Υπόθεση Ουάινστιν: η φύση αντικαθιστά την κουλτούρα ως πηγή της βίας

του Ολιβιέ Ρουά

 

Κάτι έχει αλλάξει στον τρόπο καταγγελίας των σεξουαλικών επιθέσεων. Ο αναγνώστης θα θυμάται εκείνες που έγιναν στην Κολωνία την Πρωτοχρονιά τού 2016, ή τη συζήτηση για την κυκλοφορία των γυναικών στα «επικίνδυνα προάστια»: το σφάλμα εκεί είχε αποδοθεί στην κουλτούρα των δραστών (εν προκειμένω, φυσικά, το Ισλάμ). Οι επιθέσεις που διαπράττουν Δυτικοί άνδρες υπεράνω υποψίας είτε υποβαθμίστηκαν, είτε παρουσιάστηκαν ως κάτι που ανάγεται σε μια ατομική παθολογία. Και ως λύση προτάθηκε να προωθήσουμε τις «δυτικές αξίες» περί σεβασμού των γυναικών.

Αλλά με την υπόθεση Ουάινστιν και την καμπάνια «Μάζεψε το γουρούνι σου»[1], έχουμε μια αντιστροφή προοπτικής: το πρόβλημα δεν είναι πλέον η κουλτούρα του δράστη (που μπορεί να είναι οποιασδήποτε θρησκείας, φυλής, μορφωμένος, καλλιεργημένος, μέχρι και να «υπερασπίζεται τις δυτικές αξίες» δημοσίως), αλλά είναι ίδια του η φύση ως αρσενικού, ως ζώου, ως χοίρου. Η φύση έχει αντικαταστήσει την κουλτούρα ως πηγή της βίας. Αλλά όταν πρόκειται για μια επιστροφή στη ζωικότητα, δεν θεραπεύουμε τα αρνητικά του αρσενικού με τον ίδιο τρόπο όπως όταν πρόκειται για έναν πολιτισμικό καθορισμό.

Αυτή η αλλαγή προοπτικής (ασχέτως αν είναι ενδεδειγμένη ή όχι, και ασχέτως αν αποτελεί πραγματική επανάσταση ή απλώς μία μόδα) έχει βαθιές συνέπειες. Πράγματι, μέχρι τώρα, όπως έχουν εδώ και καιρό παρατηρήσει οι φεμινίστριες συγγραφείς, όλες οι μεγάλες ιδεολογικές κατασκευές που εξηγούσαν την προέλευση της κοινωνίας συνέπιπταν στο ότι απέδιδαν στον άνδρα το ρόλο του περάσματος στην κουλτούρα, και έβλεπαν στη γυναίκα ένα ον που βρίσκεται με το ένα πόδι (αν όχι περισσότερο) μέσα στη φύση. Για να μην ανατρέξουμε και στους πατέρες της Εκκλησίας.

Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού, στην οποία πιστώνουμε τις νεωτερικές μας «κοσμικές αξίες», έκανε τον άντρα πρωταγωνιστή του κοινωνικού συμβολαίου το οποίο έβγαζε την ανθρωπότητα από τη φυσική κατάσταση στην οποία παρέμενε σε μεγάλο βαθμό βυθισμένη η γυναίκα, ευλόγως στερούμενη πολιτικών δικαιωμάτων μέχρι πρόσφατα· η τελευταία έφερνε απλώς στον κόσμο το ανθρώπινο ον, ενώ ο άντρας το μεταμόρφωνε σε πολίτη.

 

Η ανδρική βία ως «οικιακή»

Η ανθρωπολογία εδώ και πολύ καιρό αναγορεύει την ανταλλαγή των γυναικών σε προϋπόθεση (ή ένδειξη) της κοινωνίας και, ως εκ τούτου, του πολιτισμού (ποτέ δεν γίνεται λόγος για ανταλλαγή ανδρών, ενώ οι σπάνιες μητριαρχικές κοινωνίες δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση την πολιτική κυριαρχία του άνδρα). Η ψυχανάλυση, στη μυθολογική εκδοχή της (Toτέμ και Tαμπού), όπως και στην ενορμητική (οι περιπέτειες του πέους) ή τη συμβολική (ο πατέρας είναι η μεταφορά του νόμου ή ο νόμος μεταφορά του πατέρα) διατήρησε τον άνδρα στο επίκεντρο της πολιτιστικής μεταρσίωσης. Η μοναδική εξέλιξη είναι ότι το αρσενικό δεν είναι πλέον απαραιτήτως ένας βιολογικός άνδρας αλλά μια αφηρημένη αρχή: οι γυναίκες μπορούν επιτέλους να φορούν κυλότα (ακόμη και αν ο μισθός δεν ακολουθεί). Αλλά δεν μετατράπηκαν και σε σεξουαλικούς θηρευτές: αυτό παραμένει προνόμιο των ανδρών.

Προφανώς, οι κουλτούρες ποτέ δεν αγνόησαν τη βία των ανδρών. Όλες ανέπτυξαν στρατηγικές για να την καναλιζάρουν και ταυτόχρονα να τη νομιμοποιήσουν: από την τιμή μέχρι τη σαγήνη, οι δυτικές κοινωνίες μας κατάφερναν να κοινωνικοποιούν ή να αισθητικοποιούν την αρρενωπότητα (απλώς προς υπόμνηση, αυτά που σήμερα σε άλλες κοινωνίες αποκαλούνται «εγκλήματα τιμής», σε μας αποκαλούνταν «εγκλήματα πάθους» και συνιστούσαν ελαφρυντική περίσταση· η δολοφονία μιας συζύγου επί μακρόν για τις εφημερίδες ήταν απλώς «οικογενειακή τραγωδία», λες και, εξ ορισμού, δεν αφορούσαν την κοινωνία).

Αρκεί να δούμε τη νοσταλγία των γαλλικών συντηρητικών σάιτ όπου οι χρήστες ειρωνεύονται διακριτικά την υστερία (τι νομίζατε!) των εκστρατειών κατά της παρενόχλησης, οι οποίες θα καταπνίξουν τη «γοητεία α λα γαλλικά», τόσο προσφιλή στις ασπρόμαυρες ταινίες μας, κάτω από την τυραννία του αμερικανικού πουριτανισμού του Χόλυγουντ. Ζήτημα «ατμόσφαιρας», που θα έλεγε και η Aρλεττύ.

Αυτή λοιπόν η δραστηριότητα με την οποία η ανδρική βία εμφανιζόταν ως «οικιακό» ζήτημα και ως αξία, πάντοτε μετασχηματιζόταν σε κουλτούρα, ενίοτε μάλιστα σε υψηλή κουλτούρα. Και η κουλτούρα, από τον ίδιο τον ορισμό της, βάζει τη φύση σε τάξη, την εγγράφει σε ένα μοιρασμένο σύστημα νοήματος, συμβόλων, γλώσσας, που γίνεται άρρητο σε βαθμό που να εμφανίζεται ως δεύτερη φύση. Δηλαδή ως αυτό που ο Μπουρντιέ αναλύει (ή, σύμφωνα με τις φεμινίστριες συγγραφείς, καθαγιάζει) υπό την επωνυμία έξη [habitus]: μια συλλογική συμπεριφορά ρυθμισμένη, εμπεδωμένη και ασυνείδητη. Η παράβαση και το σφάλμα αποκτούν νόημα μόνο με βάση το σύστημα αυτό.

Ο ποινικός κώδικας κωδικοποιεί μόνο τις «νοητές» βιαιότητες, δηλαδή όσες συνιστούν περίσσεια σε σχέση με μία αποδεκτή βία: εγκλήματα πολέμου υπάρχουν μόνο επειδή υπάρχει μια νομιμότητα του πολέμου. Ο κανιβαλισμός δεν αποτελεί καθαυτός αδίκημα κατά τον ποινικό κώδικα, επειδή δεν είναι «νοητός» (όπως είναι ακόμη, συχνά, η αιμομιξία), ακριβώς όπως, επί της ουσίας, δεν υπάρχει συζυγικός βιασμός καθόσον η ιδιωτική ζωή του ζεύγους εκφεύγει του κοινωνικού.

 

«Εθελοδουλεία»

 

Γιατί άραγε οι γυναίκες εσωτερίκευσαν τις νόρμες και τις αξίες των οποίων είναι θύματα;

Επειδή και η αντίσταση σχεδόν πάντοτε διατυπώνεται μέσα στο κυρίαρχο πολιτιστικό πλαίσιο: «Δεν είμαι εκείνη που νομίζετε», λέγανε στα χρόνια της γιαγιάς μου, προσυπογράφοντας τη μεγάλη διαίρεση ανάμεσα στη μαμά και την πουτάνα. Αυτό είναι όλο το πρόβλημα της «εθελοδουλείας», όπως την αποκαλούσε ο Λα Μποεσί –ενώ σήμερα την αποκαλούμε «αλλοτρίωση»: γιατί ασπάζεται κανείς νόρμες και αξίες που επικυρώνουν την ίδια του τη δουλεία;

Είναι η πάντοτε απαισιόδοξη τελικά θεώρηση του Bourdieu, στην οποία η έξη καθιστά την εξέγερση απίθανη και άρα κάνει τον ανθρώπινο πόνο ορίζοντα της επιβίωσης. Κι ωστόσο, «οι άνθρωποι» εξεγείρονται, έστω κι αν δεν υπάρχει απόλυτη εξέγερση, πέρα από εκείνη της τρέλας και του θανάτου. Πάντοτε όμως διατυπώνουν την εξέγερσή τους μέσα στο πλαίσιο μιας δεδομένης κουλτούρας, από τις «σουφραζέτες» μέχρι τις «φεμινίστριες του Ισλάμ». Γι’ αυτό και οι πραγματικές επαναστάσεις, εκείνες όπου επιβάλλεται μια απότομη και αυταρχική αλλαγή παραδείγματος, είναι πάντοτε αιματηρές (το 1789 όπως και το 1917).

Τότε όμως, γιατί άραγε η εξέγερση είναι δυνατή σήμερα, όταν δεν υποστηρίζεται από καμία βίας, καμία κατάληψη εξουσίας, καμία νέα διακυβέρνηση; (αλλά αντίθετα οι στόχοι βρίσκονται πριν απ’ όλα μέσα στο κατεστημένο το οποίο δεν απειλείται ως τέτοιο); Δεν μπορούμε καν να μιλάμε για λαϊκή κινητοποίηση, και ακόμα λιγότερο για πολιτική εξέγερση.

Πώς να σκεφτούμε αυτό το βαθύτερο κύμα; Τι έχει αλλάξει; Πρέπει, ασφαλώς, να ξαναγυρίσουμε στις πρόσφατες απαρχές του φεμινισμού ως κοινωνικού κινήματος, δηλαδή στο μεγάλο κύμα της δεκαετίας του 1960 που κατήγγελλε την καθεστηκυία τάξη και την πατριαρχία, προβάλλοντας την ουτοπία και τη σεξουαλική απελευθέρωση και κάνοντας τη σεξουαλικότητα πολιτικό ζήτημα (όπως και παρέμεινε μέχρι σήμερα). Ο Μάης τού 68 υπήρξε όντως μια επανάσταση στα ήθη.

Υπάρχει όμως εδώ ένα παράδοξο: πώς να εξηγήσουμε ότι ένα κίνημα το οποίο ορίζεται με βάση τη σεξουαλική απελευθέρωση μεταφράζεται εν τέλει σε ένα συστηματικό εγχείρημα κανονιστικής κωδικοποίησης των σεξουαλικών συμπεριφορών; Διότι περί αυτού πρόκειται: δεν ζητάμε από το «γουρούνι» να εκπολιτισθεί (συχνά πρόκειται, ακριβώς, για ανθρώπους ιδιαίτερα καλλιεργημένους, που εξαναγκάζονται σε μεταμέλεια ή εξορία από τις λυσσαλέες δικαστικές διώξεις ή από τη λαϊκή κατακραυγή). Του ζητάμε να μετανοήσει και να μάθει έναν νέο κώδικα συμπεριφοράς που, γι’ αυτόν, είναι μια ξένη γλώσσα.

Ας προσέξουμε για παράδειγμα ότι οι καλλιτέχνες, ηθοποιοί και συγγραφείς που κατηγορούνται για σεξουαλική κακοποίηση βλέπουν ξαφνικά τα έργα τους να «εκμηδενίζονται», και μάλιστα, για τους ηθοποιούς, ή ίδια η σωματική παρουσία τους να διαγράφεται από τις ταινίες. Δεν υπάρχει πλέον κάποιο πολιτισμικό επιχείρημα για να το δικαιολογήσουμε ή να το σώσουμε, αλλά μία tabula rasa, πάνω στην οποία τίθεται η ωμή ζωικότητα. Και τότε ανακύπτει το πρόβλημα: πώς να κοινωνικοποιήσουμε αυτή τη ζωικότητα, πώς να εξανθρωπίσουμε τον χοίρο;

 

Καθοδηγητική παιδαγωγία

Εδώ ίσως αγγίζουμε τον κόμβο του ερωτήματος, που είναι πάντα ο δεσμός μεταξύ κουλτούρας και φύσης. Η φιλοσοφική ή και ιδεολογική απολογία της επιθυμίας ως φύσης, δηλαδή στην ουσία ως ελευθερίας της ενόρμησης απαλλαγμένης από το βάρος της κουλτούρας, παράγει σήμερα το αντίθετό της: το θρίαμβο της κανονιστικότητας. Αλλά μιας κανονιστικότητας απαλλαγμένης και από το βάρος της κουλτούρας. Διότι δεν πρόκειται κατ’ ουδένα τρόπο για μια επιστροφή στην ηθική τάξη του παλιού καιρού. Έχουμε άλλωστε ένα ενδιαφέρον παράδοξο: οι πιο επιφυλακτικοί μπροστά σε αυτή τη νέα αστυνομία των σωμάτων είναι οι παραδοσιακοί συντηρητικοί, και ιδίως οι Χριστιανοί.

Έτσι, βλέπουμε, ομολογουμένως με ευχάριστη έκπληξη, την Κριστίν Μπουτέν, (ναι, του «Χριστιανικού Κόμματος Γαλλίας», την ηγερία της «επιστροφής στη Βίβλο»!) ως απολογήτρια της «γαλλικής αθυροστομίας», χέρι χέρι με τα σάιτ της νοσηρής νοσταλγίας και της καταγγελίας κατά της «ισοπέδωσης των πάντων» (όλα ήταν ωραία στο παρελθόν, άρα δεν μπορεί να είναι όλα στραβά με το γουρούνι).

Οπότε λοιπόν, τίνος το όνομα είναι το γουρούνι, αν δεν είναι ούτε επανάσταση ούτε αντίδραση; Υπάρχει σαφώς ένα κίνημα βάσης διότι, πριν ακόμη από την υπόθεση Ουάινστιν, οι αμερικανικές πανεπιστημιουπόλεις είχαν βαλθεί να ξεριζώσουν τη σεξουαλική παρενόχληση. Οι καμπάνιες λοιπόν αυτές έχουν ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό: δεν βασίζονται σε μια ηθική προσέγγιση, αλλά σε μια αυταρχική παιδαγωγία, όπου οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να απομνημονεύσουν έναν νέο κώδικα χειρονομιών και φράσεων, σαν η υλοποίηση των νέων κανόνων να προϋποθέτει ότι οι άνδρες είναι ανίκανοι να κατανοήσουν από μόνοι τους ποιο είναι το πρόβλημα.

Αν ξαναγυρίσουμε στη σύγκριση με την Κολωνία, και στις δύο περιπτώσεις, ο λευκός σπουδαστής του κάμπους και ο μελαμψός μετανάστης αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο από μια παιδαγωγία καθοδηγητική και συγκαταβατική: στη Γερμανία μοιράζουν αποτρεπτικές αφισέτες (ένα χέρι πάνω σε δυο γλουτούς διαγεγραμμένο με ένα μαύρο NEIN και έναν κόκκινο σταυρό, σαν σήμα της τροχαίας)· στα αμερικανικά κάμπους (όπου επίσης βρίσκει κανείς τέτοιες αφισέτες) εισάγονται υποχρεωτικά μαθήματα με πρακτικές ασκήσεις όπου ο Τζον, ακίνητος (και όρθιος) πρέπει να ρωτήσει τη Σάρα: «μπορώ να βάλω το χέρι μου πάνω στον ώμο σου;», να αναμείνει ένα σαφές και ρητό Ναι και μετά ξανά: «Σάρα, μπορώ να βάλω το άλλο χέρι μου πάνω στον άλλο ώμο σου; », να αναμείνει ένα Ναι και ούτω καθεξής ξανά και ξανά, μέχρι να παντρευτούν και αν είναι τυχεροί να κάνουν πολλά παιδιά.

 

Το ένστικτο εξαφανίστηκε;

Στους φοιτητές λοιπόν διδάσκουν όχι μόνο τι δεν πρέπει να κάνουν (πράγμα θεμιτό), αλλά κυρίως τι πρέπει να κάνουν, λες και, ως διά μαγείας, το ένστικτο είχε εξαφανιστεί, ή μάλλον λες και, ανάμεσα σε δύο ανθρώπινα όντα, δεν υπάρχει πλέον καμία κοινή κουλτούρα, δηλαδή τίποτε το έμμεσο και άρρητο. Όλα πρέπει να λέγονται, η ζωή είναι ανά πάσα στιγμή ένα συμβόλαιο προς ανανέωση: η σεξουαλικότητα υπό μορφή συμβάσεων ορισμένου χρόνου (οι οποίες άλλωστε είναι ήδη θεσμοθετημένες, κατά τρόπο πιο παιγνιώδη και ίσως πιο απολαυστικό, στα σάιτ γνωριμιών). Ο κώδικας επιβάλλεται για τη διαχείριση της φύσης όταν δεν υπάρχει πλέον κουλτούρα.

Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι αυτός ο επίσημος παιδαγωγισμός είναι απαραίτητος μέχρι να εγκαθιδρυθεί μία νέα κουλτούρα σχέσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών. Η θεώρηση αυτή είναι θεμιτή, αλλά εγώ έχω αμφιβολίες. Μια νέα κουλτούρα δεν θεσπίζεται διά διατάγματος: το κράτος παράγει νόρμες, όχι αξίες. Απόδειξη ότι η παιδαγωγική αυτή ασκείται υπό τη διαρκή απειλή της ποινικής κύρωσης.

Ο αγώνας κατά της σεξουαλικής κακοποίησης δεν κομίζει κάποια ουτοπία, σε αντίθεση με τα επαναστατικά κινήματα· ελάχιστοι θεωρούν ότι η ισότητα των φύλων είναι υπόσχεση ευτυχίας. Είναι η απαίτηση εξάλειψης ενός κακού, όχι η προσδοκία ενός νέου κόσμου. Μπορούμε άραγε να ελπίζουμε ότι, με τον καιρό, ο κώδικας θα μετασχηματιστεί σε κουλτούρα; Αυτό δεν είναι βέβαιο: ο κώδικας οδικής κυκλοφορίας, έναν αιώνα μετά την επινόησή του, είναι πάντα κώδικας· δεν έγινε έξη, και ακόμη λιγότερο κουλτούρα (ξέρουμε πάντα από πείρα ότι η δεύτερη αρσενική ζωικότητα μετά το γουρούνι είναι ο οδηγός).

Και κυρίως, αυτή η ολίσθηση από την κουλτούρα στον κώδικα δεν περιορίζεται στο σεξουαλικό ζήτημα. Είναι ένα πάγιο στοιχείο της παγκοσμιοποίησης, που οδηγεί τις κουλτούρες σε κρίση. Το φαινόμενο αυτό το μελέτησα σε σχέση με την εμφάνιση νέων θρησκευτικών φονταμενταλισμών (La Sainte Ignorance, Le Seuil, 2008). Υπάρχει εξάλλου στενή σχέση ανάμεσα στο θρησκευτικό φονταμενταλισμό και την κανονιστικότητα που προέκυψε από την κουλτούρα των χίππηδων: όσο περίεργο κι αν φαίνεται, ο νεο-ευαγγελισμός και το κίνημα των χίππηδων έχουν την ίδια ημερομηνία και τον ίδιο τόπο γέννησης (και πολλοί πέρασαν από το δεύτερο στον πρώτο) –την Καλιφόρνια της δεκαετίας του 1960, η οποία έχει πλέον γίνει ένας από τους χώρους όπου η καθημερινή ζωή είναι περισσότερο ρυθμισμένη με κανόνες απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού σε όλον τον δυτικό κόσμο, και αυτό πάντα υπό την επίκληση μιας ελευθεριακής ουτοπίας.

Στους σύγχρονους θρησκευτικούς φονταμενταλισμούς ξαναβρίσκουμε αυτή την εμμονή της κανονιστικότητας των χειρονομιών της καθημερινής ζωής, αυτή τη δυσκολία να διαχειριστούμε το γουρούνι που υπνώττει, ακόμη και αν το βαφτίσουμε με το όνομα του προπατορικού αμαρτήματος, αυτή τη βούληση ελέγχου του σώματος και του σεξ. Κατά βάθος, οι χίππηδες και οι σαλαφιστές είναι ξαδέλφια και δεν το ξέρουν. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία …

 

balance-ton-porc

 

[1] «Balance [κατά λέξη: ζύγισε] ton porc» στη Γαλλία είναι το όνομα ενός σάιτ που δημιουργήθηκε για να επιτρέψει σε όσες γυναίκες θέλουν να καταγγέλλουν σεξουαλική κακοποίηση που υπέστησαν (κάτι ανάλογο με την καμπάνια metoo).

 

 

Ο Olivier Roy είναι ισλαμολόγος, διευθυντής ερευνών στον Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πρίνστον. Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύθηκε στην LE MONDE στις 

5 comments
  1. jesuspodolagny said:

    balancer σημαίνει καταδίδω στην αργκώ.

  2. Tania Vosniadou said:

    Με μεγάλη μου χαρά διάβασα αυτό το άρθρο. Είναι εδώ και καιρό που ξαναφυσικοποιειται το ανθρώπινο
    με τους όρους της σημερινής κουλτούρας. Άκρως επικίνδυνο βέβαια αλλά και απολύτως πραγματικό
    και με τις δυο έννοιες, καί με εκείνη του Λακαν και με την έννοια μιας πραγματικότητας που ούτως η άλλως μας ξεπερνά.
    Τανια Β.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: