Ο μύθος του Αττίλα

του Μισέλ Ρους

(Aποσπάσματα από το βιβλίο: Michel Rouche, Attila. La violence nomade, Fayard, Paris 2009)

 

«Πωλείται: ο Αττίλας, εννέα μηνών, ροτβάιλερ ράτσας, τιμή διαπραγματεύσιμη». Η αγγελία αυτή που βρήκα στο Διαδίκτυο δεν είναι η μόνη που μπορεί κανείς να ανακαλύψει σχετικά με τον βασιλιά των Ούννων. Οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές «Αττίλας», οι χορτοκοπτικές μηχανές «Αττίλας» αφθονούν.

Το ότι ένας πολέμαρχος που ξεπήδησε από τα βάθη της κεντρικής Ασίας μπορεί να απολαμβάνει τέτοια διασημότητα δεκαπέντε αιώνες μετά το θάνατό του, διασημότητα σημαδεμένη από τη σφραγίδα της βίας και της καταστροφής, θέτει ένα ζήτημα. Η φήμη αυτή θα μπορούσε, στο κάτω κάτω, να είναι απλώς αντανάκλαση της γνώμης των αντιπάλων του, μία θεώρηση των ηττημένων, μια έσχατη εκδίκηση προορισμένη να αποκρύψει το πρόσωπο ενός από τους μεγαλύτερους κατακτητές στον κόσμο. Πραγματικά, τον Αττίλα δεν τον γνωρίζουμε παρά μόνο μέσα από Ρωμαίους συγγραφείς που παρακολουθούσαν ανήμποροι την κατάρρευση της δυτικής αυτοκρατορίας, την πτώση της Ρώμης που λεηλατήθηκε τρεις φορές το 410, το 455 και το 472. Σε οκτώ χρόνια προσωπικής του βασιλείας, κατάφερε να πέσουν στα πόδια του ταυτόχρονα οι απεσταλμένοι των δύο ρωμαϊκών αυτοκρατοριών της Δύσης και της Ανατολής. Οι όψεις του είναι πολλαπλές: παραγνωρισμένη μεγαλοφυία, προσφιλής ληστής, μάστιγα του Θεού, ανελέητος στρατάρχης, βάρβαρος που φέρνει την κάθαρση, διαβολικό τέρας: τα πάντα έχουν ειπωθεί για τον άνθρωπο αυτό που άφησε άναυδη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Καθώς οι αρχαιολογικές ανασκαφές γίνονται όλο και πιο επιστημονικές, από τα σύνορα της Κίνας μέχρι την ευρωπαϊκή χερσόνησο, είναι δυνατό να κατανοήσουμε καλύτερα τον παράξενο χαρακτήρα ειδικά των Ούννων, και των νομάδων γενικότερα. Επιτρέπουν να αποκαταστήσουμε την ισορροπία ανάμεσα στον πολιτισμό της στέππας, τον ποιμενικό και πολεμικό νομαδισμό, και σε εκείνο των εδραίων αγροτών της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ταυτόχρονα ηπειρωτικής και μεσογειακής. Δύο τρόποι σκέψης, δύο τρόποι ζωής αντιτίθενται ανάμεσα στους ανθρώπους που ομαδοποιούνται σε πολεμικές φυλές [tribus] και τους πολίτες που αναθέτουν την άμυνά τους σε μόνιμους στρατούς και σε ένα κράτος που διοικείται από αξιωματούχους. Μετά από μία χιλιετή ύπαρξη, η Ρώμη μετατράπηκε σε λεία ενός νέου, τελείως άγνωστου αντιπάλου.

Ο Αττίλας μάς οδηγεί να αναρωτηθούμε σχετικά με τις δυνάμεις και τις αδυναμίες των αντιπάλων του, των δύο ρωμαϊκών αυτοκρατοριών, καθώς και των σύμμαχών του γερμανικών φύλων. Στάθηκε ικανός να επωφεληθεί από μια κοινωνία πειθαρχημένης βίας, ασταθούς μόλις χάσει τον αφέντη της, πάντοτε άπληστης, αντλώντας δυνάμεις από μία πρωτόγονη δίψα για ζωή. Αυτή η βία αποτέλεσε τη δύναμη του Αττίλα, όπως αργότερα και των διαδόχων του, των Αβάρων και των Μαγυάρων. Η διασημότητα του Αττίλα προέρχεται ασφαλώς από τις επιτυχίες του που θεωρήθηκαν από τους αντιπάλους του λεηλασίες, αλλά ακόμη περισσότερο από τα έπη και τους μύθους που άνθησαν γύρω από τη μνήμη του σε σημείο που να γίνουν δημιουργοί ιστορίας καταμεσής του 20ού αιώνα.

Διότι ο Αττίλας δεν είναι τίποτε χωρίς την ιστορία του, εκείνη του κατακτητή που ήθελε να έχει τον κόσμο στα πόδια του, και είναι τα πάντα χάρη στο θρύλο του τού θριαμβευτή μέσα στο θάνατο, το αίμα και το χρυσάφι.

(σελίδες 11-13)

* * *

 Η εθνογένεση, μία περίπλοκη διαδικασία

Η εθνοτική ταυτότητα μιας φυλής [tribu] (στα λατινικά gens, στα γοτθικά thiuda, στα ιρλανδικά tuath) κατασκευάζεται με βάση ένα όνομα λαού, μια δυναστεία πολεμάρχων που γίνονται βασιλείς, έναν ιστορικό μύθο που δικαιολογεί την προέλευση μέσω μιας επικής αφήγησης της οποίας η ακρίβεια πρέπει να ελεγχθεί από την ανθρωπολογική ανάλυση. Αυτό το ένοπλο φύλο εύκολα μετατρέπεται, στην πορεία των περιπλανήσεών του, σε φυλετικό στρατό[1]. Τα μέλη του δεν είναι όλα της ίδιας καταγωγής, αλλά συνδέονται μέσω μιας πολιτικής απόφασης, με ανθρώπινους δεσμούς όπως στα γερμανικά φύλα, ή με εθελούσιες υποταγές μετά από μια ήττα στους Ούννους. Ασφαλώς, την ιστορία των λαών αυτών τη γνωρίζουμε μόνο χάρη σε Ρωμαίους συγγραφείς που τους παρουσιάζουν εκ των έξω. Είναι προφανές ότι οι βασιλείς των φύλων είδαν την κατάστασή τους να εδραιώνεται από την πολιτική αναγνώριση που τους παρείχαν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, οι οποίοι προτιμούσαν να έχουν έναν και μοναδικό συνομιλητή παρά μια κυμαινόμενη και αβέβαιη ομάδα ευγενών πολεμιστών. Αυτό όμως ήταν κάθε άλλο παρά εύκολο, όταν ως «Γότθοι» αυτοπαρουσιάζονται το 2ο αιώνα γεωργοί στις όχθες της Βαλτικής θάλασσας, τον 3ο αιώνα πειρατές στη Μαύρη Θάλασσα και το Αιγαίο πέλαγος, τον 4ο αιώνα οι αφέντες μιας αυτοκρατορίας στις στέππες, τον 5ο αιώνα ανεξάρτητοι στρατοί ομόσπονδων εγκατεστημένων στην Ακουιτανία ή στην Ιταλία ή και συγκεκριμένες μονάδες του ρωμαϊκού στρατού κ.ο.κ. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, τον Ιορδάνη ή τον Πρίσκο, οι Γότθοι αποκαλούνται Σκύθες, αλλά και οι Ούννοι χαρακτηρίζονται Σκύθες με τη σειρά τους. Αυτό δεν αποτελεί κάποιου είδους λογοτεχνική μανία να στολίζουμε νέους λαούς με αρχαία ονόματα. Πρόκειται για μια σύνθετη πραγματικότητα.

Ο Αυστριακός ιστορικός Χέρβιγκ Βόλφραμ, που επεξεργάστηκε την έννοια της εθνογένεσης [ethnogénèse], διακρίνει διάφορους τρόπους δημιουργίας λαών. Ο πρώτος αφορά νέα φύλα όπως οι Αλαμανοί, οι Φράγκοι και οι Σάξωνες (νέα διότι στην πορεία του σχηματισμού τους απώλεσαν τη μνήμη της βασιλείας και της δυναστείας τους). Όπως δείχνει το όνομά τους, οι Αλαμανοί (alle manner, «όλοι οι άνθρωποι» στην παλαιά γερμανική) είναι μια συνομάδωση καταλοίπων αρχαίων λαών που εσφάγησαν από τους Ρωμαίους. Στις δυστυχίες τους, συνενώθηκαν. Ο δεύτερος τύπος συγκροτείται από τους Γότθους, τους Βουργουνδούς, τους Βανδάλους και τους Λομβαρδούς. Αυτοί κράτησαν την παλιά βασιλική τους οικογένεια και τις παραδόσεις της. Το εθνοτικό τους όνομα διατηρήθηκε, καθώς και η ανάμνηση της προέλευσής τους και άρα τα έπη τους. Αυτά υπενθύμιζαν τις καταστροφές, τις ρήξεις, την παλιά πατρίδα που εγκατέλειψαν, την αδιαμφισβήτητη υπεροχή του λαού τους σε σχέση με τους γείτονες. Τα φύλα αυτά είδαν την αναζήτησή τους για μια νέα πατρίδα να απολήγει στο εσωτερικό του ρωμαϊκού εδάφους, όπου ο βασιλιάς τους ίδρυσε μία μοναρχία βαρβάρων. Ένας άλλος πάλι τύπος εθνογένεσης είναι εκείνος των Σλάβων και των Ούγγρων, που καταλήγουν να σταθεροποιούνται υιοθετώντας τον εκχριστιανισμό και την ίδρυση μιας μοναρχίας ενώ στην αρχή δεν είχαν καμία βασιλική παράδοση. Ο αναγνώστης θα πρόσεξε ότι ο δεύτερος τύπος εθνογένεσης αφορά ημι-εδραίους λαούς οι οποίοι ήρθαν σε επαφή με νομάδες. Οι μείξεις λοιπόν είναι φυσικές και η γλώσσα δεν συνιστά εθνοτικό χαρακτήρα. Ο Ούννος βασιλιάς Αττίλας φέρει ένα γοτθικό όνομα που σημαίνει «πατερούλης». Όπως επισημαίνει ο Ιορδάνης: «Κανείς δεν μπορεί να αγνοεί ότι οι φυλές υιοθετούν πολυάριθμα ονόματα με τα οποία εξοικειώθηκαν μέσω της χρήσης. Έτσι, οι Ρωμαίοι δάνεισαν ονόματα στους Μακεδόνες, οι Έλληνες στους Ρωμαίους, οι Σαρμάτες στους Γερμανούς, οι Γότθοι πολύ συχνά στους Ούννους» (Γετικά, ΙΧ, 58). Και το αντίστροφο, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε.

Οι λαοί των στεππών δεν απέφυγαν αυτό το φαινόμενο σε τρεις φάσεις: γέννηση, κυριαρχία, εξαφάνιση. Είναι ένα πραγματικό εργαστήριο εθνοτικών διαδικασιών σε ένα πολύ ιδιαίτερο γεωγραφικό πλαίσιο. Η εθνογένεσή τους διέπεται από την οικολογία. Το εμπόδιο του  κλίματος αποτέλεσε ένα κίνητρο για τον πολιτισμό αυτόν με την αυστηρή σωματική άσκηση που επιβάλλει. Στην Ούργκα της Μογγολίας, η θερμοκρασία κυμαίνεται από 35 και πλέον βαθμούς το καλοκαίρι μέχρι τους μείον 40 το χειμώνα, χωρίς να υπολογίζουμε τους παγερούς ανέμους. Στις ερήμους ανεβαίνει και πάνω από τους 50, στις τούνδρες πέφτει μέχρι τουλάχιστον μείον 50. Είναι αδύνατο σε τέτοιες συνθήκες να χτίσεις πόλεις.

Ο ποιμενικός νομαδισμός είναι μια δραστηριότητα υψηλής εξειδίκευσης που επινόησαν οι άνθρωποι για να αντιμετωπίσουν μεγάλες αντιξοότητες κλίματος και βλάστησης. Συνεπάγεται μια συνεργασία, ή μία κατίσχυση επί των εδραίων πληθυσμών στην περιφέρεια της στέππας. Επιβάλλει μία κοινωνική δομή με κυριαρχία του στρατιωτικού στοιχείου, στρατεύματα κινούμενα, ευέλικτα, τα οποία να χρησιμοποιούν τους γειτονικούς λαούς που διαθέτουν άλλους στρατιωτικούς πόρους ή ιδιότητες. Οι τελευταίοι δεν μας είναι γνωστοί παρά μόνο στο μέτρο που εμφανίζονται δίπλα στους Ούννους, όπως π.χ. οι Αλανοί και άλλα ινδο-ευρωπαϊκά φύλα, ή αργότερα οι υποταγμένοι γερμανικοί λαοί. Στην αρχή, οι Ούννοι συντίθενται από πολυεθνοτικές ομάδες λίγο πολύ ανεξάρτητες. Τους συνδέει μόνο η επιτυχία· η ήττα τους διασκορπίζει. Η ανάμιξή τους είναι αναμφισβήτητη, όπως αποδεικνύει το γεγονός ότι μόνο το 25% των σκελετών που ανακαλύφθηκαν στους τάφους τους είναι μογγολικού τύπου.

Εάν η ανάμιξη των πληθυσμών στην ουννική αυτοκρατορία είναι πραγματική, δεν αναιρεί καθόλου την ιδιομορφία αυτού του λαού που ήρθε από την κεντρική Ασία. Η εμμονή των ηθών των νομάδων, παρά την ημι-εδραίωση του σκυθο-σαρματικού υποστρώματος, άγγιξε ακόμα και τα γερμανικά φύλα που υπάκουαν στον Αττίλα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η πολυεθνοτική αυτή κοινωνία ήταν συμμετρική προς εκείνη της Ρώμης. Συγκροτημένη από φύλα με βάση τη συγγένεια, η κοινωνία των νομάδων αγνοεί το κράτος και ζει με αντιλήψεις για τη ζωή, το θάνατο, το γάμο και τα θεία τελείως διαφορετικές από εκείνες των Ρωμαίων, έστω και αν οι τελευταίοι διαδίδουν τα ιδανικά τους πέρα απ’ το Δούναβη. Η ριζική πρωτοτυπία των εξηγητικών μύθων των Ούννων, η λατρεία τους για τη βία, επιτρέπουν να μαντέψουμε, αν και όχι να ερμηνεύσουμε πλήρως, τον έσχατο σκοπό του Αττίλα: την κυριαρχία του κόσμου.

(Αποσπάσματα από τις σελίδες 18, 34-37 και 253)

* * *

Περίεργες διαδοχές

Περί το 370, οι Ούννοι βρίσκονταν ακόμη στο στάδιο των σογιών που διοικούνταν από ευγενείς. Σύντομα αναφέρεται ένας βασιλιάς Μπαλαμίρ, μετά και άλλοι, αλλά οι οικογενειακοί τους δεσμοί είναι άγνωστοι. Περί το 420 εμφανίζονται τέσσερις αδελφοί: οι Οκτάρ και Ρούγκα, που βασίλεψαν ο ένας μετά τον άλλο, και οι Οκβάρσιος και Μουντζούκ οι οποίοι δεν ανέβηκαν ποτέ στην εξουσία. Οι βασιλείες των δύο πρώτων υπήρξαν ταυτόχρονες μέχρι το 430. Μετά το θάνατο του Οκτάρ, ο Ρούγκα, που μέχρι τότε διοικούσε το ανατολικό τμήμα της ουννικής αυτοκρατορίας, κυριάρχησε στο σύνολό της μέχρι το 435. Τον διαδέχτηκαν οι ανιψιοί του, γιοι του Μουντζούκ, ο Μπλέντα και ο Αττίλας, εγκαινιάζοντας μία από κοινού βασιλεία με την ίδια εδαφική κατανομή μέχρι που ο δεύτερος δολοφόνησε τον πρώτο «λόγω απάτης». Οι πολυάριθμοι γιοι του επιχείρησαν τότε να διαμοιράσουν την κληρονομία. Πρόκειται συνεπώς για μια δυναστεία που έφτασε στο απόγειό της με τον Αττίλα, και που φαίνεται να έχει τον δικό της κανόνα διαδοχής: την κατανομή της κληρονομίας μεταξύ [αρρένων] αδελφών. Αυτό έχει ένα πλεονέκτημα: την απουσία αντιβασιλείας για έναν διάδοχο που είναι ακόμη παιδί και, το κυριότερο για μια πολεμική κοινωνία, την άμεση αντικατάσταση του ηγέτη που σκοτώνεται στη μάχη από τον αδελφό του, ο οποίος είναι ενήλικος και, κατά κανόνα, νεότερός του κατά δύο χρόνια. Έχει ένα μειονέκτημα: τον πειρασμό της δολοφονίας, για όσους είναι πιο φιλόδοξοι και απαυδήσουν που πρέπει να μοιράζονται την εξουσία με τον αδελφό και αντίπαλό τους.

Οι κοιλίες της κυριαρχίας

Αυτή η μέθοδος είναι αρκετά τρέχουσα μεταξύ των βάρβαρων λαών. Όταν ανασυστάθηκε η οστρογοτθική βασιλεία, οι τρεις γιοι του Βανδαλάριου, ο Βαλάμιρος, ο Θευδέμιρος και ο Βιδίμιρος βασίλεψαν από κοινού, ενώ ταυτόχρονα υπάκουαν στον Αττίλα. Οι Βουργουνδοί έκαναν το ίδιο, ενώ οι Φράγκοι ακολούθησαν την ίδια λύση μοιράζοντας το βασίλειο του Κλοβίς το 511 μεταξύ των τεσσάρων γιων του.

Αυτό το σύστημα διαδοχής στην εξουσία αποκαλείται με ένα ιρλανδικό όνομα: tanistry, που σημαίνει «διαδοχή από τον δεύτερο». Κατά κυριολεξία, η tanistry είναι διαδοχική, όπως στους Βανδάλους. Ο βασιλιάς τους Γενσέριχος διατύπωσε τον κανόνα σε όλη του την καθαρότητα: ο δεύτερος γιος διαδέχεται τον πρώτο, ο τρίτος τον δεύτερο, κ.ο.κ., με την ίδια σειρά για τους ξαδέλφους, τους ανιψιούς. Διαφορετικά, πρόκειται για ταυτόχρονη tanistry. Για τον Ιορδάνη, η λύση των Βανδάλων ήταν σοφή: «Σε αντίθεση με τα άλλα φύλα, αυτοί δε γνώρισαν τη φθορά ενός εμφυλίου πολέμου» (Γετικά, ΧΧΧΙΙΙ, 169). Βιάστηκε να το πει, διότι τελικά υπήρξαν οκτώ φόνοι στην οικογένεια του Γενσέριχου μετά το θάνατο του τελευταίου και τη δολοφονία του Χιλδέριχου το 530 από τον ανιψιό του Γελίμερο.

Ομοίως, η άμεση κατανομή μεταξύ των κληρονόμων δεν κατάργησε τους εμφυλίους πολέμους και τις βασιλοκτονίες μεταξύ των Φράγκων. Είτε πρόκειται για τους γιους του Κλοβίς, είτε για τους εγγονούς του μετά το 561, όλες οι διαμάχες πυροδοτούνταν από τις γυναίκες. Οι σύζυγοι μάλιστα του Αττίλα, μητέρες των πριγκίπων, ήταν οι πρώτες που αναμειγνύονταν και προκαλούσαν συγκρούσεις. Ασφαλώς αυτό συνέβη όταν οι γιοι του, «οι οποίοι ήταν πλήθος, αφού αυτός δεν γνώριζε κανένα όριο στην επιθυμία του, διεκδίκησαν να μοιραστούν τα ουννικά φύλα σε ίσα μερίδια και να λάβει ένα ο καθένας με κλήρωση» (ό.π., L, 259). Είχαν άλλωστε το παράδειγμα του πατέρα τους που είχε ανασκολοπίσει δύο παιδιά της οικογένειάς του, τον Μάμα και τον Ατακάμ, και μετά σκότωσε τον αδελφό του Μπλέντα.

Γιατί να σκοτώσει κανείς ακόμη και τα παιδιά μιας βασιλικής οικογένειας; Ο κανόνας της tanistry παρακινεί πράγματι μία ενδημική βία λόγω των φιλοδοξιών των μητέρων, οι  οποίες κατά κανόνα έρχονται από κάποιο άλλο φύλο ή από άλλη οικογενειακή καταγωγή. Παντρεμένες μετά από μία ήττα με το νικητή βασιλιά για πολιτικούς λόγους, επιδιώκουν να οικειοποιηθούν την εξουσία μέσω της παρεμβολής του γιου τους υπέρ της δικής τους γραμμής. Η πολυγαμία των νομαδικών ηγετών συμβάλλει στη συγκέντρωση της εξουσίας χάρη σε μια φαινομενική εξωγαμία. Ο Αττίλας συσσώρευε τις συζύγους όχι από λίμπιντο, αλλά από πολιτική τακτική. Γνωρίζουμε μόνο τρεις απ’ αυτές. Ο Πρίσκος είχε γνωρίσει μία απ’ αυτές, την Ερεκάν. Το όνομά της είναι τουρκικό, κατά τα λεγόμενα των γλωσσολόγων. Είχε δικό της ανάκτορο εντός των τειχών και υπηρετικό προσωπικό, και δέχθηκε δώρα από την αντιπροσωπεία του Πρίσκου ξαπλωμένη σε ένα ντιβάνι (Ιστορία Βυζαντιακή και τα κατ’ Αττίλαν, απόσπασμα 11). Εμφανώς, χαίρει μιας ορισμένης ανεξαρτησίας και παίζει μητριαρχικό ρόλο σε σχέση με τους τρεις γιους της που βασιλεύουν στις φυλές της ανατολικής Σκυθίας, δηλαδή της χώρας καταγωγής των Ούννων. Υπάρχει μία πραγματική παραλληλία ανάμεσα στις πράξεις του βασιλιά και της βασίλισσας, αλλά δεν κάνουν τίποτε μαζί.

Αν επιχειρήσουμε να συγκεντρώσουμε όλα τα παρακάτω γεγονότα: την πολυγαμία, την tanistry, την υλική ανεξαρτησία των γυναικών, την παρέμβασή τους στις διαδοχές, τίθεται ένα αναπόφευκτο ερώτημα: υπήρχε μήπως στις γυναίκες των Ούννων ένα μητρογραμμικό σύστημα; Πολλές ενδείξεις επιτρέπουν να το ισχυριστούμε. Αδιαμφισβήτητα, το φαινόμενο των γυναικών πολεμιστών που αναφέρεται από τον καιρό των Σκυθών δεν έχει εκλείψει. Για τους Ούννους, το επισημαίνει ο Προκόπιος τον 6ο αιώνα· για τα γερμανικά φύλα, μιλάει γι’ αυτό ο Ιορδάνης. Όσο κι αν τις περιβάλλει η αύρα του θρύλου των Αμαζόνων, τίποτε δεν διαψεύδει το γεγονός ότι οι Γότθες συμμετείχαν σε μάχες κατά τις μετακινήσεις της φυλής τους. Αυτή η θηλυκή βία φτάνει μέχρι το σημείο να εκφράζεται στα ονόματά τους. Ο όρος hilde, «μάχη», υπάρχει στο όνομα της Ildico, μιας από της συζύγους του Αττίλα. Το ξαναβρίσκουμε στο Brun- hilde, «πολεμικός θώρακας», και στο Krim-hilde από τους Νίμπελούνγκεν. Η μητέρα του Οστρογότθου βασιλιά Θεοδώριχου ονομαζόταν Erelieve, «αγάπη για το στρατό». Όταν μια φορά είδε το γιο της να επιστρέφει ηττημένος από συγκρούσεις γύρω από τη Ραβέννα, του είπε: «Πού φεύγεις; Αν είναι έτσι, δεν υπάρχει άλλη λύση για σένα, παρά να ανασηκώσω τα ρούχα μου για να μπεις στην κοιλιά μου απ’ όπου γεννήθηκες». Και δεν έμεινε στα λόγια, αλλά πέρασε και στην αντίστοιχη χειρονομία. Τρομοκρατημένος από το θέαμα, ο Οδόακρος ξανάφυγε για τη μάχη και βγήκε νικητής.

Η πανίσχυρη μητέρα, πηγή ζωής και θανάτου ταυτόχρονα, μπορεί να παρακινήσει στη βία και να εκλύσει το πολεμικό μένος των ανδρών. Η επίδειξη του αιδοίου έχει θρησκευτική αποτροπαϊκή αξία.

Πολλά άλλα παραδείγματα κοινά στο ουννο-γερμανικό νεφέλωμα θα μπορούσαν να παρατεθούν, τα οποία επιβεβαιώνουν αυτή τη μητρογραμμικότητα που τείνει προς τη μητριαρχία. Όπως λένε οι ανθρωπολόγοι, οι γυναίκες έχουνε την «κοιλία της κυριαρχίας» ακόμη και όταν οι άνδρες διευθύνουν.

Αυτή η μητρογραμμικότητα υπήρχε σαφώς στους Ούννους. Ο Πρίσκος, μετά από μια τρομερή νυχτερινή καταιγίδα, βρίσκει φιλοξενία στη χήρα του Μπλέντα, η οποία προσφέρει στη συνοδεία τα αναγκαία σε επίπεδο όχι μόνο υλικό, αλλά και σεξουαλικό: «Μας απέστειλε τρόφιμα και πολύ ωραίες γυναίκες για να σμίξουμε μαζί τους (πράγμα που είναι δείγμα τιμής για τους Σκύθες). Προσφέραμε γενναιόδωρα στις γυναίκες τις τροφές που μας προσφέρθηκαν, αλλά αρνηθήκαμε να ενωθούμε μαζί τους» (Πρίσκος, ό.π.). Το έθιμο της σεξουαλικής φιλοξενίας είναι πράγματι ένα από τα χαρακτηριστικά των μητρογραμμικών κοινωνιών. Ο Πρίσκος ορθά είδε ότι πρόκειται για ένα σημείο τιμής που καθιστά τον φιλοξενούμενο ιερό και ανέγγιχτο. Υπήρχε επίσης στους Ινουίτ και στους Τουαρέγκ, όπως και στην προ-ισλαμική Αραβία. Η σεξουαλική φιλοξενία έχει στα μάτια των νομάδων το πλεονέκτημα ότι αυξάνει τον αριθμό των τέκνων και δημιουργεί δεσμούς αίματος και αλληλεγγύης. Ο Αττίλας λοιπόν ήταν ένας μεγάλος κυρίαρχος προικισμένος με «αμέτρητες συζύγους» και με «ένα πλήθος γιων». Αλλά ο Ρωμαίος Πρίσκος δεν καταλάβαινε τίποτε από τις δομές συγγένειας των νομαδικών λαών.


[1] Εδώ υπάρχει ένα λογοπαίγνιο, ή ένα χιαστό σχήμα, που χάνεται στα ελληνικά: και στα δύο μέρη της φράσης χρησιμοποιείται η λέξη armée, την πρώτη ως επίθετο (=ένοπλο) και τη δεύτερη ως ουσιαστικό (=στρατός).

(σελίδες 264-271)

attila cover

Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης

Ακολουθεί το δεύτερο μέρος με τίτλο Η μέλισσα κι ο αετός: νομαδισμός, βία, μητριαρχία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: