Πόσο αγαπάνε τον Ρίτσο οι αυτόκλητοι υπερασπιστές του;

του Άκη Γαβριηλίδη

Απάντηση: καθόλου.

Πεντάρα δεν δίνουν γι’ αυτόν και για την ποίησή του, όπως άλλωστε και για την ποίηση γενικά. Λατρεύουν τον Ρίτσο ως τοτέμ, ως ιερό τέρας, αλλά δεν έχουν ποτέ χαλαλίσει και το χρόνο τους για να τον διαβάσουν. Ούτε καν τώρα, τη στιγμή που δίνουν τον μέχρις εσχάτων αγώνα για να τον προφυλάξουν από τις «εσφαλμένες αναγνώσεις», είναι διατεθειμένοι να μπουν στον κόπο να το κάνουν.

Αυτό το συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε άφοβα από το όλο νταβαντούρι με αφορμή το πρόσφατο σημείωμά μου για το ποιηματάκι που χρησιμοποιήθηκε στη σχολική γιορτή.

Από την πρώτη στιγμή που δημοσιεύτηκε, το σημείωμα πυροδότησε σε πολλούς και πολλές μία λυσσαλέα αντίσταση, έως άρνηση, με έντονα στοιχεία σκανδαλισμού. (Την αντίδραση αυτή ομολογώ ότι δεν την πολυπερίμενα, διότι εγώ όταν το έγραφα υποκειμενικά είχα την αίσθηση ότι δεν λέω κάτι καινούριο, απλώς ξαναλέω ή προεκτείνω πράγματα που έχω ήδη πει δημόσια εδώ και δέκα χρόνια με την Αθεράπευτη Νεκροφιλία. Φαίνεται όμως ότι πριν δέκα χρόνια δεν ήταν τόσο ανεπτυγμένα τα κοινωνικά μέσα). Πολλοί και πολλές λοιπόν άρχισαν αμέσως τις νουθεσίες και τις επιπλήξεις προσπαθώντας να βουλώσουν το ρήγμα που άνοιξε και να με πείσουν, εμένα ή/ και τους άλλους, (κυρίως όμως τους εαυτούς τους), ότι «δεν κατάλαβα καλά», «δεν λέει αυτό ο Ρίτσος», «είμαι υπερβολικός» … Αυτά, βέβαια, οι πιο κόσμιοι· υπήρχαν και άλλοι που δεν έμπαιναν στον κόπο να προσπαθήσουν να πείσουν για τίποτε, απλώς επιδίωκαν το ίδιο αποτέλεσμα μέσα από επιθέσεις προσωπικής απαξίωσης που έφταναν –και συχνά ξεπερνούσαν- τα όρια του λεκτικού λυντσαρίσματος. Κάποια δείγματα μπορεί να δει κανείς στα σχόλια κάτω από το σημείωμα, καθώς και στον προσωπικό μου λογαριασμό στο facebook, όπως βέβαια και –πολύ περισσότερο- σε άλλους λογαριασμούς.

Μέσα όμως στα σχόλια αυτά, τα οποία ήταν ως επί το πλείστον μηδενικού ουσιαστικού ενδιαφέροντος, (η βασική επιχειρηματολογική γραμμή των περισσοτέρων ήταν το «εγώ έτσι το βλέπω»), υπήρξε και ένα το οποίο ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα. Ήταν ένα σχόλιο που ανήρτησε η –άγνωστή μου- κυρία Αλεξάνδρα Τσιόμου (ή Τσιώμου), και το οποίο επισήμαινε ότι οι στίχοι του ποιήματος, όπως δημοσιεύονται στο σημείωμά μου, δεν συμπίπτουν με τη δημοσιευμένη του μορφή· στην έκδοση του «Κέδρου» (και συγκεκριμένα στην 26η: Πρωϊνό Άστρο, σελ. 38-39), οι στίχοι έχουν επακριβώς ως εξής:

 

Μες στο βουβό πηγάδι

του φεγγαριού

σου ’πεσε απόψε

το πρώτο δαχτυλίδι σου

Δεν πειράζει

Αργότερα θα φτιάξεις άλλο

πιο φωτεινό και πιο μεγάλο

Γιατί δεν είναι κοριτσάκι

να μάθεις μόνο

εκείνο που είσαι

εκείνο που έχεις γίνει,

είναι να γίνεις

ό,τι σου λέει

κι ο ρόδινος καρπός που πέφτει

κι η μακρινή σελήνη

στον κοντινό καθρέφτη

Άλλη χαρά

δεν είναι πιο μεγάλη

απ’ τη χαρά που δίνεις.

Να το θυμάσαι, κοριτσάκι.

 

Από την εκδοχή αυτή δηλαδή λείπουν δύο στοιχεία σε σχέση με εκείνη που είχα παραθέσει εγώ, και μάλιστα ακριβώς τα δύο στοιχεία στα οποία βασίζεται όλη η ανάλυσή μου: η φαντασίωση του «γάμου με τον κόσμο» και η παραίνεση να κάνουμε «ό,τι ζητά η ευτυχία του κόσμου».

Η αμφισβήτηση που προέκυπτε για την βασική μου θέση από αυτή την παρατήρηση, είναι πολύ σοβαρή, όπως αντιλαμβάνεται ο καθένας. Ή μάλλον, ακριβώς, όπως θα έπρεπε να αντιλαμβάνεται ο καθένας. Διότι προς έκπληξή μου, διαπίστωσα ότι εκτός από την ίδια την κυρία Τσιώμου και εμένα, ουσιαστικά κανείς άλλος δεν έδωσε πεντάρα για την παρατήρηση αυτή! Και λιγότερο απ’ όλους, εκείνες που διερρήγνυαν –και συνεχίζουν να διαρρηγνύουν- τα ιμάτιά τους για να «προστατεύσουν τους στίχους του Ρίτσου» από τις παρερμηνείες! Ακόμα και άνθρωποι που είχαν αφιερώσει χρόνο και ενέργεια για να αποδείξουν ότι η … φωτογραφία η οποία συνόδευε το κείμενο ήταν «πλαστή», (λες και έχει κανένα νόημα η διάκριση ανάμεσα σε «γνήσιες» και σε «πλαστές» φωτογραφίες), προσπέρασαν αδιάφοροι την πληροφορία αυτή που, αν μη τι άλλο, τους έδινε την ευκαιρία να αμφισβητήσουν την ίδια την καρδιά του επιχειρήματος και όχι κάποιο συνοδευτικό στοιχείο του.

Πού οφείλεται η αδιαφορία αυτή; Ειλικρινά δεν ξέρω. Μάλλον οφείλεται σε βλακεία ή ασχετοσύνη.

Πάντως δεν οφείλεται στο ότι δεν είδαν το σχόλιο. Διότι το ίδιο διάστημα, στο ίδιο νήμα συζήτησης, αλλά και σε άλλα, μαίνονταν ανταλλαγές για θέματα όπως αν το ποίημα είναι «κυριολεκτικό» ή «μεταφορικό», «σοσιαλρεαλιστικό» ή «υπερρεαλιστικό», αν είναι θρησκευτικό ή μιλάει για το όραμα μιας καλύτερης και αλληλέγγυας κοινωνίας κ.ο.κ. Αυτά, βέβαια, για τους πιο σοβαρούς. Διότι οι άλλοι συνέχισαν να προβληματίζονται για σημαντικά κειμενικά ζητήματα όπως το ποιος βρίσκεται από πίσω μου, ποιος με χρηματοδοτεί, ποιοι μετέχουν στη συνωμοσία για να υπονομεύσουν την πίστη του δοκιμαζόμενου ελληνισμού σε οικουμενικές αξίες κ.λπ. Θυμίζοντας τον παίκτη που του δίνουν πάσα για να σουτάρει από ευνοϊκή θέση και αυτός προτιμά να διαμαρτύρεται στο διαιτητή που δεν του έδωσε πέναλτι.

 

Η αδιαφορία λοιπόν αυτή με έπεισε, καταρχάς, ότι οι ενστάσεις που διατυπώθηκαν για την ανάγνωσή μου στο ποίημα του Ρίτσου στερούνται σοβαρότητας από φιλολογική άποψη. Διότι απλούστατα δεν διατυπώνονται από φιλολογική άποψη. Έχουν βάση συναισθηματική ή/ και ιδεολογική· οι άνθρωποι αυτοί υπερασπίζονται απλώς το όνομα του Ρίτσου, και τις δικές τους επενδύσεις που έχουν φορτώσει σε αυτό, απέναντι σε κάτι που αισθάνονται ότι το (τις) απειλεί. Από μία «προσπάθεια αποδόμησής του», όπως λένε –ανακριβώς- τώρα τελευταία στην Ελλάδα.

Αυτή όμως είναι μία μόνο από τις συνέπειες που προκύπτουν από την επισήμανση της κας Τσιώμου. Μία άλλη είναι ότι τώρα πρέπει να βρούμε πώς προέκυψαν αυτοί οι άλλοι στίχοι που βρήκα εγώ στο Διαδίκτυο και παρέθεσα. Διότι βρισκόμαστε μπροστά στο εξής περίεργο φαινόμενο: υπάρχει ένα ποίημα το οποίο έχει εκδοθεί σε έντυπη μορφή από το 1955, έχει κάνει δεκάδες αλλεπάλληλες εκδόσεις, αλλά παράλληλα στο Διαδίκτυο κυκλοφορεί εδώ και χρόνια μία άλλη εκδοχή του ίδιου ποιήματος, η οποία επίσης αποδίδεται στον Γιάννη Ρίτσο, και απαντά σε πολλές διαφορετικές αναρτήσεις, σαφώς περισσότερες από την εκδοχή που υπάρχει στο βιβλίο. Προέρχονται μάλιστα από κατά τεκμήριο σοβαρές πηγές: πολλές έχουν γίνει από φιλολόγους, ενώ μία από αυτές φαίνεται να προέρχεται -ή πάντως να έχει εγκριθεί- από την ίδια την ενδιαφερόμενη, δηλαδή το υπαρκτό πρόσωπο με αφορμή το οποίο γράφτηκαν οι στίχοι αυτοί: την Έρη Ρίτσου. Όπως έγραφα ήδη στο πρώτο σημείωμα, υπάρχει δημοσίευμα σε ιστοσελίδα το οποίο αναγγέλλει την υποψηφιότητα της κας Ρίτσου στις τελευταίες ευρωεκλογές, με τίτλο Η Ρίτσου Έρη μας! Μια αγκαλιά για όλους μας …., και στο οποίο περιλαμβάνεται ακριβώς αυτό το ποίημα του πατέρα της, και κανένα άλλο, στην «πειραγμένη» του εκδοχή –αυτήν δηλαδή που περιλαμβάνει τους στίχους «νὰ παντρευτεῖς τὸν κόσμο μὲς στὸν ἥλιο» και «νὰ γίνεις ὅ,τι ζητάει ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου». Στο δημοσίευμα αυτό, που είναι αρκετά εκτενές, παρατίθενται αρκετές σημερινές φωτογραφίες της κας Ρίτσου, καθώς και μία παλιότερη όπου αυτή εμφανίζεται ως νέα κοπέλα μαζί με τον ίδιο τον ποιητή και –υποθέτω- τη μητέρα της. Από την άποψη που μας ενδιαφέρει εδώ, μπορούμε νομίζω να θεωρήσουμε ότι αυτό το δημοσίευμα ουσιαστικά ισοδυναμεί με (ημι)επίσημη αποδοχή των «παραποιημένων» στίχων. Πάντως όλα αυτά τα χρόνια που είναι αναρτημένο, κανείς δεν βγήκε να διαμαρτυρηθεί ότι κάτι δεν πάει καλά και ότι οι στίχοι δεν είναι οι σωστοί.

 

Ποιος, λοιπόν, πότε, και γιατί δημιούργησε αυτή την παραλλαγή; Στη φάση που βρίσκονται οι έρευνες, δεν μπορώ να απαντήσω τελειωτικά όλα αυτά τα ερωτήματα, αλλά το σίγουρο είναι ότι η διάδοση της παραλλαγής αυτής οφείλεται στον εκπαιδευτικό θεσμό.

Αυτό που μας επιτρέπει να ισχυριστούμε με βεβαιότητα κάτι τέτοιο, είναι μεταξύ άλλων μία έκδοση του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, του 2014, που είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο, με τίτλο «Π.3.2.1 Εκπαιδευτικά σενάρια και μαθησιακές δραστηριότητες, σύμφωνα με συγκεκριμένες προδιαγραφές, που αντιστοιχούν σε 30 διδακτικές ώρες ανά τάξη. Νεοελληνική Λογοτεχνία Β΄ Δημοτικού, Τίτλος: ‘Η μητέρα μου’», και υπογράφεται από την ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΓΕΩΡΓΑΝΤΖΙΑ.

Προς καθησυχασμό παντός ενδιαφερομένου, και ιδίως όσων αγωνιούν ότι υπάρχει κάποιο σατανικό σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για να αλώσει και να υπονομεύσει τις παραδοσιακές εθνικές μας αξίες, επισημαίνω ότι η ανωτέρω έκδοση εντάσσεται στα πλαίσια του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Εκπαίδευση και Διά Βίου Μάθηση» και χρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η γαλανοκίτρινη σημαία της οποίας φιγουράρει υπερηφάνως ως header σε κάθε σελίδα των «σεναρίων».

Ένα από τα εκπαιδευτικά αυτά σενάρια, λοιπόν, προβλέπει τα εξής.

 

Ενθαρρύνουμε τα παιδιά να γνωρίσουν κάποια Νανουρίσματα από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού.

Στη συνέχεια, ανακαλούμε στη μνήμη τους το νανούρισμα του Γ. Ρίτσου «Πρωινό άστρο», μικρό απόσπασμα του οποίου συναντήσαμε στο σχολικό εγχειρίδιο «Γλώσσα Β΄ Δημοτικού» στην ενότητα 2 Με το σεις και με το σας. Ο/Η εκπαιδευτικός προτείνει στα παιδιά να διαβάσουν μεγαλύτερο μέρος του έργου από ιστοσελίδα με στίχους. Προκαλείται συζήτηση, για να ξαναθυμηθούν τα παιδιά για ποιον έγραψε το νανούρισμα αυτό ο Γ. Ρίτσος. «Με ποια ιδιότητα γράφει το ποίημα ο ποιητής και σε ποιον απευθύνεται;», «Ποιο είναι το φύλο του παιδιού;», «Τι ζητάει ο πατέρας από την κόρη του;».

 

Όπως βλέπει ο αναγνώστης, η έκφραση «ιστοσελίδα με στίχους» είναι υπερσύνδεσμος. Η εν λόγω ιστοσελίδα όπου μας παραπέμπει δεν είναι άλλη από το stixoi.info, όπου εμφανίζεται το συγκεκριμένο ποίημα ως τραγούδι, μελοποιημένο από τον συνθέτη Μιχάλη Τρανουδάκη το 1997. Η μορφή που μπορούμε να διαβάσουμε –και να ακούσουμε, μέσω του σχετικού συνδέσμου προς το Youtube- είναι και εδώ η «παραλλαγμένη». Όπως είχε την καλοσύνη να με ενημερώσει ο ίδιος ο Μιχάλης Τρανουδάκης σε προσωπική επικοινωνία, την εκδοχή του ποιήματος την οποία χρησιμοποίησε για τη μελοποίησή του την είχε βρει σε μια συλλογή ποιημάτων από τα αναγνωστικά και τα ανθολόγια του δημοτικού που είχε εκδώσει προ ετών το Υπουργείο Παιδείας.

13479340_1116717245060647_1698213580_n

Φαίνεται λοιπόν ότι, στην πορεία από το τυπωμένο βιβλίο του «Κέδρου» μέχρι το παιδαγωγικό υλικό, υπήρξε μία παρέμβαση, (ή περισσότερες), και το ποίημα με άλλη μορφή ξεκίνησε και με άλλη έφτασε. Είναι ασαφές αυτή τη στιγμή εάν η παρέμβαση έγινε όσο ζούσε ακόμα ο ποιητής και αν ζητήθηκε ή/ και δόθηκε η έγκρισή του. Η έγκριση των κληρονόμων του πάντως τεκμαίρεται ότι έχει ήδη δοθεί.

Παράλληλα, τεκμαίρεται αμάχητα ότι έχει δοθεί συναφώς και η έγκριση όλων των μπάτσων του διαδικτύου, οι οποίοι λυσσάνε όλες αυτές τις μέρες να αποδείξουν ότι όχι, το ποίημα του Ρίτσου είναι άμεμπτο, δεν πάσχει από κανένα ελάττωμα, δεν έχω δίκιο σε όσα του καταλογίζω, και στη λύσσα τους αυτή είναι πρόθυμοι να χρεωθούν την υπεράσπιση όχι μόνο του αρχικού ποιήματος, αλλά και της ακόμα πιο ηθικοπλαστικής παραλλαγής του που παρήγαγε ο κρατικός ιδεολογικός μηχανισμός της ελληνικής εκπαίδευσης (και οικογένειας), με την αγαστή συνεργασία και συγχρηματοδότηση της ΕΕ, προκειμένου να νουθετήσει τα ελληνάκια –και τα μεταναστάκια- που υπάγονται σε αυτόν και να τα οδηγήσει να σκεφτούν γύρω από το καταλυτικό ερώτημα «Τι ζητάει ο πατέρας από την κόρη του».

Οι εν λόγω μπάτσοι του διαδικτύου, λοιπόν, συμμερίζονται ασμένως τους ηθικοπλαστικούς αυτούς σκοπούς· αυτούς θέλουν να προστατεύσουν, και όχι την ποίηση του Ρίτσου ή την φιλολογική ακρίβεια. Όλα αυτά τους φαίνονται επουσιώδη πράγματα, για τους σπασίκλες, «απλώς πολιτισμικά», που δεν έχουν σχέση με την «καθαυτό» πολιτική. Αυτό δείχνει το γεγονός ότι, καταρχάς, κανείς εξ αυτών δεν πρόσεξε αυθόρμητα την ασυμφωνία των στίχων που παρέθεσα με το αρχικό ποίημα, αλλά, επιπλέον, ακόμη και αφού η ασυμφωνία αυτή επισημάνθηκε από άλλον, κανείς δεν την χρησιμοποίησε ως ελαφρυντικό ώστε να μου πει «για στάσου ρε φίλε, ο Ρίτσος δεν λέει αυτά που του καταλογίζεις». Σε κανέναν δεν φάνηκε περίεργο· όλοι θεώρησαν πιστευτό και φυσικό να είναι «Ρίτσος» αυτό το ποίημα.

Κατ’ αυτή την έννοια λοιπόν, δηλαδή από την άποψη της πρόσληψης, το ποίημα αυτό είναι Ρίτσος, εφόσον όλοι αποδέχονται ότι είναι. Από την άποψη πάντως της φιλολογικής ακρίβειας, έκρινα ότι η ηθική της γραφής μού επιβάλλει να ενημερώσω τους αναγνώστες μου πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα, στο βαθμό τουλάχιστον που μπόρεσα μέχρι στιγμής να το διαλευκάνω[1]. Να μπω δηλαδή στον κόπο των αυτόκλητων υπερασπιστών του Ρίτσου, ασχέτως αν αυτοί δεν μπήκαν στον δικό μου –αλλά ούτε καν στον (δεδηλωμένο) δικό τους.

[1] Ευχαριστώ κάποιους παλιούς και λιγότερο παλιούς φίλους που με βοήθησαν σε αυτό το ψάξιμο, και ιδίως τον Μάριο Εμμανουηλίδη, τη Σοφία Λαλοπούλου, τη Λιάνα Μαλανδρενιώτη και τη Μαρία Σαρρή.

6 comments
  1. Μια χαρά τον αγαπάνε τον Ρίτσο πάντως. Και εδώ που τα λέμε, μια που ξοδέψατε τόσο χρόνο και κάνατε τόση έρευνα, είναι κρίμα που δεν πέσατε και πάνω στην πρώτη έκδοση του ποιήματος «Πρωϊνό άστρο» του 1955, όπου θα βλέπατε πως οι στίχοι είναι οι παρακάτω:
    Μες στο βουβό πηγάδι
    του φεγγαριού
    σούπεσε απόψε
    το πρώτο δαχτυλίδι σου.

    Δεν πειράζει.
    Αργότερα θα φτιάξεις άλλο
    να παντρευτείς τον κόσμο μες στον ήλιο.

    Γιατί δεν είναι, κοριτσάκι,
    να μάθεις μόνο,
    εκείνο που είσαι
    εκείνο που έχεις γίνει,
    είναι να γίνεις
    ό,τι ζητάει
    η ευτυχία του κόσμου,
    είναι να φτιάχνεις κοριτσάκι,
    την ευτυχία του κόσμου.

    Άλλη χαρά δεν είναι πιο μεγάλη
    απ’ τη χαρά που δίνεις.

    Να το θυμάσαι κοριτσάκι.

    Έτσι λοιπόν κανείς δεν άλλαξε τον Ρίτσο εκτός απ’ τον ίδιο τον Ρίτσο

    • Α.Γ. said:

      Ειλικρινά σας ευχαριστώ πάρα πολύ για αυτή την παρέμβαση, η οποία, βάζοντας τα πράγματα στη θέση τους, με δικαιώνει απόλυτα και εκθέτει ανεπανόρθωτα όσους με κατηγόρησαν για ανακριβή παράθεση.
      Απ’ ό,τι βλέπω λοιπόν, το κείμενο του ποιήματος στην αρχική έκδοση του 55 συμπίπτει απολύτως με αυτήν που παρέθεσα στο αρχικό μου δημοσίευμα. Χαίρομαι πραγματικά που τον Ρίτσο τον άλλαξε ο ίδιος ο Ρίτσος, άρα όχι εγώ.
      Σας ευχαριστώ και πάλι.

  2. Α, και ξέχασα: Όσο για το παιδαγωγικό υλικό, κανένα Υπουργείο Παιδείας δεν έχει ζητήσει ποτέ τη δική μου έγκριση να συμπεριλάβει την α ή τη β εκδοχή των στίχων στα βιβλία του Δημοτικού σχολείου, οπότε κακώς «τεκμαίρεται».

    • Α.Γ. said:

      Πράγματι, κακώς τεκμαίρεται κάποια συμφωνία σας με τη μορφή του ποιήματος που χρησιμοποιείται στο εκπαιδευτικό υλικό. Αλλά αυτό απλούστατα συμβαίνει διότι, με βάση όσα εσείς η ίδια λέτε, η μορφή αυτή είναι ακριβώς εκείνη με την οποία το εξέδωσε ο ίδιος ο ποιητής το 1955! Άρα λοιπόν δεν υπάρχει πλέον καμία ανάγκη να ψάξουμε πώς έγινε η «παραποίηση», εφόσον δεν υπάρχει καμία παραποίηση.
      Θα ήταν πάντως χρήσιμο από φιλολογική άποψη να καταθέτατε, εάν γνωρίζετε, κάποια πληροφορία που να εξηγεί πώς προέκυψε η άλλη εκδοχή την οποία αναφέρει η κα Τσιώμου, η οποία απαντά στην 26η έκδοση και από την οποία λείπουν οι στίχοι «να παντρευτείς τον κόσμο μες στον ήλιο» και «να γίνεις ό,τι ζητάει η ευτυχία του κόσμου». Για ποιο λόγο το άλλαξε ο Ρίτσος;

      • Το για ποιο λόγο το άλλαξε ο Ρίτσος δεν μπορώ να το ξέρω. Πιθανώς να είχε «second thoughts». Νομίζω όχι του δικού σας τύπου γιατί δεν θα ταίριαζαν με την ιδεολογία του. Γεγονός πάντως είναι πως δούλευε πολύ τα ποιήματά του μέχρι να τους δώσει την τελική τους μορφή. Εικάζω, πως επειδή το συγκεκριμένο ποίημα γράφτηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και υπό το κράτος της χαράς της όψιμης πατρότητας, μάλλον δεν θα είχε χρόνο να το επεξεργαστεί, μια που ήθελε «να μου το χαρίσει» και τις αλλαγές τις έκανε αργότερα όταν πια το βιβλίο είχε τυπωθεί. Να πω την αλήθεια, δεν θυμάμαι σε ποια έκδοση έγιναν οι αλλαγές και δεν έχω τη δυνατότητα να το ψάξω τώρα στην ωραία Σάμο όπου βρίσκομαι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: