Ανθρωποθυσία στον Παρθενώνα;

της Caroline Alexander

Οι μύθοι της ελληνικής αρχαιότητας είναι διάσπαρτοι από ιστορίες φόνων, βιασμών, αιμομιξίας και κανιβαλισμού. Στο Λύκαιο Όρος («βουνό των λύκων») στην Αρκαδία, μια παραδοσιακή ετήσια γιορτή προς τιμήν του Δία αναπαριστούσε ένα τελετουργικό ανθρωποθυσίας. Στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα, βρίσκουμε την παρεμπίπτουσα παρατήρηση ότι, στην Αθήνα, όποιος ήθελε να κάνει κακό στον εχθρό του, μπορούσε να βάλει έναν μάγο να τον μαγέψει· «διότι με τα ξόρκια και τις μαγικές συνταγές τους λένε ότι μπορούν να πείσουν τους θεούς να υπηρετήσουν τις επιθυμίες τους». Παρομοίως, οι αρχαιολόγοι έχουν ανακαλύψει κάτι αλλόκοτες μικρές φιγούρες, σαν βουντού, με βελόνες μπηγμένες επάνω τους, και πλάκες με κατάρες στις οποίες είναι χαραγμένες κακόβουλες προσευχές που προέρχονται από αυτόν τον χρυσό αιώνα του ανθρωπισμού και της λογικής. Πνεύματα και σκοτεινές μνήμες των προγόνων στοίχειωναν το τοπίο της διαφωτισμένης Αθήνας.

Αυτές οι σκοτεινές πεποιθήσεις και συνήθειες δεν είναι, φυσικά, τα χαρακτηριστικά για τα οποία έγινε διάσημη η κλασική Ελλάδα και η αρχαία Αθήνα. Τιμούμε τους αρχαίους Έλληνες επειδή στην τέχνη, τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία τους και την πολιτειακή τους ιστορία διακρίνουμε τα πρώτα σκιρτήματα των δικών μας ιδανικών –του ορθολογισμού, του ανθρωπισμού, της δημοκρατίας- τα οποία για πρώτη φορά ρίζωσαν σε αθηναϊκό έδαφος. Αλλά ο ρομαντικός αυτός αυτοπροσδιορισμός είναι παραπλανητικός. «Στην πραγματικότητα, οι Αθηναίοι ήταν ένας πολύ πιο ξένος λαός απ’ ό,τι θα ήταν διατεθειμένοι να αναγνωρίσουν σήμερα οι περισσότεροι», γράφει η Joan Breton Connelly στο The Parthenon Enigma, τη συναρπαστική και αποκαλυπτική ιστορία που έγραψε γι’ αυτόν τον υψηλό ναό του κλασικού διαφωτισμού. «Ο κόσμος τους ήταν ένας κόσμος γεμάτος πνεύματα, αγχώδης, όπου κυριαρχούσε μια εγωκεντρική αίσθηση του εαυτού και μια καταλυτική επείγουσα ανάγκη να τα έχουν καλά με τους θεούς». Με κάθε κόστος.

Για μας σήμερα, και για τους Έλληνες σε κάθε εποχή, το σύμβολο της Αθήνας ήταν πάντοτε ο Παρθενώνας, ο λαμπρός ναός από χρυσαφί μάρμαρο που χτίστηκε μεταξύ 447 και 432 π.Χ., προς τιμήν της προστάτιδας της πόλης, της θεάς Αθηνάς. Κατασκευασμένος σύμφωνα με περίτεχνες μαθηματικές αρχές που δίνουν στο ναό μια εμφάνιση αρμονικών αναλογιών, ήταν διακοσμημένος με μερικά από τα διασημότερα γλυπτά στην ιστορία της τέχνης. Ενώ μεγάλο μέρος των αγαλμάτων του αετώματος και των αναγλύφων από τις μετόπες στο εξωτερικό του ναού έχουν γίνει αγνώριστα από τις αλλοιώσεις και τις καταστροφές, το μεγαλύτερο μέρος της υψηλής ζωφόρου παραμένει ουσιαστικά ανέπαφο. Αρχικά περιέβαλλε την κορυφή της σκιερής εσωτερικής κιονοστοιχίας του κτιρίου περίπου 14 μέτρα πάνω από το έδαφος, και έτσι, όπως μας θυμίζει η Κόνελλυ, προοριζόταν μάλλον για τα μάτια των θεών παρά του ανθρώπου. Με μήκος 160 μέτρα, είναι «μια λωρίδα από λαξευτά ανάγλυφα που δείχνει 378 ανθρώπινες και 245 ζωικές μορφές». Είναι, επίσης, «η μεγαλύτερη και πιο λεπτομερής αποκάλυψη της αθηναϊκής συνείδησης που διαθέτουμε. … αυτή η συγκινητική απεικόνιση ευγενικών πρόσωπων από το μακρινό παρελθόν … είναι ο μεγαλύτερος, ο πιο περίτεχνα αφηγηματικός πίνακας που μας άφησαν οι Αθηναίοι».

Το θέμα αυτής της απαράμιλλης αφήγησης είναι, λοιπόν, ζήτημα εξαιρετικής σημασίας για την κατανόηση του αρχαίου λαού που τόσο θαυμάζουμε. Από τα μέσα του 18ου αιώνα, όταν δύο Άγγλοι περιηγητές, ο καλλιτέχνης James Stuart και ο ερασιτέχνης αρχιτέκτονας Nicholas Revett, πήγαν στην Αθήνα για να κάνουν μια λεπτομερή μελέτη του Παρθενώνα, αυτές οι ανθρώπινες και ζωικές μορφές θεωρήθηκε ότι παίρνουν μέρος στη μεγάλη πομπή των Παναθηναίων που τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια προς τιμήν της Αθηνάς, και που κορυφωνόταν με την αφιέρωση ενός υφαντού χιτώνα, του πέπλου, στο λατρευτικό άγαλμα της θεάς. Και πράγματι στο κέντρο του ανατολικού άκρου της ζωφόρου –στην πρώτη θέση- ένα κοντοκουρεμένο παιδί ακαθόριστου φύλου φαίνεται είτε να δέχεται είτε να παραδίδει ένα ογκώδες διπλωμένο ύφασμα. «Δεν μπορούμε άραγε να υποθέσουμε ότι αυτό το διπλωμένο ύφασμα αναπαριστά τον πέπλο;» διερωτήθηκαν οι Στιούαρτ και Ρεβέτ όταν παρουσίαζαν τα σχέδια της ζωφόρου που είχαν φτιάξει.

Όπως σημειώνει η Κόνελλυ, κατά τη διάρκεια των δύο επόμενων αιώνων αυτή η επιφυλακτική ερώτηση «σκλήρυνε και έγινε αμετακίνητο δόγμα». Κι ωστόσο, υπήρχαν πάντα ενοχλητικές ερωτήσεις. Γιατί γνωστά χαρακτηριστικά των Παναθηναίων δεν απεικονίζονται στη ζωφόρο; Γιατί, για παράδειγμα, δεν υπάρχει η κανηφόρος, η «καλαθοφόρα» παρθένα που είχε τη μεγάλη τιμή να οδηγεί ολόκληρη την πομπή; Ένα τροχοφόρο άρμα, μεταποιημένο ώστε να θυμίζει πλοίο με πανιά, ήταν ένα ιδιαίτερα εμφανές χαρακτηριστικό της πομπής. Γιατί δεν εμφανίζεται στη ζωφόρο; Γιατί απεικονίζονται άνδρες νεροκουβαλητές, ενώ είναι γνωστό ότι μόνο γυναίκες μετέφεραν νερό στην πομπή; Γιατί υπάρχουν άρματα, τα οποία δεν χρησιμοποιούνταν πλέον στον πόλεμο τον πέμπτο αιώνα; Πάνω απ’ όλα, γιατί να εμφανίζεται μια σκηνή της σύγχρονης πολιτικής ζωής σε αυτό το ναό της Αθηνάς, όταν όλες οι συμβάσεις της ελληνικής θρησκευτικής τέχνης επέβαλλαν να αντλούνται εικόνες από τη μυθολογία;

H Κόνελλυ, αρχαιολόγος και καθηγήτρια κλασικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, βρισκόταν στην Οξφόρδη για κάποια άλλη έρευνα το 1991, όταν έπεσε στην αντίληψή της ένα ελάχιστα γνωστό απόσπασμα από ένα χαμένο έργο του Ευριπίδη, τον «Ερεχθέα». Κατά τη μυθολογία, ο Ερεχθέας ήταν ο βασιλιάς που ίδρυσε την Αθήνα. Στον Όμηρο είναι γνωστός ως ο βασιλιάς που «η κόρη του Δία, η Αθηνά, κάποτε στήριξε … και τον εγκατέστησε στην Αθήνα, στον δικό της πλούσιο ναό». Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Ερεχθέας και η Αθηνά λατρεύονταν από κοινού στην Αθήνα. Προς τιμήν του έχει χτιστεί και το Ερέχθειο, ο μικρός, πανέμορφος ναός που βρίσκεται απέναντι από τον Παρθενώνα, στη βόρεια πλευρά της Ακρόπολης, γνωστός για τη διάσημη στοά του με τις Καρυάτιδες κόρες.

Το έργο του Ευριπίδη ήταν γνωστό για καιρό μόνο από παραθέσεις άλλων αρχαίων συγγραφέων, αλλά, κατά τρόπο αντάξιο μιας πρώτης τάξεως αστυνομικής ιστορίας, μια ένδειξη ζωτικής σημασίας ανακαλύφθηκε στον πάπυρο που είχε χρησιμοποιηθεί ως περιτύλιγμα για μια Αιγυπτιακή μούμια του τρίτου αιώνα π.Χ. Όταν αφαιρέθηκε προσεκτικά, συναρμολογήθηκε και μεταγράφηκε, ο πάπυρος διπλασίασε τον αριθμό των γραμμών που σώζονται από το χαμένο θεατρικό έργο.

Στην αφήγηση του Ευριπίδη, ο βασιλιάς Ερεχθέας βρίσκεται σε πολεμική αντιπαράθεση με έναν αντίπαλο βασιλιά, ο οποίος είναι επίσης γιος του θεού Ποσειδώνα, και το μαντείο των Δελφών του φανερώνει ότι, για να σώσει τη νεαρή πόλη του –την Αθήνα- θα πρέπει να θυσιάσει την κόρη του. Όσο η Κόνελλυ διάβαζε τον σκοτεινό ιδρυτικό μύθο της Αθήνας, ήρθε στο μυαλό της η αφήγηση της ζωφόρου του Παρθενώνα. Οι γαλήνιες μορφές που απεικονίζονται στη ζωφόρο δεν συμμετείχαν σε μια γιορτή πολιτών, αλλά σε μια θυσία –μια ανθρωποθυσία- της νεότερης, της παρθένας κόρης του βασιλιά, του παιδιού με τα κοντά μαλλιά.

«Γιατί δεν είχα ακούσει ποτέ αυτή τη συγκλονιστική ιστορία σε όλα μου τα χρόνια των σπουδών;» αναρωτήθηκε η Κόνελλυ. Το βιβλίο της χρησιμεύει ως μια τονωτική υπενθύμιση ότι η πρώτης τάξεως επιστημονική έρευνα όχι μόνο δεν θεωρεί κανένα ορατό γεγονός ως δεδομένο, αλλά σκάβει βαθιά μέσα στους άγνωστους αγνώστους.

Η δική της θεωρία δεν είναι πλέον η μόνη που κυκλοφορεί. Μερικοί μελετητές υποθέτουν, για παράδειγμα, ότι η ζωφόρος δεν είναι μια συνεχής αφήγηση, αλλά απεικονίζει ένα διαφορετικό θέμα σε κάθε πλευρά της, ή ότι δείχνει μια αρχέγονη γιορτή των Παναθηναίων, η οποία δεν θα μπορούσε να διαθέτει μεταγενέστερα ιστορικά χαρακτηριστικά. Και υπάρχουν μερικές σκιές στο επιχείρημα της Κόνελλυ: για παράδειγμα, το φύλο του μικρού παιδιού καλό θα ήταν να προκύπτει πιο ξεκάθαρα. Αλλά στον ατελή κόσμο που ζούμε η Κόνελλυ πείθει, με μια έκθεση μεγάλου εύρους και βάθους. Κάποιοι μπορεί να βρουν υπερβολική την παράθεση τόσων λεπτομερειών, αλλά είναι απαραίτητη. Η Κόνελλυ δεν εκθέτει μια υπόθεση, αλλά μια εμπεριστατωμένη απόδειξη.

Το θέμα του βιβλίου της δεν είναι μόνο η ζωφόρος, αλλά και ο Παρθενώνας από το άλφα ως το ωμέγα: από το βραχώδες υπόστρωμα του ναού, μέσω του μυκηναϊκού οικισμού της Ακρόπολης, μέχρι το αριστούργημα του Περικλή που τώρα γνωρίζει όλος ο κόσμος, και μέχρι την κτήση των Ελγινείων μαρμάρων από το Βρετανικό Μουσείο – και πολλά άλλα. Το βιβλίο της είναι κάτι σπάνιο: η έκθεση μιας πραγματικά μεγαλοφυούς ιδέας, και μας θυμίζει πόσο συναρπαστικό θέμα μπορεί να γίνει το παρελθόν, αυτή η ξένη χώρα.

Δημοσίευση: Sunday Book Review, 23-1-2014

Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης

2 comments
  1. Yugo said:

    Ωραίο άρθρο, θα ήταν ωραιότερο αν είχε και μερικά ευρήματα ή τουλάχιστον πιο δυνατά επιχειρήματα για να στηρίξει την υπόθεσή του. Αυτά τα με τον υφαντό χιτώνα στηρίζουν περισσότερο το αίτημα Cucci για την επίδειξη μόδας…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: