Μακεδονία, το Ισραήλ των Ποντίων

του Άκη Γαβριηλίδη

Ο λεκτικός σχηματισμός της ποντιακής γενοκτονίας, και η ανάδυσή του τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή –τα τέλη της δεκαετίας του 80, και όχι νωρίτερα ή αργότερα- θεωρώ ότι καθορίστηκε από έναν ακόμη παράγοντα, έναν ακόμη παραπόταμο ο οποίος εξέβαλε στη διαδικασία της διαμόρφωσής του. Ο παράγοντας αυτός επίσης συνδέεται με τα «φαντάσματα του σπιτιού», με την προϊστορία του τόπου όπου εγκαταστάθηκαν οι έποικοι, και ιδίως με τον τρόπο διαχείρισης αυτής της προϊστορίας από την επίσημη μνήμη.

Στην ελληνική ποίηση, αλλά και τη λογοτεχνία, την ιστοριογραφία και άλλα είδη του λόγου, αφιερώθηκε πολύς χώρος και γράφτηκαν ολόκληρες βιβλιοθήκες για να περιγράψουν τις χαμένες πατρίδες και να αναλύσουν τα συναισθήματα που γεννούν. Δεν έχει αφιερωθεί όμως ανάλογη προσοχή στο ερώτημα τι γίνεται με τις πατρίδες που βρήκαμε, τι γινόταν πριν έρθουμε εμείς, και πού πήγε αυτό που γινόταν.

Αυτό είναι αναμενόμενο όταν η ύπαρξη των προσφύγων στη νέα τους πατρίδα οργανώνεται με βάση την ιδέα ότι εδώ, πριν από μας, πάλι εμείς μέναμε. Καλά, ίσως όχι ακριβώς εμείς, αλλά πάντως Έλληνες, άρα κάνει το ίδιο, αφού και εμείς Έλληνες είμαστε. Πάντως κανείς άλλος δεν έμενε.

Η πραγματικότητα όμως είναι ότι στη Μακεδονία ζούσαν πολλοί άλλοι, κάποιοι εκ των οποίων, οι οποίοι όχι μόνο ζούσαν αλλά ήταν και η πλειονότητα στην (μετέπειτα) πρωτεύουσα των προσφύγων, ήταν οι Εβραίοι.

Οι Εβραίοι συνέχισαν να ζουν στη Θεσσαλονίκη για περίπου δυο δεκαετίες ακόμα μετά τη Λωζάννη. Πράγμα που έγινε δεκτό μάλλον με αμηχανία, και ενίοτε με εχθρότητα, από την επίσημη ελληνοκανονιστική μνήμη –και κοινωνία- που οικοδομούνταν ακριβώς αυτό το διάστημα.

Μετά τις δύο αυτές δεκαετίες, ως γνωστόν, το «αγκάθι» σε μεγάλο βαθμό εξέλιπε. Την εξάλειψή του υλοποίησαν οι Ναζί, με τους οποίους –ας μην ξεχνάμε- συνεργάστηκαν και κάποιοι Πόντιοι, ιδίως τουρκόφωνοι. Την δε λεηλασία των περιουσιών των Εβραίων την υλοποίησαν ως επί το πλείστον οι φανεροχριστιανοί κάτοικοι της πόλης.

Έτσι, αποφεύχθηκε η δυσμενής προφητεία που είχε διατυπώσει το ημιεπίσημο όργανο του αντιπροσφυγικού ελληνικού ρατσισμού τη δεκαετία του 20, με λεξιλόγιο βγαλμένο κατευθείαν από την Αποκάλυψη:

Αι οικίαι και τα αστικά εν γένει κτήματα των γηγενών θα καταστούν βορά των προσφύγων. (…) Θρήνος και κλαυθμός θα επακολουθήση άγριος, οικίαι και οικόπεδα διά μιας μονοκονδυλιάς θα μεταβάλλωσιν ιδιοκτήτην και ενώ οι γηγενείς οδυρόμενοι θα εξέρχωνται άστεγοι εις τας οδούς, οι πρόσφυγες θ’ αποκτώσιν αστικάς εγκαταστάσεις (Καθημερινή, 20.7.1928)

Ακριβέστερα, η προφητεία επαληθεύθηκε μόνο ως προς τα θύματα, όχι όμως και ως προς τους θύτες: οικίαι, οικόπεδα και εν γένει κτήματα μετέβαλαν πράγματι ιδιοκτήτην διά μιας μονοκονδυλιάς, και οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες ήταν πράγματι γηγενείς (ο Γεώργιος Βλάχος βέβαια μάλλον δεν θα θεωρούσε τους Εβραίους γηγενείς, όπως δεν τους θεωρεί η κυρίαρχη ελληνοκανονιστικότητα/ φανεροχριστιανικότητα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν ήταν). Η διαφορά όμως ήταν ότι οι άρπαγες δεν ήταν οι πρόσφυγες.

Από την επομένη ήδη, η κοινωνία της πόλης, στην πλειονότητά της πλέον φανεροχριστιανική για πρώτη φορά μετά από αιώνες, επιχείρησε να απωθήσει ακόμη και το γεγονός ότι υπήρξαν οι Εβραίοι, τόσο για ιδεολογικούς όσο και για πεζούς οικονομικούς λόγους. (Δεν χρειάστηκε και μεγάλη προσπάθεια εξάλλου).

Αυτό όμως που απωθήθηκε, επανήλθε μισόν αιώνα αργότερα ως «ποντιακή γενοκτονία».

Η γενοκτονία, ως γνωστόν, ήταν μια έννοια που επινοήθηκε στο διεθνές δίκαιο αμέσως μετά τον δεύτερο πόλεμο, προκειμένου να ενταχθεί σε αυτήν ακριβώς η εξόντωση των Εβραίων κατά τη διάρκειά του.

Η καθολική αποδοχή της υπαγωγής των γεγονότων αυτών, και μόνο αυτών επί πολύ καιρό, στην έννοια της γενοκτονίας, συνοδεύτηκε από την ταυτόχρονη αναγνώριση του δικαιώματος των Εβραίων να έχουν ένα δικό τους εθνικό κράτος, το Ισραήλ, στο οποίο να μην κινδυνεύουν πλέον από διωγμούς.

Λίγες δεκαετίες αργότερα, ξεκίνησε η καμπάνια εκ μέρους των Αρμενίων με το αίτημα να αναγνωριστούν και αυτοί ως θύματα γενοκτονίας –το οποίο έγινε δεκτό από πολλούς, όχι όμως από το τουρκικό κράτος. Θυμίζω ότι, ενόσω εκκρεμούσε ακόμη το αίτημα για αυτόνομο ποντιακό κράτος, οι Αρμένιοι είχαν αναφερθεί σε ένα σενάριο ως υποψήφιοι συνεταίροι των Ποντίων στο πλαίσιο ενός κοινού ποντιο-αρμενικού κράτους. Η ιδέα δεν ενθουσίασε τους Ποντίους και τελικά δεν ιδρύθηκε ούτε κοινό ούτε χωριστό κράτος, για τους γνωστούς λόγους.

Τελικά οι Αρμένιοι, μετά από πολλές δεκαετίες, απέκτησαν επίσης το δικό τους ανεξάρτητο κράτος. Αυτό συνέβη περί το 1990, δηλαδή ακριβώς το ίδιο διάστημα –και για τους ίδιους λόγους- με τη Δημοκρατία της Μακεδονίας: αποσχίσθηκαν από μια ομοσπονδία, αυτή ακριβώς στην οποία έλαβε χώρα το συνέδριο του Γκελεντζίκ και η «συμβολική του επανάσταση». Ό,τι δεν έγινε με τη διάλυση των αυτοκρατοριών, έγινε με τη διάλυση των ομοσπονδιών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το σύνθημα «η Μακεδονία στους Μακεδόνες» είχε ήδη χρησιμοποιηθεί πριν καν προκύψει η ιδέα να εγκατασταθούν σε αυτήν οι Πόντιοι, όχι μόνο από την εξέγερση του Ίλιντεν, αλλά και από την –πρωτίστως εβραϊκής έμπνευσης- κίνηση για ανεξάρτητο κρατίδιο στη Θεσσαλονίκη, η οποία αναφέρθηκε ήδη. Και μάλιστα στα γαλλικά: La Macédoine aux Macédoniens[1].

Η διατύπωση «οι Πόντιοι υπήρξαν θύματα γενοκτονίας» μοιάζει να αποτελεί μία συμπύκνωση όλων αυτών των προηγουμένων, παράδοξα παραλλαγμένων και συνδυασμένων όπως στα όνειρα· μοιάζει να φέρει τα σημάδια όλων αυτών των καθορισμών και να υιοθετεί το λεξιλόγιό τους, αλλά ταυτόχρονα να το «ανακατευθύνει για να το χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό» όπως το παράσιτο (Serres). Με δεδομένο ότι όποιος αναγνωρίζεται ως θύμα γενοκτονίας, αποκτά το κράτος του, η επιλογή μίας ακόμη πληθυσμιακής ομάδας να ορίσει και αυτή τον εαυτό της ως θύμα γενοκτονίας αποτελεί μια δήλωση η οποία λέει αρκετά πράγματα ακόμα και αν δεν τα λέει.

Η Μακεδονία αποτέλεσε ακριβώς τον κόμβο ο οποίος επενδύθηκε με την επιθυμία ενός «ασφαλούς λιμένα», μιας πατρίδας όπου η ομάδα αυτή να μην είναι μειονότητα αλλά πλειονότητα, να μπορεί να ζει με ασφάλεια και να μην απειλείται με διωγμό και με ξεριζωμό. Η χρήση του όρου γενο-κτονία εξαρχής διατυπώνεται ως αίτημα, και ως ένα αίτημα αναγνώρισης. Το αίτημα αυτό φυσικά αφορά άμεσα την αναγνώριση ενός παρελθόντος γεγονότος, αλλά η αναγνώριση, εάν επέλθει, ισοδυναμεί ipso factο με την αναγνώριση και του αντικειμένου/ υποκειμένου της (ως διακριτού γένους).

Η ταύτιση (μέσω της μίμησης) με τους Εβραίους, την οποία μπορούμε να διαβάσουμε στη δήλωση «και εγώ υπέστην γενοκτονία [όπως οι Εβραίοι]», αποτελεί μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση επεξεργασίας ενός διαγενεακού τραύματος, η οποία μας επιβάλλει να διευρύνουμε κατά έναν ακόμα τρόπο τον ορισμό της έννοιας αυτής: κατά τον Βολκάν (βλ. κεφ. Α σημ. 52), αυτό που μεταβιβάζεται διαγενεακά στο πλαίσιο μιας πληθυσμιακής ομάδας είναι ένα τραυματικό γεγονός «κατά το οποίο η ομάδα αυτή υπέστη μια απώλεια ή/ και βίωσε ανημπόρια, ντροπή και ταπείνωση σε μία σύγκρουση με άλλη ανθρώπινη ομάδα», την οποία απώλεια η προηγούμενη γενιά για κάποιο λόγο δεν μπόρεσε να πενθήσει. Εδώ έχουμε τις εξής τροποποιήσεις:

α) το γεγονός που διαβιβάζεται, και εκφράζεται μία γενιά αργότερα με το μόρφωμα της «ποντιακής γενοκτονίας», αφορά μια απώλεια και μια ανημπόρια την οποία δεν υπέστη η εν λόγω ομάδα, αλλά μία άλλη (ή τη μία απώλεια επικαθορισμένη από την άλλη, διατυπωμένη στη γλώσσα της)· και μάλιστα μια απώλεια την οποία επέφερε αυτή η ομάδα, ή στην επέλευση της οποίας συμμετείχε.

β) Ήταν όμως πράγματι «αυτή» η ομάδα; Και με ποια έννοια;

Οι Πόντιοι, ως Πόντιοι, δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη συμμετοχή στην εξάλειψη των Εβραίων και της μνήμης τους. Κάποιοι Πόντιοι βέβαια, ιδίως τουρκόφωνοι, σχημάτισαν ένοπλα σώματα και συνεργάστηκαν με τους Ναζί. Αλλά ακόμη και αυτή η συνεργασία έγινε σε βάση όχι αντιεβραϊκή, αλλά κυρίως αντικομμουνιστική-αντισλαβική· δεν νομίζω λοιπόν ότι έπαιξε κάποιο ρόλο στην εμφάνιση του συμπτώματος στην επόμενη γενιά. Η διαδικασία της παραγωγής του ήταν πιο πολύπλοκη:

Η ομάδα που επέφερε το πλήγμα στους Εβραίους, (που συνεργάστηκε στην επέλευσή του), δεν ήταν ειδικώς «οι Πόντιοι», ήταν όμως μία ευρύτερη ομάδα στην οποία οι Ρωμαίοι/ Πόντιοι, ειδικά εκείνη την περίοδο, ήθελαν πάση θυσία να δείξουν ότι ανήκουν, να γίνουν αποδεκτοί ως τμήμα της όπως όλα τα άλλα και να μην ξεχωρίζουν. Ίσως ο καλύτερος τρόπος για ένα νεοφερμένο να ενταχθεί –και να δείξει ότι έχει ενταχθεί- σε μια ομάδα, είναι να αναλάβει το πιο σημαντικό βάρος της, να κάνει τη «βρώμικη δουλειά». Όπως οι νεοσύλλεκτοι στον (τακτικό) στρατό αναλαμβάνουν τα καψώνια, τις δουλειές που κανείς δεν θέλει να κάνει αλλά είναι απαραίτητες. Ή και που δεν είναι απαραίτητες, δεν είναι καν χρήσιμες, αλλά η μόνη χρησιμότητά τους είναι ακριβώς ότι μπορούν να λειτουργήσουν ως τελετές μύησης, να δείξουν –ή να επιφέρουν- την πλήρη ένταξη του νέου μέλους στην ομάδα. Σε μια άτακτη στρατιωτική ομάδα, ή σε μια συμμορία, στη Μαφία κ.ο.κ., η αντίστοιχη πρακτική είναι ότι κάθε νέο μέλος οφείλει –και συχνά επιδιώκει- να κάνει κάποιο ηρωισμό ή πράξη αυτοθυσίας προκειμένου να δείξει την αφοσίωσή του και να πείσει ότι είναι άξιος να αποτελεί μέλος της ομάδας. Επίσης, σε επίπεδο κοινωνιών, οι πιο πρόσφατοι μετανάστες αναλαμβάνουν τις εργασίες που οι γηγενείς –ή οι παλαιότεροι μετανάστες- μπορούν να αποφύγουν.

Η περιπέτεια των Εβραίων πέφτει σε μια στιγμή τέτοια, που συνδυάζεται κατά πολλούς και ετερογενείς τρόπους με την προσπάθεια των Ρωμαίων/ Ποντίων να «γίνουν [αποδεκτοί ως] κανονικοί Έλληνες»

Οι Εβραίοι ήταν μία άλλη εθνοτική ομάδα, της οποίας η ελληνικότητα θεωρούνταν –και θεωρείται ακόμα- ύποπτη.

Αυτή η συνθήκη θα μπορούσε να οδηγήσει τους Ποντίους σε (τουλάχιστον) δύο αντικρουόμενες στάσεις απέναντί τους: αφενός ταύτιση, αλλά αφετέρου και φθόνο/ ανταγωνισμό (επιθυμία να ρίξουν σε αυτούς το στίγμα ώστε να χαλαρώσει το δικό τους). Ή, συχνά, και στις δύο.

Η υιοθέτηση της αφήγησης περί ποντιακής γενοκτονίας μια γενιά αργότερα, εξυπηρετεί και προεκτείνει τη διαχείριση όλων αυτών των ετερογενών καταστάσεων, των ιχνών και των φαντασμάτων τους.

Η εξόντωση των Εβραίων και η οικειοποίηση των περιουσιών τους από την κοινωνία της «πρωτεύουσας των προσφύγων» ήταν κάτι το οποίο δεν τέθηκε στο δημόσιο χώρο, και εν πολλοίς εξακολουθεί να μην τίθεται. Με αυτό τον τρόπο, οι ίδιοι οι Εβραίοι δεν είχαν τη δυνατότητα να πενθήσουν αυτό το πλήγμα, αλλά και οι μη Εβραίοι δεν είχαν τη δυνατότητα να αναλογιστούν και να αναλάβουν τις ευθύνες τους για τη συμμετοχή τους σε αυτό. Όταν λοιπόν μία γενιά αργότερα –προς δύο- έρχονται κάποιοι και κραυγάζουν «έχουμε υποστεί γενοκτονία», την κραυγή αυτή μπορούμε να τη διαβάσουμε και ως απόληξη ενός διαλόγου που δεν ακουγόταν, αλλά συνεχιζόταν βουβά όλα αυτά τα χρόνια: έχοντας αναλάβει τα βάρη της κυρίαρχης εθνοτικής ομάδας προκειμένου να ανήκουν ως πλήρη μέλη σε αυτή, οι Ρωμαίοι/ Πόντιοι κάποια στιγμή ένιωσαν να συντρίβονται απ’ αυτά, αισθάνθηκαν ότι είναι άδικη η κατηγορία που τους αποδίδεται (κυρίως απ’ τους εαυτούς τους), και «πέταξαν το καπάκι» προβάλλοντας προς υπεράσπιση τον ισχυρισμό: «δεν είμαι εγώ ένοχος για [την εβραϊκή] γενοκτονία, εφόσον εγώ είμαι θύμα γενοκτονίας, άρα δεν είναι δυνατό να είμαι και θύτης».

Ταυτόχρονα, βέβαια, αν αυτή η γενοκτονία είναι ειδικά ποντιακή και όχι ελληνική, αυτό επίσης συμβάλλει στην περιλεκτική δήλωση «δεν σκοπεύω άλλο να αίρω τις αμαρτίες σας, αρκετά τις σήκωσα» (εφόσον επαναφέρει τη διαφοροποίηση, εμπεριέχει το νόημα «δεν είμαι [ακριβώς] ένας από σας»).

Και ο νέος αυτός σχηματισμός του ασυνειδήτου, όπως είναι προφανές, δεν καταργεί την αμφιθυμία και την ανταγωνιστική μίμηση, αλλά την διατηρεί και σημαδεύεται απ’ αυτήν: «εγώ υπέστην γενοκτονία» μπορεί να λέγεται με το πνεύμα «όπως κι εσύ, είμαστε ομοιοπαθείς» αλλά και με το πνεύμα «και όχι [μόνο] εσύ».

Η προσχώρηση λοιπόν των Ρωμαίων/ Ποντίων στην κανονιστική ελληνικότητα έγινε (και) μέσω της ανάληψης μιας ενοχής. Κατά τούτο, έχει μια παράδοξη ομοιότητα με την προσχώρηση των (αρχαίων) Εβραίων στο μονοθεϊσμό, η οποία –τουλάχιστο σύμφωνα με τη σχετική ιστορικο-ψυχαναλυτική κατασκευή του Φρόιντ- επήλθε κάποιες γενιές μετά την αρχική επινόησή του από τον Αιγύπτιο πρίγκιπα Μωυσή. Στην αρχή, όταν τους την δίδαξε, οι Εβραίοι δεν άντεξαν να ζήσουν σύμφωνα με τις υπερβολικά απαιτητικές επιταγές της νέας θρησκείας και τον δολοφόνησαν· αργότερα όμως συμμορφώθηκαν με τη διδασκαλία του και ανέλαβαν την κληρονομιά του από ενοχή, και από αναδρομική ευγνωμοσύνη επειδή ο Μωυσής είχε πραγματοποιήσει την υπόσχεσή του να τους οδηγήσει στη Γη της Επαγγελίας –στον ασφαλή λιμένα- και τους είχε διδάξει να την καλλιεργούν[2].

«Κάθε πόλη είναι θεμελιωμένη σε ένα έγκλημα», λέει η (ανατολικο)γερμανίδα συγγραφέας Κρίστα Βολφ[3]. Το έγκλημα στο οποίο έχει θεμελιωθεί η Θεσσαλονίκη του 20ού αιώνα, επινοημένη ως μια ριζικά νέα πόλη αποκομμένη από τη δισχιλιετή προϊστορία της για την οποία κατά τα άλλα επαίρεται, είναι φυσικά η εθνοκάθαρσή της. Και οι νεοφερμένοι λόγω της επίσημης διακρατικής συμφωνίας «ανταλλαγής πληθυσμών» εντάχθηκαν στην πόλη μέσα από μία άλλη, ανεπίσημη ενδοκρατική συμφωνία για ανταλλαγή ενοχών. Μέσα από τις διάφορες ενδεχομενικές ιστορικές περιπέτειες, οι Πόντιοι κατέληξαν να πάρουν τη θέση των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη, έγιναν αυτοί μία από τις σημαντικότερες αριθμητικά και δυναμικότερες πληθυσμιακές ομάδες στην πόλη και στην ενδοχώρα της, εκεί που προηγουμένως ήταν εκείνοι. Φαίνεται ότι, για να εδραιωθεί η υποκατάσταση αυτή, για να τη δικαιούνται, ένιωσαν ότι θα πρέπει να την πάρουν και συμβολικά, ταυτιζόμενοι με αυτούς και υιοθετώντας το βασικότερο χαρακτηριστικό τους, δηλαδή τη θυματική ιδιότητα. Εφόσον κληρονόμησαν το ένα, έπρεπε να κληρονομήσουν και το άλλο.

coverWithFrame1_n

[1] Πάρης Παπαμίχος-Χρονάκης, Οι Έλληνες, Εβραίοι, Μουσουλμάνοι και Ντονμέ έμποροι της Θεσσαλονίκης, 1882-1919. Ταξικοί και εθνοτικοί μετασχηματισμοί σε τροχιά εξελληνισμού, Πανεπιστήμιο Κρήτης – Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ∆ιδακτορική ∆ιατριβή, σ. 219.

[2] Βλ. Ζίγκμουντ Φρόυντ, Ο άνδρας Μωυσής και η μονοθεϊστική θρησκεία, εκδ. Επίκουρος, Αθήνα 1997.

[3] Κρίστα Βόλφ, Μήδεια-φωνές, Νέα Σύνορα-Λιβάνης, Αθήνα 1996, σ. 27.

 

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί απόσπασμα –με μερικές προσθαφαιρέσεις- από το βιβλίο Εμείς οι έποικοι: Ο νομαδισμός των ονομάτων και το ψευδοκράτος του Πόντου, Ισνάφι, Iωάννινα 2013.

2 comments
  1. Eίναι προφανές -και συμπαθητικό βεβαίως- ότι μιλάς εκ μέρους των απογόνων εκείνης της ομάδας των Ποντίων δωσίλογων της Κατοχής. Και ακριβώς γι αυτό αποσιωπάς την καταλυτική παρουσία των Ποντίων στην Αριστερά και στο εργατικό κίνημα της Μακεδονίας. Και όχι μόνο αυτό, αλλά αποκρύπτεις με τη πονηριά που έχουν όλοι οι γόνοι τουρκόφωνων ταγματασφαλιτών τη μεγάλη συμμετοχή των Ποντίων στη δράση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και στις προσπάθειες που αυτό κατέβαλε για τη σωτηρία των Εβραίων.

    Μόνο σ’ αυτή το πλαίσιο μπορεί να ερμηνευτεί η στρατηγική της δημιουργίας ενός ασπρόμαυρου τοπίου.

    • Α.Γ. said:

      Εσύ ως τι μιλάς, ως διευθύνων τη συζήτηση ή ως ταξιθέτης;
      Δηλώσεις εκπροσώπησης μπορεί να κάνει ο καθένας για τον εαυτό του, όχι για άλλους.
      Δεν μιλώ εκ μέρους κανενός. Μόνο του εαυτού μου.
      Η ανθρωπολογία δεν γράφεται δι’ αντιπροσώπων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: