Ριτσισμός και ξενοφοβία

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Αν σας έλεγαν ότι υπάρχει ένα ποίημα που σε έναν από τους πρώτους του στίχους χρησιμοποιείται –και σε αρκετούς υπόλοιπους επανέρχεται σαν ρεφραίν- η φράση «Τι θέλουν στον τόπο μας οι ξένοι», τι θα νομίζατε ότι ήταν εκείνος που το έγραψε;

Αν είστε λογικός άνθρωπος με στοιχειώδη πληροφόρηση για το τι συμβαίνει στον σύγχρονο κόσμο, θα λέγατε ότι μάλλον πρόκειται για κάποιον Χρυσαυγίτη με καλλιτεχνικές ανησυχίες.

Η ορθή απάντηση είναι ότι το ποίημα αυτό πράγματι υπάρχει, και το έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος. Φέρει τον γελοίο πομπώδη τίτλο «Διακήρυξη προς το λαό μου και σ’ όλους τους λαούς του κόσμου» και έχει περιληφθεί σε μια συλλογή με τίτλο «Συντροφικά Τραγούδια» που εξέδωσε η Σύγχρονη Εποχή το 2009. Έκτοτε, γνώρισε λαμπρή ηλεκτρονική καριέρα και σήμερα μπορεί κανείς να το βρει σε διάφορα σημεία του διαδικτύου, μεταξύ των οποίων και σε εκπαιδευτικά μπλογκ.

Για την απροκάλυπτη μισοξενία του ποιήματος αυτού, υπάρχει μία προφανής δικαιολογία: ότι, την εποχή που γράφτηκε, όλοι καταλάβαιναν ότι ως «ξένους» εννοεί τους Γερμανούς ναζιστές και τους Ιταλούς φασίστες.

Προφανής, όσο και ανεπαρκής: κανείς απ’ όσους το κοινοποιούν σήμερα δεν μπαίνει στον κόπο να αναφέρει ποια εποχή γράφτηκε, από δε το περιεχόμενο του ποιήματος δεν συνάγεται το παραμικρό στοιχείο που να συγκεκριμενοποιεί την εθνική, ιδεολογική ή άλλη ταυτότητα αυτών των ξένων προς την παραπάνω –ή προς οποιαδήποτε άλλη- κατεύθυνση. Καμία πληροφορία δεν μας δίνεται για αυτούς τους ξένους, πέρα από το ότι είναι, ακριβώς, ξένοι, και άρα αφού είναι ξένοι δεν είναι από δω, άρα αφού δεν είναι από δω δεν θα έπρεπε να είναι εδώ. Διότι αλλοιώνουν τον πολιτισμό μας και την επικρατούσα θρησκεία μας: μετά τον ερχομό τους, μας διαβεβαιώνει το ποίημα,

Είδαμε πάλι σήμερα τον ήλιο ματωμένο στο πλευρό του κόσμου

σαν την πληγή στο πλευρό του Χριστού απ’ τη λόγχη των βαρβάρων

είδαμε τις φωτεινές μας μέρες υβρισμένες

σαν τις σκισμένες, ποδοπατημένες εικόνες της Παναγίας

είδαμε τις ελιές μας σαν τους κόμπους του λυγμού να φράζουν το λαιμό της χώρας

είδαμε τους ξένους ν’ αλλάζουν το μούστο των αμπελιών μας σε χολή και ξύδι

κ.λπ., κ.λπ.

 

Κανείς απ’ όσους κοινοποιούν σήμερα αυτούς τους στίχους ή/ και τους βάζουν λάικ δεν φαίνεται να σκέφτηκε να απαντήσει το ερώτημα, π.χ. ως εξής: οι ξένοι στον τόπο μας μπορεί να θέλουν να γλιτώσουν από πολέμους ή άλλες καταστροφές, φυσικές ή/ και ανθρωπογενείς, από την πείνα, τη φτώχεια … μπορεί να θέλουν τελικά ό,τι θέλουν π.χ. και οι Έλληνες που πήγαν κατά καιρούς σε ξένους τόπους, και όλοι οι άνθρωποι παντού, στον «δικό τους» τόπο ή σε έναν «ξένο».

Είναι γνωστό ότι, μέσα στο τεράστιο ποσοτικά έργο του Ρίτσου, περιλαμβάνονται και αρκετά σκουπίδια· πράγματα που έγραφε στο πόδι, με στόχευση αυστηρά επικαιρική. Όποιος όμως γράφει ποίηση σαν επιφυλλίδες, θα πρέπει να αναμένει ότι, όταν η επικαιρότητα αλλάξει, το ποίημά του θα χάσει το νόημα που ίσως τότε φαινόταν σε όλους αυτονόητο, ή, ακόμα χειρότερα, θα αποκτήσει ένα άλλο, πολύ διαφορετικό. Π.χ. ένας στίχος που λέει

 

Κάποτε και μια κούνια πικραμένη που τραμπαλίζεται στην ερημιά της

μπορεί να ‘ναι ένας στόλος οργής σκίζοντας θριαμβευτικά τη Μεσόγειο.

Νύχτα βουβή, νύχτα βαθιά, Ελληνική (!)

 

ηχεί πολύ διαφορετικά σε περιόδους όπου στόλοι οργής πράγματι σκίζουν τη Μεσόγειο –για να απωθηθούν από το ηρωικό ναυτικό τόσο της Ελλάδας όσο και της Ιταλίας (ή της Frontex). Και ηχούν επίσης πολύ διαφορετικά οι εκκλήσεις «να φύγουν» και οι απειλές ότι «θα τραβήξουμε μαχαίρι» σε εποχές όπου άνθρωποι πραγματικά τραβάνε μαχαίρια για να διώξουν τους ξένους:

 

Αδέρφια μου, τι θέλουν στον τόπο μας οι ξένοι;

Να φύγουν, να φύγουν, να φύγουν.

Αν δίναμε τα χέρια, αδέρφια μου. Τι μας χωρίζει;

Κι εσύ κι εγώ το ίδιο πονάμε τούτα τ’ άγια, τούτα τα κλαμένα χώματα,

τούτα τα δοξασμένα χώματα. Τι μας χωρίζει;

Κι εσύ κι εγώ το ίδιο πονάμε αν μας χτυπήσουνε. Πονάμε.

Πονάμε το κουκούτσι της ελιάς μας που ‘ναι ευλογία και για τους δυο μας –

ετούτο το κουκούτσι που ‘ναι σαν τον κάλο της τιμής στο πόδι του Έθνους μας,

κι αν μας πατήσουνε τον κάλο της τιμής το ίδιο και συ και γω τραβάμε το μαχαίρι…

 

Για τους λόγους αυτούς, ίσως όσοι θέλουν να τιμήσουν τη μνήμη του θα ήταν καλύτερα να προστατεύσουν και τον ποιητή και τους αναγνώστες του από παρόμοια ατοπήματα μηδαμινού καλλιτεχνικού ή άλλου ενδιαφέροντος και να τα παραλείψουν από τις έντυπες και ηλεκτρονικές τους δημοσιεύσεις.

Εκτός βέβαια και αν δεν τα θεωρούν ατοπήματα αλλά συμμερίζονται, με το σημερινό τους νόημα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Γιάννης Ρίτσος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: