«Ποιος ανήκει στο προλεταριάτο;»

του Μίχαελ Χάινριχ

Πολλά ρεύματα του παραδοσιακού μαρξισμού κατανόησαν την μαρξική ανάλυση του κεφαλαίου πρωτίστως ως ανάλυση των τάξεων, ως έρευνα της πάλης μεταξύ αστικής τάξης και προλεταριάτου. Οι περισσότεροι σύγχρονοι συντηρητικοί και φιλελεύθεροι χαρακτηρίζουν τις έννοιες «τάξη» και, ιδίως, «ταξική πάλη» ως «ιδεολογικές» έννοιες, εννοώντας «αντιεπιστημονικές». Κατά κανόνα, όσοι χρησιμοποιούν τις έννοιες αυτές είναι συνήθως αριστεροί. Ωστόσο, η συζήτηση γύρω από τις τάξεις δεν εμφανίζεται αποκλειστικά και μόνο στο έργο του Μαρξ. Ήδη πριν από τον Μαρξ, αστοί ιστορικοί μιλούσαν για τις τάξεις και την ταξική πάλη, ο δε Ντέιβιντ Ρικάρντο, ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος της κλασικής πολιτικής οικονομίας, επισήμανε τα ριζικά αντίθετα συμφέροντα των τριών μεγάλων τάξεων της καπιταλιστικής κοινωνίας (καπιταλιστών, γαιοκτημόνων, εργατών).

Για τον Μαρξ, οι τάξεις και η ταξική πάλη αποτελούν το κεντρικό σημείο αναφοράς των επιχειρημάτων του, κυρίως στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1848) που ξεκινά με την περίφημη φράση: «Μέχρι τώρα, η ιστορία όλης της κοινωνίας είναι ιστορία ταξικών αγώνων» (Κομμουνιστικό Μανιφέστο, 2004:45). Σε μια επιστολή του (1852) προς τον φίλο του Βάιντεμαγιερ, ο Μαρξ συνοψίζει πώς βλέπει ο ίδιος την συμβολή του στην ταξική θεωρία. Ο Μαρξ τονίζει ότι δεν ανακάλυψε ο ίδιος την ύπαρξη των τάξεων και της ταξικής πάλης. Αυτό που έκανε ήταν να αποδείξει ότι α) η ύπαρξη των τάξεων συνδέεται απλώς με ορισμένες ιστορικές φάσεις ανάπτυξης της παραγωγής· β) ότι η ταξική πάλη οδηγεί αναγκαία στη δικτατορία του προλεταριάτου, γ) ότι αυτή η ίδια η δικτατορία αποτελεί απλώς και μόνο τη μετάβαση «στην κατάργηση όλων των τάξεων και σε μια αταξική κοινωνία». (ο Μαρξ στον Βάιντεμαγιερ, επιστολή 5ης Μαρτίου 1852). Εδώ, η λέξη «δικτατορία» δεν σημαίνει μια αυταρχική μορφή εξουσίας, αλλά απλώς ταξική κυριαρχία, ανεξαρτήτως της πολιτικής της μορφής. Τα σημεία β. και γ. ακούγονται πολύ ντετερμινιστικά: η ιστορία εμφανίζεται να κατευθύνεται –καθοδηγούμενη από την ταξική πάλη- προς έναν συγκεκριμένο σκοπό, μια αντίληψη που βρίσκει κανείς και στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

Στο Κεφάλαιο ο Μαρξ μιλά μεν διαρκώς για τάξεις, ωστόσο δεν θα βρούμε κάποια απόπειρα συστηματικής πραγμάτευσής τους ή έστω ορισμού τους. Μόλις στο τέλος του τρίτου τόμου, ο Μαρξ ξεκινά να γράφει ένα κεφάλαιο για τις τάξεις, αλλά σ’ εκείνο το σημείο το χειρόγραφο διακόπτεται έπειτα από μερικές φράσεις. Από τη διάταξη αυτή, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι μια συστηματική διερεύνηση των τάξεων δεν αποτελεί προϋπόθεση για την παρουσίαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στον «ιδεατό μέσο όρο του» (για την ανάλυση δηλαδή που κάνει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο), αλλά ως αποτέλεσμα τοποθετείται στο τέλος της παρουσίασης αυτής.

Στα ακόλουθα, δεν πρόκειται να κάνω εικασίες για το τι πιθανόν σκόπευε να περιλάβει ο Μαρξ σε αυτό το κεφάλαιο περί τάξεων που δεν γράφτηκε ποτέ. Αντί για εικασίες, θα παρουσιάσω συνοπτικά, βάσει των κεφαλαίων που προηγήθηκαν, τι μπορεί να πει κανείς για τις τάξεις και την ταξική πάλη. Γι’ αυτό και η ενότητα αυτή βασίζεται κατεξοχήν στην ερμηνεία της κριτικής της πολιτικής οικονομίας που σκιαγράφησα ως εδώ.

Χωρίς αξίωση για μια πλήρως αναπτυγμένη ταξική θεωρία, μπορεί να μιλήσει κανείς για κοινωνικές τάξεις υπό δύο διαφορετικές έννοιες. Υπό μια δομική έννοια, οι τάξεις καθορίζονται από τη θέση τους στην κοινωνική διαδικασία παραγωγής. Από την άποψη αυτή, κάποιος μπορεί να ανήκει σε μια τάξη, ακόμη κι αν ο ίδιος δεν το έχει συνειδητοποιήσει. Ως προς αυτό, διαφέρουν οι τάξεις υπό ιστορική έννοια. Πρόκειται για κοινωνικές ομάδες που σε μια ορισμένη ιστορική περίσταση, αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους σε διάκριση από άλλες τάξεις, τα δε μέλη της τάξης διακρίνονται μέσω μιας κοινής «ταξικής συνείδησης».

Στο Κεφάλαιο ο Μαρξ χρησιμοποιεί την έννοια «τάξη» κυρίως με τη δομική έννοια. Όπως, λόγου χάρη, όταν διαπιστώνει ότι η κεφαλαιακή σχέση θεμελιώνεται σε μια ειδική ταξική σχέση: από τη μια, οι κάτοχοι χρήματος και μέσων παραγωγής και, από την άλλη, οι «διττά ελεύθεροι» εργάτες. Μεσαίες τάξεις, ή και μικροαστική τάξη, ο Μαρξ ονομάζει ομάδες που δεν είναι ούτε αστοί ούτε προλετάριοι, αλλά ιδίως αυτοαπασχολούμενοι, π. χ. τεχνίτες, μικροέμπορους, μικροαγρότες.

Οι τάξεις με τη δομική έννοια δεν θα πρέπει να ταυτίζονται με τα εκάστοτε ιστορικά χαρακτηριστικά: ο καπιταλιστής δεν κυκλοφορεί κατ’ ανάγκην με πούρο και σοφέρ, ούτε οι προλετάριοι είναι αποκλειστικά βιομηχανικοί εργάτες που κατοικούν σε συγκροτήματα εργατικών κατοικιών. Η διάλυση τέτοιων στερεοτύπων δεν αποτελεί απόδειξη για το τέλος των τάξεων, παρά μόνο για μια μεταβολή στην ιστορική μορφή τους.

Το ποιος ανήκει -με τη δομική έννοια- σε ποια τάξη, δεν μπορεί να προσδιοριστεί βάσει τυπικών κριτηρίων, όπως π. χ. αν υφίσταται σχέση μισθωτής εργασίας, αλλά μόνο από τη θέση εντός της παραγωγικής διαδικασίας. Ακριβέστερα: μπορεί να προσδιοριστεί μόνο στο επίπεδο της «συνολικής διαδικασίας της καπιταλιστικής παραγωγής», στην οποία ο Μαρξ φθάνει στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, όπου η ενότητα των διαδικασιών της παραγωγής και της κυκλοφορίας θεωρείται ήδη προϋπόθεση. Σε αυτό το επίπεδο, γίνεται σαφές ότι δεν είναι μόνο η κατοχή, ή μη κατοχή, μέσων παραγωγής που καθορίζει το σε ποια τάξη ανήκω. Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου μιας εταιρίας μετοχικού κεφαλαίου μπορεί τύποις να είναι μισθωτός εργαζόμενος, αλλά εκ των πραγμάτων είναι «ενεργός καπιταλιστής»: διαθέτει κεφάλαιο (ακόμη και αν δεν είναι προσωπική του περιουσία), οργανώνει την εκμετάλλευση, και η «πληρωμή» του δεν βασίζεται στην αξία της εργασιακής του δύναμης αλλά στο κέρδος που παράγεται. Από την άλλη, πολλοί τύποις αυτοαπασχολούμενοι (που ενδεχομένως και να κατέχουν κάποια μικρά μέσα παραγωγής) είναι προλετάριοι de facto που ζουν από την πώληση της εργασιακής τους δύναμης, πράγμα που μπορεί και να συμβαίνει κάτω από χειρότερες συνθήκες από ό,τι σε μια τυπική μισθωτή σχέση.

Οι συνθήκες ζωής (εισόδημα, εκπαίδευση, ως και το προσδόκιμο ζωής) των δύο δομικά προσδιορισμένων τάξεων –της «μπουρζουαζίας» και του «προλεταριάτου»– διαφέρουν μεταξύ τους σημαντικά ακόμη και σήμερα, αλλά και εντός του «προλεταριάτου» υπάρχουν πολλές και πολύ διαφορετικές πραγματικότητες καθημερινής ζωής (που σχετίζονται με την εργασία, το εισόδημα, την εκπαίδευση αλλά και τον ελεύθερο χρόνο και τις καταναλωτικές συνήθειες). Γι’ αυτό και η υπόθεση ότι μια κοινή ταξική κατάσταση θα εκβάλλει σε κοινή συνείδηση και κοινή πρακτική, και ότι η δομικά καθορισμένη τάξη θα μετατραπεί σε ιστορική-κοινωνική τάξη, μόνο σίγουρη δεν είναι: ίσως συμβεί, ίσως όχι.

Αλλά ακόμη κι αν το (δομικά καθορισμένο) προλεταριάτο ή ένα τμήμα του μετατραπεί σε ιστορική τάξη και αναπτύξει ταξική συνείδηση, αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η ταξική του συνείδηση θα περιλαμβάνει και την παράσταση μιας χειραφετητικής υπέρβασης της κεφαλαιακής σχέσης. Ακόμη κι ένα ταξικά συνειδητοποιημένο προλεταριάτο δεν είναι αυτομάτως «επαναστατικό».

Στην καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία, η αστική τάξη και το προλεταριάτο έρχονται σε άμεση αντιπαράθεση μεταξύ τους. Η εκμετάλλευση του προλεταριάτου κατ’αρχήν καθιστά δυνατή την ύπαρξη του κεφαλαίου ως αυτοαξιοποιούμενης αξίας. Οι συγκεκριμένοι όροι κάτω από τους οποίους γίνεται η αξιοποίηση του κεφαλαίου συγκροτούν πεδίο διαρκούς πάλης: η αξία της εργασιακής δύναμης πρέπει να επαρκεί για την κανονική της αναπαραγωγή, αλλά το τι ισχύει ως κανονικό εξαρτάται και από τις αξιώσεις που καταφέρνει να επιβάλλει η εργατική τάξη. Εξίσου ρευστοί και υπό διαμάχη είναι η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, και οι εκάστοτε όροι κάτω από τις οποίους εκτυλίσσεται η διαδικασία παραγωγής. Από αυτή την άποψη, παράλληλα με την κεφαλαιακή σχέση υπάρχει πάντα και η ταξική πάλη, είτε κατονομάζεται ως τέτοια, είτε όχι. Και, ιδίως μέσα στους ταξικούς αγώνες, οι αγωνιζόμενοι μπορούν να διαμορφώσουν ταξική συνείδηση, που ανάλογα με τις ιστορικές περιστάσεις μπορεί να είναι πολύ διαφορετική. Οι ταξικοί αγώνες δεν παίρνουν μόνο τη μορφή μιας άμεσης αντιπαράθεσης μεταξύ αστικής τάξης και προλεταριάτου. Μπορούν επίσης να αφορούν το κράτος, στο μέτρο που το κράτος πρέπει νομοθετώντας να κωδικοποιήσει ή να καταργήσει συγκεκριμένα ζητήματα (περιορισμός της εργάσιμης ημέρας, προστασία από την απόλυση, κοινωνική ασφάλιση κ. λπ. ). Ωστόσο, οι ταξικές συγκρούσεις δεν είναι το μόνο σημαντικό μέτωπο σύγκρουσης στην καπιταλιστική κοινωνία. Για την ανάπτυξη της καπιταλιστικής κοινωνίας, οι συγκρούσεις που αφορούν ζητήματα φύλου, ρατσιστική καταπίεση και τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, είναι εξίσου σημαντικές. Ο παραδοσιακός μαρξισμός, συχνά, θεωρεί τις ταξικές συγκρούσεις συχνά ως τις μόνες πραγματικά σημαντικές κοινωνικές αντιπαραθέσεις. Ο ιταλικός εργατισμός (operaismo), ένα ριζοσπαστικό αριστερό ρεύμα που εμφανίστηκε τη δεκαετία του ’60, έβλεπε στην ταξική πάλη τον καθοριστικό παράγοντα για την καπιταλιστική κρίση. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η επιτυχής επιβολή των διεκδικήσεων της εργατικής τάξης μπορεί να οξύνει ή να προκαλέσει κρίσεις. Ακόμη και αστοί οικονομολόγοι, όπως οι σύγχρονοι Νεοκλασικοί, στην πραγματικότητα τονίζουν αυτή τη συνάρτηση, όταν ως αίτια της κρίσης και της ανεργίας επικαλούνται τους υπερβολικά υψηλούς μισθούς, τα υπερβολικά ισχυρά συνδικάτα και τις (υπερβολικά φιλικές προς τους εργαζομένους) ρυθμίσεις της αγοράς εργασίας. Για την ανάλυση της ανάπτυξης του καπιταλισμού σε μια ορισμένη χώρα και στη διάρκεια μιας ορισμένης ιστορικής περιόδου, η έκταση και οι μορφές της ταξικής πάλης αποτελούν, αναμφίβολα, σημαντικά μεγέθη. Όταν ωστόσο, στο επίπεδο της παρουσίασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στον «ιδανικό μέσο όρο του» (δηλαδή στο επίπεδο της παρουσίασης του Κεφαλαίου του Μαρξ, βλ. 2. 1), αποδίδει κανείς τις κρίσεις μόνο στην ταξική πάλη, σημαίνει ότι παραβλέπει το καθοριστικό στοιχείο της μαρξικής θεωρίας των κρίσεων. Διότι ο Μαρξ ήθελε ακριβώς να δείξει ότι στο κεφάλαιο υπάρχουν εμμενείς τάσεις που οδηγούν σε κρίσεις, ανεξάρτητα από το επίπεδο της ταξικής πάλης. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη κι αν η ταξική πάλη σταματούσε ή καταλάγιαζε, οι κρίσεις θα εμφανίζονταν και πάλι.

Καταρχήν, οι ταξικοί αγώνες είναι αγώνες εντός του καπιταλισμού: το προλεταριάτο αγωνίζεται για να βελτιώσει τους όρους της ύπαρξής του ως προλεταριάτου, δηλαδή για υψηλότερους μισθούς, καλύτερες συνθήκες εργασίας, καλύτερη εργασιακή νομοθεσία κ. λπ. Από αυτή την άποψη, οι ταξικοί αγώνες δεν είναι ένδειξη μιας αδυναμίας του κεφαλαίου ούτε μιας προ των πυλών επανάστασης, αλλά είναι η κανονική μορφή με την οποία κινείται η σύγκρουση μεταξύ αστικής τάξης και προλεταριάτου. Ακόμη και η αιτιολογία πάνω στην οποία βασίζονται τα παραπάνω αιτήματα παραμένει συνήθως εντός του πλαισίου που οριοθετεί ο τριαδικός τύπος: αν το αίτημα, λόγου χάρη,αφορά έναν «δικαιότερο μισθό», τότε αυτό το αίτημα βασίζεται ακριβώς στον παραλογισμό που αποτελεί η μορφή του μισθού (δηλαδή, να φαίνεται ο μισθός σαν πληρωμή για την αξία της εργασίας, και όχι ως πληρωμή για την αξία της εργασιακής δύναμης). Γι’ αυτόν τον παραλογισμό δε, ο Μαρξ είχε ήδη διαπιστώσει ότι αποτελεί το θεμέλιο όλων των παραστάσεων περί δικαιοσύνης που έχουν τόσο οι εργάτες όσο και οι καπιταλιστές (Το Κεφάλαιο 1:500 1:557). Αυτό σημαίνει ότι όταν στην αστική κοινωνία οι άνθρωποι, είτε εργάτες και εργάτριες είτε καπιταλιστές, προσπαθούν να κατανοήσουν ποια είναι τα συμφέροντά τους, αρχικά το πράττουν εντός των φετιχοποιημένων μορφών σκέψης και αντίληψης που κυριαρχούν στην αυθόρμητη συνείδηση της καθημερινής ζωής.

Ωστόσο, οι ταξικοί αγώνες έχουν και μια δική τους δυναμική: μπορούν να οδηγήσουν σε διαδικασίες μάθησης και ριζοσπαστικοποίησης κατά τις οποίες το καπιταλιστικό σύστημα ως όλον τίθεται υπό αμφισβήτηση. Ο φετιχισμός λοιπόν δεν είναι απροσπέλαστος. Κυρίως στην αρχική φάση της επιβολής του σύγχρονου βιομηχανικού καπιταλισμού, οι αγώνες του προλεταριάτου αντιμετωπίστηκαν με βίαιη κρατική καταστολή (π. χ. απαγόρευση της απεργίας και του συνδικαλισμού, διώξεις των ακτιβιστών), βία που συχνά επιτάχυνε τις διαδικασίες ριζοσπαστικοποίησης. Σε σύγκριση με τον δέκατο ένατο και τις αρχές του εικοστού αιώνα, αυτή η άμεση καταστολή έχει υποχωρήσει σε πολλές χώρες, (σε πολλές άλλες ωστόσο εξακολουθεί να έχει σημαντικό ρόλο). Στις χώρες αναπτυγμένου καπιταλισμού σήμερα, υπάρχει μια λίγο πολύ αυστηρή νομική ρύθμιση των μορφών με τις οποίες εκτυλίσσεται η άμεση αντιπαράθεση ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο: η ταξική πάλη επιτρέπεται μεν να λαμβάνει χώρα, όχι όμως να θέτει σε κίνδυνο το σύστημα (έτσι, π. χ. στη Γερμανία το δικαίωμα στην απεργία και το δικαίωμα στον συνδικαλισμό είναι νομικά κατοχυρωμένα, αλλά εξίσου κατοχυρωμένο είναι και το δικαίωμα των επιχειρήσεων να κάνουν λοκ-άουτ. Η ανεξαρτησία των συλλογικών διαπραγματεύσεων είναι επίσης εγγυημένη, αλλά απαγορεύονται οι γενικές πολιτικές απεργίες). Αυτό σημαίνει ότι συγκεκριμένες μορφές αγώνα δεν υφίστανται πλέον την άμεση κρατική καταστολή, ενώ άλλες διώκονται όλο και πιο έντονα.

 

Στην ιστορία του μαρξισμού, έβγαιναν συχνά δύο λανθασμένα συμπεράσματα σχετικά με την τάξη και την ταξική πάλη. Πρώτον, ότι η ταξική θέση συνεπάγεται και ταξική συνείδηση, η οποία αργά ή γρήγορα, και πάντως κατ’ αναγκαιότητα, θα αναπτυσσόταν. Δεύτερον, ότι αυτή η ταξική συνείδηση θα πρέπει να έχει ένα, λιγότερο ή περισσότερο, πάντως οπωσδήποτε «επαναστατικό» περιεχόμενο. Γι’ αυτό και, συχνά, κάθε εμφάνιση της ταξικής πάλης στο προσκήνιο ερμηνευόταν ως προάγγελος της επικείμενης επαναστατικής τελικής σύγκρουσης. Η ιδέα ότι κατά την πορεία της ανάπτυξης του καπιταλισμού το προλεταριάτο αναγκαία θα αναπτυχθεί σε επαναστατική τάξη με ταξική συνείδηση ήταν κοινός τόπος. Μολονότι υπήρξαν μερικές περιπτώσεις στην ιστορία όπου τμήματα της εργατικής τάξης έδρασαν με επαναστατικό τρόπο, ωστόσο τέτοιες καταστάσεις δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας γενικής τάσης του προλεταριάτου να εξελίσσεται σε επαναστατική τάξη, αλλά έκφραση των συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών (για παράδειγμα, στη Γερμανία το 1918 ήταν το αποτέλεσμα της πολεμικής ήττας και της απώλειας της νομιμοποίησης των ως τότε κυρίαρχων αριστοκρατικών, στρατιωτικών κύκλων). Γι’ αυτό και ο επαναστατικός προσανατολισμός τμημάτων του προλεταριάτου παρέμενε πάντα παροδικό φαινόμενο.

Πολλές μαρξιστικές «ταξικές αναλύσεις» όμως που καταπιάνονταν με το ερώτημα «ποιος ανήκει στο προλεταριάτο;» εκκινούσαν από την ιδέα ενός αναπόφευκτου μετασχηματισμού του προλεταριάτου σε επαναστατική τάξη. Και με τον αναλυτικό προσδιορισμό του προλεταριάτου πίστευαν ότι είχαν ανακαλύψει το «επαναστατικό υποκείμενο». Κι επειδή οι πραγματικοί προλετάριοι δεν είχαν συνειδητοποιήσει τον ρόλο τους, χρειάζονταν κάποιον να τους βοηθήσει με υποδείξεις, συνήθως το «κόμμα της εργατικής τάξης» –ένας τίτλος τιμής, που συνήθως πολλοί υποψήφιοι διεκδικούσαν λυσσαλέα.

Aυτά τα δύο λανθασμένα συμπεράσματα, καθώς και η ντετερμινιστική αντίληψη της ιστορίας που βασίζεται σε αυτά, απαντούν και σε ορισμένα από τα έργα του Μαρξ, και προπαντός στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, δηλαδή στο κείμενο που έπαιζε πάντα ένα σημαντικό ρόλο για τον παραδοσιακό μαρξισμό και τα διάφορα κόμματα των εργατών.

Στο Κεφάλαιο ο Μαρξ είναι πολύ πιο προσεκτικός. Ωστόσο, κι εδώ υπάρχει ένας απόηχος του πρώιμου ιστορικού ντετερμινισμού. Στο τέλος του πρώτου τόμου, ο Μαρξ σκιαγραφεί πολύ αδρά, σε τρεις σελίδες, την «ιστορική τάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης» (έτσι ο τίτλος του κεφαλαίου). Αρχικά, ο Μαρξ συνοψίζει την ανάδυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ως απαλλοτρίωση των μεμονωμένων μικρών παραγωγών (μικροαγροτών και τεχνιτών). Στη διάρκεια της λεγόμενης «πρωταρχικής συσσώρευσης», αυτοί χάνουν την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής κι έτσι εξαναγκάζονται να πωλούν την εργασιακή τους δύναμη στους καπιταλιστές. Τότε, πάνω σε καπιταλιστικές βάσεις, τίθεται σε κίνηση ένας εκ θεμελίων μετασχηματισμός της παραγωγικής διαδικασίας: από τις μικρές επιχειρήσεις προκύπτουν μεγάλες, λαμβάνουν χώρα η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, η επιστήμη και η τεχνολογία εφαρμόζονται συστηματικά, γίνεται εξοικονόμηση των μέσων παραγωγής.  και οι εθνικές οικονομίες ενσωματώνονται στην παγκόσμια αγορά. Ο Μαρξ συνεχίζει:

 Με τον διαρκώς µειούµενο αριθµό των κεφαλαιοκρατών µεγιστάνων, που σφετερίζονται και µονοπωλούν όλα τα πλεονεκτήµατα αυτής της διαδικασίας μετατροπής, αυξάνεται η µάζα της αθλιότητας, της καταπίεσης, της υποδούλωσης, του εκφυλισµού, της εκµετάλλευσης, αλλά και της αγανάκτησης της εργατικής τάξης, η οποία διογκώνεται διαρκώς αριθμητικά και διαπαιδαγωγείται, συνενώνεται και οργανώνεται από τον ίδιο τον µηχανισµό της κεφαλαιοκρατικής παραγωγικής διαδικασίας. Το µονοπώλιο του κεφαλαίου καθίσταται τροχοπέδη του τρόπου παραγωγής, που άνθησε µαζί του και υπό την αιγίδα του. Η συγκεντροποίηση των µέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φθάνουν σε ένα σηµείο όπου είναι ασύµβατες µε το κεφαλαιοκρατικό περίβληµά τους. Το περίβληµα αυτό διαρρηγνύεται. Σηµαίνει η νεκρώσιμη καμπάνα της κεφαλαιοκρατικής ατοµικής ιδιοκτησίας. Οι απαλλοτριωτές απαλλοτριώνονται (Το Κεφάλαιο, 1: 716 1:787)

 

Σε αυτό το αδρό σχεδίασμα η εξέλιξη του προλεταριάτου σε επαναστατική τάξη και η ανατροπή της κυριαρχίας του κεφαλαίου εμφανίζονται ως αναπόδραστη διαδικασία. Κι εδώ, σε αυτό ακριβώς το σημείο, ο Μαρξ παραπέμπει σε υποσημείωση στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, όπου έγραφε για την αστική τάξη: «Η κατάρρευσή της και η νίκη του προλεταριάτου είναι εξίσου αναπόφευκτες» (Το Κεφάλαιο, 1:716 1:788).

Στις αρχές του εργατικού κινήματος, παρόμοια μηνύματα έβρισκαν πρόθυμους αποδέκτες, δεδομένου ότι βίωνε κανείς καθημερινά αποκλεισμούς και ταπεινώσεις από αυτήν την ίδια αστική κοινωνία, της οποίας το αναπόφευκτο τέλος προβλεπόταν εδώ. Στον σοσιαλδημοκρατικό Τύπο πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και αργότερα στον κομμουνιστικό Τύπο, αυτό το τρισέλιδο απόσπασμα από τον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου δημοσιευόταν και αναφερόταν συχνά, με αποτέλεσμα να διαμορφώσει καθοριστικά την παράσταση για το περιεχόμενο της μαρξικής ανάλυσης.

Ωστόσο, η ίδια η έρευνα του Μαρξ δεν υποστηρίζει αυτές τις προβλέψεις. Δεν είναι καθόλου σαφές κατά πόσον το µονοπώλιο του κεφαλαίου θα γίνει «τροχοπέδη του τρόπου παραγωγής, που άνθησε µαζί του και υπό την αιγίδα του». Το ότι οι καρποί και το κοινωνικό κόστος της καπιταλιστικής ανάπτυξης κατανέμονται τόσο άνισα δεν αποτελεί εμπόδιο στην καπιταλιστική ανάπτυξη, αλλά μάλλον –όπως ακριβώς δείχνει η μαρξική ανάλυση- είναι προσίδιο μοτίβο της εκτύλιξης της. Και μπορεί μεν να ισχύει ότι το προλεταριάτο αυξάνεται αριθμητικά ως αποτέλεσμα της επιβολής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και ότι κατά κάποιον τρόπο «ενώνεται» και «εκπαιδεύεται» χάρη στη μεγάλη βιομηχανία (σε τέτοιο βαθμό, που το προλεταριάτο έπρεπε να οργανωθεί πολιτικά και συνδικαλιστικά, για να μπορεί να υφίσταται καταρχήν ως προλεταριάτο), αλλά καθόλου δεν συνάγεται από την ανάλυση του Μαρξ ότι αυτό οδηγεί στην αναπόφευκτη διαμόρφωση μιας επαναστατικής τάξης. Αντιθέτως, το Κεφάλαιο μας δίνει τα στοιχεία για να κατανοήσουμε γιατί οι επαναστατικές εξελίξεις είναι τόσο σπάνιες και γιατί η «αγανάκτηση» για την οποία μιλά το παράθεμα δεν οδηγεί άμεσα σε αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό: αναλύοντας τον φετιχισμό, τον παραλογισμό της μορφής του μισθού και τον τριαδικό τύπο, ο Μαρξ έδειξε πώς ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής παράγει μια εικόνα του εαυτού του στην οποία οι κοινωνικές σχέσεις πραγμοποιούνται και στην οποία οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής φαίνεται να πηγάζουν από τους όρους κάθε παραγωγής, έτσι ώστε να είναι δυνατές μόνο οι αλλαγές εντός των καπιταλιστικών σχέσεων. Μια επαναστατική εξέλιξη ίσως προκύψει, δεν αποκλείεται· αλλά αυτό μόνο αναπόφευκτο αποτέλεσμα δεν είναι.

Στο παραπάνω παράθεμα, ο Μαρξ εξάγει συμπεράσματα που οδηγούν σε έναν ιστορικό ντετερμινισμό, που δεν υποστηρίζεται από την μαρξική παρουσίαση των κατηγορικών εννοιών. Από αυτήν την άποψη, το συγκεκριμένο παράθεμα εκφράζει περισσότερο την ελπίδα του Μαρξ παρά την ανάλυσή του. Εν προκειμένω, ο επαναστατικός ενθουσιασμός νίκησε τον ψυχρό επιστήμονα. Ωστόσο, η ίδια η παρουσίαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε καμμία θέση της, δεν εξαρτάται, από αυτά τα αμφίβολα συμπεράσματα: το Κεφάλαιο παραμένει η καλύτερη συμβολή στην κατανόηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Όμως, το εάν και πώς αυτός ο τρόπος παραγωγής θα φτάσει στο τέλος του, δεν είναι εκ των προτέρων προσδιορίσιμο. Εδώ, δεν υπάρχουν βεβαιότητες παρά μόνο ένας αγώνας με έκβαση ανοιχτή σε κάθε ενδεχόμενο.

 

 

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί απόσπασμα  από το βιβλίο του συγγραφέα Το Κεφάλαιο του Καρλ Μαρξ. Εισαγωγή στους τρεις τόμους, FUTURA, Αθήνα 2017 (και συγκεκριμένα την ενότητα 10.3, με πρωτότυπο τίτλο «Τάξεις, ταξική πάλη και ντετερμινισμός της ιστορίας»).

Μετάφραση: Σοφία Λαλοπούλου.

2 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: