1915: Ο διχασμός ως έξοδος και ως λιποταξία

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Τη χρονιά που πέρασε –την εκατοστή επέτειο από τα γεγονότα- κυκλοφόρησε το βιβλίο τού Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου 1915. Ο εθνικός διχασμός (Πατάκη, Αθήνα 2015). Πρόκειται για ένα βιβλίο που εξαρχής αυτοπαρουσιάζεται με αρκετά «υψηλό προφίλ» και με κάποια συγκινησιακή φόρτιση: ο συγγραφέας πιστώνει στον εαυτό του μία ερμηνεία (και όχι μια απλή εξιστόρηση) για το φαινόμενο του διχασμού, και μάλιστα κατ’ αυτόν τη μόνη άξια λόγου ερμηνεία, εφόσον από την πρώτη ήδη σελίδα απορρίπτει όλες τις άλλες που διάβασε τα τελευταία χρόνια ως «απογοητευτικές». Εκφράζει μάλιστα και σχετικό παράπονο για το ότι η ερμηνεία αυτή «δεν προκάλεσε συζήτηση».

Αυτό δεν είναι πρόβλημα. Καλά κάνει. Το σημείωμα αυτό δεν το γράφω για να πω ότι πρέπει να είμαστε σεμνοί. Αντιθέτως, το γράφω ακριβώς ώστε από τη μεριά μου να «σηκώσω το γάντι» αυτής της πρόκλησης, να κάνω συζήτηση γύρω από αυτή την ερμηνεία και να αντιπροτείνω μία άλλη, δική μου.

Αυτή η άλλη ερμηνεία είναι η εξής: ότι τον εθνικό διχασμό (του 1915 και, ίσως, κάθε άλλον) δεν πρέπει να τον δούμε ως μία σύγκρουση ανάμεσα σε δύο εναλλακτικά «προτάγματα» για το τι είδους κράτος επιθυμούμε. Πρέπει να τον δούμε, ριζικότερα, ως τον διχασμό ανάμεσα στην επιθυμία του κράτους και την μη επιθυμία του κράτους (ή την επιθυμία του μη κράτους). Το διχασμό δεν τον προκαλεί μία διαφωνία γύρω από το πώς να οργανώσουμε το κράτος, αλλά τον προκαλεί η τάση της αποδιοργάνωσής του, η τάση των ανθρώπων όχι να αναλάβουν τον έλεγχο του κράτους αλλά να εκφύγουν εκείνοι από τον δικό του έλεγχο. Πρέπει να διαβάσουμε το διχασμό ως μια έκφραση της «τέχνης τού να μην κυβερνάσαι».

Αμέσως μόλις το πω αυτό, βέβαια, δεν είμαι εντελώς σίγουρος κατά πόσο η ερμηνεία αυτή είναι πραγματικά «άλλη» και «δική μου». Είναι μια ερμηνεία που ουσιαστικά ενυπάρχει στο βιβλίο του Μαυρογορδάτου, ή μπορεί να συναχθεί. Ασφαλώς δεν τη βρίσκουμε πουθενά διατυπωμένη με αυτά τα λόγια. Βρίσκουμε όμως πλούσιο υλικό για να τη στηρίξουμε. Μία από τις αρετές –όχι η μόνη- του βιβλίου αυτού είναι ότι δεν προσπερνά ούτε λογοκρίνει τις εκδηλώσεις αυτής της τάσης, τους δίνει χώρο και σημασία όσο κανείς άλλος ιστορικός εξ όσων έχω υπόψη μου. Έτσι, μολονότι στο επίπεδο των ερμηνειών ο Μαυρογορδάτος φραστικά ακολουθεί τον απαράκαμπτο εγελιανισμό της νεωτερικής ιστοριογραφίας, κατά τον οποίο επίκεντρο, έσχατο νόημα και τέλος της ιστορίας είναι πάντα το κράτος, στο επίπεδο της αφήγησης μας παρέχει όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία, με μία λοξή, αποδομητική ανάγνωση μπορούν να οδηγήσουν στην υπονόμευση αυτής της κρατικής εσχατολογίας.

Δείγμα τόσο της πρώτης, όσο και της δεύτερης διάστασης αποτελεί η πραγμάτευση του 3ου κεφαλαίου, που έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ο διχασμός ως κρίση εθνικής ολοκλήρωσης» (ήδη από τον τίτλο εγκαθίσταται η τελεολογική οπτική: η ιστορία είναι μία πορεία του έθνους-κράτους προς την «ολοκλήρωσή» του. Αυτή είναι η «φυσική» εξέλιξη, η ομαλότητα, ενώ οτιδήποτε λιγότερο απ’ αυτό είναι ημιτελές, ανώμαλο, παρεκκλίνον –και αυτή η παρέκκλιση είναι ο διχασμός). Ωστόσο, στην ίδια την πραγμάτευση βρίσκουμε μία πολύ πιο προσεκτική και απερίφραστη ανάδειξη του γεγονότος ότι το έθνος συνεπιφέρει πάντοτε ως αναγκαία διάσταση, και όχι ως εξωτερικό συμβεβηκός, την «εμφύλια σύγκρουση μεταξύ ομοεθνών» και την «συντριβή των κάθε λογής αντιστάσεων ‘διά πυρός και σιδήρου’» (σ. 189).

Οι δύο διαστάσεις βρίσκονται παραδειγματικά συμπυκνωμένες στο παρακάτω χωρίο:

 

Κατά κανόνα, το ιστορικό αίτημα της εθνικής ολοκλήρωσης και της δημιουργίας εθνικού κράτους προϋποθέτει και υποδηλώνει κάποια εθνική ομοφωνία μόνο σε ένα πολύ γενικό και αφηρημένο επίπεδο. Πρακτικά, και συγκεκριμένα, συνεπάγεται αναπόφευκτα διαμάχη και σύγκρουση. Γιατί θέτει αναγκαστικά και πιεστικά το ζήτημα: με ποια μορφή και με ποια στρατηγική, δηλ. σε τελευταία ανάλυση από ποιον ιστορικό φορέα θα αναληφθεί και θα ελεγχθεί η πραγμάτωση του αιτήματος (ό.π.).

 

Δεν έχω λοιπόν καμία αντίρρηση για την ανάδειξη της γενικότητας του εθνικού στόχου και της αναπόφευκτης διαμάχης που συνεπάγεται. Μια γενικότητα η οποία μάλιστα οδηγεί το συγγραφέα να απορρίψει –ορθότατα- την «εμμονή στο πολύ γενικό επίπεδο ενός μονοσήμαντου, υποτίθεται, εθνικισμού» στη βάση τού ότι «συσκοτίζει και στομώνει πρόωρα την ιστορική ανάλυση». Το συμπέρασμα αυτό συμπίπτει απολύτως με εκείνο στο οποίο είχα καταλήξει κι εγώ σε ανύποπτο χρόνο εξετάζοντας ένα διαφορετικό (ή ίσως όχι τόσο διαφορετικό) ζήτημα: την ανάδυση του «νεοποντικού κινήματος». Ότι δηλαδή η απλή επίθεση της ετικέτας «εθνικισμός» όχι μόνο δεν αρκεί για να ερμηνεύσει εξαντλητικά ένα φαινόμενο, αλλά αντιθέτως μπορεί να αποβεί παραπλανητική· και ότι αυτό που πρέπει επιπλέον, και κυρίως, να εξετάσουμε είναι τι θέλουν να κάνουν οι άνθρωποι όταν υιοθετούν ένα λεξιλόγιο και ένα σύνολο επιτελέσεων που μπορεί – έστω δικαίως- να θεωρηθεί εθνικιστικό. Ωστόσο, θεωρώ επιπλέον ότι ούτε η αναφορά στη διαφωνία περί της στρατηγικής και του φορέα της πραγμάτωσης είναι αυτή που μπορεί να απαντήσει το ερώτημα και να λύσει τα αινίγματα των διχασμών του εθνικού υποκειμένου.

Εν προκειμένω, ας πούμε, ακόμη και αν βασιστούμε στα δύο αυτά στοιχεία, μένουμε με το εξής «αίνιγμα»: τόσο οι βενιζελικοί, όσο και οι βασιλικοί διατυμπάνιζαν την προσήλωσή τους στα δίκαια και στη δόξα του έθνους. Ωστόσο, μισήθηκαν λυσσαλέα μεταξύ τους, σφάχτηκαν μεταφορικά και κυριολεκτικά, ίδρυσαν χωριστά κράτη με πραγματικά –αν και μη τυπικώς αναγνωρισμένα- σύνορα, συγκρότησαν χωριστούς στρατούς και διεξήγαγαν χωριστούς πολέμους, κηρυγμένους και ακήρυκτους, ενίοτε και μεταξύ τους. Πώς εξηγείται αυτό;

Ο Μαυρογορδάτος, στην ερμηνεία του, επικαλείται τέσσερις σειρές αιτιών. Η πρώτη είναι η θεώρηση του Βενιζέλου (κατά δεύτερο λόγο και εξ αντανακλάσεως, επίσης του Κωνσταντίνου) ως «χαρισματικού ηγέτη κατά την έννοια του Μαξ Βέμπερ». Πρόκειται για τη γραμμή εξήγησης για την οποία φαίνεται να είναι περισσότερο περήφανος ο συγγραφέας, αλλά και η οποία είναι η λιγότερο ενδιαφέρουσα από την άποψη που εκτίθεται εδώ.

Οι άλλες τρεις, που εκτίθενται σε αντίστοιχα κεφάλαια (3 ως 5), προκύπτουν από τη θεώρηση του διχασμού ως α) κρίσης εθνικής ολοκλήρωσης, όπως ήδη αναφέρθηκε, β) ταξικής σύγκρουσης, γ) εμφύλιου πολέμου.

Σε όλα όμως αυτά τα κεφάλαια, και ιδίως στο τελευταίο, από την παράθεση του υλικού αναδεικνύεται ένα άλλο επίμονο θέμα το οποίο δεν αξιώθηκε δικό του ανεξάρτητο κεφάλαιο, αλλά κατά τη γνώμη μου εξηγεί και υποστηρίζει όλες τις άλλες διαστάσεις: είναι το θέμα της εξόδου και της λιποταξίας των μαζών από την κρατική μηχανή, και ιδίως από τον τακτικό στρατό και την υποχρεωτική ένταξη σε αυτόν.

Εάν προσθέσουμε αυτή τη διάσταση, αυτό το κομμάτι του παζλ που λείπει, το φαινομενικά μυστηριώδες κρυπτογράφημα γίνεται απολύτως ευανάγνωστο.

Πραγματικά, οι εξελίξεις του διχασμού τού 1915, ιδίως μετά από έναν αιώνα κατά τον οποίο έχουν μεσολαβήσει πράματα και θάματα (μεταξύ αυτών δε και ένας άλλος εθνικός διχασμός γύρω από έναν τελείως διαφορετικό άξονα, για τον οποίο διεξάγονται παθιασμένες συζητήσεις μέχρι και σήμερα), μας φαίνονται κάπως ακατανόητες και σχεδόν γραφικές. Για ποιο λόγο ένα έθνος να διχαστεί απλώς και μόνο επειδή κάποιοι θαυμάζανε τον Βενιζέλο και κάποιοι τον Κωνσταντίνο; Είναι τόσο σοβαρός λόγος αυτός;

Ισχυρίζομαι ότι η όποια «λατρεία προς τον Κωνσταντίνο» δεν ήταν η αιτία, αλλά απλώς το σύμπτωμα του αντιβενιζελισμού και του διχασμού. Ο αντιβενιζελισμός ήταν απλώς η αποκρυστάλλωση και το όχημα της επιθυμίας εξόδου των λαϊκών μαζών από τον ζουρλομανδύα του έθνους κράτους, της απροθυμίας τους να διακινδυνεύσουν τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή τους μετέχοντας σε έναν πόλεμο σε ένα μακρινό μέρος –ή σε περισσότερα μακρινά μέρη- με τα οποία δεν ένιωθαν να τους συνδέει τίποτε και από την τυχόν κατάκτηση των οποίων δεν είχαν να προσδοκούν κάποιο όφελος. Ο «φιλοκωνσταντινισμός» ήταν απλώς η εδαφικοποίηση της απεδαφικοποίησης που προηγήθηκε. Πάντοτε η αντίσταση έρχεται πρώτα, η αιχμαλώτισή της ακολουθεί.

 

Για να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα: κάποια από τα επιμέρους «μυστήρια» του διχασμού είναι και τα εξής.

α) «Ο Βενιζέλος ήταν βέβαιος ότι, χάρη στις διπλωματικές του επιτυχίες, με επιστέγασμα τη Συνθήκη των Σεβρών, θα κέρδιζε τις εκλογές που έγιναν τελικά την 1η Νοεμβρίου 1920. Το ίδιο πίστευαν και οι περισσότεροι συνεργάτες του, καθώς και οι ξένοι. Η οικτρή διάψευση αυτών των προβλέψεων μοιάζει έκτοτε σχεδόν ανεξήγητη» (σ. 125· η υπογράμμιση δική μου).

β) Στις ίδιες εκλογές, παρατηρήθηκε κάτι ακόμα «σχεδόν ανεξήγητο» με τα μοντερνιστικά-ορθολογιστικά κριτήρια του διαφωτισμού και των προταγμάτων (με τα κριτήρια όσων φαντάζονται ότι η αιτία για την οποία ψηφίζει ο κόσμος τα διάφορα κόμματα είναι τα προγράμματά τους): η φερόμενη ως «ανίερη συμμαχία» μεταξύ αριστεράς και φιλοβασιλικών.

γ) Οι αντιβενιζελικοί, ακόμη και μετά την εκλογική τους αυτή επιτυχία, δεν σταμάτησαν τη μικρασιατική εκστρατεία.

δ) Νωρίτερα, και συγκεκριμένα μετά την άρση τού με στενή έννοια διχασμού και την επανένωση των δύο κρατών, «οι Φιλελεύθεροι φαντάστηκαν ότι η εσωτερική κατάσταση θα εξομαλυνόταν σε όφελος της πανεθνικής πολεμικής προσπάθειας. Σ’ αυτό γελάστηκαν οικτρά». Ακόμα λοιπόν μια ανεξήγητη οικτρή διάψευση: παρόλο που ο Κωνσταντίνος είχε διωχθεί από το θρόνο και από την ίδια τη χώρα, ο κόσμος συνέχισε να λιποτακτεί, τόσο με τη στενή, σωματική έννοια –της φυγοστρατίας- όσο και με τη γενικότερη της εξόδου, της μη προσέλευσης στο ραντεβού της «πανεθνικής πολεμικής προσπάθειας».

Όλα αυτά λοιπόν τα φαινομενικά σκανδαλώδη και ανεξήγητα, καθίστανται απολύτως εξηγήσιμα εάν κάνουμε μία πολύ απλή κίνηση: να λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψη την επιθυμία εξόδου –ή μη εισόδου- των μαζών στο έθνος κράτος, και να την θεωρήσουμε ως έναν αυτόνομο και αυτοτελή παράγοντα στην ιστορία. Ή ίσως, στην μη ιστορία, στο μπλοκάρισμα της ιστορίας με την επίσημη έννοια του όρου.

Τα παραπάνω μυστήρια δεν είναι ικανοποιητικό να εξηγηθούν με την ταυτολογική επίκληση εξίσου μυστηριωδών παραγόντων όπως η «ανωριμότητα» ή η «καθυστέρηση» του λαού που δεν κατάλαβε τον μεγαλοφυή εκσυγχρονιστή ηγέτη, τα «προνεωτερικά/ οθωμανικά κατάλοιπα», η «κόπωση» του λαού από τους συνεχείς πολέμους, η πολιτική ιδιοτέλεια και ο καιροσκοπισμός των αντιπάλων του κ.τ.τ.

Εξίσου όμως σε λογικά και πραγματικά αδιέξοδα καταλήγει κατά τη γνώμη μου οποιαδήποτε προσπάθεια «ταξικής ερμηνείας» του φαινομένου του διχασμού –εάν τουλάχιστον με αυτό εννοούμε τη σύνδεση του καθενός εκ των δύο πόλων με κάποια κοινωνική μερίδα, τάξη ή συνασπισμό τάξεων των οποίων υποτίθεται ότι θα αποτελούσε έκφραση ή θα εξέφραζε τα συμφέροντα. Ο Μαυρογορδάτος έχει υπόψη του αυτές τις ερμηνείες και τις αναφέρει, αλλά αυτό, πέρα από το να δείχνει την βιβλιογραφική του ενημέρωση και την αμεροληψία του, δεν φαίνεται να κομίζει κάποιο άλλο ιδιαίτερο όφελος. Και εδώ λοιπόν φαίνεται ότι η ταξική ερμηνεία θα μπορούσε, και θα έπρεπε, να νοηθεί με την έννοια την οποία προσδιόρισε ο Ζακ Ρανσιέρ σε ένα παράθεμα το οποίο έχω χρησιμοποιήσει ήδη αρκετές φορές σε διάφορα σημειώματα: ότι «ο σημαντικότερος ταξικός αγώνας των ανθρώπων είναι ο αγώνας τους για να πάψουν να αποτελούν τάξη». Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις επιθυμίες του κράτους και του μη κράτους δεν διακρίνει κάποιες ομάδες ανθρώπων από άλλες ομάδες ανθρώπων. Συνηθέστερα και οι δύο επιθυμίες συνυπάρχουν στους ίδιους ανθρώπους σε διάφορες στιγμές ή διαστάσεις της ύπαρξής τους. Απλώς οι ιστορικοί και οι λοιποί κοινωνικοί επιστήμονες προσέχουν μόνο την πρώτη, σχεδόν ποτέ τη δεύτερη.

Θα ήταν λοιπόν πολύ πιο εύλογο να αποδώσουμε πρωταρχική λειτουργία και καθεστώς αυτοτελούς ερμηνευτικού παράγοντα στην επιθυμία των μαζών να ξεφύγουν από το έθνος κράτος και τις ταξινομήσεις του. Με αυτή την κίνηση νομίζω ότι ταιριάζουν όλα πολύ καλύτερα. Και, επιπλέον, με βάση αυτή την αντιστροφή της αξιολόγησης και της σχέσης αιτίου-αιτιατού, μπορούμε να αναλάβουμε το έργο μίας επανεξέτασης πολλών διατυπώσεων από το βιβλίο του Μαυρογορδάτου, είτε δικών του είτε σε άμεσα ή έμμεσα παραθέματα, και να τις αντιστρέψουμε με βάση αυτή τη λογική. Θα δούμε και εκεί ως διά μαγείας η ακατανοησία να εξαλείφεται.

Για παράδειγμα: στην πραγματικά εντυπωσιακή 3η ενότητα του 5ου κεφαλαίου, η οποία φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Στασιαστές, λιποτάκτες, προδότες», εκτίθεται ένα ευρύτατο δείγμα αντιστάσεων στη στράτευση, λιποταξιών, αλλά και ευθέων στάσεων που έλαβαν χώρα κατά τη δεκαετία του 1910 ανεξάρτητα οι μεν από τις δε σε μέρη τόσο διαφορετικά όπως η Λαμία, η Νάξος και η Χαλκιδική, και στις οποίες εμπλέκονταν χιλιάδες στρατεύσιμοι. Αναφέρεται εκεί ότι

 

Ο Βενιζέλος προσδιόρισε με αμείλικτη ακρίβεια τη γενικότερη σημασία που έπρεπε να αποδοθεί στα στασιαστικά φαινόμενα. (…) διακήρυξε ότι η κυβέρνηση θα «κατασυντρίψη» κάθε αντίδραση με την οποία «… επιδιώκεται αφ’ ενός μεν να καταστή ανίκανος η Ελλάς να νικήση, αφ’ ετέρου δε να διευκολυνθή η νίκη των κληρονομικών αυτής εχθρών, επί τη τερατώδι [sic] ελπίδι ότι τοιαύτη της Ελλάδος καταστροφή δύναται να αγάγη εις παλινόρθωσιν του εκπτώτου Βασιλέως …» (σ. 298-9· τα πλάγια στοιχεία στο πρωτότυπο).

 

Ο Βενιζέλος εδώ, ως τυπικός homme d’Etat, κωδικοποιεί ακριβώς αντίστροφα τη σχέση σκοπών και μέσων: αδυνατεί –ή παριστάνει ότι αδυνατεί- να ακούσει τι του λένε οι λιποτάκτες, και το πλήθος το οποίο αυτός επιχειρεί να συγκροτήσει σε λαό του αλύτρωτου έθνους του. Δεν είναι ότι οι στρατιώτες λιποτακτούσαν επειδή ήταν βασιλικοί, ή με σκοπό να προκαλέσουν ήττα και έτσι να ξαναφέρουν το βασιλιά. Λιποτακτούσαν γιατί έτσι, διότι αυτό ήταν αυτοσκοπός γι’ αυτούς· ήταν μία εκδήλωση της τέχνης τους να μην κυβερνώνται. Αυτό ήταν το πρωταρχικό γι’ αυτούς, και η επιλογή της φιλοβασιλικής ψήφου ήταν μία –όχι η μόνη- δευτερογενής αποκρυστάλλωση αυτής της πρωταρχικής επιθυμίας, ένα πρόσφορο μέσο για την εξυπηρέτησή της. Γι’ αυτό και, εάν «οπλίται τινές … λαβόντες τα όπλα περιεφέροντο εις τας οδούς [της Λαμίας] πυροβολούντες και άδοντες άσματα αντιπατριωτικά», αυτές οι προδοτικές συμπεριφορές δεν έπαυσαν ούτε και όταν ο βασιλέας Αλέξανδρος ή ο φιλοβασιλικός στρατηγός Καλλάρης, «που ξεχώριζε για τη μετριοπάθεια και την ακεραιότητά του», τους εξόρκισαν να τις εγκαταλείψουν και να επανέλθουν στο μαντρί του «πανεθνικού αγώνα». Ελλείψει καλύτερης και συνεκτικότερης εξήγησης, νομίζω ότι η πιο εύλογη ερμηνεία αυτής της απείθειας είναι η εξής: ότι οι φαντάροι αυτοί δεν δίνανε πεντάρα για τον πανεθνικό αγώνα και για τις Ελλάδες των δύο ηπείρων ή των επτά γαλαξιών.

Αυτό δεν είναι κάτι «βουβό» ή μυστικό. Είναι κάτι που έχει διατυπωθεί, έχει τεθεί στον δημόσιο λόγο. Δεν έχουμε παρά να ακούσουμε το λόγο του πλήθους, ή να τον διαβάσουμε σήμερα σε ένα από τα πολλά δείγματα που παραθέτει ο Μαυρογορδάτος –ο οποίος άλλωστε δεν παραλείπει να σημειώσει ότι «ένα μεγάλο μέρος του έθνους εξακολουθούσε να βλέπει αδιάφορα ή εχθρικά το μεγάλωμα της Ελλάδας» (222):

 

«Δεν-τα-θέλομε!» κραύγαζε ρυθμικά στην Αθήνα το Αντιβενιζελικό πλήθος για τη Θράκη και τη Σμύρνη (σ. 223).

 

Για να δει και να ακούσει βέβαια κανείς αυτόν τον λόγο, χρειάζονται αυτιά και μάτια κάπως πιο εξασκημένα από εκείνα της Πηνελόπης Δέλτα, η οποία, δίκην άλλης Μαρίας Αντουανέττας, σημείωνε σχετικά στο ημερολόγιό της με χαρακτηριστική αριστοκρατική περιφρόνηση –και αφέλεια:

 

Με τι δικαίωμα η άμορφη αυτή αγέλη ρίχνει στη σκλαβιά εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες; Με τι δικαίωμα παραιτείται από ελληνικά μέρη; «Δεν-τα-θέλομε!» Ποιος σας ρώτησε αν τα θέλετε; Και με τι δικαίωμα, Πλακιώτες στενόψυχοι, αποφασίζετε πως δεν θέλετε την ένωση της φυλής; (Π.Σ. Δέλτα, Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος, Αθήνα: Ερμής 1978, σ. 78· παρατίθεται στο Μαυρογορδάτος σ. 223).

 

Δυστυχώς για την «ένωση της φυλής» και την ευαίσθητη οπαδό της, το «δικαίωμα» με το οποίο η «άμορφη αγέλη» μπορεί να αρνηθεί την ένωση αυτή είναι απλούστατα η ίδια αυτή έγκλησή της στην εν λόγω φυλή, και, ακόμα περισσότερο, το γεγονός ότι για την κατάκτηση των εν λόγω «ελληνικών μερών», αυτή η αγέλη είναι που θα κληθεί να χύσει το αίμα της. Μπορεί λοιπόν κάποτε να αποφασίσει να μην το χύσει.

Ο σκανδαλισμός και η ανυπομονησία της μεγαλοαστής Δέλτα μπροστά στην άρνηση του ανώριμου και ανόητου λαού της να κατανοήσει και να ακολουθήσει τα εθνικά και, ταυτόχρονα, ευρωπαϊκά πεπρωμένα του ελληνισμού, και να υποβληθεί στις απαραίτητες θυσίες, θα έλεγα ότι δεν είναι κάτι τόσο μακρινό και ξένο προς ανάλογα φαινόμενα που παρατηρούνται έναν αιώνα αργότερα.

 

Όπως κι αν έχει, το βιβλίο του Μαυρογορδάτου είναι πραγματικά ευπρόσδεκτο καθόσον αναδεικνύει όλο αυτό το υλικό όπως του αξίζει, και ιδίως καθόσον υπογραμμίζει –όχι για πρώτη φορά- τον κρίσιμο και αγνοημένο ρόλο των Επιστράτων ως της πρώτης μαζικής πολιτικής οργάνωσης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Ακριβώς όμως γι’ αυτό, ακριβώς δηλαδή απ’ τη στιγμή που η εν λόγω οργάνωση συγκροτήθηκε στη βάση της προηγούμενης επιστράτευσης ως μόνης κοινής (τραυματικής) ιδιότητας και εμπειρίας των μελών της, ίσως θα μπορούσαμε να αναμένουμε μια κάπως μεγαλύτερη ανάδειξη της λιποταξίας και της εξόδου ως ιστορικού παράγοντα αυτοτελούς και τουλάχιστον εξίσου σημαντικού με την επιθυμία για αυτό ή το άλλο κράτος. Δεν πειράζει όμως: κανένας λόγος ποτέ δεν είναι τόσο πλήρης ώστε να συνάγει ο ίδιος όλα τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την εκτύλιξή του την ίδια στιγμή που εκτυλίσσεται. Γι’ αυτό λοιπόν κρίνω χρήσιμο να συνάγω εγώ ένα συμπέρασμα: το βιβλίο αυτό είναι σημαντικό διότι μας επιτρέπει να επεκτείνουμε χρονικά και προς τα πίσω τη θεωρία περί αυτονομίας της μετακίνησης και περί απεδαφικοποίησης, ως ερμηνευτικού νήματος για την κατανόηση του ελληνικού εικοστού αιώνα. Μια ερμηνεία την οποία εξ όσων γνωρίζω διατύπωσα πρώτος και μόνος εγώ στο βιβλίο μου για τους Εποίκους. Φυσικά ούτε αυτή προκάλεσε μέχρι στιγμής οποιαδήποτε συζήτηση εξ όσων γνωρίζω. Όμως, δεν πειράζει διότι κ.λπ. κ.λπ.

untitled

2 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: