρανή παρουσία που δεσμεύει το σώμα» (143, σημ. 108) προκειμένου να διατηρηθεί το «προσοδικό προνόμιο» (254/5), «στο πλαίσιο μιας συντεχνιακής αλληλεγγύης που διαποτίζει ολόκληρη την ιεραρχία», δείχνοντας την ενότητα του δημοσιοϋπαλληλικού «σώματος». Οι «εργασιακές υποχρεώσεις» τίθενται εντός εισαγωγικών επειδή έχουν «τελετουργικό» χαρακτήρα και συνοψίζονται «περίπου στη σωματική και συμβολική… παρουσία» (255).

Η «τάξη» των δημοσίων υπαλλήλων διαφοροποιείται από τις άλλες, διότι το εισόδημά της αποτελεί μια πρόσοδο μεταμφιεσμένη σε μισθό ή σύνταξη (254), και παρεχόμενη «άσχετα» από την εργασία. Ελλειψη υποχρέωσης εργασίας, σίγουρη αμοιβή. Η δημοσιοϋπαλληλική τάξη του Κ.Τ. πάει στον παράδεισο…

Ας επανέλθουμε στη γη και την πρόσοδο. Για τον Κ.Τ. ανάμεσα στις «εισοδηματοφόρες μορφές» που θεωρούνται «εκτρωματικές» «κύριο παράδειγμα [είναι] η έγγεια πρόσοδος, που σε όλες τις αναλυτικές ερμηνείες εξετάζεται ως ‘ειδική’ μορφή και συχνά ως προκαπιταλιστικό ‘κατάλοιπο'» (256). Αφού λοιπόν η πρόσοδος είναι «προκαπιταλιστική» και «αντιστρατεύεται σαφώς τη λογική της αγοράς» (257), ο μισθός-πρόσοδος των δημοσίων υπαλλήλων θα είναι εξίσου προκαπιταλιστικός.

Ο Κ.Τ. δεν γνωρίζει τι σημαίνει πρόσοδος και γι’ αυτό δεν την ορίζει, αλλά παραπέμπει στον Schumpeter (257, σημ. 65). Αν συμβουλευθούμε τον Μαρξ, διαπιστώνουμε ότι η έγγεια πρόσοδος δεν αποτελεί κατάλοιπο, αλλά μια χαρακτηριστική για τον καπιταλισμό μορφή ιδιοποίησης μέρους της υπεραξίας: προκύπτει από την «‘καπιταλιστική’ καλλιέργεια του εδάφους που είναι πολύ διαφορετική στη μορφή και [στο] περιεχόμενο από τις παλαιότερες μορφές καλλιέργειας» (Marx 1982, σ. 152), δηλ. εντάσσεται πλήρως στην καπιταλιστική λογική.

Αν στον καπιταλισμό η έγγεια πρόσοδος συνιστά την ιδιοποίηση ενός πρόσθετου κέρδους από τους ιδιοκτήτες καλλιεργήσιμης γης, επειδή είναι ιδιοκτήτες ενός φυσικού όρου της παραγωγής, τη χρήση του οποίου παρέχουν σε καπιταλιστές (Marx 1982 και 1989 τμήμα VI), τι σχέση έχει αυτή η μορφή εκμετάλλευσης της (αγροτικής) μισθωτής εργασίας με το μισθό του δημοσίου υπαλλήλου; Ποιόν όρο παραγωγής (εκτός από την εργασιακή του δύναμη) διαθέτει ο τελευταίος και ποιο πρόσθετο κέρδος ιδιοποιείται;

Αν πάλι ο Κ.Τ. αντιλαμβάνεται την πρόσοδο με χυδαίο τρόπο, δηλ. εννοεί τα ενοίκια που εισπράτουν οι ιδιοκτήτες ακινήτων, τότε δεν κατανοούμε τι «εκτρωματικό» εμφανίζει σε μια καπιταλιστική κοινωνία αυτή η πρακτική, και τι κοινό έχει το εισόδημα από τη διάθεση της χρήσης ακινήτου με το μισθό του εργαζομένου στο Δημόσιο, ο οποίος δεν χρειάζεται να είναι ιδιοκτήτης, αλλά παρέχει την εργασιακή του δύναμη, δηλ. διαφοροποιείται ως προς όλα τα σημεία από τον «εισοδηματία». Εάν ένας δημόσιος υπάλληλος, επηρεασμένος από τον Κ.Τ. μιμηθεί τους «εισοδηματίες» και απαιτήσει να λαμβάνει την πρόσοδο καθήμενος στην πολυθρόνα του σπιτιού του ή εάν άλλος -λιγότερο ριζοσπάστης- δημόσιος υπάλληλος αρνηθεί να εξυπηρετήσει τους χρήστες της υπηρεσίας του ή να εκτελέσει την εργασία που ανατίθεται, τότε θα μπορεί -μετά την κίνηση πειθαρχικού και την απόλυσή του- να αναζητήσει εργασία παρότι, κατά τον Κ.Τ., είχε εξέλθει οριστικά από την αγορά εργασίας μετατρεπόμενος σε προσοδούχο.

Εάν όμως ο μισθός του δημοσίου υπαλλήλου προϋποθέτει μόνον τη διάθεση εργασιακής δύναμης γιατί δεν ομοιάζει με το μισθό του εργάτη, αλλά με την έγγεια ή άλλη «πρόσοδο»; Διότι ο Κ.Τ. πρέπει να βρει θεωρητικοφανή ερμηνεία για την αντιμετώπιση των εργαζομένων στο Δημόσιο ως ιδιαίτερης κοινωνικής κατηγορίας.

Αφήνοντας την πρόσοδο και την ταύτιση όσων εκμεταλλεύονται ξένη εργασία με όσους πωλούν την εργασιακή τους δύναμη, μπορούμε μήπως να διακρίνουμε σαφή διαφορά ανάμεσα στη μονιμότητα των εργαζομένων στο Δημόσιο, που δήθεν εξήλθαν από την αγορά εργασίας και στην «ιδιωτική σύμβαση εργασίας [που] είναι, εξ ορισμού προσωρινή» (251); Προφανώς όχι. Διότι η σύμβαση στον ιδιωτικό τομέα είναι συνηθέστατα αορίστου χρόνου και άρα δυνητικά «οριστική». Ο καπιταλιστής έχει μεν τη δυνατότητα να απολύσει το προσωπικό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι επιθυμεί να το κάνει ή ότι η σχέση εργασίας είναι συνήθως προσωρινή. Αν ο Κ.Τ. παρέθετε στατιστικές για τη μέση διάρκεια των σχέσεων εργασίας θα αναθεωρούσε την άποψή του, η οποία αγνοεί ότι ο καπιταλιστής δεν έχει συμφέρον να αλλάζει το προσωπικό του, διότι αυτό συνεπάγεται πολλαπλή αύξηση των εξόδων του (μείωση της παραγωγικότητας, διατάραξη της λεγόμενης εργασιακής ειρήνης συνεπεία απολύσεων, δικαστικά έξοδα, αποζημιώσεις κλπ.).

Αλλά εάν η εργασιακή ανασφάλεια όντως αποτελεί στοιχείο της ιδιωτικής αγοράς εργασίας, είναι άτοπο να υποτεθεί ότι οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο είναι ισοβίως εξασφαλισμένοι. Η εν λόγω παραδοχή του Κ.Τ. δεν στερείται κωμικότητος αν σκεφθούμε την «ενωτική» άποψή του για το Δημόσιο, στο οποίο περιλαμβάνει τις δημόσιες επιχειρήσεις (250). Ο επιστήμων ξεχνά, πρώτον, ότι η μονιμότητα στο Δημόσιο αφορά ορισμένες μόνον χώρες και χρονικές περιόδους και, δεύτερον, ότι μια εξέταση των νομικών κειμένων δείχνει ότι η μονιμότητα αφορά λίγες κατηγορίες εργαζομένων στο Δημόσιο και στην απολυτότητα που της δίνει ο Κ.Τ. μόνον τους δικαστές.

Ο Κ.Τ. ξεχνά ότι στις δημόσιες επιχειρήσεις η εργασιακή σχέση στερείται συνήθως μονιμότητας, ότι συνεπεία «εξορθολογισμών» ή ιδιωτικοποιήσεων γίνονται μαζικότατες απολύσεις, ότι στο Δημόσιο υπάρχει εποχιακή και προσωρινή απασχόληση, ότι οι μόνιμοι υπάλληλοι απολύονται όταν καταργηθεί η θέση τους, ότι πολλοί ανώτεροι υπάλληλοι είναι ανακλητοί, ότι οι μεταθέσεις είναι όπλο εξαναγκασμού σε παραίτηση κλπ.

Αν ο Κ.Τ. ενδιαφερόταν για την πραγματικότητα θα κατανοούσε όχι μόνον τη διαφορά ανάμεσα σε κατηγορίες εργαζομένων στο δημόσιο τομέα, αλλά και ότι η μονιμότητα είναι μια περιορισμένη και ασταθής κατάκτηση. Αυτή η περιορισμένη μονιμότητα μπορεί να κατοχυρωθεί και στον ιδιωτικό τομέα για ορισμένους κλάδους και θέσεις εργασίας, όπως εν μέρει επιτυγχάνεται με απεργίες και με συμβατικές ή νομοθετικές ρυθμίσεις για τα επιτρεπόμενα ποσοστά και τη διαδικασία απολύσεων. Και τότε θα ήταν αναγκασμένος να αναγνωρίσει ότι η κατασκευή του για ενότητα των προσοδούχων του Δημοσίου πέρα από θέση εργασίας και ύψος μισθού, είναι ένα φάντασμα που βρίσκεται στα γραπτά όσων έχουν συμφέρον να το επικαλούνται.

Ο Κ.Τ. καταλήγει σε μια πολιτική θέση. Οι παρασιτικοί «ραντιέρηδες» του Δημοσίου ιδιοποιούνται χωρίς να δουλεύουν το «κρατικά ελεγχόμενο οικονομικό πλεόνασμα» (254). Αυτό συμβαίνει δε για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, επειδή στους εργαζομένους στο Δημόσιο παρέχεται «ισόβια» πρόσοδος για να χρησιμοποιηθούν ως «στήριγμα» της αστικής τάξης, στην πάλη της με τους μισθωτούς (258 επ.). Οι προσοδούχοι του δημοσίου τομέα είναι δομικά (από τη θέση τους στην παραγωγή) εκτός εργατικής τάξης: δεν συμμετέχουν στην «παραγωγική διαδικασία» (258, σημ. 66) και συνεπώς οι «παραγωγικοί» έχουν αντίθετα ταξικά συμφέροντα με όσους ιδιοποιούνται μέρος του «πλεονάσματος» αέργοις χερσί. Ο αναπροσανατολισμός του ταξικού αγώνα και η ρήξη συμμαχιών είναι η πολιτική συμβουλή του Κ.Τ., που προκύπτει από την αναφορά στον ιδιοποίηση του πλεονάσματος από το δημόσιο τομέα και τις «απροσμέτρητες προεκτάσεις» (259) του χωρισμού των μισθωτών σε τάξεις (κριτική σε Δημητρίου 1985, σ. 38 επ.).

Αυτός είναι ο «απεγκλωβισμένος» πολιτικός λόγος του Κ.Τ. που μας συμβουλεύει να αναπτύξουμε περισσότερο τις παραγωγικές δυνάμεις για να μειωθεί η απασχόληση στο Δημόσιο (260, σημ. 68), χωρίς να διευκρινίζει ποιον θα βοηθήσει αυτό -καίτοι το νεοφιλελεύθερον της πρότασης και η επίκληση των ΗΠΑ ως προτύπου κάτι δηλώνει.

 

  1. Τι είναι το Δημόσιο

Ο Κ.Τ. μπορεί να ισχυρίζεται ότι η κρατική απασχόληση με τους «προσοδούχους» της είναι εντελώς διαφορετική από τη λογική της αγοράς (295), επειδή πραγματοποιεί την υπόθεση ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν εργάζονται και πάντως η «όποια» εργασία εξυπηρετεί τη διατήρηση της «προσόδου» και όχι κοινωνικές ανάγκες. Αυτό είναι αντίθετο στα στοιχειώδη δεδομένα της εμπειρίας, που επιβεβαιώνονται με μια επίσκεψη σε δημόσια υπηρεσία, με τα αποτελέσματα παράλυσης στη διάρκεια απεργιών και, βέβαια, με τα προβλήματα που δημιουργεί ο χαμηλός αριθμός προσωπικού σε πολλές υπηρεσίες.

Είναι αντίθετο, όπως θα δούμε, και στην επιστημονική ανάλυση της δημόσιας απασχόλησης. Κατά τον Κ.Τ. όμως η «αποδοτικότητα» των κρατικών μηχανισμών είναι άδηλη ή και ανύπαρκτη, γιατί το Δημόσιο αποτελεί «ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο» (106) και «κύριος κοινωνικός στόχος μπορεί να είναι η οργάνωση και στελέχωση των υπηρεσιών ως αυτοσκοπός» (108). Ο Κ.Τ. καταλήγει στο ότι το Δημόσιο λειτουργεί ως αυτοσκοπός και μόνη χροιά ταξικότητας είναι τα συμφέροντα αργομισθίας. Αυτό επιτυγχάνεται δε με την πονηρία του Δημοσίου, το οποίο εμφανίζει ως στόχο την «‘παραγωγή’ ή προσφορά υπηρεσιών» (108).

            Ο Κ.Τ. δεν έδωσε κάποιο παράδειγμα. Αν αναφερθούμε στη ΔΕΗ, ως τμήμα του «αδιαίρετου» Δημοσίου, θα διαπιστώσουμε ότι η λειτουργία της αποτελεί αυτοσκοπό και η «παραγωγή» (τα εισαγωγικά έθεσε ο Κ.Τ.) ηλεκτρικού ρεύματος είναι το πρόσχημα που εφηύραν οι υπάλληλοί της για να ζούν εις βάρος μας. Μετά το φως που έρριξε ο Κ.Τ. και αφού το έργο του Δημοσίου είναι «υποτιθέμενο» (97, 111), ένα επιβάλλεται να γίνει: να απολυθούν οι υπάλληλοι της ΔΕΗ και να βυθιστεί η χώρα στο σκοτάδι, ώστε να πάψει το άθλιο πρόσχημα της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος να χρησιμοποιείται για να πληρώνονται οι οκνηροί που είναι «κυριολεκτικά κράτος εν κράτει» και τολμούν να μην έχουν «δημοσιοϋπαλληλικό ήθος» (115).

Για τη ραθυμία του δημοσίου τομέα ο Κ.Τ. δεν θεωρεί αναγκαία την ανάλυση. Αρκεί η παραπομπή σε άγγλους χιουμορίστες που θεωρούνται οξυδερκέστεροι από «περισπούδαστες κοινωνιολογικές αναλύσεις» (108, 114). Με άλλα λόγια δεν θα μάθουμε τα αίτια και τις συνέπειες των δυσλειτουργιών, αλλά θα διαπιστώσουμε ότι ένας επιστήμων που συνδέεται με το μαρξισμό υποστηρίζει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν δουλεύουν και γι’ αυτό φταίει η μη ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα και «η εξ υπαρχής συντεχνειακή πελατειακή και εξωυπηρεσιακή αντιμετώπιση της επάνδρωσης (sic) των δημοσίων υπηρεσιών» (115).

            Οι αντιλήψεις αυτές βασίζονται σε αποσιωπήσεις και διαστρεβλώσεις. Συγκεκριμένα:

α. το διαρκώς επαναλαμβανόμενο ότι οι εργαζομένοι στο Δημόσιο «επινέμονται» κάποιο υπερπροϊόν ή πλεόνασμα αγνοεί, πρώτον, την υφή των εσόδων των δημοσίων επιχειρήσεων (βλ. β.) και, δεύτερον, ότι τα φορολογικά έσοδα δεν συνιστούν υπερπροϊόν ή πλεόνασμα, αλλά αποτελούνται στο μεγαλύτερο μέρος τους από την (έμμεση και άμεση) φορολόγηση των μισθών/συντάξεων. Ο υπό Κ.Τ. συλλήβδην χαρακτηρισμός των φόρων ως «πλεονάσματος», βασίζεται προφανώς στη σκέψη ότι αφού οι μισθωτοί κατορθώνουν να συντηρούνται στη ζωή καίτοι καταβάλλουν φόρους, οι φόροι είναι «υπερπροϊόν», διότι «περισσεύουν». Πρόκειται για δημοφιλή στην Ελλάδα παρανόηση της έννοιας του υπερπροϊόντος, η οποία έλκει την καταγωγή της (Δημητρίου 1985, σ. 36 επ.), από μια ιδιόμορφη ανάγνωση του Σράφφα, στον οποίον ο Κ.Τ. ευκαίρως-ακαίρως παραπέμπει.

β. Για την ανάλυση της λειτουργίας του δημοσίου τομέα είναι επιβεβλημένη η γενικά γνωστή -αλλά αγνοούμενη από τον Κ.Τ.- διάκριση των δημοσίων επιχειρήσεων από το Δημόσιο (κυβέρνηση, κεντρικές και περιφερειακές διοικητικές υπηρεσίες, ένοπλες δυνάμεις, εκπαιδευτικός μηχανισμός) (Δημητρίου 1985, σ. 39 επ., Αναστόπουλος 1987). Οι δημόσιες επιχειρήσεις παράγουν καπιταλιστικά εμπορεύματα, τα οποία περιέχουν κέρδος, και τα έσοδά τους προέρχονται από την πώληση αυτών των εμπορευμάτων. Οι μισθοί των εργαζομένων στις δημόσιες επιχειρήσεις αποτελούν συνεπώς μέρος των εισπράξεων από τις πωλήσεις και άρα οι εργαζόμενοι ούτε παρασιτικό στρώμα συνιστούν ούτε διαφοροποιούνται από τους μισθωτούς στον ιδιωτικό τομέα. Στις δημόσιες επιχειρήσεις οι εργαζόμενοι παράγουν το μισθό τους και στις (όχι τόσο σπάνιες) περιπτώσεις που αυτές έχουν κέρδη παράγουν και κέρδος, το οποίο καρπούται το Δημόσιο. Οταν οι επιχειρήσεις αυτές έχουν ελλείμματα που το Δημόσιο, ως ιδιοκτήτης, υποχρεούται να καλύπτει, θα έπρεπε να εξετασθούν οι λόγοι δημιουργίας των ελλειμμάτων, δηλ. η επιχειρηματική πολιτική και ειδικότερα η πολιτική τιμών που ακολουθεί το κράτος λόγω της ειδικής κοινωνικής λειτουργίας του και όχι να αποδίδεται η μη αποδοτικότητα σε οκνηρία των υπαλλήλων. Για να το εξετάσει αυτό ο Κ.Τ. θα έπρεπε να αναφερθεί στις λειτουργίες του κράτους, στη σχέση του με την πάλη των τάξεων και σε άλλα δυσάρεστα -ως μη εναρμονιζόμενα με τις στοχεύσεις του- ζητήματα. Πριν απ’ όλα όμως, με τη χωριστή ανάλυση της λειτουργίας των δημοσίων επιχειρήσεων θα ήταν υποχρεωμένος να εγκαταλείψει την παραδοχή για ενιαίο Δημόσιο και για υπαλληλικό «σώμα-τάξη», αναγνωρίζοντας ότι οι μισθωτοί των δημοσίων επιχειρήσεων παράγουν καπιταλιστικά εμπορεύματα, τα οποία ορισμένοι έχουν ανάγκη και γι’ αυτό καταβάλλουν αντίτιμο για την απόκτησή τους, με αποτέλεσμα οι μισθωτοί να αμείβονται από το προϊόν της εργασίας τους. Γι’ αυτά μαρτυρεί και η προθυμία με την οποία καπιταλιστές αναλαμβάνουν το βάρος να αντικαταστήσουν δημόσιες επιχειρήσεις, παράγοντας το εμπόρευμα, το οποίο, κατά Κ.Τ., δεν εξυπηρετούσε τη ζήτηση, αλλά τους «αυτοσκοπούς» του Δημοσίου. Επειδή δε οι καπιταλιστές δεν πρόκειται να αποθαρρυνθούν από τέτοιες αναλύσεις, η προβολή τους αποβλέπει μόνον στη χειροτέρευση των όρων εργασίας και αμοιβής στις ιδιωτικοποιημένες (πρώην δημόσιες) επιχειρήσεις και στην αύξηση των τιμών αγοράς των εμπορευμάτων τους για την εναρμόνιση των όρων εργασίας και των τιμών αγοράς με τις απαιτήσεις κέρδους του ιδιώτη καπιταλιστή. Η αναφορά σε διογκωμένο, αντιπαραγωγικό κλπ. «Δημόσιο» δεν αφορά το είδος των υπηρεσιών που παρέχει, αλλά το ταξικό ζήτημα των όρων παραγωγής στις δημόσιες επιχειρήσεις (Σταμάτης 1990, σ. 171 επ.).

γ. Το Δημόσιο με τη στενή έννοια παρέχει αγαθά κατά βάση χωρίς αντίτιμο. Για να διαπιστωθεί η πραγματική λειτουργία του αρκεί η πραγματοποίηση ενός απλού διανοητικού πειράματος. Τι θα συνέβαινε εάν μια χώρα έμενε χωρίς στρατό, αστυνομία, δικαστήρια, σχολεία, νοσοκομεία; Tο Δημόσιο ανταποκρίνεται σήμερα σε ζωτικές κοινωνικές ανάγκες. Βεβαίως ως προς τα συγκεκριμένα ζητήματα οι γνώμες διίστανται. Υπάρχουν διαφωνίες ως προς το ποιες υπηρεσίες και σε ποια έκταση είναι αναγκαίες. Συζητείται επίσης ποια συμφέροντα εξυπηρετεί η λειτουργία του Δημοσίου (το γενικό συμφέρον ή την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής επισώρευσης και της συναίνεσης προς αυτή). Πάντως όλοι -εκτός από τον Κ.Τ. και τους νεοφιλελεύθερους – δέχονται ότι το Δημόσιο ανταποκρίνεται σε βασικές κοινωνικές ανάγκες, πράγμα που προϋποθέτει λογικά ότι οι υπάλληλοί του εργάζονται και ότι αυτή η εργασία είναι κοινωνικά χρήσιμη. Επειδή δε η μέσω της εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων παροχή αγαθών δεν αποσκοπεί σε κέρδος, οι δημόσιοι υπάλληλοι παράγουν ως καθαρό προϊόν το μισθό τους (Σταμάτης 1990, σ. 140). Δεν ιδιοποιούνται προσόδους, αλλά αμείβονται από τους φορολογούμενους επειδή παρέχουν σ’ αυτούς αγαθά (καίτοι, για λόγους που η θεωρία του κράτους καταδεικνύει, η συμβολή εκάστου στη φορολόγηση δεν αντιστοιχεί στην εκ μέρους του απόκτηση αγαθών του Δημοσίου). Ο Κ.Τ. επιμένει στον παρασιτισμό και τις προσόδους, θεωρεί εσφαλμένη την άποψη ότι η λειτουργία του δημοσίου τομέα οφείλεται σε «ζήτηση για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που διατίθενται από το κράτος» (101) και ανάγει σε αποφασιστικό κριτήριο τις πολιτικές αποφάσεις για τη διόγκωση του Δημοσίου, η οποία «έχει αρχίσει να γίνεται αυτοσκοπός» (102). Τη μυωπία του μπορούμε να ερμηνεύσουμε μόνον με αναφορά σε εξωεπιστημονικές στοχεύσεις.

            Βεβαίως δεν αποκλείεται το Δημόσιο να επιδιώκει με την πολιτική προσλήψεων ποικίλους σκοπούς. Ωστόσο ο ισχυρισμός ότι ακολουθείται συγκεκριμένη πολιτική σε μια χώρα και συγκυρία (για τον Κ.Τ. συστηματικά στη μεταπολεμική Ελλάδα) θα προϋπέθετε εμπειρικές-ιστορικές αναλύσεις για τη διάρθρωση των δημοσίων υπηρεσιών και σύγκριση των στοιχείων αυτών με τα αντίστοιχα για άλλα κράτη. Είδαμε ότι τέτοια έρευνα δεν πραγματοποιείται από τον κοινωνιολόγο Κ.Τ., ο οποίος αρκείται στο να επενδύει «επιστημονικά» το δόγμα ορισμένων εφημερίδων ότι το ελληνικό Δημόσιο είναι «τερατώδες» και «αντιλειτουργικό» και απαιτείται η μείωση των υπαλλήλων.

Με βάση τα παραπάνω κατανοούμε καλύτερα σε τι αποσκοπούσε η εκ μέρους του Κ.Τ. απόρριψη της άποψης περί χωρισμού κράτους/κοινωνίας και η θεώρηση του Δημοσίου ως «πολιτικής αγοράς» που εξυπηρετεί ιδιαίτερα συμφέροντα και εσωτερικούς σκοπούς. Επιδίωκε να δικαιώσει την επιλογή να μην εξετασθούν οι γενικές αναπαραγωγικές λειτουργίες του κράτους στο κοινωνικό τους πλαίσιο (που ερμηνεύουν, μεταξύ άλλων, τη χρησιμότητα των κρατικών υπηρεσιών, την πολιτική τιμών των δημοσίων επιχειρήσεων, την πολιτική προσλήψεων και τη χαμηλή παραγωγικότητα του Δημοσίου). Αντί αυτών ο Κ.Τ. υποστηρίζει, με λήψη του ζητουμένου, ότι το Δημόσιο αποτελεί ένα παρασιτικό και αντιπαραγωγικό Ολον και οι υπάλληλοί του συγκροτούν ιδιαίτερη τάξη, ιδιοποιούμενη κάποιο «πλεόνασμα».

Οσον αφορά την «ποσοτική» πλευρά της εργασίας στο Δημόσιο, ας σημειωθεί ότι στην Ελλάδα από το 1987 ως το 1991 διαπιστώνεται σταθερότητα των τακτικών δημοσίων υπαλλήλων περίπου στις 270.000, ενώ αύξηση διαπιστώνεται (από 19 σε 34 χιλ.) στους εκτάκτους -κατηγορία άγνωστη στον Κ.Τ., ο οποίος διακρίνει μόνον ισόβιους προσοδούχους. Από το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων οι εκπαιδευτικοί είναι 120.000, 50.000 αναπαύονται στο στρατό και την αστυνομία και συνεπώς απομένει ο τεράστιος αριθμός των 100.000 τακτικών υπαλλήλων (140.000 με τους υπαλλήλους ΟΤΑ) για όλες τις άλλες υπηρεσίες σε περίπου 3,5 εκατομ. ενεργό πληθυσμό (Επιλογή, τεύχος Δεκ. 1991, σ. 6, Σταυρινιάδης 1992). Γι’ αυτόν τον αριθμό και γι’ αυτήν την κατανομή δημοσίων υπαλλήλων καλούμαστε να πιστέψουμε τα όσα καταμαρτυρεί ο Κ.Τ.

Και η συγκριτική διάσταση; «Η Ελλάδα έχει τους λιγότερους δημοσίους υπαλλήλους από όλα τα κράτη της ΕΟΚ, με εξαίρεση την Ιρλανδία» και εν γένει οι λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες έχουν το μικρότερο ποσοστό απασχόλησης στο Δημόσιο (Π. Παπαδόπουλος, Το Βήμα 9.2.92). Διαβάστε Τσουκαλά!

 

  1. Στο σταθμό του Μονάχου

Ο Κ.Τ. παρέχει πολύτιμες υπηρεσίες και στην έρευνα του μεταναστευτικού φαινομένου. Η πρώτη του συμβολή έγκειται στη διάγνωση των αιτίων: «τα ‘κατώτερα’ κοινωνικά στρώματα, κυρίως στην ύπαιθρο, απειλούμενα από άμεση προλεταριοποίηση ή από ανεργία, εξαναγκάστηκαν να εκπατρισθούν» (120). Ετσι λοιπόν όποιος απειλείται από προλεταριοποίηση στην Ελλάδα μπορεί να μεταβεί στη Γερμανία και θα προσληφθεί ως διευθύνων σύμβουλος της BMW.

Ως προς τις συνέπειες της μετανάστευσης βασικό είναι ότι «συνέβαλε και αυτή αποφασιστικά στην αναδόμηση της μικροαστικής Ελλάδας» (120). Αυτό συνέβη:

α) Με «σταθεροποίηση της οικογενειακής μικρομεσαίας γεωργικής εκμετάλλευσης» (120). Για ποιό λόγο οι μικροϊδιοκτήτες γεωργοί είναι μικροαστοί δεν θα το μάθουμε ποτέ.

β) Με «οικονομική και ιδεολογική καθήλωση των απειλούμενων μικροαστικών στρωμάτων, που μεσοπρόθεσμα κατόρθωσαν να επανασυμπτυχθούν σε αυτόνομους μικροεπιχειρηματίες» (121). Το πώς οι ήδη μικροαστοί καθηλώθηκαν σε μικροαστικές θέσεις και χάρη στην καθήλωση επανασυμπτύχθηκαν με αποτέλεσμα να αναδομηθεί η μικροαστική τάξη (και κυρίως τι σχέση έχουν αυτά τα απίθανα με τη μετανάστευση) αποτελεί επίσης μυστικό. Ο Κ.Τ. αποκαλύπτει μόνον ότι η καθηλωτική αναδόμηση έγινε δυνατή μέσω «ιδιόμορφης κινητικότητας» (121).

γ) Οι μετανάστες που επανήλθαν ήταν «σταθεροποιημένοι και ‘πολυσθενείς’ αυτοαπασχολούμενοι φορείς» και άρα «η κοινωνική τους κατάσταση υπήρξε μακροπρόθεσμα καθαρά μικροαστική» (121/2). Οταν λοιπόν ο Κ.Τ. λέει ότι τα «κατώτερα στρώματα» πήγαν στις γερμανικές φάμπρικες για να μην γίνουν προλετάριοι, εννοεί ότι χάρη στη μετανάστευση «δεν υπήρξαν προλετάριοι παρά προσωρινά» (121). Ετοιμαζόμασταν να αντιτάξουμε στοιχεία για το ότι οι μετανάστες και τα παιδιά τους παραμένουν στη συντριπτική πλειονότητα προλετάριοι και όσοι γυρίζουν στην Ελλάδα δουλεύουν ως εργάτες ή αναγκάζονται να μεταναστεύσουν ξανά, με αποτέλεσμα η βεβαιότητα του Κ.Τ. περί καθαρής μικροαστικότητας να αποτελεί αυθαιρεσία ή έστω μεταγραφή του μύθου για τον «Αμερικάνο». Ωστόσο αυτό δεν χρειάσθηκε διότι ο ίδιος ο Κ.Τ. λέει ότι η μικροαστικοποίηση αυτή είναι «φαντασιακή» (122): δεν προκύπτει από στοιχεία για την ταξική θέση των μεταναστών, αλλά από το ότι επιθυμία τους είναι η «κοινωνική και οικονομική ανέλιξη». Επειδή λοιπόν έχουν «ανυπόκριτες» μικροαστικές βλέψεις (123, σημ. 84) είναι «καθαρά» μικροαστοί! Σε άλλο σημείο μάλιστα θα δεχθεί ότι οι «παλιννοστούντες» είναι κατά 58% μισθωτοί και κατά 36% αυτοαπασχολούμενοι, ενώ για τους περισσότερους οι ελπίδες για «καθαρά ‘μικροαστική’ παλιννόστηση» «αποδεικνύονται τελικά φρούδες» (278). Αυτό δεν τον εμποδίζει να γράφει ότι οι μετανάστες στο σύνολό τους «δεν υπήρξαν προλετάριοι παρά προσωρινά, και μάλιστα μόνον έξω από τον ελληνικό χώρο» (121)! Κρίμα που δεν μπόρεσαν να τους εκμεταλλευθούν έλληνες καπιταλιστές, φαίνεται να λέει ο καθηγητής.

Και για όσους δεν αρκούνται σ’ αυτά υπάρχει η δεξαμενή του εθνικισμού: οι Ελληνες μετανάστες μπόρεσαν «να μεταμορφωθούν σε ενεργεία ή δυνάμει (;) ανεξάρτητους μικροαστούς… σε αναλογία πολύ μεγαλύτερη από τα άλλα εθνικά σύνολα» (122). Ούτε επ’ αυτού δίνει στοιχεία, αλλά όλοι γνωρίζουν ότι το δαιμόνιο της φυλής μεγαλουργεί στα ξένα και την πορεία του προς τη δόξα λίγο επηρεάζουν οι στατιστικές.

Ο Κ.Τ. ολοκληρώνει την εικόνα για τη μεταπολεμική Ελλάδα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η «αφάνταστη» ανεργία δεν σχημάτισε εφεδρικό βιομηχανικό στρατό και δεν οδήγησε σε καπιταλιστική ανάπτυξη. Είχε ως αποτέλεσμα το χωρισμό των ανέργων σε δύο «ρεύματα κινητικότητας», το «ανώτερο» που οδήγησε στη δημοσιοϋπαλληλία («οι κρατικοί μηχανισμοί εξακολουθούν να αποκαθιστούν έναν απίθανο αριθμό μισθωτών» -124) και το «κατώτερο» που μετανάστευσε και έγινε μικροαστικό «σε εντυπωσιακά επίπεδα» (124). «Είναι λοιπόν γεγονός ότι τη στιγμή ακριβώς που οι κοινωνικές δυναμικές της χώρας ωθούσαν άμεσα προς την κατεύθυνση μιας μαζικής προλεταριοποίησης, οι μηχανισμοί της μεταναστευτικής ροής κατέστησαν έμμεσα δυνατή τη βαθμιαία επέλευση μιας εντελώς αντίθετης ταξικής κρυστάλλωσης», δηλ. τη μικροαστικοποίηση (122).

Μετά από τέτοια διόγκωση του Δημοσίου, των εργαζομένων στην κυκλοφορία και στις υπηρεσίες, των ραντιέρηδων, των επιδοματούχων κλπ. διερωτώμαστε ποιός παράγει στην Ελλάδα. Ο Κ.Τ. θεωρητικοποιεί την αμηχανία του: ο καπιταλισμός «μπορεί να απασχολήσει ‘παραγωγικά’ ολοένα μικρότερο ποσοστό του κοινωνικού δυναμικού» (102), μπορεί δηλ. να συντηρεί παράσιτα, αλλά αδυνατεί να τα βάλει να δουλέψουν. Αυτό είναι υποστηρίξιμο μόνον αν νοήσουμε την παραγωγή με το νατουραλιστικό τρόπο του Κ.Τ. και δεχθούμε ότι όσο περισσότερες γυναίκες εργάζονται και όσο διαλύονται οι προκαπιταλιστικές μορφές παραγωγής, τόσο λιγότεροι εργάζονται «παραγωγικά».

 

  1. Το σθένος και το θράσος

Η συκοφάντηση των δημοσίων υπαλλήλων και η αντίληψη ότι στην Ελλάδα είναι σχεδόν όλοι μικροαστοί αποτελούσαν προκαταρκτικά βήματα. Βασικός σκοπός του Κ.Τ. είναι να αμφισβητήσει τη μαρξιστική θεωρία για τις κοινωνικές τάξεις προβάλλοντας την έννοια της «πολυσθένειας». Ο Κ.Τ. εμφανίζει τον εαυτό του ως τον πρώτο ριζικό αμφισβητία (159/60) της «μαρξιστικής» παραδοχής ότι «οι κοινωνικοί φορείς κατέχουν μία και μόνη συγκεκριμένη θέση στο σύστημα του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας» (147). Βέβαια αυτό είναι διπλά ανακριβές, διότι υποτιμά τις άοκνες προσπάθειες στρατιάς κοινωνιολόγων να εξαλείψουν από τα βιβλία τους τις τάξεις και αγνοεί ότι οι μαρξιστές δεν είναι «δέσμιοι μιας αξιωματικά μονοσήμαντης αντιμετώπισης της κοινωνικής ένταξης» (160).

Ο Κ.Τ. έγινε διάσημος για τη θέση ότι «βρισκόμαστε μπροστά στην ολοένα ευρύτερη εμφάνιση ‘πολυσθενών’ και πολυσύνθετων μορφών ενσωμάτωσης [των ατόμων] στο σύστημα των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Τα φαινόμενα της πολυδραστηριότητας και πολλαπλής απασχόλησης εμφανίζονται σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες, σε ορισμένες μάλιστα τείνουν, αν όχι στο να κυριαρχήσουν, τουλάχιστον στο να αφορούν μεγάλες μερίδες του πληθυσμού» (155).

Αντί να παραθέσει στοιχεία για τη «μεταβολή» αυτή που καθιστά αναγκαία την «αναθεώρηση» (155) της θεωρίας των τάξεων, ο Κ.Τ. λέει αυτάρεσκα: «δεν χωρά, νομίζω, αμφιβολία ότι η εξάπλωση του φαινομένου θα πρέπει να οδηγήσει σε μια δραματική αναδιατύπωση» της θεωρίας των τάξεων και «η εμμονή στα απλουστευτικά μονοσθενή και μονοσήμαντα σχήματα είναι δυνατόν να καταστεί βαθύτατα αποπροσανατολιστική» (157). Στη συνέχεια δε θα παρουσιάζει την πολυσθένεια ως «γεγονός» (160/1, 163, 167, 283, 286).

Η πολυσθένεια αποτελεί την υπόθεση ότι μια μερίδα μισθωτών έπαψε να ανήκει στην εργατική τάξη: εμφανίζοντας αντιφατικά ταξικά στοιχεία συγκροτεί ένα μόρφωμα επιλεκτικά πολυταξικό που μπορεί να χαρακτηρισθεί μικροαστικό της πολυσθενούς ομοταξίας. Ενδειξη αποτελεί ότι πολλοί εργαζόμενοι δεν έχουν «ατομική» εργασία, αλλά αναπτύσσουν εύκαμπτες στρατηγικές απασχόλησης με συνεργασία των μελών της οικογένειας. Αν το κοινωνικό κράτος και η δημόσια απασχόληση αποτελούν αρωγούς πολυσθένειας, οι «νέες μορφές απασχόλησης» εκφράζουν τη νέα εποχή, διότι οι εργαζόμενοι διαθέτουν σχεδόν ελεύθερα το χρόνο τους, έχοντας πληθώρα εναλλακτικών λύσεων και συνδυάζοντας την επίσημη απασχόληση με άλλες.

Ο Κ.Τ. ομολογεί ότι για όλα αυτά δεν υπάρχουν στοιχεία: «η πραγματική διάσταση των φαινομένων αυτών παραμένει άγνωστη» (155, σημ. 8) και άρα οι βεβαιότητες για τάση αύξησης και «κυριαρχίας» της πολυσθένειας ήταν ρητορίες. Ο Κ.Τ. δέχεται μάλιστα σε ένα σημείο ότι η μονοσθένεια «εξακολουθεί και σήμερα να είναι κυρίαρχη» (184), αλλά αυτή η μεμονωμένη δήλωση δεν αίρει την έντεχνα καλλιεργούμενη εντύπωση καλπάζουσας πολυσθενοποίησης.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο ότι με την υπόθεση της «πολυσθένειας» περνάμε στη διαισθητική κοινωνιολογία, αλλά στο ότι η υπόθεση προβάλλεται με φράσεις όπως: «εξάπλωση του φαινομένου», «αφορά μεγάλη μερίδα» κλπ., ενώ η κατασκευή του Κ.Τ. θα έπρεπε να καταταγεί στις αναπόδεικτες υποθέσεις. Από τη διακύμανση των διατυπώσεων προκύπτει ότι ο Κ.Τ. υιοθετεί μια στρατηγική λόγου που είναι γνωστή ως «λέμε-ξελέμε». Θέλει έτσι να εξασφαλισθεί απέναντι στην κριτική με την ομολογία ότι η πολυσθένεια έχει άγνωστη έκταση, αλλά και ταυτόχρονα να υποβάλει την ιδέα ότι το φαινόμενο αυτό κυριαρχεί με διαρκείς αναφορές σε ενδείξεις του.

Η έρευνα της πολυσθένειας είναι περιορισμένη. Σε μια σημείωση γίνεται λόγος για τη «συγκεκριμένη περίπτωση του πολυσθενούς πολυδραστήριου μικροαστικού προτύπου, για την οποία μιλάμε» (161, σημ. 16). Βεβαίως στις προηγούμενες 15 σελ. «μιλούσαμε» για την πολυσθένεια εν γένει και δεν είχε λεχθεί τίποτε για πολυσθενείς μικροαστούς, αλλά η ανάγκη «συγκεκριμενοποίησης» είναι προφανής. Ο Κ.Τ. δεν ασχολείται με τους προβαλλόμενους στις εφημερίδες μεγαλοκαπιταλιστές που δραστηριοποιούνται στους πιο ετερόκλητους κλάδους, με τους πολυσθενείς γιατρούς, δικηγόρους κλπ. διότι προφανώς «όλοι αυτοί είναι υπεράνω υποψίας ότι με την πολυπραγμοσύνη τους εμποδίζουν τον καπιταλιστικό εκσυγχρονισμό. Δεν πρόκειται γι’ αυτούς, αλλά για τον μικροϋπάλληλο ή εργάτη που μετά το οκτάωρό του δουλεύει άλλο ένα οκτάωρο ως γκαρσόνι σε ταβέρνα ή πλασιέ ή οδηγός ταξί». Και αυτοί ενοχλούν όχι διότι δουλεύουν πολλές ώρες, αλλά διότι η μη αποκλειστική εξάρτηση από έναν εργοδότη εμποδίζει την «ανύψωση της εργασιακής τους ηθικής και πειθαρχίας» (Σταμάτης 1990, σ. 181/2).

Ας υποθέσουμε ότι τα όσα αναπόδεικτα προβάλλει ο Κ.Τ. ισχύουν και, όπως θα επιθυμούσε, υπάρχει «εξάπλωση του φαινομένου» (157). Θα σήμαινε αυτό ότι φορείς εργασιακής δύναμης που εμφανίζονται ως προλετάριοι είναι ουσιαστικά «πολυδυναμικοί μικροαστοί»; Αν η εξέταση των κριτηρίων του Κ.Τ. για την πολυσθένεια δείξει ότι είναι απρόσφορα, οι εμπνευστές της πολυσθένειας θα έπρεπε να αναζητήσουν και ρητά στήριξη σε άλλες θεωρίες, κατανοώντας ότι ο μαρξισμός δεν προσαρμόζεται στις επιδιώξεις τους.

Το πρώτο κριτήριο πολυσθένειας είναι η μείωση των ωρών εργασίας που οδηγεί «αυτόματα» στο ερώτημα πώς χρησιμοποιείται ο υπόλοιπος χρόνος και στο «ακόμη ακανθωδέστερο» αν είναι προλετάριος κάποιος που επιλέγει πού, πώς και πόσο θα εργασθεί (158). Ως «ασφαλέστερη ένδειξη της πολυσθένειας» εμφανίζονται οι «πολλαπλές απασχολήσεις» (301) στα πλαίσια του ίδιου επαγγέλματος ή με εποχιακή απασχόληση π.χ. στη γεωργία και τον τουρισμό. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που μαζεύουν ελιές με «αποτέλεσμα το άδειασμα (sic) των δημοσίων υπηρεσιών τον Δεκέμβριο» (303, σημ. 141) πληρούν αυτό το κριτήριο πολυσθένειας, όπως και όσοι επιδίδονται στις «άπειρες εργασιακές ή κερδοφόρες δραστηριότητες» (304).

Είναι αναγκαίο να διευκρινισθούν τρία σημεία που ο Κ.Τ. παρακάμπτει. Η μείωση του ωραρίου εργασίας, πρώτον, συνοδεύεται από την προλεταριοποίηση όλο και μεγαλύτερων μαζών, δεύτερον, δεν αποκλείει τη μεγαλύτερη ένταση της εκμετάλλευσης στο βραχύτερο χρόνο εργασίας και, τρίτον, αποτελεί μια κατάκτηση του εργατικού κινήματος και όχι ένα κοινωνικό φαινόμενο αγνώστων αιτίων.

Η μείωση του ωραρίου εργασίας δεν μεταβάλλει την ποιοτική έννοια της εκμετάλλευσης, την κάρπωση εκ μέρους του καπιταλιστή μιας ποσότητας αξίας που παράγει ο εργάτης σε συνθήκες «δεσποτισμού», δηλ. στα πλαίσια μιας διαδικασίας εργασίας που οργανώνει ο καπιταλιστής και επιβάλλει στους εργάτες, καθορίζοντας τι και πώς παράγεται (Ιωακείμογλου 1990). Ο ελεύθερος χρόνος είναι κατάκτηση που δεν μεταβάλλει την προλεταριακή ιδιότητα ενόσω υπάρχει εκμετάλλευση. Ο ισχυρισμός ότι ο εργάτης που μπορεί να «αποφασίσει» πώς θα εργασθεί στον ελεύθερο χρόνο του δεν είναι προλετάριος, αντιστρέφει τη σημασία μιας ένδειξης για την οξεία εκμετάλλευση που υφίσταται. Η συντόμευση του χρόνου εργασίας (αν υποτεθεί ότι είναι «λίγο» το 7ωρο στο οποίο προστίθεται ο δαπανώμενος στα μέσα συγκοινωνίας χρόνος) επιτρέπει στον εργάτη να έχει δεύτερη εργασία, π.χ. ως συμβοηθών σε οικογενειακή επιχείρηση. Αν η επιπρόσθετη καταπόνηση καθιστά κάποιον προλετάριο μη προλετάριο, ξεπερνούμε τα όρια της λογικής.

Ακόμη λοιπόν και αν δειχθεί ότι στη μεταπολεμική Ελλάδα υπήρχε συγκριτικά μεγάλο ποσοστό δεύτερης απασχόλησης, αυτό θα οφείλεται στους συγκριτικά χαμηλούς μισθούς, δηλ. Στην ποσοτική επίταση της εκμετάλλευσης λόγω ήττας του λαϊκού κινήματος (Μηλιός 1988, σ. 364 επ.). Εάν ο «μονοσθενής», λόγω υψηλότερης αμοιβής, Γερμανός εργάτης παραμένει προλετάριος κατά τα κριτήρια του Κ.Τ., γιατί ο Ελληνας χάνει αυτή την ιδιότητα, επειδή εργάζεται περισσότερο; Για να τον παρηγορήσουμε με την κοινωνιολογική προαγωγή του;

Το πονηρό επιχείρημα που προβάλλεται με τη σύνδεση χρόνου εργασίας και ταξικής ένταξης είναι ότι ορισμένοι καταπονούνται μεν διπλά, αλλά αυτό γίνεται προσωρινά, στα πλαίσια μιας στρατηγικής για ταξική ανέλιξη. Αλλά για να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο θα έπρεπε να δοθούν στοιχεία για τη σταδιακή συρρίκνωση του αριθμού μισθωτών στην Ελλάδα. Αυτό όμως όχι μόνον δεν προκύπτει, αλλά ο Κ.Τ. διαπιστώνει την τάση επέκτασης της μισθωτοποίησης (241 επ.). Άρα το επιχείρημά του δεν μπορεί να θεμελιωθεί (ούτε) στη διαχρονική διάσταση.

Δεύτερο κριτήριο πολυσθένειας αποτελεί το «αυξανόμενο ποσοστό ‘ρευστών’ και ακαθήλωτων θέσεων» εργασίας «στην παραγωγή και στις υπηρεσίες» (163). Αναφέρεται η μαύρη εργασία, η μερική απασχόληση και η εργασία στο σπίτι (163, σημ. 18) δίπλα σε νεφελώδη για την «τεράστια διόγκωση του τριτογενούς», την «ταχύτητα κίνησης του χρήματος», την «εκποίκιλση των αναγκών» κλπ. (163).

Κατά τον Κ.Τ. «σύμφωνα με όλα τα διαθέσιμα στοιχεία» -από τα οποία ουδέν αναφέρεται- η μερική απασχόληση «επιλέγεται συνειδητά από τον εργαζόμενο» (184). Οσοι μπορούν «να ‘επιλέξουν’ ελεύθερα την ποσότητα εργασιακής δύναμης, την οποία θέλουν (;) να πουλήσουν» είναι «πολυσθενείς» διότι η επιλογή τους «αφήνει να διαφανεί ότι άλλες πρόσθετες εισοδηματικές πηγές προσφέρονται» (185). «Ακόμη και σε περιόδους οξείας ανεργίας, οι μερικές απασχολήσεις επιλέγονται αντί της πλήρους απασχόλησης» (184/5). «Δεν έχουμε λόγο να υποθέσουμε ότι… η μερική εργασία είναι προϊόν της ανεργίας». Αποτελεί «εσκεμμένη επιλογή… έκφραση μιας γενικευμένης στρατηγικής… στη διάθεση του χρόνου» (305, σημ. 142), επάγεται ο επιστήμων.

Εδώ ο Κ.Τ. λέει ότι «δεν έχει λόγο» να υποθέσει το προφανές. Οι λεγόμενες νέες μορφές απασχόλησης εμφανίζονται σε όλο και μεγαλύτερη έκταση ως στρατηγική του κεφαλαίου για μείωση του κόστους μισθών, για «απαλλαγή» του από τις δεσμεύσεις του εργατικού δικαίου και για περιορισμό της συνδικαλιστικής ισχύος με την εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων. Αυτές οι μορφές απασχόλησης οδηγούν στη μείωση του άμεσου μισθού, στην εξουδετέρωση του νομικού πλαισίου προστασίας από απολύσεις, στη μη καταβολή επιδομάτων, στον περιορισμό των αδειών και γενικότερα στην αποσυλλογικοποίηση των εργασιακών σχέσεων (Κραβαρίτου 1990, Λαμπριανίδης 1991).

Αυτά τα πανθομολογούμενα αίτια επιβολής των νέων μορφών εργασίας και περιορισμού των θέσεων πλήρους απασχόλησης, ιδίως για τους λιγότερο ειδικευμένους εργάτες, εμφανίζονται από τον Κ.Τ. ως πλεονεκτήματα για τους μισθωτούς που αποφεύγουν την εργασιακή πειθαρχία και το βάρος της ολικής απασχόλησης που θα δέσμευε το χρόνο τους (163, σημ. 18). Εδώ αγνοεί, μεταξύ άλλων, την πίεση που ασκείται στους εργαζομένους με το «κομμάτι», όπου δεν υπάρχει μεν επιτήρηση, αλλά η διακύμανση της αμοιβής φροντίζει για την παραγωγικότητα που ο Κ.Τ. θεωρεί ιδιαίτερα χαμηλή (168, σημ. 18). Ετσι ο Κ.Τ. δημιουργεί έναν μύθο ανάλογο με εκείνον που μακαρίζει τους αστέγους γιατί επέλεξαν την ελευθερία και απέρριψαν τους κοινωνικούς καταναγκασμούς. Ως «αριστερός» διανοούμενος παρέχει δε μια σημαντική υπηρεσία στους καπιταλιστές. Κανένας σύμβουλος Συνδέσμου Βιομηχάνων δεν θα τολμούσε να ισχυρισθεί ότι η χαμηλή αμοιβή και η μη προστασία είναι προς το συμφέρον των εργατών. Το πρόβλημα βρίσκεται στην ποιότητα του επιχειρήματος: θεωρώντας την «επιλογή» νέων μορφών απασχόλησης ως «εσκεμμένη» ο Κ.Τ. πραγματοποιεί λήψη του ζητουμένου διότι αποδίδει την ανεργία εκ των προτέρων και γενικά σε επιλογή των εργαζομένων και συνάγει από αυτή την «επιλογή» την ύπαρξη άλλων εισοδημάτων!

Ενας γάλλος επιθεωρητής εργασίας αναφέρει ότι από τις 800 χιλ. θέσεων μερικής απασχόλησης στη δεκαετία ’82-’92, το 80% αφορούσε χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργατοϋπαλλήλων, προορισμένες κυρίως για γυναίκες, και ότι οι θέσεις αυτές δημιουργήθηκαν με την απόλυση πλήρως απασχολουμένων ή με την εκβιαστική μείωση του ωραρίου και την αναλογική μείωση της αμοιβής (Filoche 1993). Ο Κ.Τ. προτιμά να βλέπει ελεύθερες επιλογές των μισθωτών και στρατηγικές για αύξηση των εσόδων τους.

Αυτά τα φαινόμενα δεν αποτελούν ενδείξεις πολυσθένειας, αλλά αδυναμίας του εργατικού κινήματος να αποτρέψει την επιστροφή άγριων μορφών εκμετάλλευσης. Εάν ο εργαζόμενος στο σπίτι και ο αποδεχόμενος τη μαύρη ή μερική απασχόληση έχει και μια δεύτερη, τότε ισχύουν όσα αναφέρθηκαν για τη διπλή εκμετάλλευση. Εάν αποδέχεται αυτές τις μορφές απασχόλησης επειδή δεν μπορεί να βρει μια «κανονικά» αμειβόμενη θέση εργασίας, τότε αξίζει την αλληλεγγύη των λοιπών και όχι τη συκοφάντησή του ως παραοικονομούντα και ψυχρού υπολογιστή «οφελημάτων». Αλλά αυτά δεν μπορούμε να τα ζητάμε από τον Κ.Τ., για τον οποίον η ανεργία είναι εξ ορισμού εκούσια και συνεπώς κάθε αύξησή της θα πρέπει να δηλώνει -επειδή αυξάνει τις δυνατότητες διαχείρισης του ελεύθερου χρόνου- ότι πληθύνονται οι βολεμένοι «πολυδυναμικοί μικροαστοί».

            Ως «πιο θεμελιακό» για την πολυσθένεια θεωρείται η «‘ολοκληρωτικά’ παρούσα κρατική παρέμβαση» (164/5), που μοιράζει επιδόματα και «πάσης φύσεως οφέλη, σε σημείο ώστε να είναι πια δύσκολο να πεθάνει κανείς της πείνας»! Εξ αυτών επωφελούνται δε εκτός των ενδεών και όσοι «καταφέρνουν να εμφανίζονται ως τέτοιοι» (166) λέει ο υπαστυνόμος Τσουκαλάς. Αρωγό πολυσθένειας αποτελεί το κράτος και για τον πρόσθετο λόγο ότι δημιουργεί «κρατικοδίαιτους», με συνέπεια «το πανταχού παρόν κρατικό μάτι και το μακρύ του χέρι» (!) να ωθούν στην παραοικονομία για «την αποφυγή της φορολογικής αφαίμαξης» (167). Ας δούμε τι σχέση έχουν με την πολυσθένεια αυτά τα βαμπιρικά φαινόμενα.

Ο Κ.Τ. βασίζει το συσχετισμό της πολυσθένειας με τη δημόσια απασχόληση στο ότι οι εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα είναι «προσοδούχοι», ζήτημα στο οποίο ήδη αναφερθήκαμε. Το δεύτερο σκέλος είναι ότι οι εργαζόμενοι αυτοί έχουν περισσότερες δυνατότητες πολλαπλής απασχόλησης: «ελάχιστοι είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι, που δεν έχουν μια δεύτερη απασχόληση» (125). Η απόφανση αυτή δεν δηλώνει κάτι, όσο δεν εξηγείται γιατί ο δημόσιος υπάλληλος παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα ή κρατά λογιστικά βιβλία αντί να αναπαύεται. Μια συγκριτική εξέταση του μισθού και της αγοραστικής δύναμης στις ευρωπαϊκές χώρες θα έδειχνε ίσως τα αίτια της διπλής απασχόλησης, που αδυνατεί να ερμηνεύσει η πολυσθένεια. Δηλωτικό της ποιότητας των αναλύσεων του Κ.Τ. είναι ότι η απόφανση περί «ελαχίστων» χωρίς δεύτερη απασχόληση συνοδεύεται από ένα μόνον στοιχείο: «20% των δημοσίων υπαλλήλων έχουν και άλλη απασχόληση» (303, σημ. 141). Πώς χαρακτηρίζεται η εμπειρική κοινωνιολογία που αντί να δηλώσει ότι δεν έχει στοιχεία για το 80%, δημιουργεί εντυπώσεις μιλώντας για «ελάχιστους»;

            Η αναφορά στην παραοικονομία και στο κοινωνικό κράτος γίνεται επίσης χωρίς στοιχεία. Ο Κ.Τ. αναφέρεται σε «κάθε λογής επιδόματα [που] συνδυάζονται με τις οποιεσδήποτε προσδοκώμενες (;) πρόσθετες εισοδηματικές ηγές» (189), αποφαινόμενος ότι το συνολικό εισόδημα αποτελείται «και από άλλες, πραγματικές ή προσδωκόμενες, εισοδηματικές πηγές» (187). Οι αοριστολογίες και η ταύτιση του προσδοκώμενου με το πραγματικό είναι αναγκαίες, διότι ο Κ.Τ. οφείλει να χρησιμοποιήσει την κοινωνιολογική του φαντασία ώστε να αντισταθμίσει τις ομολογίες για το χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα, για το υψηλό ποσοστό εργασίας των ηλικιωμένων και τις χαμηλές συντάξεις (228, 282).

Από θεωρητική άποψη η ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους και η παραοικονομία δεν σχετίζονται με την πολυσθένεια. Το κοινωνικό κράτος παρέχει έναν συγκυριακά κυμαινόμενο έμμεσο μισθό, ενώ η παραοικονομία μειώνει τη φορολόγηση. Το κοινό στοιχείο είναι η αύξηση του ονομαστικού ατομικού εισοδήματος. Είναι δυνατόν όμως το πλέον ανεπτυγμένο κοινωνικό κράτος και η πλήρως αφανής οικονομική δραστηριότητα ενός εργαζομένου να επιδράσουν στην ταξική του ένταξη; Οχι, για όσους δέχονται ότι η ταξική ένταξη αποτελεί ζήτημα θέσης στην παραγωγική διαδικασία και δεν συνδέεται με τη συγκριτική -με άλλες εποχές ή χώρες- «ευημερία» των μισθωτών. Μια τέτοια «ευημερία» είναι αποτέλεσμα ενός συσχετισμού δύναμης και όχι στοιχείο ικανό να μεταβάλει την ταξική θέση.

Ο Κ.Τ., επικαλούμενος την καθοριστική επίδραση αυτών των δεδομένων στην ταξική θέση, βασίζεται σε έναν άτοπο ορισμό της εργατικής τάξης. Καίτοι δεν ορίζει την έννοια, είναι φανερό ότι θεωρεί πως η προλεταριακή κατάσταση συνδέεται μονοσήμαντα με το μίνιμουμ βιολογικής συντήρησης, τη μοναδική και ολοήμερη καταναγκαστική εργασία, την έλλειψη κοινωνικής ασφάλειας και την απουσία κάθε ιδιοκτησίας (180 επ., 263 επ., 288, σημ. 120). Εάν έτσι ορίζεται ο «τυπικός προλετάριος» (265), σίγουρα έχει εξαλειφθεί η εργατική τάξη στη Δυτ. Ευρώπη και δικαίως ο Κ.Τ. επικαλείται το κοινωνικό κράτος, το μειωμένο ωράριο και την πολλαπλή απασχόληση ως αποφασιστικά κριτήρια.

Αυτή η άτοπη θεωρητικοποίηση προέρχεται από τα περί καθολικής «αστικοποίησης», που υποθέτουν ότι οι «κατέχοντες» (σπίτι, τραπεζική κατάθεση κλπ.) δεν είναι προλετάριοι, διότι διαθέτουν και κάτι άλλο εκτός από τα μπράτσα τους. Αυτά υιοθετεί ο Κ.Τ., ανάγοντας σε κριτήριο πολυσθένειας το ότι οι Έλληνες έχουν (ή θα ήθελαν να έχουν) σπίτι, ΙΧ και τηλεόραση και σπουδάζουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό.

Αν η εκμετάλλευση αναχθεί σε ζήτημα «κατωφλίου» πέρα από το οποίο παύει να υπάρχει, η έρευνα της ταξικής ένταξης μετατρέπεται σε ψυχολογιστική πραγματεία για επιδιώξεις ανέλιξης, πλούτο ή προνόμια. Αυτό συνιστά επιστροφή στον εμπειρισμό, που εξαντλείται στην καταγραφή ατομικών εξελίξεων και θέτει στο κέντρο της προβληματικής τα άτομα, ανάγοντας τη φαινομενική διαφορά τους σε επιστημονικό κριτήριο. Τα κριτήρια της πολυσθένειας δεν αποβλέπουν λοιπόν στην εναρμόνιση του μαρξικού σχήματος προς την πραγματικότητα που δήθεν κατήργησε τη μονοσθενή ένταξη. Αποβλέπουν στην πλήρη εγκατάλειψη της μαρξικής προβληματικής με υιοθέτηση του εμπειρισμού περί κοινωνικής διαστρωμάτωσης, που έχει ως πρότυπο το continuum της κλίμακας εισοδημάτων.

Γι’ αυτό ο Κ.Τ. ενώ μιλά διαρκώς για τάξεις δεν αναφέρεται στην ταξική πάλη. Η αναφορά στη συγκρότηση των τάξεων μέσω της διαδικασίας σύγκρουσης και στα αντικειμενικά στοιχεία θεμελίωσης του ορισμού των τάξεων (θέσεις παραγωγής, σχέσεις εκμετάλλευσης) βρίσκονται στους αντίποδες της αστικής προβληματικής περί πολύπλοκης «στρωμάτωσης». Η αναφορά στην ταξική πάλη επιτρέπει την απόρριψη του σχολαστικισμού της εμπειρικής αντιστοιχίας μιας τάξης με συγκεκριμένους φορείς παραγωγής, αλλά και την αναγνώριση ότι η εμπειρική ρευστότητα των τάξεων δεν αναιρεί την ύπαρξή τους (Αλτουσέρ 1977, σ. 63 επ., Μπαλιμπάρ 1989, Ιωακείμογλου 1990). Δείχνει επίσης ότι η εκμετάλλευση δεν είναι ποσοτικό ζήτημα και συνεπώς η ταξική ένταξη δεν αλλάζει όταν μεταβληθούν οι συνθήκες ζωής της υπό εκμετάλλευση τάξης.

Αναφερόμενος στην ύπαρξη «αντιφατικών και αλληλοεπικαλυπτόμενων ταξικών συμφερόντων» (193) στους κόλπους των μισθωτών, ο Κ.Τ. υποθέτει ότι υπάρχουν πλέον δομικές αντιπαραθέσεις συμφερόντων μεταξύ μισθωτών, ίσως και σχέσεις εκμετάλλευσης των μεν από τους δε. H αντιπαράθεση των «μονοσθενών» με τους εργαζομένους στο «Δημόσιο», την «κυκλοφορία», τις υπηρεσίες κλπ. και η «δομική διάκριση ανάμεσα στην πρωτογενή (;) και δευτερογενή (;) εργατική τάξη» (193) αποτελεί το πολιτικό συμπέρασμα του Κ.Τ.: αναγωγή των διακρίσεων μεταξύ μισθωτών σε διαφορετική ταξική ένταξη. Εδώ βέβαια δεν πρόκειται για αντίθεση στη μαρξική θεωρία, αλλά για τραγέλαφο: ο Κ.Τ. θα υποστηρίξει ότι ορισμένοι μισθωτοί διεξάγουν «ταξική πάλη» εναντίον του εαυτού τους, διότι οι παλαίοντες εναντίον της «κρατικής αφαίμαξης» είναι «τουλάχιστον εν μέρει» εκείνοι που εισπράττουν κρατικά επιδόματα (168)!

Αν υιοθετούσε το μαρξικό κριτήριο για τον ορισμό της εργατικής τάξης -μη κατοχή μέσων παραγωγής και συνακόλουθη μισθωτή εργασία- θα διαπίστωνε ότι ο σκοτεινός αριθμός πολυσθενών και προνομιούχων αφορά διαφορές του status ζωής τμημάτων της εργατικής τάξης, αλλά αυτό είναι πάγιο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, γνωστό στους Μαρξ/Ενγκελς με την αναφορά στην εργατική αριστοκρατία και τον εργατικό ανταγωνισμό ως όπλα της αστικής ταξικής πάλης (Labica/Bensussan 1985, σ. 58 και 216 επ.). Το πολιτικό συμπέρασμα που συνάγουν οι μαρξιστές από την πάγια «ιεραρχική διαβάθμιση» των μισθωτών (Marx 1988, σ. 371) είναι η ανάγκη αγώνα για την υπέρβαση των χωρισμών που δημιουργεί ο κατακερματισμός της αγοράς εργασίας σε διαφορετικά εκπαιδευμένες, αμειβόμενες και οργανωμένες μερίδες της εργατικής τάξης, δηλ. η ανάγκη ανάπτυξης πρακτικών ταξικής οργάνωσης με ανάδειξη των στοιχείων ενότητας (Ιωακείμογλου 1993). Αν ορισμένοι μισθωτοί είναι προνομιούχοι, η θεώρηση των ποσοτικών προνομίων ως ταξικής διαφοράς οδηγεί στο «πολιτικό συμπέρασμα» της στροφής των λιγότερο «προνομιούχων» εναντίον τους. Βεβαίως σε μια τέτοια περίπτωση, οι αστοί δεν θα είχαν καμιά αντίρρηση να ακυρωθούν ορισμένες κατακτήσεις, από αυτές που οι πολιτικοί εκπρόσωποί τους βαφτίζουν προνόμια και «ρετιρέ».

Η μαρξική θεωρία των τάξεων αντικαθιστά με επιστημονικές έννοιες τις συμπληρωματικές ιδεολογικές παραστάσεις της κοινωνίας πρώτον ως αθροίσματος ατόμων με διαφορετική θέση εργασίας και εισόδημα (εμπειρισμός) και δεύτερον ως εξίσου ελεύθερων και ίσων ατόμων που ανταλλάσσουν τα αγαθά τους (νομικισμός). Ωστόσο για να χρησιμοποιήσει ο Κ.Τ. τη μαρξική θεωρία θα έπρεπε να περιλάβει στα θεωρητικά εργαλεία του το θεμέλιό της, την ταξική πάλη, και να αντικαταστήσει τα εμπειριστικά κριτήρια πολυσθένειας από το στοιχείο της θέσης στη διαδικασία παραγωγής. Ετσι μόνον θα μπορούσε να αναφερθεί στην υφή των «προνομίων» ως επιφαινομένων και στους όρους δημιουργίας της ενότητας που παλιότερα αποκαλείτο ταξική συνείδηση.

Αυτά ισχύουν και για το τελευταίο κριτήριο πολυσθένειας. Πρόκειται για την οικογένεια ως «μονάδα κοινωνικο-οικονομικού προγραμματισμού… του καλύτερου δυνατού συνδυασμού της οικογενειακής παραγωγικής βάσης (κεφάλαιο οποιουδήποτε τύπου, γη κ.λπ.[6]) με την αθροιστική οικογενειακή εργασιακή ή και ‘απασχολητική’ δύναμη» (160/1). Ο οικογενειακός συνδυασμός των «εισοδηματοφόρων συντελεστών» είναι «εύπλαστος» και επιδιώκει ελάχιστη δέσμευση και μεγάλα εισοδήματα από τις πολλαπλές πηγές που έχει η «πολυσθενής οικογενειακή μονάδα» (162). Αυτή η «μονάδα» δεν αντιστοιχεί ταξικά στο επάγγελμα των μελών της, διότι δραστηριοποιείται στην παραοικονομία, η οποία αποτελεί, λέει ο βιολόγος Κ.Τ., «κρυπτόγαμο γόνο» της αγοράς, προελθόντα από «απρόβλεπτη τερατογονία» (292). Εάν ο Κ.Τ. υιοθετούσε το μαρξικό κριτήριο των τάξεων θα διαπίστωνε ότι οι οικογένειες, τα μέλη των οποίων πωλούν την εργατική τους δύναμη, ανήκουν στην εργατική τάξη, ανεξαρτήτως της ρευστότητας, των επιδομάτων που εισπράττουν ή των φορολογικών παραβάσεων. Επειδή δεν είναι διατεθειμένος να εφαρμόσει το κριτήριο αυτό -ούτε να ασχοληθεί με τη σπαζοκεφαλιά της αστικής κοινωνιολογίας που θα κατέτασσε τις ελληνικές οικογένειες σε πλήθος μικροομάδων- προτιμά να δώσει το όνομα «πολυσθένεια», συνδυάζοντας το τερπνό με το ωφέλιμο και ανάγοντας την οικογένεια σε επιχείρηση και τα μέσα κατανάλωσής της σε «κεφάλαιο».

Τα σχετικά με την οικογένεια ενδιαφέρουν γιατί δείχνουν ότι ο Κ.Τ. διαθέτει την ιδιότητα του υποφιλοσόφου (Αλτουσέρ 1992, σ. 18 επ.). Για να τονίσει τη σημασία της οικογένειας ο Κ.Τ. αμφισβήτησε την έννοια του ατόμου και μέμφθηκε «τον μαρξιστικό λόγο» διότι «αμετακίνητο κέντρο της αναλυτικής ερμηνείας της καπιταλιστικής κοινωνίας παραμένει αμετάλλακτα το άτομο» (160). Εδώ μειδιούν όσοι γνωρίζουν τα Grundrisse («η κοινωνία δεν αποτελείται από άτομα», Marx χ. χρ. εκδ., σ. 176). Το πιο διασκεδαστικό είναι ότι ο Κ.Τ. μέμφεται το μαρξισμό και διότι στα πλαίσια της «μονοσθένειας» η ταξική ανάλυση υποβιβάστηκε σε «απλό πρόβλημα κατάταξης των Υποκειμένων-Φορέων σε ‘κατηγορίες»: «ο ολοκληρωτικός παραγκωνισμός του υποκειμένου υπήρξε εύλογο, και ίσως αναπόφευκτο, σύνδρομο (sic) της ταξικής ανάλυσης» (182). Ετσι οι μαρξιστές κατάφεραν να έχουν «αμετάλλακτο» κέντρο το άτομο και ταυτόχρονα να το «παραγνωρίζουν ολοκληρωτικά»!

Το σύνδρομο από το οποίο πάσχει ο Κ.Τ. οφείλεται στην ταυτόχρονη προβολή δύο επιχειρημάτων: αφενός ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να ενδιαφερόμαστε για την ταξική ένταξη του ατόμου, αλλά να θεωρούμε την «οικογενειακή επιχείρηση» ως ταξικό μεταλλακτήριο (άρα προσάπτεται στο μαρξισμό η παραγνώριση της πολυσθένειας λόγω εμμονής στο άτομο) και αφετέρου υποστηρίζει ότι σημασία δεν έχουν οι κοινωνικοί καθορισμοί της ταξικής ένταξης, αλλά η πρωτοβουλία του ατόμου που επιτρέπει την υπέρβασή τους (άρα προσάπτεται στο μαρξισμό η παραγνώριση της πολυσθένειας λόγω αδιαφορίας για τα άτομα ως βουλητικά όντα). Ο Κ.Τ. ταυτόχρονα ενδιαφέρεται και αδιαφορεί για τα άτομα, αποδίδοντας κάθε φορά στο μαρξισμό την αντίθετη θέση.

Είναι γνωστό ότι η κριτική στον Αλτουσέρ συνιστά καθήκον όσων επιθυμούν να εισέλθουν στον κόσμο των «καλών» θεωρητικών που σέβονται τα άτομα. Ο Κ.Τ. επικρίνει τον Αλτουσέρ επειδή «εξοβελίζει τελείως το Υποκείμενο από το κοινωνικό γίγνεσθαι» και αποκλείει το ενδεχόμενο ταυτόχρονης κατοχής περισσότερων ταξικών θέσεων (151/2, σημ. 5). Στα παρατιθέμενα αποσπάσματα του Αλτουσέρ ο docteur-ès-lettres δεν μπαίνει στον κόπο να επισημάνει τις συντομεύσεις και τις προσθήκες του, αλλά και μεταφράζει ανακριβώς. Ετσι η φράση «dans la mesure où ils sont les ‘porteurs’ (Träger) de ces fonctions» («στο μέτρο που είναι οι ‘φορείς’ αυτών των λειτουργιών») (Althusser 1968, σ. 53) αποδίδεται από τον Κ.Τ. «στο μέτρο που δεν είναι παρά απλά ‘αντιστηρίγματα’ των λειτουργιών» (151, σημ. 5). Το άρθρο «οι» εξαφανίσθηκε, το «είναι» μετετράπη σε «δεν είναι παρά» και ο «φορέας» έγινε «απλό αντιστήριγμα».

Στην πραγματικότητα, ακολουθώντας τον Μαρξ, ο Αλτουσέρ διακρίνει (Althusser 1968, σ. 42 επ.) μια δομή παραγωγής, με αφετηρία την οποία μπορεί να ερμηνευθεί γιατί η νομικώς διακηρυσσόμενη ισότητα και η φιλοσοφικώς υποτιθέμενη ελευθερία των ατόμων οδηγεί στην αναπαραγωγή μιας ταξικής κοινωνίας υποταγής και εκμετάλλευσης καθώς και στην κατανομή ρόλων στο πλαίσιό της. Αυτή την αρχή ερμηνείας των κοινωνικών σχηματισμών με βάση τις παραγωγικές σχέσεις και όχι τα Υποκείμενα προβάλλει ο Αλτουσέρ και πουθενά δεν γράφει «ότι είναι πάντοτε δυνατή μια διαίρεση χωρίς κλάσματα και χωρίς υπόλοιπα» ή ότι ο φορέας παραγωγής αποτελεί «απόλυτο ενεργούμενο», όπως ισχυρίζεται ο Κ.Τ. (151, σημ. 5).

Η αδιαπραγμάτευτη θέση του Αλτουσέρ για την πρωτοκαθεδρία της ταξικής πάλης και άρα τη μεταβλητότητα όχι μόνον της ένταξης των φορέων σε δεδομένες θέσεις, αλλά και του ίδιου του συστήματος παραγωγής, είναι το ισχυρό σημείο της μαρξικής θεωρίας που ο Κ.Τ. θέλει να αποσιωπήσει. Το τίμημα είναι η άτοπη κριτική που εκλαμβάνει την παρουσίαση του μηχανισμού κατανομής των φορέων σε θέσεις παραγωγής στο «ιδεατό» επίπεδο ενός θεωρητικού αντικειμένου (καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής) (Althusser 1968, σ. 72 επ.) ως εμπειρικό ζήτημα «διαίρεσης χωρίς υπόλοιπο», που ο Κ.Τ. δεν μπορεί να επαληθεύσει. O Κ.Τ. αδυνατεί να αντιληφθεί τη διαφορά ενός θεωρητικού αντικειμένου (έννοια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής) από την εμπειρική διαμόρφωση ενός κοινωνικού σχηματισμού. Απορρίπτει το ότι οι φορείς είναι «απόλυτα ενεργούμενα», επικαλούμενος τη ρευστότητα της εκάστοτε κατανομής σε τάξεις: «το ‘σχετικό ενεργούμενο’ αποτελεί εννοιολογική αντίφαση» (152, σημ. 5) αποφαίνεται ο υποφιλόσοφος για να απορρίψει το σχήμα του Αλτουσέρ. Η αντίφαση εξαφανίζεται αν σκεφθούμε ότι η σχετικότητα που βλέπει ο Κ.Τ. οφείλεται στην επίδραση πρόσθετων καθορισμών και νόμων στο επίπεδο των κοινωνικών σχηματισμών που ερμηνεύουν π.χ. την ύπαρξη της μικροαστικής τάξης ή την εκάστοτε διαμόρφωση των όρων εκμετάλλευσης (Μηλιός 1988, σ. 63 επ.). Η κατανόηση αυτών προϋποθέτει όμως την κατανόηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ως εννοιολογικού πυρήνα μιας πολύμορφης πραγματικότητας.

Σε ένα σημείο πάντως ο Κ.Τ. έχει δίκαιο: η αλτουσεριανή παρέμβαση αμφισβητεί ριζικά το αίτημα της αστικής φιλοσοφίας για υπεύθυνα Υποκείμενα, τα οποία κατά περίπτωση εξυμνούνται ή επιπλήττονται: «Είμαστε υποχρεωμένοι να επιστρέψουμε στην προβληματική του Υποκειμένου ως φορέα κοινωνικής δράσης» (151, σημ. 5), διδάσκει ο Κ.Τ.

 

  1. Πολυσθένεια II

Μόλις τελειώσει την αναφορά στην πολυσθένεια ο Κ.Τ. ξαναγράφει τα ίδια με άλλο τίτλο (173 επ.). Η Πολυσθένεια II έχει και λίγα νέα στοιχεία που συντόμως θα σχολιάσουμε. Το πρώτο είναι η αποσαφήνιση της χρονικής διάστασης του προβλήματος. Ενώ στον 19ο αιώνα υπήρχε «απόλυτη προσδιορισιμότητα των φορέων από τις θέσεις… αυτό δεν φαίνεται πια να ισχύει» (174). Δεν μαθαίνουμε ποια είναι η νέα περίοδος, αλλά περιοριζόμαστε στους αντιφατικούς χαρακτηρισμούς «ώριμος», «σύγχρονος», «ύστερος», «αναπτυγμένος» καπιταλισμός, «κρατικο-μονοπωλιακή μορφή οργάνωσης των παραγωγικών σχέσεων» και «‘μετα-σύγχρονες’ συνθήκες» (147, 157, 165, 188, 162, 176).

Η διάκριση του κλασικού-μονοσθενούς καπιταλισμού από τον ώριμο-πολυσθενή, ερμηνεύεται με επίκληση της μαρξικής θεωρίας. Στην πρώτη περίοδο η εξαγωγή «απόλυτης υπεραξίας» είχε ως αποτέλεσμα την αφαίρεση του συνόλου σχεδόν «της φυσικής ενέργειας και του χρόνου του εργαζόμενου», με αποτέλεσμα ο χρόνος που απομένει «να καταναλώνεται υποχρεωτικά στη διαδικασία της φυσιολογικής αναπαραγωγής» (181).

Οι συλλέκτες ρήσεων μπαρόκ κοινωνιολογίας θα προσέξουν και το εξής: στην εποχή της απόλυτης υπεραξίας ο εργάτης είναι μονοσθενής προλετάριος «όχι μόνον επειδή δεν υπάρχουν ‘άλλα’ διαθέσιμα και ελεύθερα παραγωγικά μέσα, αλλά επιπροσθέτως επειδή [δεν του απομένει] ‘ελεύθερη’ ενέργεια» (181/2). Η φράση δεν σημαίνει τίποτε. Αν εννοεί ότι η ύπαρξη «διαθέσιμων» παραγωγικών μέσων καθιστά κάποιον μη προλετάριο, αυτό δεν αληθεύει όταν τα παραγωγικά μέσα ανήκουν σε καπιταλιστή που τα «διαθέτει» για να εκμεταλλευθεί τον εργάτη σε δεύτερη βάρδια. Αν πάλι τα «διαθέσιμα» παραγωγικά μέσα ανήκουν στον προλετάριο, αυτός παύει να είναι προλετάριος και θα βρει «φυσική ενέργεια» εγκαταλείποντας τη μισθωτή εργασία. Αρα η διαθεσιμότητα παραγωγικών μέσων είτε διατηρεί την προλεταριακή ιδιότητα αυτού που τα θέτει σε κίνηση (όταν ανήκουν σε άλλους) είτε αναιρεί την προλεταριακή ιδιότητά του αν τα παραγωγικά μέσα ανήκουν στον ίδιο. Γιατί ο Κ.Τ. συνδέει τη μονοσθένεια με δύο όρους (έλλειψη παραγωγικών μέσων και έλλειψη «φυσικής ενέργειας»), καίτοι η «διαθεσιμότητα» παραγωγικών μέσων ως ιδιοκτησία αίρει το πρόβλημα της «φυσικής ενέργειας», ενώ η άφθονη φυσική ενέργεια δεν αίρει την προλεταριακή ιδιότητα, όπως δείχνει π.χ. η ανεργία; Απλά ο Κ.Τ. θέλει να δώσει την εντύπωση ότι βασικό είναι το ζήτημα του διαθέσιμου χρόνου και όχι της ιδιοκτησίας μέσων παραγωγής. Οποιος λοιπόν δουλεύει «λίγες» ώρες είναι πολυσθενής και στον ελεύθερο χρόνο του κάποιο παραγωγικό μέσο θα βρει ή έστω θα «επιβιώνει» «έξω από τη σφαίρα της παραγωγής» (σ, 182, σημ. 2). Ως επαίτης στο δρόμο ή ως πολυσθενής στη φαντασία του Κ.Τ.

Συναντούμε την αντίληψη ότι σημασία δεν έχει η ιδιοκτησία παραγωγικών μέσων αλλά η «εργατικότητα», και ότι δεν υπάρχουν προλετάριοι διότι όλοι είναι «ιδιοκτήτες». Σε μια άλλη εποχή, ο καπιταλιστής δεν ιδιοποιείται το σύνολο του χρόνου και της ενέργειας του εργάτη και ο τελευταίος αποφασίζει σχεδόν ελεύθερα για τη διάθεσή τους. Ποια μορφή εξαγωγής υπεραξίας κυριαρχεί σ’ αυτή τη δεύτερη εποχή και γιατί οδηγεί στην πολυσθένεια; Ο Κ.Τ. δεν μας το λέει, αλλά εκτιμά ότι πλέον τίποτε δεν επιβάλλει τη «μονοδραστηριότητα… και σε τούτο ακριβώς έγκειται η σημασία της διαπίστωσης ότι η απόλυτη υπεραξία είναι φαινόμενο του παρελθόντος» (184). Τοιουτοτρόπως η ιστορική θεώρηση του καπιταλισμού με άξονα την απόλυτη υπεραξία και το ανώνυμον Έτερόν της θεμελιώνει την πολυσθένεια στο εσωτερικό του μαρξικού συστήματος.

Το Έτερον της απόλυτης υπεραξίας είναι προφανώς η σχετική. Η γνώση των εννοιών αυτών (Marx 1988, σ. 226 επ., 331 επ., 531 επ.) δείχνει ωστόσο ότι η επικράτηση της μιας ή της άλλης μορφής δεν δηλώνει κάτι για τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας. Η απόλυτη υπεραξία δεν απαιτεί 16ωρο ή αφαίρεση όλης της «ενέργειας» του εργάτη. Αναγκαία για την εξαγωγή της είναι μόνον η επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας πέρα από το χρονικό σημείο παραγωγής του ισοδύναμου της αξίας των μέσων συντήρησης του εργάτη και αυτό δεν παρέχει ενδείξεις για την πραγματική διάρκεια της εργάσιμης ημέρας ή για το πόση «ενέργεια» απορροφάται (άλλωστε η απόλυτη υπεραξία μπορεί να εξαχθεί και μέσω αύξησης του βαθμού εντατικότητας της εργασίας με ταυτόχρονη μείωση του ωραρίου). Αντιστοίχως η σχετική υπεραξία όχι μόνον δεν αποκλείει εννοιολογικά τη μεγάλη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, αλλά την επιμήκυνση αυτή παγίως επιδιώκουν οι καπιταλιστές, όπως δείχνει ακόμη και η ανάγνωση του Τύπου.

Εκείνο που καθορίζει τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας και στις δύο μορφές υπεραξίας είναι ένα: η ταξική πάλη. Η αντίδραση των εργατών επέβαλε ιστορικά τον πραγματικό και νομοθετικό περιορισμό της εργάσιμης ημέρας και το εργατικό κίνημα αγωνίζεται για την περαιτέρω μείωσή της, επιδιώκοντας την ποσοτική απάλυνση της εκμετάλλευσης (Ιωακείμογλου 1987), χωρίς βέβαια οι κατακτήσεις για τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας να είναι οριστικές, πολλώ δε μάλλον καθοριζόμενες από τη μορφή υπεραξίας.

Οι ειδικοί όροι που επιτρέπουν την εξαγωγή σχετικής υπεραξίας έγκεινται στη μείωση της αξίας των μισθιακών εμπορευμάτων μέσω αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας (συνεργασία, χρήση του συστήματος μηχανών, μαζική εφαρμογή τεχνολογικών επιτεύξεων στη διαδικασία εργασίας), δηλ. στη μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας και άρα στην αύξηση του χρόνου υπερεργασίας με δεδομένη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας. Συνεπώς η διαφορά των δύο μορφών υπεραξίας δεν βρίσκεται στις ώρες εργασίας, αλλά σε χαρακτηριστικά της διαδικασίας παραγωγής. Ο Κ.Τ. δεν μνημονεύει την ουσιαστική διαφορά τους και αντ’ αυτής, επειδή αποφεύγει να αναφερθεί στην ταξική πάλη, εμφανίζει την ιστορική εξέλιξη στο ζήτημα του ωραρίου ως αποτέλεσμα της υπό μορφήν σιδηρού νόμου διαδοχής των μορφών υπεραξίας, βρίσκοντας, όπως ο σοβιετικός μαρξισμός, αιτιώδεις σχέσεις εκεί που δεν υπάρχουν.

Η «διαπίστωση ότι η απόλυτη υπεραξία είναι φαινόμενο του παρελθόντος» (184) δεν δηλώνει τίποτε για τη σημερινή δυνατότητα «πολυδραστηριότητας». Αν κάποιος είναι αναγκασμένος να δουλεύει δεύτερη βάρδια, αυτό δηλώνει ότι η κατάκτηση της μείωσης του ωραρίου είχε μικρό πρακτικό αντίκρυσμα, διότι το εργατικό κίνημα ήταν δέσμιο της στρατηγικής αναδιανομής (Ιωακείμογλου 1990), η οποία εύκολα μετατρέπεται σε γραφειοκρατική φάρσα (Μίνογλου 1990). Πάντως ενόσω οι διπλά εργαζόμενοι δεν διαθέτουν μέσα παραγωγής υφίστανται εκμετάλλευση από ένα ή περισσότερα αφεντικά, και αυτό δεν συνδέεται με τις μορφές υπεραξίας, αλλά με νόμους της καπιταλιστικής εξέλιξης που ο Κ.Τ. δεν επιθυμεί να αναλύσει.

 

  1. Μπρος στην Αθήνα καμιά σας δεν βγαίνει

Αντιλαμβανόμενος ότι η αναφορά στην ταξική δομή της πρωτεύουσας θα ομοιάζει με τα άλλα κείμενά του ως προς το αθεμελίωτο, ο Κ.Τ. προσπαθεί να εντυπωσιάσει εισαγωγικά με μια γενική αμφισβήτηση των κατηγοριοποιήσεων. Εδώ έχουν θέση λυρισμοί περί του ότι μια «μονοσήμαντη» κατάταξη με βάση το επάγγελμα είναι «ολοκληρωτική» (205 επ.). Ξεχνά έτσι ότι η κατηγοριοποίηση με βάση τη θέση στην παραγωγή δεν επιβάλλεται από τον «καπιταλισμό», αλλά μάλλον από τους κριτικούς του και γι’ αυτό στρατιές κοινωνιολόγων επιχειρούν να δείξουν ότι δεν υπάρχουν κοινωνικές τάξεις και το επάγγελμα ή το εισόδημα είναι λεπτομέρειες μπροστά στη μουσική που προτιμούμε, τα χόμπυ, τον τρόπο ένδυσης και άλλα υπερταξικά που προβάλλουν την ελευθερία επιλογής του ατόμου στη «μεταβιομηχανική» κοινωνία (π.χ. Müller 1992). Και βέβαια οι κατατάξεις με βάση το φύλο ή το χρώμα του δέρματος αποτελούν σταθερές καθορισμού της κοινωνικής θέσης των ατόμων στον καπιταλισμό, αλλά ο Κ.Τ. αποδίδει αυτό το γεγονός σε προκαπιταλιστικές κοινωνίες. Ίσως για να δείξει ότι αυτός, ως αντικαπιταλιστής και αντιαυταρχικός, θα αγνοήσει τη λεπτομέρεια του επαγγέλματος -για να ψάξει τι επάγγελμα κρύβεται πίσω από το επίσημο.

Θα ακολουθήσει μια διάκριση της εργασίας από την απασχόληση, η οποία αποβλέπει στο να δείξει ότι οι μισθωτοί μπορούν να εργάζονται και εκτός του επίσημου χρόνου εργασίας. Και είδαμε ότι για τον Κ.Τ. η άδηλη εργασία συνδέεται άρρηκτα με την ιδιότητα του μικροαστού. Το μόνο που ενδιαφέρει τον Κ.Τ. είναι ότι σήμερα ο ελεύθερος χρόνος διατίθεται για διπλή εργασία «απεριόριστα και ανεξέλεγκτα» (223). Οι σκλάβοι της εργασίας πραγματώνουν για τον Κ.Τ. την «ελεύθερη εναλλαγή εργασίας και σχόλης… με τρόπο που θυμίζει τις προκαπιταλιστικές περιόδους» (223)! Θα απορούσαμε μπροστά σε τόση ελευθερία που έχει ως αποτέλεσμα την ολοήμερη εργασία, αν δεν γνωρίζαμε ότι για τον Κ.Τ. ελευθερία είναι οτιδήποτε δεν υπόκειται στον άμεσο έλεγχο του μοναδικού εργοδότη-αφεντικού.

Αναγνωρίζοντας ακολούθως ότι οι 28 σελ. «που προηγήθηκαν ελάχιστα συμβάλλουν στην προσπάθεια να προσεγγίσουμε… τα κοινωνικά μεγέθη στην περιφέρεια της πρωτεύουσας» (225), ο Κ.Τ. προχωρεί στο συγκεκριμένο. Παρατίθεται εν πρώτοις ένας «περισσότερο από εύγλωττος» (226) Πίνακας για το συγκριτικά χαμηλό ποσοστό ενεργού πληθυσμού στην Ελλάδα. Εδώ ο Κ.Τ. θυμήθηκε το «μεγάλο ενδιαφέρον» της διεθνούς σύγκρισης (225), η οποία δεν τον ενδιέφερε όταν μιλούσε για «τερατώδη» διόγκωση του ελληνικού Δημοσίου. Οι οικονομικά ενεργοί άνδρες χαρακτηρίζονται «θεαματικά λιγοστοί». Και όμως αν εξαιρέσουμε την ηλικία 15-24 τα ποσοστά είναι στην Ελλάδα τα ίδια με τις άλλες χώρες και μάλιστα τα μεγαλύτερα -μετά την Ιαπωνία- στις ηλικίες άνω των 65 (Πίν. 2, σ. 228). Αφού διαβάσει τα στοιχεία με τα γυαλιά της μπαρόκ κοινωνιολογίας και αναγορεύσει το όμοιο σε «θεαματικά» διαφορετικό και την «ιδιαιτερότητα» της Ελλάδας σε «αναμφισβήτητη» (226), συνάγει, πρώτον, ότι εφόσον οι νέοι σπουδάζουν και αργούν να περάσουν στην παραγωγή η οικογένεια έχει «αναπόφευκτα… άλλους μηχανισμούς παραγωγής εισοδήματος» και, δεύτερον, ότι η «σχετικά ταχεία» αποχώρηση των μεσηλίκων από τον ενεργό πληθυσμό οφείλεται στην κρυφή απασχόληση διότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει κοινωνικό κράτος (230).

Η πρώτη διαπίστωση είναι εν μέρει ορθή, αλλά τι δηλώνει για τη δήθεν «ιδιαίτερη κοινωνική δομή στην Ελλάδα» (226) το ότι η οικογένεια διατρέφει για λίγα χρόνια παραπάνω τα παιδιά της, τα οποία δουλεύουν μετά τα 24 και όχι μετά τα 20; Και γιατί η συγκριτικά μεγάλη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας στην Ελλάδα και οι ελάχιστες σε σχέση με άλλες χώρες δυνατότητες αποφυγής της δεν μνημονεύονται, καίτοι είναι ουσιώδης παράγοντας καθυστερημένης έναρξης εργασίας των ανδρών. Και γιατί αυτή η καθυστέρηση σημαίνει την εξ ορισμού (και χωρίς κανένα στοιχείο) ύπαρξη άλλων εισοδημάτων και όχι τη συμπίεση των δαπανών των ενηλίκων; Μυστήριο.

Όσο για την ερμηνεία της «σχετικά ταχείας αποχώρησης» των μεσηλίκων -που από τον Πίνακα προκύπτει ότι είναι βραδύτερη ή παρόμοια σε σύγκριση με τις άλλες χώρες- ο Κ.Τ. θεωρεί ότι πραγματοποιείται παρά την έλλειψη κοινωνικού κράτους. Όχι μόνον αντιφάσκει προς τις διαρκείς αναφορές του σε «απειράριθμα» επιδόματα, αλλά και δεν ερμηνεύει τίποτε. Πρώτον διότι στην Ελλάδα σχεδόν όλοι οι «αποχωρούντες» μισθωτοί παίρνουν σύνταξη και, δεύτερον, διότι εάν συνεχίζουν μετά τη σύνταξη να δουλεύουν, αυτό δείχνει την παντοδυναμία των καπιταλιστικών σχέσεων που εμπλέκουν με χειρότερες συνθήκες αμοιβής και χωρίς ασφάλιση τους συνταξιούχους δηλ. την λόγω του χαμηλού επιπέδου κοινωνικής ασφάλισης αύξηση του εφεδρικού στρατού εργασίας και μείωση του επιπέδου μισθών. Αν δε, όπως υπαινίσσεται ο Κ.Τ., οι συνταξιούχοι δουλεύουν ως «ανεξάρτητοι», αυτό, πρώτον, θα έπρεπε να αποδειχθεί με κάποιο στοιχείο και, δεύτερον, δεν εννοούμε γιατί κάποιος που ως συνταξιούχος μπορεί να αυτοαπασχοληθεί δεχόταν επί δεκαετίες να υποτάσσεται στο δεσποτισμό του εργοδότη.

Οι αντιφάσεις και αοριστίες κορυφώνονται στην ανάλυση περί του ρόλου της οικογένειας ως επιχειρησιακού στρατηγείου, η οποία και διατρέφει τους ανέργους και τους βάζει να δουλεύουν (231). Επειδή ο Κ.Τ. θέλει να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ της οικογένειας που συντηρεί ανέργους (άρα έχει κρυφά εισοδήματα κλπ.) και της οικογένειας στην οποία όλοι δουλεύουν αδιάκοπα, θα γράψει ότι οι άνεργοι δουλεύουν «δυνάμει» και «έμμεσα» (231). Ετσι κρύβει την αμηχανία του με εκφράσεις που δηλούν ότι η οικογένεια είναι μια μυστηριώδης επιχείρηση που αντίκειται στους νόμους της καπιταλιστικής εργασίας και άρα τα μέλη της τίθενται εκτός της εργατικής τάξης. Αυτά τα μυστήρια θα λυθούν όταν δεχθεί ότι οι επισήμως μη ενεργοί δουλεύουν στην παραοικονομία, με άλλα λόγια η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας έγκειται στο ότι υπάρχει ίσως υψηλότερο αδήλωτο ποσοστό απασχόλησης, το οποίο ο Κ.Τ. θεωρεί μη μισθωτή εργασία επειδή έτσι θέλει.

Για την εν γένει εγκυρότητα των συγκρίσεων του Κ.Τ. αρκεί το ακόλουθο: ο συγγραφέας μας αναφέρεται στην «πολύ ενεργότερη από την Ελλάδα, Ολλανδία» (232, σημ. 37). Στον Πίνακα που λίγο πριν παρέθεσε (228) φαίνεται ότι η Ολλανδία έχει 5% περισσότερο ενεργό ανδρικό πληθυσμό στις ηλικίες 15-24, ενώ η Ελλάδα υπερέχει σε όλες τις άλλες ηλικιακές ομάδες (1% περισσότερο σε τρεις ηλικιακές δεκαετίες (25-54), 9% περισσότερο στους 55-64 και 20% περισσότερο στους άνω των 65) (228). Είναι η Ολλανδία «πολύ ενεργότερη»; Ένας απλός υπολογισμός δείχνει πως όχι. Αλλά με τέτοιες αστήρικτες αναφορές, ο Κ.Τ. δημιουργεί την εντύπωση ότι ο ελληνικός ενεργός πληθυσμός μειώνεται σε «επίπεδα πρωτόφαντα για ευρωπαϊκή χώρα» (232).

Το σημαντικό είναι ότι ο Κ.Τ. με την παραδοχή για απασχόληση συνταξιούχων και ανέργων στην παραοικονομία καταδεικνύει ένα πρόβλημα για τη φορολογική πολιτική -δηλ. για την εφορία και την αστυνομία-, αλλά δεν δηλώνει τίποτε για τη υφή της «παραοικονομίας» και το ποσοστό μισθωτής εργασίας στο πλαίσιό της. Μέχρις αποδείξεως του εναντίου το λογικότερο είναι να θεωρήσουμε ότι αυτό το ποσοστό είναι εξίσου υψηλό με εκείνο της «επίσημης» οικονομίας, δηλ. ότι στη δεύτερη εργασία κυριαρχούν εξίσου οι καπιταλιστικές σχέσεις, απελευθερωμένες από το «βάρος» του εργατικού δικαίου και της κοινωνικής ασφάλισης. Χωρίς λοιπόν να αποδεικνύει καμιά ιδιομορφία, η ανάλυση του Κ.Τ. δηλώνει τις προθέσεις του παραγωγού της.

Στη συνέχεια ο Κ.Τ. παραθέτει Πίνακα που καθιστά «προφανές» (236) ότι από «το 1975 περίπου και πέρα», «ανάμεσα στο 1975 και στο 1983» «διογκώνεται» ο τομέας των υπηρεσιών και «ο παραγωγικός πληθυσμός μειώνεται γοργά» (237). Βέβαια στοιχεία δεν δίνει για το 1975, αλλά -όπως δις αναφέρει (236)- για το 19’71. Αυτό συγχωρείται, όπως συγχωρείται και το ότι δεν δίνονται τα στοιχεία της απογραφής του 1981, αλλά στοιχεία μιας ιδιωτικής μελέτης για το 1983.

Εκείνο που δεν συγχωρείται είναι να εμφανίζονται οι μισθωτοί στον τομέα των υπηρεσιών ως εκτός του παραγωγικού πληθυσμού και έμμεσα εκτός της εργατικής τάξης. Είναι γνωστό ότι η έννοια της παραγωγικής εργασίας χρησιμοποιείται συχνά με τρόπο που ταυτίζει την παραγωγή με το γιαπί, το πηλοφόρι, το μυστρί, αλλά ο μαρξολογών Κ.Τ. θα όφειλε να γνωρίζει κάτι παραπάνω και δη ότι η παραγωγική εργασία έχει τρεις έννοιες (Μαρξ 1990-α, Σταμάτης 1989, 1990-α, Παρασκευόπουλος 1988): παραγωγή αξιών χρήσης (εργασία παραγωγική από την πλευρά της διαδικασίας εργασίας), παραγωγή εμπορευμάτων (εργασία παραγωγική από την πλευρά της διαδικασίας αξιοποίησης) και παραγωγή υπεραξίας ή, αντιστοίχως, κέρδους (εργασία παραγωγική από την πλευρά της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής). Στην ανάλυση μιας καπιταλιστικής κοινωνίας ενδιαφέρει προφανώς η τρίτη έννοια της παραγωγικής εργασίας, ως υπαγμένης στο κεφάλαιο εργασίας.

Το κατηγόρημα «παραγωγική» αφορά στον καπιταλισμό την εργασία «ως εν γένει χρήσιμη, αφηρημένη εργασία, ως προς τις κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες δαπανάται» (Σταμάτης 1989, σ. 66), δηλ. δεν αφορά τη συγκεκριμένη εργασία και την δι’ αυτής παραγωγή αξιών χρήσης ή και εμπορευμάτων, αλλά τις (καπιταλιστικές) συνθήκες υπό τις οποίες δαπανάται εργασία για παραγωγή καπιταλιστικών εμπορευμάτων, η τιμή των οποίων περιέχει κέρδος.

Έχει δίκαιο ο Κ.Τ. στο ότι οι εργαζόμενοι στον τομέα των υπηρεσιών είναι «μη παραγωγικοί» (237) και οι υπηρεσίες διαφέρουν εξ ορισμού από τους «παραγωγικούς κλάδους» (163, 237, 248 επ.); Είναι ορθό ότι τα άτομα που «αναπαράγονται στη σφαίρα της κυκλοφορίας» δεν υφίστανται εκμετάλλευση (179); Αν λάβουμε υπόψη την έννοια της παραγωγικής εργασίας στον καπιταλισμό, οι εργαζόμενοι στην κυκλοφορία και στις υπηρεσίες δεν είναι εξ ορισμού μη παραγωγικοί. Κριτήριο είναι το εάν η εργασία, ως υπαγμένη στο κεφάλαιο, αποφέρει κέρδος. Συνεπώς ο χαρακτηρισμός από τον Κ.Τ. των υπηρεσιών ως μη παραγωγικών είναι εσφαλμένος, διότι αγνοεί τη σχέση της εργασίας αυτής με την καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής: δεν θέτει ως κριτήριο την υπαγωγή της ή μη στο κεφάλαιο, αλλά την υφή των παραγόμενων αξιών χρήσης. Για τον ίδιο λόγο, ο χαρακτηρισμός όσων απασχολούνται στη σφαίρα της κυκλοφορίας ως μη υποκείμενων σε εκμετάλλευση, αποτελεί επιστημονικώς μεν σφάλμα, πολιτικώς δε -για όσους απ’ αυτούς εργάζονται ως μισθωτοί- μια θέση που αποσιωπά την ατυχία (Marx 1988, σ. 532) να είναι παραγωγικοί στον καπιταλισμό. Η αποσιώπηση αυτή συνδέεται στον Κ.Τ. με την επιδίωξη να εμφανίσει τμήματα της εργατικής τάξης ως μη ανήκοντα σε αυτή, μη υφιστάμενα εκμετάλλευση και εμμέσως εκμεταλλευόμενα τους παραγωγικούς. Και δείχνει ότι ο καθηγητής δεν έχει ιδέαν περί του τι είναι η παραγωγική εργασία.

Όσον αφορά την εμπειρική πλευρά, το γεγονός ότι η ανάπτυξη των υπηρεσιών και της λεγόμενης «κυκλοφορίας» γίνεται στην Ελλάδα σε συνθήκες υπαγωγής των εργαζομένων στο κεφάλαιο και, γενικότερα, η αύξηση της απασχόλησης στους τομείς αυτούς συμβαδίζει με την καπιταλιστική ανάπτυξη μιας χώρας (Μαυρής 1984, σ. 43 επ., Eurostat, Statistische Grundzahlen 1992, σ. 129), δείχνει ότι η εξαγωγή συμπερασμάτων για την ταξική σύνθεση μιας χώρας με βάση το ότι η «κυκλοφορία» και οι υπηρεσίες είναι εκτός της διαδικασίας καπιταλιστικής εκμετάλλευσης αγνοεί τις σημερινές συνθήκες εργασίας στους τομείς αυτούς.

Η άποψη του Κ.Τ. που ορίζει την παραγωγική εργασία με νατουραλιστικό τρόπο, ταυτίζοντάς την με την «υλική» παραγωγή, βρίσκεται πολύ πιο πίσω από απόψεις του 18ου και 19ου αιώνα, οι οποίες καίτοι συχνά κανονιστικές, δηλ. προσαρμόζουσες την έννοια της παραγωγικής εργασίας σε υποκειμενικές εκτιμήσεις για το παραγωγικόν δεδομένης εργασίας, απέφευγαν τουλάχιστον να ταυτίζουν το παραγωγικόν με τον υλικό χαρακτήρα της παραγωγής (Γιαννούλη 1991, σ. 106 επ.).

Στη συνέχεια ο Κ.Τ. εξετάζει την κατά ηλικίες «δυναμική της κοινωνικο-επαγγελματικής εξέλιξης της πρωτεύουσας» (239) και συνάγει ότι «τουλάχιστον ένα στα δύο παιδιά τεχνιτών και εργατών ‘πέρασαν’ σε μη χειρωνακτικές» εργασίες (240). Αυτό το καταπληκτικό οφείλεται στο ότι ο κ. καθηγητής δεν γνωρίζει την έννοια του ποσοστού. Διαπιστώνοντας ότι το ’83 στην ηλικία 45-55 το ποσοστό επιστημόνων είναι 19,2% και των υπαλλήλων γραφείου 11,2% αυτής της ηλικιακής κατηγορίας, ενώ στην ηλικία 25-35 τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 30% και 17,8%, συνάγει ότι «οι επιστήμονες και τα ελευθέρια επαγγέλματα αυξάνονται κατά 56% και οι υπάλληλοι γραφείου κατά 58%» (239). Αυτή η αύξηση δεν αφορά όμως τους επιστήμονες και τους υπαλλήλους, αλλά το ποσοστό τους στη συγκεκριμένη ηλικιακή κατηγορία, δηλ. πρόκειται για το ποσοστό αύξησης ενός ποσοστού. Και όμως με αυτό το στοιχείο ο Κ.Τ. συνάγει ότι «τουλάχιστον ένα στα δύο παιδιά τεχνιτών και εργατών» έγιναν επιστήμονες ή υπάλληλοι γραφείου, συγχέοντας το ποσοστό μεταβολής του ποσοστού εργαζομένων μιας ηλικιακής κατηγορίας με τη μεταβολή του αριθμού των εργαζομένων στο χρόνο.

Το συμπέρασμα περί κινητικότητας βασίζεται σε δύο θεμιτές παραδοχές (ο συνολικός πληθυσμός δεν αυξήθηκε -σε έναν γονέα αντιστοιχεί ένα παιδί- και όλα τα παιδιά επιστημόνων/υπαλ. γραφείου ασκούν το επάγγελμα των γονέων τους, δηλ. δεν υπάρχει «ανταλλακτική κινητικότητα» -σ. 240) και σε μία άρρητη: το ότι οι ηλικίες 25-35 και 45-55 εκπροσωπούνται με ίσο ποσοστό στον εργαζόμενο πληθυσμό. Αυτή η άρρητη παραδοχή – αναγκαία για να συγκριθούν τα ποσοστά μεταβολής των διαφόρων κατηγοριών διαχρονικά – αντιφάσκει στην κοινή εμπειρία και στα στοιχεία του Κ.Τ., ο οποίος τονίζει ότι το ποσοστό ενεργού πληθυσμού είναι υψηλότερο στις μεγάλες ηλικίες, λόγω «καθυστερημένης» έναρξης απασχόλησης και ανεργίας των νέων (228 επ., 240).

            Ας εξετάσουμε[7] την ορθότητα του συμπεράσματος του Κ.Τ., αρχικά χωρίς την αυθαίρετη παραδοχή για ίσο ποσοστό απασχόλησης σε διαφορετικές ηλικίες. Εστω a οι εργαζόμενοι 45-55 ετών και b οι 25-35. Από τον Πίνακα, η μεταβολή των επιστημόνων είναι (30/100)b – (19,2/100)a,

των υπαλλήλων γραφείου

(17,8/100)b – (11,2/100)a,

ήτοι συνολική μεταβολή

[(30+17,8)/100]b – [(19,2+11,2)/100]a = 0,478b – 0,304a.

Αυτή η μεταβολή πρέπει να καλύπτεται, κατά την παραδοχή του Κ.Τ., από παιδιά εργατοτεχνιτών (η «‘ανταλλακτική’ κινητικότητα είναι ανύπαρκτη», δηλ. όλα τα παιδιά επιστ./υπαλλ. γραφ. παίρνουν το επάγγελμα των γονέων -240) και μάλιστα «ένα στα δύο» να γίνεται επιστ./υπάλ. γραφ.

Άρα οι (37,8/100)a εργατοτεχν. ηλικίας 45-55, που έχουν εκ της παραδοχής ίσο αριθμό παιδιών, δίνουν («ένα στα δύο παιδιά») (18,9/100)a, ήτοι

0,189a επιστ.-υπαλλ. γραφ.

0,189a εργατοτεχν.

Για να ανταποκρίνεται το συμπέρασμα του Κ.Τ. στον Πίνακα που παραθέτει θα πρέπει να είναι 0,478b – 0,304a = 0,189a, ήτοι 0,478b = 0,493a, δηλ. ο λόγος των εργαζομένων 45-55 προς τους 25-35 θα πρέπει να είναι:

(1) a = 0,969b.

Οι εργατοτεχν. 25-35 είναι, κατά τα στοιχεία του Πίνακα, (29,3/100)b = 0,293b και, κατά το συμπέρασμα του Κ.Τ., 0,189a. Για να είναι ορθό το συμπέρασμα θα πρέπει οι δύο αριθμοί εργατοτεχν. να ισούνται, δηλ. 0,293b = 0,189a. Αν λάβουμε υπόψη την (1) έχουμε:

(2) 0,293b = 0,189 (0,969b) = 0,183b,

άρα 0,293 = 0,183, άρα 0,110 = 0, δηλ. οποιοσδήποτε αριθμός «ίσος» με το μηδέν.

Για να ισχύει λοιπόν το συμπέρασμα του Κ.Τ. στη γενική περίπτωση, στην οποία οι εργαζόμενοι δύο ηλικιακών κατηγοριών έχουν διαφορετικό ποσοστό στο συνολικό πληθυσμό της ηλικιακής κατηγορίας τους, θα πρέπει οτιδήποτε να είναι ίσο με το μηδέν!

            Ας δούμε τι συμβαίνει εάν αγνοήσουμε και εμείς την άνιση διαμόρφωση της ηλικιακής πυραμίδας των εργαζομένων, δηλ. δεχθούμε ότι οι διαφορετικές ηλικίες έχουν ίσο ποσοστό εργαζομένων (και, όπως για λόγους απλοποίησης δέχθηκε ο Κ.Τ., ότι υπάρχει ίσος πληθυσμός στις δύο ηλικίες). Οι εργαζόμενοι των 45-55 ετών είναι a και οι 25-35 ετών επίσης a. Έτσι οι εργατοτεχν. ηλικίας 45-55 είναι

(37,8/100a =) 0,378a

και οι εργατοτεχν. ηλικίας 25-35 είναι

(29,3/100a =) 0,293a.

Σύμφωνα με τις παραδοχές του Κ.Τ. (240) οι εργατοτεχν. είναι όσοι και τα εργαζόμενα παιδιά τους και το «ένα στα δύο παιδιά» γίνεται εργατοτεχν. Αρα το «ένα στα δύο παιδιά» των εργατοτεχν. που έγινε εργατοτεχν. είναι ταυτόχρονα 0,293a και [(0,378/2)a =] 0,189a. Αν 0,293a = 0,189a, τότε 0,293 = 0,189, άρα 0,104 = 0, δηλ. και πάλι οτιδήποτε ίσο με μηδέν.

Ας εξετάσουμε, τέλος, το συμπέρασμα του Κ.Τ. για την ταχεία κινητικότητα στην πληρότητά του. Ο Κ.Τ. δεν αρκείται στο εσφαλμένο συμπέρασμα, ότι ένα στα δύο παιδιά εργατοτεχν. γίνεται επιστ./υπαλλ. γραφ. Το πλήρες συμπέρασμα είναι ότι «τουλάχιστον ένα στα δύο παιδιά τεχνιτών και εργατών ‘πέρασαν’ σε μη χειρωνακτικές, ανώτερες απασχολήσεις και ότι, αντίστοιχα, ένας στους δύο επιστήμονες ή υπαλλήλους προέρχεται από κατώτερα στρώματα» (240). Η αόριστη έκφραση «κατώτερα στρώματα» εννοεί προφανώς τους εργατοτεχν. και όχι τις άλλες κατηγορίες του Πίνακα, διότι οι «άλλες» κατηγορίες ουδόλως αναφέρθηκαν στη σύγκριση που πραγματοποίησε ο Κ.Τ. και δεν αφορούν «κατώτερα» στρώματα σε σχέση με τους επιστ./υπαλλ. γραφ. Περιλαμβάνουν τους εμπόρους/πωλητές, τους παρέχοντες υπηρεσίες και τους «άλλους», στους οποίους ανήκουν και οι διευθυντές/ανώτερα στελέχη. Αρα το συμπέρασμα του Κ.Τ. σημαίνει ότι ένα στα δύο παιδιά εργατοτεχν. έγινε επιστ./υπαλλ. γραφ. και «αντίστοιχα» ένας στους δύο επιστ./υπαλλ. γραφ. είναι τέκνο εργατοτεχν. Αυτό ίσως ηχεί πειστικά σε μια βιαστική ανάγνωση. Ας δούμε τη μαθηματική σημασία του.

Αν οι εργατοτεχν. ηλικίας 45-55 είναι a, τότε έχουμε στην ηλικία 25-35 a/2 εργατοτεχν. («ένα στα δύο» παιδιά παρέμεινε στο επάγγελμα του γονέα, διότι ο Κ.Τ. δέχεται ότι δεν υπάρχει «ανταλλακτική κινητικότητα») και a/2 επιστ.-υπαλλ. γραφ. («ένα στα δύο» παιδιά εργατοτεχν. προήχθη). Επειδή όμως στο δεύτερο σκέλος του συμπεράσματος αναφέρεται ότι «αντίστοιχα» ένας στους δύο επιστ./υπαλλ. γραφ. ηλικίας 25-35 προέρχεται από τα «κατώτερα» στρώματα, ο άλλος «ένας στους δύο» είναι προφανώς τέκνο επιστ./υπαλλ. γραφ. Αρα υπάρχουν στην ηλικία 25-35 και a/2 επιστ./υπαλλ. γραφ. που πήραν το επάγγελμα των γονέων τους. Επειδή οι επιστ./υπαλλ. γραφ. ηλικίας 25-35 είναι κατά a/2 τέκνα των επιστ./υπαλλ. γραφ. ηλικίας 45-55, οι γονείς τους (δηλ. το σύνολο των επιστ./υπαλλ. γραφ. ηλικίας 45-55) είναι επίσης a/2 (εκ παραδοχής τα παιδιά επιστ./υπαλλ. γραφ. εξασκούν το επάγγελμα των γονέων). Αρα στην ηλικία 45-55 ο λόγος επιστ.-υπαλλ. γραφ. προς εργατοτεχν. είναι (a/2)/a = 0,5. Από τον Πίνακα ο λόγος αυτός είναι [(19,2+11,2)/100]/(37,8/100) = 0,304/0,378 = 0,804. Για να εναρμονίζεται το συμπέρασμα του Κ.Τ. προς τον Πίνακα που παραθέτει θα πρέπει να ισχύει 0,804 = 0,5, δηλ. το συμπέρασμα είναι αντιφατικό προς τα στοιχεία. Και όμως ο Κ.Τ. αυτάρεσκα δηλώνει ότι τα όσα υποστήριξε είναι «κοινωνιολογικό συμπέρασμα [που] δεν μπορεί, νομίζω, να αμφισβητηθεί» (240).

Μετά το μαθηματικό θρίαμβο, ο Κ.Τ. θα αναπαυθεί στα ήσυχα νερά της φιλολογίας περί υπανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού. Πρόκειται για τα περί «καθολικής καθυστέρησης της μισθωτοποίησης» (241/2), τα οποία υποστηρίζονται καίτοι ομολογείται η συνεχής αύξηση του ποσοστού μισθωτών στην Αθήνα, που κατά τον Κ.Τ. φτάνει το 1983 σε 73,2% (Πιν.7, σ. 241). Παρά το ύψος και την αυξητική τάση του ποσοστού ο Κ.Τ. διαβλέπει «θεαματικά σθεναρή… ‘αντίσταση’ των διάφορων μορφών αυτοαπασχόλησης» (241). Ακόμη και αν υποτεθεί ότι το 73,2% μισθωτών είναι «χαμηλό», από αυτό δεν προκύπτει τίποτε για τη μη καπιταλιστική δομή μιας χώρας διότι, όπως δείχθηκε (Μηλιός 1988, σ. 374 επ.), δεν υπάρχει αιτιακή σύνδεση του ποσοστού μισθωτών με το επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης, ενώ το επιχείρημα της μη μισθωτοποίησης εκφράζει τον πόθο ορισμένων να δούνε τους «ανεξάρτητους» στο εργοστάσιο και όχι την αδυναμία του κεφαλαίου να υπάγει έμμεσα στον έλεγχό του τους τυπικά αυτοαπασχολούμενους.

Η θέση του Κ.Τ. ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει εργατική τάξη, αλλά έχουμε «κινέζικα ιδεογράμματα» που «αντιστέκονται στην οποιαδήποτε κατηγοριοποίηση» (316), παίρνουν επιδόματα ως ψευτοάνεργοι, σπουδάζουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό, το παίζουν μετανάστες για να ανέλθουν ταξικά, είναι αργόσχολοι του Δημοσίου ή κοροϊδεύουν το αφεντικό κρατώντας «ενέργεια» για «λαθραίες, κρυφές, και ανεπίσημες μορφές ‘εργασίας'» (235) και μεταμφιεσμένοι σε εργάτες βρίσκονται σε οργασμό «εισοδηματοφόρων» δραστηριοτήτων, μπορεί να κινήσει το ενδιαφέρον σειράς θεσμών που θα την επικυρώσουν ως «επιστημονικό» όπλο στην επιδίωξή τους να γίνει επιτέλους η Ελλάδα μια πειθαρχημένη καπιταλιστική χώρα και να πάψουν οι «οικογενειακές επιχειρήσεις» να αντιμάχονται τις καπιταλιστικές. Ο επιθυμών μια τέτοια καταξίωση επιστήμων δεν έχει παρά να μεταποιήσει θεωρίες και δεδομένα, προσαρμόζοντάς τα στις ανάγκες όσων είναι διατεθειμένοι να παράσχουν κάποια ανταμοιβή. «Η άγνοια και η ανικανότητα είναι βέβαια ικανά εργαλεία των τέτοιου είδους μεταποιήσεων» (Σταμάτης 1989, σ. 58).

 

  1. Νεοφιλελευθερισμού ανάγνωσμα

Μιλώντας για το Δημόσιο ο Κ.Τ. ειρωνεύθηκε τις «νεοφιλελεύθερες ιερεμιάδες εναντίον της ‘ανορθολογικότητας’ και της ‘δυσλειτουργίας’ του κράτους» (101), υπαινισσόμενος ότι εν γένει απορρίπτει την εν λόγω απολογητική. Και όμως ο ίδιος σε πολλά σημεία φθέγγεται ότι «η ελεύθερη αγορά εργασίας συνθλίβεται κάτω από το πέλμα του κανονιστικού κρατικού παρεμβατισμού» (217) και μιλά για «κρατικοδίαιτη ασφάλεια» (168), κράτος-τέρας με «μακρύ χέρι» που προβαίνει σε «αφαίμαξη» (167), «τερατώδη διόγκωση του… διακανονιστικού καταναγκασμού που ασκεί το κράτος» (166), τερατογονίες μικροαστών στους κρατικούς κόλπους (169) κοκ.

Αυτές οι εκφράσεις απηχούν τη γενική εκτίμηση του Κ.Τ., ότι υπάρχει στην Ελλάδα διογκωμένο κράτος, η παρέμβαση του οποίου παρακωλύει τη λειτουργία της «ελεύθερης αγοράς» -που σε μια φανταστική εποχή ήταν «τέλεια»-, ενώ η δημόσια απασχόληση αποτελεί παρασιτική ή και εικονική δραστηριότητα με σκοπό την εξασφάλιση προσόδων. Ετσι ο Κ.Τ. υιοθετεί τα βασικά επιχειρήματα της πολεμικής των νεοφιλελεύθερων κατά της κρατικής παρέμβασης: αντιμετωπίζει την κρατική λειτουργία ως κάτι διαφορετικό από τη λογική της αγοράς, ως πεδίο ικανοποίησης συμφερόντων αντίθετων προς εκείνα των φορέων της αγοράς -είδαμε ότι κατά τον Κ.Τ. οι προσοδούχοι του Δημοσίου φεύγουν οριστικά από την αγορά- και άρα το κράτος εμφανίζεται ως εμπόδιο στη λειτουργία της αγοράς.

Ο χωρισμός της αγοράς από την «πολιτική αγορά» του κράτους εκφράζει δύο βασικές ιδέες του νεοφιλελευθερισμού (Neusüss 1980, Tosel 1990, Λεβαδίτης 1991): πρώτον, ότι η «ελεύθερη αγορά» μπορεί να λειτουργήσει και χωρίς κράτος, αφού οι λογικές είναι αντίθετες και το κράτος ιδιοποιείται το πλεόνασμα που με μόχθο παράγει η «αγορά» και, δεύτερον, ότι εάν το κράτος αποφασίζει την «επινομή» με πολιτικά κριτήρια, η αγορά την πραγματοποιεί με καθαρά οικονομικά κριτήρια, οιονεί φυσικά και δεδομένα, μη διαταρασσόμενα από την πολιτική και τις βλέψεις αναδιανομής (109 επ.). Η αγορά διανέμει «αυτόματα» το προϊόν της εργασίας (110, σημ. 72), ενώ το κράτος, που μπορεί να «επινέμει πόρους με ‘αυθαίρετα’ (δηλαδή εξωαγοραία) κριτήρια» (94), είναι εκείνο το πεδίο σύγκρουσης για αναδιανομή του υπερπροϊόντος που θα έπρεπε, αν όχι να καταργηθεί, τουλάχιστον να συρρικνωθεί, για να πάψει η «απροσχημάτιστη παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας» (95) και να αφεθούν οι φορείς της αγοράς ανενόχλητοι στις συναλλαγές τους.

Η απαλλαγή της αγοράς από την ταξική πάλη και η μετάθεσή της στο κράτος αποτελεί μεγάλη υπηρεσία της θεωρίας στη δεξιά πολιτική. Ο Κ.Τ. αναλύοντας την αντίθεση των πολιτικών αποφάσεων για κρατική «επινομή» προς την «αγοραία λογική» (101) παρέχει με τον τρόπο του αυτή την υπηρεσία.[8]

Ο Κ.Τ. εμφανίζει τον κρατικό «διακανονιστικό καταναγκασμό» ως μέσο συνθλιβής της «αγοράς» και στοιχείο αντίθεσης στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.[9] Αγνοεί ότι ο κρατικός «διακανονισμός» συνιστά καταναγκαστική επικύρωση του συσχετισμού δύναμης, χωρίς την οποία η αγορά θα συνθλιβόταν, λόγω των αντιδράσεων. Το «καταναγκαστικό» κράτος επιβάλλει στους ατομικούς καπιταλιστές να μην επιδιώκουν τυφλά ό,τι αντιλαμβάνονται ως συμφέρον τους και μη παραλείποντας να «καταναγκάσει» πολλαπλώς την εργατική τάξη. Βέβαια οι νεοφιλελεύθεροι, αιτούμενοι την χωρίς όρια ελευθερία της αγοράς, εκφράζουν διαφορετική γνώμη. Με τη δυσπιστία του προς το κράτος, την ποιότητα και τη χρησιμότητα των υπηρεσιών του ο Κ.Τ. τείνει ευήκοον ους.

Στη συγγένεια του Κ.Τ. με τους νεοφιλελεύθερους θα έπρεπε να αποδοθεί και η εμμονή στο άτομο ως αρχή ανάλυσης των κοινωνικών φαινομένων. Ετσι όμως περνάμε από την κοσμοαντίληψη στα μεθοδολογικά εργαλεία και επ’ αυτών καθοριστική είναι η πνευματική συνάντηση του Κ.Τ. με ένα ρεύμα της αστικής οικονομικής θεωρίας. Ο Κ.Τ. μιλά αδιάκοπα για τη «μονάδα-οικογένεια» (190) ή το «υποκείμενο» που έχει «περιθώρια εκλογικευμένης σκόπιμης δράσης» (183), αποφασίζει χωρίς ταξικούς φραγμούς για τη διάθεση του χρόνου (185) και αναπτύσσει στρατηγικές για μεγιστοποίηση του οφέλους, με την «άριστη δυνατή» (191) χρήση των ποικίλων «συντελεστών» που κατέχει (160 επ.). Ο ίδιος δέχεται ότι η οικογένεια λειτουργεί ως «οιονεί-επιχείρηση» (191, 161 επ.) και δεν διστάζει να πει: «σε έναν βαθμό, ο δυνάμει (;) εργάτης λειτουργεί έτσι ως μονοπρόσωπη επιχείρηση, στο πλαίσιο (;) της οποίας…» κλπ. (189). Αυτά ταυτίζονται με τις παραδοχές της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας (παρουσίαση και κριτική: Σταμάτης 1987), η οποία δεν βλέπει τάξεις και δομές παραγωγής, αλλά έλλογα υποκείμενα που έχουν ταυτόσημους σκοπούς και δρουν όπως κάθε σοβαρή επιχείρηση. Η εξομοίωση του εργάτη με την General Motors δεν μένει φυσικά στον Κ.Τ. σχήμα λόγου, αλλά αξιοποιείται δεόντως, για να ερμηνεύσει τα πάντα με ελεύθερους υπολογισμούς μεγιστοποίησης οφέλους.

Η νεοκλασική θεωρία χαρακτηρίζεται από σειρά ταυτολογικών παραδοχών περί ορθολογικότητας, οφέλους και τρόπων οικονομικής δράσης, οι οποίες αντλούν κύρος από τη χρησιμότητά τους ως πραξεολογίας για τον ατομικό καπιταλιστή και ως τρόπου ερμηνείας των αστικών κοινωνιών με εμφάνιση των χαρακτηριστικών τους ως φυσικών και ψυχολογικών δεδομένων. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η θεωρία αυτή όταν συγκρίνεται με την πραγματικότητα είναι να εξηγήσει γιατί ενώ οι παραδοχές της εμφανίζουν την κοινωνία ως σύνολο αδιαφοροποίητων ατόμων, στην πραγματικότητα υπάρχουν αφενός ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής που επιδιώκουν «μεγιστοποίηση» του κέρδους και αφετέρου εργάτες που επιδιώκουν την «άριστη» κατανομή του χρόνου σε εργασία και ανάπαυση (Σταμάτης 1987). Αν οι οικονομολόγοι συνήθως αδιαφορούν για τέτοια ζητήματα ο Κ.Τ., ως κοινωνιολόγος, βρήκε τη λύση. Περιγράφει μια κοινωνία στην οποία τα άτομα ομοιάζουν μεταξύ τους όχι εξ ορισμού και υπεριστορικά, όπως συμβαίνει στους νεοκλασικούς, αλλά επειδή πορίζονται τα προς το ζην από ένα σύστημα στρατηγικών μεγιστοποίησης του οφέλους με εκποίκιλση δραστηριοτήτων και εισοδημάτων (πολυσθένεια). Ετσι παρέσχε πολύτιμη υπηρεσία και στη νεοκλασική θεωρία, υποδεικνύοντας ότι υπάρχει αντικειμενική βάση για την παραδοχή περί συγκρότησης της κοινωνίας από άτομα με όμοια μέσα και σκοπούς: η ένταξη της πλειονότητας των μισθωτών στην συντήκουσα τα ταξικά χαρακτηριστικά έννοια του πολυσθενούς που μπορεί τα πάντα και ερμηνεύει τα πάντα.

 

  1. «Εναν άνθρωπο όμως…»

Ο Κ. Τσουκαλάς αποδεικνύεται απόστολος μιας χρεωκοπημένης κοινωνιολογίας που έχει ως εγγύηση αποδεικτικότητας τη συκοφαντική δημοσιογραφία, ως επιστημονικό τίτλο τη σπουδαιοφανή κενολογία και ως πηγή ερμηνειών ορισμένες χύδην αντιλήψεις. Τα όσα γράφει προκύπτουν από έναν ελιτισμό με παρωπίδες: από την αντιπάθεια προς το κράτος πρόνοιας και την εχθρότητα προς όσους επιδιώκουν να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής τους και συνιστούν ίσως απειλή για τους κείμενους σε «ανώτερα στρώματα».

Υποσχόμενος την άρση των κοινωνικών πέπλων ο Κ.Τ. εκδίδει μια επιστημονική συσκότιση της πραγματικότητας. Τα ερμηνευτικά του σχήματα εντάσσονται στις κυρίαρχες πρακτικές ιδεολογίες που προβάλλουν δια των εφημερίδων οι καλά αμειβόμενοι (και επαγγελματικώς πολυσθενείς) δημοσιογράφοι και υψηλόβαθμοι κρατικοί υπάλληλοι. Είδαμε ποιες σκοπιμότητες εξυπηρετούν στο θεωρητικό πεδίο του πολιτικού ανταγωνισμού τέτοιες ερμηνείες:

«Εναν άνθρωπο όμως που επιχειρεί να ταιριάξει την επιστήμη με μια οπτική, η οποία δεν προέρχεται απ’ την ίδια την επιστήμη (όσο εσφαλμένη κι αν είναι αυτή), αλλά προέρχεται απ’ έξω, από ξένα προς αυτήν, από εξωτερικά συμφέροντα, αυτόν τον άνθρωπο τον αποκαλώ ‘κοινό'» (Marx 1982, σ. 112).

 

Premium Vector | Baroque armchair rich intricate structure collection

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Αλτουσέρ Λ. (1977), Απάντηση στον Τζων Λιούις, Αθήνα

Αλτουσέρ Λ. (1983), «Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους», in: Θέσεις (1965-1975), Αθήνα

Αλτουσέρ Λ. (1992), Ο μετασχηματισμός της φιλοσοφίας – Η μοναξιά του Μακιαβέλι. Δύο δοκίμια, Αθήνα

Αναστόπουλος Ι. (1987), Οι Δημόσιες Επιχειρήσεις, Αθήνα

Ανθόπουλος Μπ. (1984), «Ανθρώπινα δικαιώματα, Σύνταγμα και «κοινωνία των πολιτών»», Θέσεις, τ. 8

Βαλλιάνος Χρ. (1990), «Αποστράτευση… των αμάχων;», Θέσεις, τ.31

Βερναρδάκης Χ./ Γ. Μαυρής (1991), Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα, Αθήνα

Γιαννούλη Χρ. (1991), «Το τέλος της εκμετάλλευσης και η βασιλεία των παραγωγών. Η σαινσιμονική ουτοπία», Θέσεις, τ.37

Δημητρίου Γ. (1985), «Ανανέωση του κομμουνισμού ή νεοφιλελευθερισμός;», Ο Πολίτης, τ.69-70

Θεοχαράς Χρ. (1987), «Οικονομική κρίση και αριστεροί οικονομολόγοι», Θέσεις, τ.21

Ιωακείμογλου Η. (1987), Η αυθόρμητη κατεύθυνση των φαινομένων, Θεσσαλονίκη

Ιωακείμογλου Η. (1990), «Το τέλος της Αριστεράς και η ανάδυση των αντικαπιταλιστικών κινημάτων», Θέσεις, τ.30

Ιωακείμογλου Η. (1993), «Για τη στρατηγική του αντικαπιταλιστικού κινήματος», Θέσεις, τ.42

Κραβαρίτου Γ. (1990), «Οι νέες μορφές πρόσληψης και το πρόσκαιρο της απασχόλησης», Επιθ. Εργ. Δικ., σ. 225 επ.

Λαμπριανίδης Λ. (1991), «Πόσο πειστική μπορεί να είναι μια ποσοτική εκτίμηση του φαινομένου των υπεργολαβιών», Τεύχη Πολιτικής Οικονομίας, τ.9

Λεβαδίτης Θρ. (1991), «Η αθλιότητα της αθλιότητας. Η απολογητική θεωρία του Πέτρου Παραρά», Θέσεις, τ.37

Μανιτάκης Α. (1981), «Το υποκείμενο των συνταγματικών δικαιωμάτων», Αθήνα

Μαρξ Κ. (1990), Για τη γαλλική επανάσταση, Αθήνα

Μαρξ Κ. (1990-α), Για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, Αθήνα

Μαυρής Γ. (1984), «Το πρόβλημα της μικροαστικής τάξης στην Ελλάδα», Θέσεις τ.9

Μηλιός Γ. (1988), Ο Ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, Αθήνα

Μηλιός Γ. (1989), Κριτική στο βιβλίο του Ν.Π.Μουζέλη: «Κοινοβουλευτισμός και εκβιομηχάνιση στην ημι-περιφέρεια. Ελλάδα, Βαλκάνια, Λατινική Αμερική», Τεύχη Πολιτικής Οικονομίας, τ.4

Μίνογλου Θ. (1990), «Ο ρόλος της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής στην εξέλιξη του εισοδήματος των εργαζομένων», in: Γ. Σταμάτη (επιμ.), Οικονομική κρίση και κρατική πολιτική. Η νεοφιλελεύθερη-συντηρητική στροφή στην Ελλάδα σήμερα, Αθήνα

Μπαλιμπάρ Ε. (1989), «Σχετικά με τη μαρξιστική θεωρία της πάλης των τάξεων», Θέσεις, τ.28

Μπαμπανάσης Στ. (1985), Ιδιομορφίες της ανάπτυξης στη Νότια Ευρώπη, Αθήνα

Παρασκευόπουλος Θ. (1988), Κριτική στο άρθρο του Α. Δεδουσόπουλου: «Παραγωγική και μη παραγωγική εργασία στον Μαρξ. Μια ερμηνεία», Τεύχη Πολιτικής Οικονομίας, τ.2

Πουλαντζάς Ν. (1975), Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τ.α’, Αθήνα

Πουλαντζάς Ν. (1984), Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό, Αθήνα

Σταμάτης Γ. (1987), «Μερικά χαρακτηριστικά της νεοκλασσικής θεωρίας», Θέσεις, τ.18

Σταμάτης Γ. (1989), «Αγροτικό πλεόνασμα, παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, άνιση ανταλλαγή και παραοικονομία: H θαυμαστή καριέρα ορισμένων εννοιών της μαρξικής πολιτικής οικονομίας στις σημερινές κοινωνικές επιστήμες στη χώρα μας», Θέσεις, τ.27

Σταμάτης Γ. (1990), «Κρίση και ελλείμματα του δημόσιου τομέα (88 επ.), Η σύνδεση των μισθών με την παραγωγικότητα της εργασίας» (130 επ.), «Μη παραγωγική εργασία και παραοικονομία» (171 επ.), in: Γ. Σταμάτη (επιμ.), Οικονομική κρίση και κρατική πολιτική. Η νεοφιλελεύθερη-συντηρητική στροφή στην Ελλάδα σήμερα, Αθήνα

Σταμάτης Γ. (1990-α), «Εισαγωγή», in: Καρλ Μαρξ, Για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, Αθήνα

Σταυρινιάδης Σ. (1992), «Νόμος για τη δημόσια διοίκηση», Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης τ.20-21

Τερλεξής Π. (1992), «»Είδωλα πολιτισμού» και κοινωνική ιδεολογία», Το Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών, τ.7

Τσουκαλάς Κ. (1992), Είδωλα πολιτισμού. Ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα στη σύγχρονη πολιτεία, Αθήνα

 

Althusser L. (1968), «L’objet du Capital», in: Althusser/Balibar, Lire le Capital, t.II, Paris

Boeckenfoerde E.-W. (1991), «Die Bedeutung der Unterscheidung von Staat und Gesellschaft im demokratischen Sozialstaat der Gegenwart», in: Recht, Staat, Freiheit, Frankfurt/M.

Filoche G. (1993), «Restructuration…», Le Monde Diplomatique, mars 1993

Gauthier F. (1992), Triomphe et mort du droit naturel en Revolution, Paris

Labica G., G. Bensussan (1985), Dictionnaire critique du marxisme, Paris

Lochak D. (1986), «La société civile: du concept au gadget», in: La société civile, Paris

Losurdo D. (1989), «Marx, la tradition libérale et le concept universel d’homme», Actuel Marx no 5

Marx K. (χ. χρ. εκδ.), Grundrisse der Kritik der politischen Oekonomie, Frankfurt/Wien

Marx K. (1988), Das Kapital. Kritik der politischen Oekonomie, I. Band, MEW Bd.23, Berlin

Marx K. (1989), Das Kapital. Kritik der politischen Oekonomie, III. Band, MEW Bd.25, Berlin

Marx K. (1982), Theorien über den Mehrwert, MEW Bd.26.2, Berlin

Müller H.-P. (1992), Sozialstruktur und Lebensstile, Frankfurt/M.

Neusüss Ch. (1980), «Der freie Bürger gegen den Sozialstaat?», Prokla, Nr.39

Rangeon F. (1986), «Société civile: histoire d’un mot», in: La Société civile, Paris

Rosanvallon P. (1984), La crise de l’Etat-providence, Paris

Rupp H.-H. (1987), «Die Unterscheidung von Staat und Gesellschaft», in: Isensee/Kirchhof (επιμ.), Handbuch des Staatsrechts, Bd.I, Heidelberg

Tosel A. (1990), «L’impensable du liberalismo», La Pensée, no 278

[1] Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Τεύχη πολιτικής οικονομίας, τ. 13, 1993, σ. 69-150. Αναδημοσίευση με διορθώσεις στον τόμο: Γ. Σταμάτης (επιμ.), Για μια κριτική των κοινωνικών επιστημών, Αθήνα, Κριτική, 1995, σ. 343-397. Στην παρούσα εκδοχή έγιναν διορθώσεις και συντομεύσεις, ιδίως στις υποσημειώσεις.

[2] Ενα παράδειγμα από το πλήθος ανακριβειών: Για να δείξει ότι η ιδιοκτησία είναι το «μόνο ‘απόλυτο’ και προ-κοινωνικό δικαίωμα» ο Κ.Τ. ισχυρίζεται ότι στη γαλλική Διακήρυξη του 1789 «η ιδιοκτησία είναι το μόνο δικαίωμα που αναφέρεται ως ‘ιερό'» (Τσουκαλάς 1991, σ. 242). Με μια απλή ανάγνωση της Διακήρυξης θα έβλεπε, πρώτον, ότι «ιερά και αναπαλλοτρίωτα» ονομάζονται όλα τα εξαγγελλόμενα «φυσικά δικαιώματα» και, δεύτερον, ότι η αναφορά στην «ιερή» ιδιοκτησία δεν γίνεται για να κατοχυρωθεί αυτή απολύτως, αλλά για να εισαχθεί ένας καίριος περιορισμός της, η απαλλοτρίωση λόγω «δημοσίας ανάγκης».

Δεν θα σχολιάσουμε το εάν η ιδιοκτησία αποτελεί «προ-κοινωνικό» δικαίωμα ούτε το ανήκουστο ότι οι έννομες τάξεις προβαίνουν «ρητά» σε «θετική νομική αναγνώριση ενός δικαιώματος κατάχρησης» (και δη «ανεξέλεγκτης κατάχρησης»!) της ιδιοκτησίας (Τσουκαλάς 1991, σ. 241/2). Επ’ αυτού αρκεί η ανάγνωση του Συντάγματος και του Αστικού Κώδικα. Ξεφυλλίζοντας δε μια σύνοψη εμπραγμάτου δικαίου ο Κ.Τ. θα μάθαινε τι σημαίνει το ius abutendi που θεωρεί απόδειξη της δικολαβικής ερμηνείας του.

[3] «Λίγοι φτωχοί θα αγοράσουν μεταξωτά σώβρακα μένοντας νηστικοί, αλλά πάρα πολλοί είναι εκείνοι που θα δελεασθούν από ένα απρόσιτο μεταξωτό πουκάμισο, παρόλο που αυτό συνεπάγεται τον περιορισμό των εκπαιδευτικών τους δαπανών. Με τα δεδομένα αυτά [υπογρ. Θ.Λ.], είναι πιθανό ότι μια από τις σημαντικότερες ταξικές διαφοροποιήσεις στην καταναλωτική συμπεριφορά συνίσταται…» (Τσουκαλάς 1991, σ. 569). Πέραν της χυδαιότητος του λεξιλογίου θλιβερό είναι ότι ένας συγγραφέας που υπόσχεται «αυστηρούς αναλυτικούς όρους» (Τσουκαλάς 1991, σ. 20) βαφτίζει μια φράση καφενείου κοινωνιολογικό δεδομένο, ικανό να ορίσει τη μορφή ταξικότητας των κοινωνιών μας.

[4] «Μορφές σαν εκείνες που προαναγγέλλονται απο τον Karl Marx ως ‘ανώτερο στάδιο του κομμουνισμού'» χαρακτηρίζονται από τον Κ.Τ. «απόλυτος πατερναλισμός» επειδή καταργούν την «αγορά» (1991, σ. 87).

[5] Αν ο εκφραστικός πλούτος οφείλεται στη ρητορική κλίση του συγγραφέα, η εννοιολογική διαφοροποίηση μεταξύ εκμεταλλευτή, τοκογλύφου και επιχειρηματία θα πρέπει να οφείλεται στην επιστημονική του αυστηρότητα.

[6] Το «κ.λπ.» είναι αδάμας της μπαρόκ κοινωνιολογίας, διότι μπορεί να είναι μόνον η εργασία. Αντί «κεφάλαιο, γη και εργασία» ο Κ.Τ. γράφει «κεφάλαιο, γη κ.λπ.», δηλ. και κάποια άλλα, τουλάχιστον δύο. Προτιμά το «κ.λπ.» διότι ο μπαρόκ κοινωνιολόγος βασίζεται στις εντυπώσεις. Επειδή θέλει να «δείξει» την ανυπαρξία εργατικής τάξης, επιδιώκει να αποκλείσει την περίπτωση μια οικογένεια να διαθέτει μόνον εργασιακή δύναμη και θεωρεί ότι την συνδυάζει με κάποιον άλλο συντελεστή παραγωγής, ακόμη και αν δεν έχει γη ή κεφάλαιο. Εξ ου το οικογενειακό «κ.λπ.» (η ευχή της μάνας;).

[7] Για τις ακόλουθες τυποποιήσεις ευχαριστώ τον Γιάννη Γιαννούλη.

[8] Ο Κ.Τ. εντάσσεται στη μεταδικτατορική κίνηση μετατόπισης μεγάλου μέρους της «αριστερής» θεωρίας προς όλο και συντηρητικότερες θεωρίες και πολιτικές θέσεις, πάντα προς όφελος του εκσυγχρονισμού, της εργασιακής πειθαρχίας και της «ευρωπαϊκής» καπιταλιστικής ανάπτυξης (Θεοχαράς 1987, Βαλλιάνος 1990 και -μέσω μιας αναλυτικής κριτικής στον Ν. Μουζέλη- Μηλιός 1989).

[9] Στα «Είδωλα πολιτισμού» διδασκόμαστε ότι το κοινωνικό κράτος δεν είναι η μόνη λύση: υπάρχουν τα «αξιοθαύμαστα φαινόμενα αλληλεγγύης… και σε μια αστική τάξη, από τους κόλπους της οποίας ποτέ δεν έλειψαν οι φιλάνθρωποι και οι ευεργέτες» (Τσουκαλάς 1991, σ. 512).

Κλασσικό

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.