Ήταν τελικά ο Τσίπρας ένας «λαϊκιστής» που «αθέτησε τις υποσχέσεις του»;

του Άκη Γαβριηλίδη

Μία πολύ διαδεδομένη αφήγηση για τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, την οποία διακινούν με εμφανή απόλαυση και αίσθηση ανωτερότητας διάφοροι σχολιαστές από τα δεξιά και από τα αριστερά, είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε και αποτελεί το «νέο ΠΑΣΟΚ», διότι ακολουθεί και αυτός την ίδια πορεία που διήνυσε εκείνο: κατέκτησε την εμπιστοσύνη του λαού με έναν ριζοσπαστικό λόγο που «χάιδευε αυτιά» και «μοίραζε υποσχέσεις», αλλά μόλις ανήλθε στην εξουσία άσκησε μία πολύ λιγότερο ριζοσπαστική πολιτική και δεν εκπλήρωσε τις υποσχέσεις αυτές. Οι ίδιοι σχολιαστές σπεύδουν να διαγνώσουν, με εμφανή λύπη και σιωπηρή χαιρεκακία (ή το αντίστροφο), ότι εξ αυτού του λόγου έχει ήδη φτάσει, ή πρόκειται σύντομα να φτάσει, το «τέλος του ΣΥΡΙΖΑ».

Φυσικά όλα τα πράγματα, μεταξύ αυτών και οι κομματικοί σχηματισμοί, δεν είναι αιώνια. Νωρίτερα ή αργότερα, κάποια στιγμή παύουν να υπάρχουν. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος συλλογισμός έχει μία τουλάχιστον εμφανή ανακολουθία:

το ΠΑΣΟΚ πράγματι σημείωσε εντυπωσιακή άνοδο των ποσοστών του στα τέλη της δεκαετίας του 70 και σχημάτισε κυβέρνηση το 1981. Ωστόσο, εάν πράγματι υπήρξε «προδοσία» και «διάψευση των υποσχέσεων», αυτή δεν φαίνεται να επέφερε κανένα «τέλος» και καμία «διάλυση» του ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα αυτό εξάντλησε την τετραετία, μετά επανεξελέγη για άλλη μία την οποία επίσης εξάντλησε, απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση με μεγάλη δυσκολία και για πολύ σύντομο διάστημα και παρέμεινε ενεργός και ισχυρός παράγων της πολιτικής ζωής για άλλες δύο δεκαετίες. Ακόμα και σήμερα είναι υπαρκτό κόμμα με εκπροσώπηση στη βουλή –αν και μικρή φυσικά.

Τι πρέπει να συμπεράνουμε από όλα αυτά; Μεταξύ άλλων ότι, όπως έχω ήδη υποστηρίξει και στο παρελθόν, ήρθε ο καιρός να πετάξουμε στα σκουπίδια τις έννοιες της υπόσχεσης και αποδοχής, δηλαδή την έννοια του συμβολαίου, ως εργαλεία για την κατανόηση της πολιτικής. Πρόκειται για ηθικ(ολογικ)ής και νομικής καταγωγής έννοιες που δεν μας βοηθούν να κατανοήσουμε πώς κινείται το πλήθος. Ήρθε επίσης ο καιρός να ξεφορτωθούμε και μία έννοια με μεγάλο παρελθόν στο λόγο ιδίως της αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων: την έννοια του αιτήματος, και τη σύλληψη του πολιτικού λόγου ως ενός «σχεδίου» το οποίο εν συνεχεία «υλοποιείται». Η πολιτική είναι αλλού∙ πολιτική δεν σημαίνει ότι κάποια κυρίαρχα υποκείμενα συναντώνται και αναθέτουν σε κάποιο άλλο, «ακόμα πιο κυρίαρχο» των πράξεων και των βουλήσεών του υποκείμενο, την «υλοποίηση» ή την «ικανοποίηση» κάποιων αιτημάτων τους (οπότε μετά εξαρτούν τη συνέχιση της υποστήριξής τους προς αυτόν από αυτή την υλοποίηση). Αυτό είναι το σενάριο της κλασικής αστικής πολιτικής φιλοσοφίας τού 17ου και 18ου αιώνα, βασισμένο στο μοντέλο της αγοράς και των συμβάσεων.

Ακόμα και με διάφορες αναπροσαρμογές, μαστορέματα και μπαλώματα περί «ιδανικών ομιλιακών καταστάσεων» ή περί «αλυσίδων ισοδυναμίας σημαινόντων» που προστέθηκαν στα τέλη τού 20ού, το σχήμα αυτό είναι απελπιστικά ανεπαρκές. Μπορεί να εξηγήσει μόνο την κανονικότητα, την ομαλότητα, τη λογοδοσία –δηλαδή την μη πολιτική. Η πολιτική δεν είναι επικοινωνία∙ ή πάντως δεν είναι, ούτε είναι δυνατό ή επιθυμητό να γίνει κάποτε, μια επικοινωνία βάσει κανόνων στην οποία όλα τα μηνύματα να είναι διαφανή, ελέγξιμα και χωρίς παραμορφώσεις. Πολιτική είναι αυτό που ξεφεύγει, που δεν σχεδιάζεται. Είναι ο θόρυβος, το παράσιτο. Πολιτικά ενδιαφέρον και γόνιμο είναι αυτό που αποδιαρθρώνει, όχι αυτό που εγκαθιδρύει καθησυχαστικές ισοδυναμίες.

Ίσως πει κανείς: ωραία, αλλά όλα αυτά είναι «θεωρητικά». Ακόμη και αν ευσταθούν, δεν αναιρούν το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εξελέγη διακηρύσσοντας ότι είναι κατά της λιτότητας, υπερψηφίστηκε γι’ αυτό, αλλά πάλι έχουμε λιτότητα. Δεν συνιστά αυτό ασυνέπεια; Και δεν υπάρχει κίνδυνος να κάνει τους ψηφοφόρους να σκεφτούν ότι «είναι όλοι ίδιοι» και έτσι να οδηγηθούν σε παραίτηση, απογοήτευση, αποστράτευση;

Η απάντησή μου σε αυτό είναι η εξής. Το ερώτημα αν το τάδε κόμμα ή ο τάδε πολιτικός «τήρησε τις υποσχέσεις του» ή «εξαπάτησε το λαό» είναι ένα ερώτημα που τίθεται από τη σκοπιά του πολιτικού συστήματος, όχι από τη σκοπιά του πλήθους. Το να δοθεί μια απάντηση σε αυτό ενδιαφέρει μόνο όποιον θέλει να βαθμολογήσει τους διάφορους μνηστήρες της εξουσίας για να βρει ποιος είναι ο πιο άξιος να κυβερνήσει. Και φυσικά, ακόμη περισσότερο, τους ίδιους τους μνηστήρες –όσους θα επιθυμούσαν να πείσουν ότι αυτοί είναι πιο συνεπείς, πιο αγωνιστικοί, πιο οργανωμένοι, ότι έχουν σχέδιο Β, Γ κ.λπ. ώστε να γίνουν χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη.

Από τη δική μας σκοπιά, όμως, το ερώτημα αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Για μας το κρίσιμο ήταν ότι η συγκεκριμένη «υπόσχεση» κυκλοφόρησε, τέθηκε στην κρίση των πολιτών και μάλιστα εγκρίθηκε. Ακόμη και αν δεν «υλοποιήθηκε», η έγκριση αυτή δεν ήταν μάταια. Ο λόγος επιφέρει αποτελέσματα όχι μόνο όταν «εφαρμόζεται», αλλά και όταν απλώς λέγεται.

Η διεξαγωγή των εκλογών και του δημοψηφίσματος, και τα αποτελέσματά τους, άξιζαν τον κόπο, ό,τι και αν έγινε μετά. Το τι θα γίνει μετά, εξαρτάται από μια απειρία παραγόντων, οι οποίοι είναι αστάθμητοι και δεν είναι στο χέρι κανενός να τους ελέγξει απόλυτα, ούτε καν στο χέρι του «κυρίαρχου». Ασχέτως τούτου, πάντως, με τη διαδικασία αυτή τέθηκε στον δημόσιο χώρο μία πολιτική επιθυμία η οποία προηγουμένως δεν υπήρχε πουθενά∙ έγινε γνωστό ότι η πολιτική αυτή επιθυμία υπάρχει, και μάλιστα είναι πλειοψηφική. Και ότι, άρα, η οικονομική και γενικότερη πολιτική που εφαρμόζεται στην ελληνική κοινωνία δεν αποτελεί δική της επιλογή, μάλιστα είναι αντίθετη προς τις επιλογές της: αποτελεί προϊόν αποικιακής επιβολής.
Κανείς τώρα δεν μπορεί να παριστάνει ότι δεν το ξέρει αυτό. Κανείς δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι η πολιτική αυτή είναι ένα success story που σύντομα θα οδηγήσει στη σωτηρία, στην αποπληρωμή του χρέους και στην ανάπτυξη. Όλοι –όσοι δεν θέλουν να στρουθοκαμηλίζουν για διάφορους λόγους- δεν μπορούν να μην βλέπουν ότι είναι μια πολιτική που εφαρμόζεται με το ζόρι, χωρίς κανείς να πιστεύει σε αυτήν.

Ήταν αρκετό αυτό;

Ακόμη και αυτό το ερώτημα είναι εκτός θέματος. Για να δώσουμε μια απάντηση, πρέπει να προσδιορίσουμε εκ των προτέρων με σαφήνεια ένα κατώφλι, ένα κανονιστικό μέτρο με βάση το οποίο να κριθεί το αρκετό και το ανεπαρκές. Όπως επίσης –και κυρίως- ένα υποκείμενο για το οποίο να είναι επαρκές. Πάντως, αν πάρουμε ως σχετικό, περιγραφικό μέτρο σύγκρισης την αντίδραση του κόσμου, των ανθρώπων τους οποίους αφορά το σενάριο περί «ασυνέπειας» και «εξαπάτησης», μέχρι τώρα δεν έχουμε πολλές ενδείξεις ότι αυτοί «πέφτουν από τα σύννεφα» και προτίθενται να στραφούν προς κάποια άλλη πολιτική επιλογή επειδή υπέστησαν κάποια ματαίωση από τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις.

xXs91I9fVix9UKhj3eyYy.jpg.pagespeed.ic.Bz_4DSQ2JO

13 comments
  1. Γιάννης Ν. said:

    Αισθάνεσαι καλά να μας κοροϊδεύεις ;;; σε γεμίζει ανωτερότητα ;; Ο Μανώλης με τα λόγια χτίζει ανώγεια και κατώγεια. Αλλά αυτό είναι προφανώς πολύ λαϊκό για τα γούστα σου. Οι επιλογές του κόμματος που εξακολουθείς ανερυθρίαστα να υποστηρίζεις είχαν, έχουν και θα έχουν πολύ πραγματικές και οδυνηρές συνέπειες πάνω σε πραγματικούς ανθρώπους και στις οικογένειές τους. Αυτό δεν αλλάζει με την αποθέωση του θεάματος στην πολιτική, εις βάρος της πραγματικότητας, επειδή αυτό ακριβώς είναι το κείμενό σου και τίποτα παραπάνω.

  2. Α.Γ. said:

    Αισθάνομαι πολύ καλά που εκφράζω δημόσια τις απόψεις μου ως πολίτης και που με αυτές προσπαθώ να μειώσω την ισχύ και την επίδραση των αρνητικών παθών της μνησικακίας, του φθόνου και της αυτολύπησης στους υπόλοιπους πολίτες.
    Εσύ που έρχεσαι από το πουθενά σαν άλλη Μάρθα Βούρτση και μου κλαίγεσαι ότι σε εξαπάτησα, και μάλιστα στον πληθυντικό λες και εκπροσωπείς άλλους, ποιος είσαι; Είσαι μήπως «ο λαός»; Και γιατί; Όσο λαός είσαι εσύ, είμαι κι εγώ. Ποια είναι η κοροϊδία; Σου είχα υποσχεθεί ποτέ τίποτα και δεν το τήρησα;
    Το θέαμα είσαι εσύ. Εσύ αντιδράς στα γραπτά μου σαν δυσαρεστημένος θεατής.
    Και πρώτα απ’ όλα, πού ξέρεις ποιο κόμμα υποστηρίζω;
    Το παραπάνω κείμενο δεν συνιστά ούτε υποστήριξη, ούτε αντιπαράθεση με κάποιο συγκεκριμένο κόμμα. Γράφτηκε με την πρόθεση της ανάλυσης.
    Την ανάλυση αυτή δεν είναι κανείς υποχρεωμένος να τη συμμεριστεί, ή να τη διαβάσει καν. Όποιος δεν τη συμμερίζεται, μπορεί να την αγνοήσει, ή να γράψει μια άλλη. Τι είναι αυτό το σύνδρομο του απατημένου εραστή;
    Ο μόνος ουσιαστικός ισχυρισμός που βλέπω στο σχόλιό σου είναι ότι οι επιλογές κάποιου κόμματος (υποθέτω του ΣΥΡΙΖΑ) θα έχουν πραγματικές επιπτώσεις στις ζωές των ανθρώπων.
    Ωραία, θα έχουν. Και λοιπόν; Είπε κανείς το αντίθετο;
    Πώς αυτό έρχεται σε αντίθεση με κάτι που έγραψα;

  3. Γιάννης Ν. said:

    Δεν μας κοροϊδεύεις με την έννοια της εξαπάτησης ούτε μας υποσχέθηκες κάτι που δεν τήρησες. Μας κοροϊδεύεις με την έννοια ότι πάνω στα ερείπια, αμολάς αμπελοφιλοσοφίες ότι δήθεν οι ρηματικές και μόνο εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ, όπως υιοθετήθηκαν από το κάλπικο δημοψήφισμα, (από το πλήθος, τους πολίτες), με τα γνωστά αποτελέσματα, είναι δήθεν κάτι σημαντικό, και ότι άφησαν δήθεν κάποια σημαντική παρακαταθήκη, την ίδια ώρα που υπάρχουν πραγματικές επιπτώσεις οδυνηρές στη ζωή των ανθρώπων. Με αυτή την έννοια, επιμένω ότι παίρνεις το μέρος του θεάματος. Κατά τα λοιπά, όντως δεν εκπροσωπώ το λαό, αλλά είμαι κομμάτι του και υφίσταμαι τις συνέπειες των εις βάρος του μέτρων. Δεν έχω πρόθεση να χαριστώ σε κανένα που προσπαθεί να κοροϊδέψει και να μας χρυσώσει το χάπι ότι δήθεν κάτι έγινε που μπορεί στο μέλλον να βοηθήσει τα λαϊκά στρώματα. Το αντίθετο ακριβώς έγινε. Το δημοψήφισμα ήταν η μεγαλύτερη πολιτική απάτη που έχω ζήσει. Αν θίχτηκες επειδή βρέθηκε κάποιος να αμφισβητήσει τη σοφία σου και την αναλυσάρα σου, ξυδάκι. Υπέθεσα ότι επειδή γράφεις δημόσια, δεν θα σου είναι ξένη και ανεπιθύμητη η κριτική. Λάθος προφανώς έκανα. Μπορείς και να μην εμφανίζεις τα σχόλια, άμα σε ενοχλούν τόσο πολύ. Γιάννης Ν.

  4. Α.Γ. said:

    Γιάννη μου, αυτό που κάνεις δεν είναι κριτική. Είναι πολεμική.
    Ούτε κι αυτό είναι κακό από μόνο του. Αλλά ας δούμε τι είδους πολεμική είναι.
    Τόσο στο πρώτο, όσο και στο δεύτερο σχόλιό σου, αν εξαιρέσουμε τους απαξιωτικούς προσωπικούς χαρακτηρισμούς, το μόνο επιχείρημα που βλέπω είναι ότι «υπάρχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων». Επιπτώσεις από τι ακριβώς; Από την «πολιτική του κόμματος που υποστηρίζω».
    Ωστόσο, εγώ σου έγραψα ήδη μία φορά ότι δεν υποστηρίζω κανένα κόμμα. Το παραπάνω κείμενο επιχειρεί να σχολιάσει και να ασκήσει κριτική σε απόψεις που υποστηρίζονται στο δημόσιο χώρο, από σχολιαστές ποικίλων προελεύσεων, και που κατά τη γνώμη μου βασίζονται σε εσφαλμένη αντίληψη των πραγμάτων. Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην υποστήριξη του Α ή του Β κόμματος. Η κριτική αυτή μπορεί να είναι ορθή ή λάθος, ασχέτως των πολιτικών προτιμήσεων του καθενός. Εάν δεις και τις υπόλοιπες δημοσιεύσεις σε αυτό το μπλογκ, νομίζω ότι θα πειστείς γι’ αυτό. Αυτά που γράφω συνήθως αντιμετωπίζονται με καχυποψία ή και με εχθρότητα κυρίως από ανθρώπους που πρόσκεινται στον ΣΥΡΙΖΑ.
    Εάν λοιπόν θέλεις να κάνεις κριτική, θα πρέπει να σέβεσαι τον αυτοπροσδιορισμό του άλλου, ή έστω να προσπαθείς να τον καταρρίψεις επί της ουσίας, να εξηγήσεις γιατί δεν τον δέχεσαι. Εσύ δεν έκανες τίποτε απ’ αυτά, παρά συνέχισες να με καπελώνεις με την ετικέτα «οπαδός του ΣΥΡΙΖΑ».
    Γιατί το έκανες αυτό;
    Διότι αυτό που σε ενδιαφέρει δεν είναι να συζητήσεις μία ερμηνεία των πραγμάτων, αλλά να εκδικηθείς τον ΣΥΡΙΖΑ για ένα κακό που φαντάζεσαι ότι σου έκανε. Και να τον εκτοπίσεις από την εξουσία για να βάλεις στη θέση του κάτι περισσότερο της αρεσκείας σου.
    Δηλαδή κινείσαι από μνησικακία και φιλοδοξία.
    Το κυριότερο όμως, μιλάς με βάση τη φαντασία της παντοδυναμίας του ΣΥΡΙΖΑ -ή του όποιου θα μπορούσε να μπει στη θέση του, του «κατόχου της εξουσίας»- και της δικής σου πλήρους αδυναμίας. Γι’ αυτό, ΕΣΥ είσαι αυτός που μιλάει από την οπτική του κράτους και παρασύρεσαι από τη φαντασμαγορία του –ή από το «θέαμα», εφόσον βλέπω ότι προτιμάς αυτόν τον ανόητο κατά τη γνώμη μου όρο.
    Εγώ, αντίθετα, δεν θεωρώ ότι ο ΣΥΡΙΖΑ -ή όποιος άλλος έχει την κυβέρνηση- είναι παντοδύναμος, και ότι είναι αυτός μόνη αιτία της ευτυχίας ή της δυστυχίας των «πραγματικών ανθρώπων» οι οποίοι είναι ανήμποροι. Αυτό που έκρινα ως σημαντικό στο κείμενό μου, και παντού αλλού, δεν ήταν «οι ρηματικές εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ», όπως νόμισες εσύ (πολύ ενδιαφέρουσα παρεξήγηση). Ήταν η λεκτική πρακτική ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ. ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ είναι αυτό που μίλησε, ή και που σιώπησε ενίοτε, ο δε ΣΥΡΙΖΑ -όπως και τα άλλα κόμματα και φορείς εξουσίας, στην Ελλάδα ή αλλού- αντέδρασαν ο καθένας με τον τρόπο του. Η δράση τους όμως αυτή είναι, ακριβώς, αντίδραση και διαχείριση ενός υλικού που ερχόταν -έρχεται- από αλλού. Δεν είναι αυτή που παράγει την πραγματικότητα. Η αντίσταση έρχεται πρώτα.
    Ως εκ τούτου, λοιπόν, το δημοψήφισμα ασφαλώς και ΔΕΝ ήταν κάλπικο. Γιατί ήταν κάλπικο; Μια χαρά γνήσιο ήταν. Ποια είναι αυτά τα «γνωστά αποτελέσματα»; Το μνημόνιο; Και γιατί το μνημόνιο είναι «αποτέλεσμα» του δημοψηφίσματος; Ακριβώς αντίθετα, είναι αποτέλεσμα της ΠΑΡΑΚΑΜΨΗΣ του δημοψηφίσματος.
    Η παράκαμψη αυτή θα έχει οδυνηρές συνέπειες; Ασφαλώς θα έχει. Αυτό όμως δεν σημαίνει «προδοσία». Η έννοια της προδοσίας, και αυτή, προϋποθέτει την έννοια ενός παντοδύναμου υποκειμένου που είναι στο χέρι του να κάνει το Α ή το Β, και αυτό με την ελεύθερή του βούληση κάνει το Β. Στην πολιτική όμως, και στη ζωή γενικότερα, δεν κυβερνά καμία ελεύθερη βούληση. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου δεν μπορούμε να πάμε παραπέρα –μέχρι εκεί φτάνουν οι δυνάμεις μας. Μακροπρόθεσμα, όλοι είμαστε νεκροί. Τότε πρέπει να καταγράφουμε την απώλεια, να προσπαθήσουμε να την χωνέψουμε και να την ξεπεράσουμε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα –να επιτελέσουμε την εργασία του πένθους- ώστε να δούμε μετά τι μπορούμε να κάνουμε –αν μπορούμε- για να αντιδράσουμε σε αυτήν. Η προσπάθεια να βρούμε ποιος φταίει για όλα αυτά ώστε να τον μπινελικώνουμε συνεχώς για να τον τιμωρήσουμε, δεν μας βοηθάει ιδιαίτερα σε αυτό. Αντίθετα μας εμποδίζει, μας κρατάει κολλημένους στην απώλεια.
    Εάν αυτά σου φαίνονται «θεωρητικολογίες», σε αυτά που λες εσύ δεν έχω δει κάποια πιο γόνιμη πρακτική ιδέα για το τι μπορούμε να κάνουμε –πέρα από το να ρίχνουμε μπινελίκια.

  5. Γιάννης Ν. said:

    Αν μετρήσουμε προσωπικούς χαρακτηρισμούς στα σχόλια μας, σίγουρα κερδίζεις (Μάρθα Β., απατημένος εραστής κλπ). Δεν θέλω να εκδικηθώ κανένα, δεν θέλω να βάλω στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ κανένα, δεν θεωρώ ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι παντοδύναμος, ούτε ότι εγώ είμαι πλήρως αδύναμος (αντίθετα, μαζί με άλλους, με ξεκαθαρισμένα κίνητρα και στόχους, είμαστε όλοι μαζί παντοδύναμοι) Εσύ νόμισες ότι μπορείς ακομα και να με ψυχολογήσεις με δυο αράδες που έγραψα, τόσο σοφό θεωρείς τον εαυτό σου, και επιδίδεσαι σε φτηνή ψυχολογία. Αρνείσαι ότι είσαι οπαδός του ΣΥΡΙΖΑ, όταν το κείμενό σου, κατ΄ αποτέλεσμα, τον ευνοεί και τον αθωώνει για την τεράστια πολιτική απάτη που έστησε και εκτέλεσε (το δημοψήφισμα, αλλά και όλη η προεκλογική και μετεκλογική του πορεία). Επιχειρείς να μετατρέψεις την απάτη σε θετική παρακαταθήκη, αυτό κάνεις, και όλα τα άλλα όντως είναι θεωρητικολογίες. Σύμφωνα και με τη δική σου θεωρία, (τα λόγια έχουν αποτελέσματα κλπ.) το κείμενό σου καταγράφεται και έχει τα αποτελέσματα ενός φιλοσυριζαϊκού κειμένου, όσο και αν το αρνείσαι ή υποκρίνεσαι ότι το αρνείσαι. Από εμένα τέλος. Γιάννης Ν.

    (ΥΓ : τα «μου» συνήθως προδίδουν πρόθεση και πρακτική έντεχνης υποτίμησης του αντιπάλου και εκμηδενισμού δια της υποτιμήσεως αυτής, για να ψυχολογήσω και εγώ, εξ ίσου φτηνά όσο εσύ. Άλλη φορά λοιπόν, εάν ποτέ υπάρξει, κομμένα τα «μου»).

    • Ωραία. Δεν θέλεις το ένα, δεν θέλεις το άλλο … τι θέλεις; Για ποιο λόγο έγραψες εδώ; Κάποια θετική επιθυμία έχεις να εκφράσεις;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: