Γλώσσα,Θεολογία,επιστημολογία

Γλωσσοπροσκυνημένοι: η αριστοκρατική γλωσσική θεολογία του Γεωργίου Μπαμπινιώτη

του Άκη Γαβριηλίδη

Το ρήμα «προσκυνώ» δεν χρησιμοποιείται ιδιαίτερα συχνά στον νεοελληνικό δημόσιο λόγο, ιδίως τον επιστημονικό· πάντως όχι με θετική σημασία. Η μόνη γνωστή σχετική φράση που μου έρχεται στο νου είναι το «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους», σύνθημα που αποδίδεται στον Κολοκοτρώνη και σήμερα το λένε κυρίως ακροδεξιοί ή/ και εθνικιστές. Σε αυτήν, το «προσκυνώ» έχει την έννοια της δουλοπρέπειας, της υποταγής (στον «προαιώνιο εχθρό του έθνους»)[1].

Το ρήμα αυτό αντιθέτως αφθονεί σε συγκείμενα θρησκευτικής λατρείας, στα οποία και μόνο έχει θετική έννοια.

Όταν κάποιος δίνει σε μια τηλεοπτική εκπομπή τον τίτλο «Σὲ προσκυνῶ, γλώσσα», αυτό αποτελεί προφανώς μία ηθελημένη επιλογή τέτοιου τύπου: δηλώνει ανοιχτά ότι κάνει (όχι επιστήμη, αλλά) θεολογία. Απλώς στη θέση του θεού έχει τοποθετήσει τη γλώσσα. Τον δε εαυτό του τον έχει τοποθετήσει στη θέση τού (μόνου) προφήτη αυτού του θεού.

Η δημόσια φιγούρα που έχει οικοδομήσει για τον εαυτό του ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης δεν έχει –καθόσον γνωρίζω- κανένα ανάλογο μεταξύ των γλωσσολόγων σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Η γενεαλογία της φιγούρας αυτής δεν είναι ο Σωσσύρ, o Xιέλμσλεβ, ο Γιάκομπσον ή ο Τσόμσκι, αλλά ο Κοσμάς Αιτωλός και ο πατήρ Παΐσιος –αν όχι ο Ιεζεκιήλ και ο Ιερεμίας. Κάποιος που περιοδεύει, μιλάει δημόσια σε ακροατήρια, στον «λαό του», και τον προειδοποιεί ότι πάμε κατά διαβόλου αν δεν μετανοήσουμε και δεν επιστρέψουμε στα θεμέλια, στις πατροπαράδοτες αρχές από τις οποίες έχουμε παρεκκλίνει.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο η θεολογική δομή αυτού του λόγου. Στο κάτω κάτω, έχουν υπάρξει παραδείγματα στα οποία άνθρωποι χρησιμοποίησαν θεολογικ(οπολιτικ)ό λεξιλόγιο για να παραγάγουν αποτελέσματα κριτικά, μετασχηματιστικά και απελευθερωτικά. Εδώ τίποτε τέτοιο δεν συμβαίνει. Η θεολογία του Μπαμπινιώτη είναι ριζικά ιεραρχική, ανισωτική και ανελεύθερη[2].

Η γλώσσα είναι ένα κατεξοχήν κομμουνιστικό φαινόμενο. Αποτελεί συλλογική παραγωγή. Ακριβέστερα, αποτελεί παραγωγή πληθυντική (multitudinaire). Ως τέτοια, δεν έχει κυρίους. Την φτιάχνουμε –και την ξεφτιάχνουμε- όλοι μαζί, και κανείς συγκεκριμένα. Για τη γλώσσα ισχύει ό,τι και για τη δημοκρατία κατά Ρανσιέρ: σε αυτήν άρχουν όσοι δεν έχουν κανέναν τίτλο για να άρχουν.

Όποιος όμως βασιστεί μόνο στον Μπαμπινιώτη για να μάθει τι είναι η γλώσσα, όλα τα παραπάνω δεν θα τα πληροφορηθεί ποτέ. Ο «κόσμος» του Μπαμπινιώτη είναι αριστοκρατικός, ιδιωτικοποιημένος, γεμάτος περιφράξεις· όχι δημοκρατικός. Σε αυτόν δεν είναι όλα ένα ίσωμα: υπάρχουν προνόμια και ιεραρχήσεις. Κατά πρώτον, όπως ήδη είπαμε, η ελληνική γλώσσα έχει ένα προνόμιο έναντι όλων των άλλων· στο δε εσωτερικό της ελληνικής γλώσσας οι άριστοι, όσοι ξέρουν, έχουν ένα προνόμιο έναντι όσων δεν ξέρουν. Το λέει πολύ καθαρά ο ίδιος ότι η γλώσσα μπορεί, και πρέπει, να είναι αντικείμενο κατοχής:

το να κατέχεις τη γλώσσα σου δεν είναι ούτε απλό ούτε αυτονόητο. Είναι δύσκολο, λεπτό, σύνθετο, επίπονο και μακροχρόνιο εγχείρημα. Είναι έργο ζωής. Θέλει σύστημα, επιμονή, μέθοδο και μεράκι. Και πολλή δουλειά.[3]

Η γλώσσα λοιπόν για τον Μπαμπινιώτη δεν είναι υπόθεση του καθενός. Μπορεί να είναι θεός, αλλά με τον θεό αυτόν δεν μπορεί να επικοινωνεί έτσι χύμα ο καθένας παρά μόνο με τη μεσολάβηση ενός ιερατείου. Είναι λοιπόν ταυτόχρονα κάτι σαν την περιουσία στον Λοκ: είναι κάτι το οποίο ο άνθρωπος (man, που θα μπορούσε να αποδοθεί και ως «ο άνδρας»· άλλωστε η όλη αφήγηση διέπεται από την ανδροκρατική φαντασίωση της κατάκτησης ενός ουσιαστικού θηλυκού γένους) διαμορφώνει με την εργασία του και, ως εκ τούτου, αποκτά νόμιμο τίτλο να το κατέχει μόνος αυτός και να ορίζει την τύχη του. Η λέξη «κατέχω» άλλωστε χρησιμοποιείται στα ελληνικά ως αντίστοιχο του αγγλικού to master a language ή του γαλλικού maîtriser, τα οποία έχουν σχέση με τον Μaître, τον αφέντη/ αυθέντη. Όποιος δεν δουλεύει, δεν θα τρώει κιόλας, έλεγε ο απόστολος Παύλος. Κάτι ανάλογο μας λέει ο Μπαμπινιώτης: «δεν έχουν όλοι ίσο δικαίωμα στη γλώσσα· όσοι έχουν σύστημα, επιμονή, μέθοδο και μεράκι, όσοι καταβάλλουν λεπτή, σύνθετη, επίπονη και μακροχρόνια προσπάθεια, (δηλαδή με μια λέξη εγώ), είναι οι Masters».

Αυτή η θεολογική/ ιδιοκτησιακή αντίληψη όμως είναι εσφαλμένη, δεν αποδίδει ικανοποιητικά το πώς λειτουργεί η γλώσσα. Αυτό το είχε εξηγήσει υποδειγματικά, λίγο νωρίτερα από τον Λοκ, κάποιος που τόλμησε να παίξει στο γήπεδο των θεολόγων (και των επίδοξων θεολόγων) και να γράψει μια Θεολογικο-πολιτική πραγματεία όπου να τους αποδείξει, ακριβώς, γιατί είχαν άδικο ως προς την ερμηνεία της Αγίας Γραφής και τη θέση των προφητών και των διδασκάλων μέσα σε αυτή:

Δέχομαι βέβαια ότι μια βεβαιότερη γνώση επ’ αυτού θα είχαν εκείνοι (εάν υπάρχουν κάποιοι) που έχουν κάποια βέβαιη δική τους παράδοση ή έχουν παραλάβει κάποια αληθή εξήγηση από τους ίδιους τους προφήτες, όπως ισχυρίζονται οι Φαρισαίοι, ή που έχουν έναν αρχιερέα ο οποίος είναι αδύνατο να σφάλλει ως προς την ερμηνεία της Γραφής, όπως διατείνονται οι Ρωμαιοκαθολικοί. Επειδή όμως δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ούτε για εκείνη την παράδοση, ούτε για την αυθεντία του ποντίφικα, δεν μπορούμε ούτε και να θεμελιώσουμε κάποια βεβαιότητα σε κάποια εκ των δύο· καθότι την μεν πρώτη την αρνούνται οι πρώτοι Χριστιανοί, την δε δεύτερη οι αρχαιότερες ιουδαϊκές σέκτες. Εάν τέλος αποβλέψουμε στη μακρά σειρά ετών (για να μην αναφερθώ στα άλλα) κατά την οποία οι Φαρισαίοι ισχυρίζονται ότι έχουν παραλάβει από τους Ραβίνους τους μια παράδοση που ανατρέχει στον Μωυσή, θα την βρούμε ψευδή, όπως δείχνω σε άλλο σημείο. Οπότε, θα πρέπει να είμαστε εξαιρετικά καχύποπτοι απέναντι σε μια τέτοια παράδοση. Και, μολονότι σύμφωνα με τη μέθοδό μας οφείλουμε να υποθέσουμε ως μη παρεφθαρμένη μια ορισμένη παράδοση των Ιουδαίων, άρα και τη σημασία των λέξεων της εβραϊκής γλώσσας όπως την έχουμε παραλάβει απ’ αυτούς, ωστόσο για την πρώτη διατηρούμε αμφιβολίες, ενώ για τη δεύτερη ελάχιστες. Διότι είναι πολύ ασυνήθιστο να αλλάξει κάποιος τη σημασία μιας λέξης, ενώ αυτό δεν είναι σπάνιο να συμβεί με τη σημασία κάποιας απόφανσης [orationis]. Κάτι τέτοιο θα ήταν και πρακτικά δυσκολότατο· διότι όποιος προσπαθούσε να αλλάξει τη σημασία μιας λέξης, θα ήταν υποχρεωμένος ταυτόχρονα όλους τους συγγραφείς, που έγραψαν σε αυτή τη γλώσσα και χρησιμοποίησαν αυτή τη λέξη με την παραδεδεγμένη σημασία της, να τους ερμηνεύσει σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία και την πρόθεση του καθενός, ή αλλιώς να τους διαστρεβλώσει με χίλιες προφυλάξεις. Επιπλέον, τη γλώσσα την διατηρεί ο απλός λαός [vulgus] μαζί με τους λογίους [doctis], ενώ το νόημα των αποφάνσεων και των βιβλίων μόνο οι λόγιοι· ως εκ τούτου, μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε ότι οι λόγιοι θα μπορούσαν να αλλάξουν ή να διαστρεβλώσουν το νόημα κάποιας φράσης ενός σπανιότατου βιβλίου το οποίο έχουν στην κατοχή τους, όχι όμως και τη σημασία των λέξεων: εκτός των άλλων, αν ήθελαν να αλλάξουν την καθιερωμένη σημασία μίας λέξης με κάποια άλλη, θα τους ήταν τρομερά δύσκολο να επιβάλουν αυτή τη νέα σημασία σε όλους όσους την χρησιμοποιήσουν στο μέλλον προφορικά ή γραπτά. Aπό αυτές λοιπόν τις αιτίες, και άλλες, εύκολα μπορούμε να πειστούμε ότι δεν μπορεί να περάσει απ’ το μυαλό κανενός να καταστρέψει μία γλώσσα· αντίθετα, συχνά έχει διαστρεβλωθεί το πνεύμα κάποιου συγγραφέα μέσα από την παραποίηση ή την εσφαλμένη ερμηνεία των κειμένων του[4].

Θα πρέπει λοιπόν να είμαστε εξαιρετικά καχύποπτοι, μας λέει αυτό το απόσπασμα, απέναντι σε όσους επικαλούνται μακραίωνες παραδόσεις –ιδίως όταν αυτοπαρουσιάζονται οι ίδιοι ως οι γνήσιοι διερμηνευτές τους· και επίσης, απέναντι σε όσους επισείουν τον κίνδυνο να καταστραφεί η γλώσσα μας, (οι οποίοι άλλωστε συνήθως είναι οι ίδιοι με τους προηγουμένους), και σε όσους μας ζητάνε να εγκαταλείψουμε μία λέξη και να την αντικαταστήσουμε με μία άλλη επειδή αυτοί είναι docti και εμείς vulgus. Πράγμα που ούτως ή άλλως είναι ματαιοπονία: είναι πρακτικά απίθανο να το πετύχουν, διότι κανένας doctus δεν είναι αφέντης/ αυθέντης της γλώσσας. Και αν αυτό κάποτε συμβεί, θα συμβεί όχι εξαιτίας των docti, αλλά απλούστατα διότι ο vulgus αποδέχθηκε και καθιέρωσε τη νέα λέξη ή τη νέα έννοια μιας υπαρκτής λέξης.

Οπότε, όποτε ακούτε κάποιον να σας λέει να μην λέτε Α αλλά Β για να διασώσετε τη γλώσσα από την καταστροφή, click away.

unnamed

[1] Yπάρχει βέβαια ένα τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου (στίχοι Μιχάλη Σταυρακάκη) από το 1983 με τίτλο «Προσκυνώ τη χάρη σου λαέ μου». Αυτό όμως υπάγεται μάλλον σε έναν θρησκευτικό τύπο λόγου, περί του οποίου αμέσως κατωτέρω.

[2] Κατ’ αυτή την έννοια, εάν δεν περιττεύει η προσθήκη, είναι και αντιεπιστημονική. Διότι η νεωτερική επιστήμη είναι ριζικά εξισωτική και βασίζεται στην ελεύθερη και ισότιμη ανταλλαγή. Τουλάχιστο με βάση τις διακηρυγμένες αρχές της, ασχέτως εάν δεν τις τήρησε πάντα.

[3] Το χωρίο αυτό απαντά σε πολλά σημεία στο διαδίκτυο και σε τράπεζες φιλολογικών θεμάτων με την παραπομπή: Γ. Μπαμπινιώτης, Διαλογισμοί για τη γλώσσα και τη γλώσσα μας, εκδ. Καστανιώτη.

[4] Benedictus de Spinoza, Tractatus theologico-politicus, κεφ. 7.

Κλασσικό

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Γλωσσοπροσκυνημένοι: η αριστοκρατική γλωσσική θεολογία του Γεωργίου Μπαμπινιώτη

  1. Παράθεμα: Γκαζές – 222 μέρες κλειστά – ΓΚΑΖΕΣ – τα γυαλένια μας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.