Τα «υπαρκτά» και τα «άλλα» αρχαία

του Άκη Γαβριηλίδη

Η πρόσφατη τοποθέτηση της Μαρίας Ρεπούση στη βουλή, κατά την οποία «τα αρχαία ελληνικά είναι νεκρή γλώσσα που δεν θα έπρεπε να διδάσκεται σε όλους τους μαθητές», πυροδότησε μια σειρά τρομερά φορτισμένων αντιδράσεων από μεγάλο αριθμό ανθρώπων αρκετά διαφορετικών μεταξύ τους κατά τα λοιπά (ηλικία, ενασχόληση, φύλο, πολιτική τοποθέτηση κ.ά.).

Ένα κοινό στοιχείο των αντιδράσεων αυτών ήταν ότι ο λόγος τους, ως επί το πλείστον, μύριζε από μακριά εκλογίκευση. Πράγμα που γίνεται φανερό από το ότι σε αυτούς χρησιμοποιούνταν οι πιο διαφορετικές αιτιολογήσεις για να στηρίξουν το ίδιο πρακτικό συμπέρασμα: η άποψη ότι η αρχαία ελληνική γλώσσα (/ γλώσσες) είναι νεκρή (-ές), άλλοτε κρινόταν ως υπεραριστερή εμμονή ή ως «επίδειξη ψευτοπροοδευτισμού», και άλλοτε ως εκσυγχρονιστική προδοσία των γνήσιων αριστερών ιδεών ή «κεντροαριστερό πυροτέχνημα το οποίο έχει σκοπό να αποσπάσει το λαό από τα πραγματικά του προβλήματα»· άλλοτε καταγγελλόταν ως ορθολογιστική προσέγγιση ενός υλικού το οποίο δεν πρέπει να εξετάζεται (μόνο) με τα όπλα της επιστήμης, και άλλοτε ως «αντιεπιστημονικό φληνάφημα». Φυσικά στις περισσότερες περιπτώσεις υπέβοσκε, ή διατυπωνόταν ρητά, και η υποψία για «υποκίνηση από ξένα κέντρα» που θέλουν να υπονομεύσουν την ενότητα και το πατριωτικό αίσθημα του ελληνικού λαού.

 Σε όλες τις περιπτώσεις, πάντως, υπήρχε σύμπτωση επί του πρακτέου: η άποψη αυτή πρέπει να απορριφθεί, ή μάλλον, δεν πρέπει καν να εξετασθεί, δεν πρέπει να της επιτραπεί να εισέλθει στο πεδίο της δημόσιας συζήτησης –ούτε καν στο πεδίο του συνειδητού του καθενός από μας ως ατόμου.

 

Η διαφωνία για ένα ζήτημα γλωσσολογικό/ παιδαγωγικό δεν είναι από μόνη της ικανή να προκαλέσει τόση λύσσα.

Όταν λοιπόν το ρητό περιεχόμενο των διαφωνιών που επικαλείται κάποιος, και των αντεπιχειρημάτων που προβάλλει, δεν αρκεί για να δικαιολογήσει αυτή τη φόρτιση, δεν είναι δύσκολο να υποψιαστούμε την εξήγηση: αυτό που κατευθύνει την εκτύλιξη αυτών των λόγων ανάγεται στη λιμπιντινική οικονομία, έχει να κάνει με την τάξη των επιθυμιών. Αυτές είναι που οδηγούν στο προειλημμένο συμπέρασμα, και οι λόγοι προσαρμόζονται σε αυτό ανάλογα με τον εκάστοτε ομιλούντα και το ακροατήριό του.

Ο επιθυμητικός αυτός καθορισμός θα άξιζε από μόνος του μια πραγμάτευση, την οποία δεν σκοπεύω να κάνω εδώ. Θα ασχοληθώ όμως με ένα ήσσον στοιχείο, το οποίο επίσης είναι κοινό σε όλους σχεδόν τους φιλο-αρχαϊκούς λόγους.

 

Σχεδόν όλοι όσοι υποστήριξαν τα αρχαία, ή τουλάχιστον όσοι απ’ αυτούς διαισθάνονταν ότι πρέπει όσο να ’ναι να σχετικοποιήσουν αυτή την υποστήριξη για να μη βρεθούν στο ίδιο στρατόπεδο με τους γλωσσαμύντορες, έσπευδαν με παραπλήσια λόγια να προσθέσουν: «δεν αρνούμαι ότι υπάρχουν προβλήματα, αλλά γι’ αυτά δε φταίνε τα ίδια τα αρχαία, παρά ο τρόπος με τον οποίο διδάσκονται». Και συμπλήρωναν ότι δεν θα είχαν καμία αντίρρηση να αλλάξει αυτός ο τρόπος, ο οποίος είναι τυπολατρικός.

Π.χ.: σε ένα κείμενο το οποίο κυκλοφόρησε ευρέως στο διαδίκτυο και αποδίδεται στα «μέλη του Τομέα Κλασικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας Ε.Κ.Π.Α.» (χωρίς να διευκρινίζεται αν αυτό εκφράζει το σύνολο ή απλώς κάποια μέλη, ούτε με ποιο τρόπο και σε ποιον εξέφρασαν τα εν λόγω μέλη αυτές τις απόψεις· πάντως το κείμενο δεν παρουσιάζεται ως ψήφισμα ή επίσημη άποψη του εν λόγω τομέα), περιέχεται η εξής παράγραφος:

 

Για μας το ζήτημα δεν είναι αν οι κλασικές γλώσσες πρέπει να διατηρηθούν στο Σχολείο ή όχι, αλλά ο τρόπος διδασκαλίας τους. Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι ο μέσος απόφοιτος του Λυκείου, έχοντας αναλώσει ώρες και ώρες στην εκμάθηση γραμματικών και συντακτικών κανόνων, δυσκολεύεται συχνά να αξιοποιήσει δημιουργικά τις γνώσεις του, ώστε να κατανοήσει με τις δικές του δυνάμεις ένα βατό απόσπασμα από αρχαίο συγγραφέα. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι η καλλιέργεια της κρίσης όχι η επιβράβευση της στείρας αποστήθισης.

 

Οι διαβεβαιώσεις αυτές επίσης ηχούν κάπως ανειλικρινείς. Αν μη τι άλλο διότι οι ενδιαφερόμενοι αναγκάζονται να προβούν σε αυτή την παραδοχή μόνο ετεροκαθορισμένα, υπό εξωτερική πίεση, και ακριβώς για να χαλαρώσουν αυτή την πίεση. Υπό κανονικές συνθήκες, οι φιλόλογοι του Εθνικού και Καποδιστριακού δεν αναλαμβάνουν καμία πρωτοβουλία για να διορθώσουν, ή έστω για να επισημάνουν αυτές τις ατέλειες, να δείξουν ότι κάτι δεν πάει καλά γι’ αυτούς. Αντιθέτως, είναι αυτοί που πρωταγωνιστούν στο σχεδιασμό και την υλοποίηση αυτής της τυπολατρίας.

Πρόκειται λοιπόν για μια απρόθυμη και φραστική παραδοχή προκειμένου να περάσει η μπόρα και μετά να συνεχίσουμε την ίδια πρακτική χωρίς να αλλάξει τίποτα.

 

Η πρακτική για την οποία πρόκειται εδώ είναι βαθιά σφηνωμένη στη φαντασιακή και υλική συγκρότηση του ελληνικού κράτους, και δεν είναι δυνατό να αλλάξει παρά μόνο αν συμβούν πραγματικά πολύ βαθιοί μετασχηματισμοί στην οργάνωσή του.

Το αφηγηματικό σχήμα της διάκρισης ανάμεσα σε μια «υπαρκτή και ταπεινή» και σε μια «άλλη, ιδανική» πραγματικότητα, είναι ένα σχήμα με μεγάλη παράδοση και πολύ βαθιά ριζωμένο στους λόγους που παρήχθησαν εντός του ελληνικού κράτους –και που το παρήγαγαν με τη σειρά τους.

Ας πούμε, στο λόγο των αριστερών εθνικιστών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς είναι έντονα παρούσα η ιδεαλιστική αυτή διάκριση: ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης έχει πολύ συχνά εξηγήσει ότι ναι μεν αγαπούσε την Ελλάδα, αλλά όχι αυτή την Ελλάδα που έχουμε μπροστά μας: μία άλλη, καλύτερη, που υπάρχει σε κάποιον άλλο τόπο, ή που ίσως υπάρξει κάποτε σε κάποιον άλλο χρόνο[1].

Όπως όμως μας έδειξε η πρόωρα χαμένη Έλλη Σκοπετέα, ο ιδεαλιστικός αυτός δυισμός/ διχασμός είχε ουσιαστικά εδραιωθεί ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν καθιερώθηκε η έκφραση «κράτος των Αθηνών» για να δηλώνει το «υπαρκτό» μόρφωμα που προέκυψε από την επανάσταση, καθόσον αυτό θεωρείται ότι υστερεί σε σχέση με την αποστολή την οποία θα όφειλε να εκπληρώνει, και η οποία είναι σαφώς υψηλότερη.

 

Η απόφαση να διδάσκεται η αρχαία ελληνική γλώσσα –και να διδάσκεται με αυτόν ειδικά τον τρόπο και όχι με άλλον- προοριζόταν ακριβώς να καλύψει, όσο ήταν δυνατό (που δεν ήταν), αυτό το ανυπόφορο χάσμα.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο αυτά, τα «υπαρκτά» αρχαία είναι τα μόνα δυνατά. Δεν υπάρχουν πουθενά κάποια «άλλα» αρχαία.

Τα κλαψουρίσματα όσων μας λένε «μην περιορίζετε τα αρχαία κι εμείς θα τα βελτιώσουμε» είναι υποκριτικά. Έχουν τόση αξία όση και διαβεβαίωση που δίνει η (βάρβαρη) Μήδεια στις «Μεταμορφώσεις» του Οβίδιου: Video meliora proboque, deteriora sequor.

Πράγματι, τα αρχαία, έτσι όπως διδάσκονται σήμερα –και όπως διδάσκονταν πάντα-, δεν βοηθούν έναν «μέσο απόφοιτο Λυκείου» να «κατανοήσει με τις δικές του δυνάμεις ένα βατό απόσπασμα από αρχαίο συγγραφέα». Αυτό όμως οφείλεται στο ότι, απλούστατα, ο σκοπός της διδασκαλίας αυτής δεν είναι να βοηθήσει τις μαθήτριες να κατανοούν τους αρχαίους συγγραφείς. Είναι να τους εμφυσήσει εθνική περηφάνια και αυτοπεποίθηση, μπουκώνοντάς τους το μυαλό με την ιδέα ότι είναι απόγονοι του τελειότερου πολιτισμού που υπήρξε και που μπορεί να υπάρξει. Οι founding fathers του ελληνικού κράτους πίστευαν ότι μόνο έτσι μπορούν να αντέξουν την ανυπόφορη πίεση του αποικιοκρατικού-οριενταλιστικού βλέμματος των δυτικών –και του ίδιου του δικού τους βλέμματος καθόσον αυτό ταυτιζόταν με το δυτικό και αυτοθεωρούνταν.

 

Από την ίδια τη συγκρότησή του, λοιπόν, ο εκπαιδευτικός θεσμός προοριζόταν να καλύψει όχι εκπαιδευτικές, αλλά λιμπιντινικές προτεραιότητες. Εντασσόταν στην αυτο-εθνοκάθαρση στην οποία βασίστηκε η συγκρότηση του ελληνικού έθνους· στην παράκαμψη και την υποτίμηση κάθε υπαρκτής καταγωγής του μεγαλύτερου μέρους των μελών του –εκτός και αν αυτή μπορούσε με κάποια ταχυδακτυλουργία να αναγορευθεί σε «κατάλοιπο της τρισχιλιετούς ελληνικότητας που διέσωσε ο λαός μας»- και την αντικατάστασή της με έναν πολιτισμό ο οποίος κατά βάση τούς ήταν ξένος, ακατανόητος και ανυπόφορος, αλλά με τον οποίο αισθάνονταν ότι πρέπει πάση θυσία να συνδεθούνε.

Γι’ αυτό και ο ισχυρισμός ότι «τα παιδιά πρέπει να μάθουν αρχαία για να μιλάνε καλύτερα νέα και να καταλαβαίνουν την ετυμολογία των λέξεων» είναι ακόμη μία υποκριτική εκλογίκευση. Η οποία, σημειωτέον, δεν υποστηρίζεται πουθενά για καμία γλώσσα στον κόσμο. Η εντύπωση ότι η γνώση παλαιότερων μορφών μιας γλώσσας και η κατανόηση της ετυμολογίας των λέξεων αποτελεί προϋπόθεση για την ορθή ομιλία της τωρινής μορφής και τη διατήρησή της, καταρρίπτεται από το ίδιο το γεγονός της διατήρησης της ελληνικής. Η συντριπτική πλειοψηφία των ομιλητών της ελληνικής, (ουσιαστικά το σύνολό τους μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, και μεγάλα ποσοστά τους μέχρι τα μέσα του 20ού), ήταν αναλφάβητοι, άρα δεν είχαν ποτέ διδαχθεί αρχαία. Ούτε εξάλλου και νέα.

Από την άλλη, αν ο σημερινός Έλληνας, προκειμένου να μιλά σωστά τη γλώσσα, πρέπει να είναι σε θέση να κατανοήσει την προέλευση των λέξεων, τότε αυτό θα επέβαλλε να διδάσκονται επίσης στα σχολεία όχι μόνο τα αρχαία, αλλά και αρκετές άλλες γλώσσες, και κυρίως η τουρκική, η ιταλική (βενετική) και η αλβανική, από τις οποίες προέρχονται πολλά στοιχεία της νέας ελληνικής –όχι μόνο λεξιλογικά, αλλά επίσης φωνολογικά, συντακτικά, σχήματα λόγου, εικόνες, παροιμίες κ.ο.κ. Δεν διδάσκονται όμως, διότι προφανώς ο καημός των υπουργείων και των κρατικών φιλολόγων δεν ήταν να δείξουν στο μαθητή αμερόληπτα τους μηχανισμούς και τις λειτουργίες της γλώσσας, αλλά να τον επηρεάσουν ενεργητικά και να τον προσανατολίσουν να θεωρεί υψηλότερες κάποιες λειτουργίες, απορρίπτοντας άλλες.

Η μόνη ελπίδα να εγκαταλειφθεί αυτός ο «άγονος, τυπολατρικός, χρονοβόρος» τρόπος διδασκαλίας, αυτό το double bind ανάμεσα στην ανυπόφορη αρχαιολατρία και τη διαρκή ανάγκη για μια μεγαλύτερη δόση της κάθε τόσο, θα ήταν ίσως να συνειδητοποιήσουμε ότι γίνεται μπούμεραγκ: ότι ενώ προορίζεται να ενδυναμώσει τις μαθήτριες και να τις οπλίσει με αυτοπεποίθηση, στην πράξη κατορθώνει μάλλον το αντίθετο. Δεν είναι μόνο ότι προκαλεί σύγχυση ανάμεσα στις πολλαπλές μορφές που διδάσκονται για τα ίδια ρήματα και τα ίδια ουσιαστικά, οδηγώντας τους μαθητές να μιλούν πιθανότατα χειρότερα και όχι καλύτερα νέα ελληνικά –ιδίως αν αυτοί έχουν άλλη μητρική γλώσσα από την ελληνική, όπως συμβαίνει με πολλές χιλιάδες. Είναι ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα εμφανίζει ως ανυπέρβλητο και τέλειο έναν πολιτισμό, με τον οποίο οι σημερινοί Έλληνες βρίσκουν όλο και πιο δύσκολο να ταυτιστούν. Διότι όποιος έχει στοιχειώδη ειλικρίνεια και κάποια επαφή με γειτονικές χώρες, δεν μπορεί να μη διαπιστώσει ότι ένας σημερινός Έλληνας έχει πολύ περισσότερα κοινά με έναν σημερινό Τούρκο, Βούλγαρο, Σέρβο ή Μακεδόνα απ’ ό,τι με έναν αρχαίο Έλληνα. Όταν λοιπόν εμφανίζεται ως τέλειο οτιδήποτε κάναν οι αρχαίοι, αυτό έχει ως παράλληλο αποτέλεσμα να συντρίβει τους νέους, εμφυσώντας τους την εντύπωση πως, ό,τι και να κάνουν αυτοί, αποκλείεται να τους φτάσουν, ότι είναι άχρηστοι.

Ίσως υπάρχει ένας λιγότερο δαπανηρός από άποψη ψυχικής οικονομίας τρόπος για να εξοπλιστούμε απέναντι στον «επαρχιωτισμό» τον οποίο φορτώνει στους Έλληνες, και στους υπόλοιπους Βαλκάνιους, το ευρωκεντρικό βλέμμα: για παράδειγμα, να «επαρχιοποιήσουμε» την ίδια την Ευρώπη –provincialize Europe. Κάτι τέτοιο όμως δεν πρόκειται να γίνει όσο συνεχίζουμε να παριστάνουμε ότι εμείς είμαστε από την εκεί μεριά της γραμμής που χωρίζει τους πολιτισμένους αποικιοκράτες από τους αποικισμένους βαρβάρους, και όσο δεν αμφισβητούμε τον ίδιο το χωρισμό.


[1] Πρβλ.: «δεν μετανιώνω ποτέ που πάντα πίστευα και εξακολουθώ ακόμα να πιστεύω στην ‘άλλη’ Ελλάδα, σε μια Ελλάδα διαφορετική» (Μίκης Θεοδωράκης – Εκ βαθέων I).

7 comments
  1. mihalis said:

    Το περίεργο, εκ πρώτης όψεως, είναι ότι η αντίληψη πως η γνώση των αρχαίων ελληνικών βοηθάει τους μαθητές να κατανοήσουν καλύτερα τη γλώσσα τους είναι ευρέως διαδεδομένη μεταξύ των φιλολόγων της Ευρώπης. Δηλαδή η γνώση των αρχαίων Ελληνικών βοηθάει τους γάλλους να μιλήσουν καλά γαλλικά, τους ισπανούς να μιλήσουν σωστά ισπανικά, κλπ. Πολλές φορές άκουσα αυτό το παράδοξο από Γάλλους ή Ισπανούς αρχαιοελληνιστές φιλόλογους.

    Φυσικά καμία ανάγκη δεν αισθάνονται οι Ισπανοί φιλόλογοι να αποδείξουν την ανωτερότητα του ελληνικού γένους και την ανάγκη για την προνομιακή τοποθέτησή του στις όχθες με τους πολιτισμένους αποικιοκράτες. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε μια αλήθεια που αναφέρει ο πρώτος μεταφραστής του Φαλμεράγιερ στα ελληνικά, και νυν συνοδοιπόρος χρυσαυγιτών και εβραιοφάγων, στην εισαγωγή του: Δεν είμαστε έθνος Ελλήνων, ήμεθα έθνος φιλελλήνων. Πράγματι είμαστε κακέκτυπα φιλελλήνων, κακέκτυπα γιατί έχουμε την αίσθηση ότι είμαστε ορίτζιναλ, ενώ κούνια που μας κούναγε: Η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Αθήνα, ο νεοκλασικισμός δοξάστηκε και η γλώσσα δόθηκε στον Ελύτη η ελληνική στις ακρογιαλιές του Ομήρου από Όθωνες, Χάνσεν και Ελληνικά σχολεία του Μονάχου. Μάθαμε να δοξάζουμε ο,τιδήποτε αρχαιοελληνικό επειδή οι Ευρωπαίοι μας το επέβαλαν και μας το δίδαξαν – και εξακολουθούν να μας το επιβάλλουν και να μας το διδάσκουν. Αλλά δεν πρόκειται για ένα Ευρωπαϊκό προϊόν για εξαγωγή. Πρόκειται για μια βαθιά αποικιοκρατική πίστη, ο αρχαιοελληνικός κόσμος (τους) είναι η δική τους, αποικιοκρατικό-δημοκρατική εθνική τους ταυτότητα η οποία εξάγεται σε εμάς μαζικά, τουλάχιστον δύο αιώνες τώρα.

    Δεν έφτιαξαν οι νεοέλληνες το Βρετανικό μουσείο, ούτε το μουσείο της Περγάμου. Οι ίδιοι που έφτιαξαν τα μουσεία, έφτιαξαν και το Ελληνικό κράτος μαζί με την εθνική του ταυτότητα. Με εξωσωματική γονιμοποίηση, το πρώτο έθνος του σωλήνα.

    • Ούτις said:

      Υιοθετείς και συ Μιχάλη μια μεμψιμοιρία, λες και τα άλλα έθνη γεννήθηκαν με φυσικό τρόπο ενώ το δικό μας μόνο είναι τεχνητό. Εδώ που τα λέμε όλα έχουν ένα στοιχείο κατασκευής κι ένα στοιχείο ή ένα στρώμα «φυσικής» ή ιστορικής προέλευσης, πριν γίνουν έθνος είναι μια εθνοτική ομάδα.
      Αλλά έχεις δίκιο για τον αποικοιοκρατισμό. Αναπαράγουν ακόμα κι ορισμένοι αντιεθνικιστές στην Ελλάδα ένα ρατσισμό του 19ου που νόμιζε ότι οι αρχαίοι Ελληνες ήταν μια φυλετικά καθαρή (και άρα ανώτερη) ομάδα (ενώ ήταν ένα ανακάτωμα βαλκανομεσογειακό σαν τους λαούς που κατοικούν και σήμερα τα βαλκάνια και τη βόρεια μεσόγειο), αλλά εμείς δεν δικαιούμαστε τέτοια πιστοποιητικά γιατί ανακατευτήκαμε με κατώτερα φύλα (όπως τα θεωρούσαν οι Γερμανοί λόγιοι της εποχής) τους Σλάβους και τους Αλβανούς. Η διαφορά με τους αρχαίους δεν είναι ότι εμείς μπασταρδευτήκαμε ενώ εκείνοι ήταν καθαροί, είναι ότι πέρασαν 20 αιώνες.

  2. Omadeon said:

    συμφωνώ απόλυτα με το άρθρο…
    αν και [1] δεν εξαντλήθηκε έτσι το θέμα και επίσης
    [2] γενικά, ο,τι κι αν πει η Ρεπούση το θεωρώ κενόλογη ρητορεία ή λόξα, ή και τα δύο…
    …τη στιγμή που δεν έχει πει κουβέντα για άλλα πολύ πιο καυτά ζητήματα και παραμένει στην κατάπτυστη ΔΗΜΑΡ.

    Δεν χρειαζόμαστε τη Ρεπούση και τον εκ φύσεως κακιωμένο, προβοκατόρικο λόγο της. στερημένο από ΚΑΘΕ διάθεση ή ικανότητα για σωστή επικοινωνία, ευαισθησία και όλα τα συναφή…
    …για να αντιληφθούμε ορισμένα σωστά ή αυτονόητα πράματα.

    Η αρχαία ελληνική είναι ΕΞ ΟΡΙΣΜΟΥ νεκρή, διότι απλούστατα δεν μεγαλώνουν παιδιά που να την έχουν σαν μητρική Το ότι είναι νεκρή ή ζωντανή είναι όμως και άνευ νοήματος. Στ’ αρχίδια μας. Διότι…

    Εχουμε και διαδίκτυο όπου η ετυμολογία, η προέλευση και οι συνδέσεις μιας λέξης ή φράσης σε ΚΑΘΕ γλώσσα μπορεί να διερευνηθεί με μερικά κλικ ποντικιού. Και φυσικά και οι συνδέσεις με τουρκικά ή αλβανικά κ.ο.κ

    Το ότι είναι νεκρή μια γλώσσα, είναι επίσης άνευ σημασίας, διότι… το Ισραήλ ανάστησε μια 100% νεκρή γλώσσα, τα Εβραϊκά, και μέσα σε 2 γενιές όλοι οι Ισραηλινοί τη μιλάνε. Εγινε ζωντανή και μητρική 100%.

    Αν έχουν αρχίδια και τιμή οι ελληνάρες να μεγαλώσουν κάνα παιδί με μητρική γλώσσα τ’αρχαία.

    Τα εθνολατρευτικά μαγειρέματα και οι λοιπες πλάνες και υποκρισίες που εύστοχα αναλύει κριτικά το άρθρο δεν με αφορούν και με καλύπτει απόλυτα το άρθρο.

    (επίτηδες γράφω «λαίκά» εδώ… για να τη σπάσω σε κάνα εθνίκι που μπήκε κατά λάθος)

  3. Γιάννης said:

    1. Συμφωνώ με το πνεύμα του άρθρου και κυρίως με τις επισημάνσεις του για τον (αντιφατικό) ιδεολογικό ρόλο του μαθήματος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

    2. Οι αναφορές στον «άγονο, τυπολατρικό, χρονοβόρο» τρόπο διδασκαλίας ίσως υπονοούν (σε συσχετισμό με τους υποκριτικούς κλαυθμυρισμούς των διδασκόντων του Αθήνησιν) ότι υπάρχει μια «άλλη» μέθοδος για τη διδασκαλία της αρχαίας γλώσσας στη μέση εκπαίδευση, που θα καθιστούσε τους αποφοίτους της ικανούς να μελετούν με σχετική άνεση ολοκληρωμένα πρωτότυπα κείμενα της κλασικής γραμματείας. Κατά τη γνώμη μου, η κατάκτηση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας σε βαθμό που να επιτρέπει την προσπέλαση ευρύτερων κειμένων, την κατανόηση του περιεχομένου και των ιδεών και την αισθητική τους απόλαυση, είναι μια διαδικασία που υπερβαίνει τις αντοχές, τα όρια και τις προτεραιότητες της γενικής παιδείας. Είναι ειδικό εργαλείο για όσους προτίθενται να ακολουθήσουν σχετικές σπουδές και ως τέτοιο πρέπει να υπάρχει στα σχολεία. Ο μέσος απόφοιτος μπορεί να γνωρίσει ολοκληρωμένα ή εκτενή σημαντικά κείμενα της αρχαιότητας, ενταγμένα στα γραμματολογικά και ιστορικοκοινωνικά τους συμφραζόμενα μέσα από τις εξαιρετικές μεταφράσεις που κυκλοφορούν, στα πλαίσια ενός μαθήματος «αρχαιογνωσίας», το οποίο θα στοχεύει στην ανάδειξη της επίδρασης (θετικής και αρνητικής) που άσκησαν στο σύγχρονο πολιτισμό. Με άλλα λόγια, η ορθολογική προσέγγιση ενός τέτοιου μαθήματος στη μέση εκπαίδευση προϋποθέτει τη διάκριση γλώσσας και γραμματείας, τη διάκριση αρχαιογνωσίας και αρχαιογλωσσίας.

    3. Η απροθυμία (αν όχι η ανικανότητα) της ελληνικής διανόησης, των σχετικών επιστημονικών κλάδων και των εκπαιδευτικών θεσμών να ανοίξουν μια συζήτηση στην παραπάνω βάση ή, έστω, να επιχειρήσουν μια επιστημονική αποτίμηση των αποτελεσμάτων της μακρόχρονης διδασκαλίας του μαθήματος, οφείλεται στις αγκυλώσεις που εύστοχα επισημαίνει ο αρθρογράφος (δηλ. στο ειδικό βάρος μιας εξιδανικευμένης αρχαιότητας στη διαμόρφωση της «εθνικής» νεοελληνικής ιδεολογίας).

    4. Οι επιπτώσεις όμως αυτής της μόνιμης κατάστασης στην εκπαιδευτική πραγματικότητα είναι καταθλιπτικές γιατί φορτώνουν το αναλυτικό πρόγραμμα και συνθλίβουν τους μαθητές. Και μαζί συνθλίβουν και μένα, το δάσκαλο της δευτεροβάθμιας, που δεν μπορώ (στο βαθμό που θέλω) να κουβεντιάσω με τους μαθητές μου όσα σπούδασα και αγαπώ.

  4. nickthegreek992 said:

    Σωστή η ανάλυση για την ιδεολογική χρήση των αρχαίων ελ. σε σχέση με την ίδρυση του ελληνικού κράτους κ.ο.κ. Από την άλλη, διαφωνώ κάθετα με δύο απόψεις που προβάλλονται στο άρθρο έμμεσα ή άμεσα.
    Πρώτα απ’όλα διαφωνώ με τη μη συνέχιση των Ελλήνων που προβάλλεται. Συγκεκριμένα, είναι σαφές, πιστεύω, από μια επιδερμική μόνο ανάγνωση της Ιστορίας (και μιλώ για επιστημονική Ιστορία) ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είναι πολιτιστικοί απόγονοι των αρχαίων, στο πλαίσιο πάντα μιας συνέχισης, όχι μιας αυτούσιας μεταφοράς. Μπορεί από την αρχαία Ελλάδα να μην έχουν μείνει πάρα πολλά, αλλά αυτό που έχει μείνει ξεκινάει από κει και μέσω διαδοχικών γενεών έχει καταλήξει να είναι αυτό που είναι σήμερα. Οι σύγχρονοι Έλληνες δλδ είναι απόγονοι των αρχαίων στον ίδιο (ή μάλλον ανάλογο) βαθμό που ο Επίκουρος είναι απόγονος των Ελλήνων του πρώτου αποικισμού. Απόδειξη αυτού είναι η ελληνική γλώσσα, στη γραμματική, στο λεξιλόγιο αλλά και στις εκφράσεις της. Όσο για το σόφισμα με τα δάνεια από τα τουρκικά, τα ιταλικά κλπ, αρκεί να αναφέρουμε ότι και τα αρχαία ελληνικά είχαν δάνεια. Φυσικά, αν ο αρθρογράφος ικανοποιείται μόνο με μια καθαρή συνέχιση αίματος, ας έχει υπόψιν ότι η μη πρόσμιξη είναι βιολογικά αδύνατη καθώς θα οδηγούσε σε εξαφάνιση του πληθυσμού σε βάθος χρόνου.
    Επίσης, ο αρθρογράφος ισχυρίζεται ότι τα αρχαία είναι μάλλον βλαβερά καθώς δύνανται να δημιουργήσουν σύμπλεγμα κατωτερότητας. Είναι σαν να λέμε ότι η διδασκαλία του Καντ στις σχολές φιλοσοφίας θα δημιουργήσει σύμπλεγμα κατωτερότητας στον φοιτητή, πράγμα αστείο. Όσο για το πρόβλημα της διδασκαλίας τους, φαίνεται ότι ο αρθρογράφος έχει ήδη λάβει ως δεδομένο το ότι αυτή δεν μπορεί να αλλάξει. Αυτό είναι μια προφανής παγίδα «λήψης του αιτουμένου» και για να την αντικρούσω, απλά αναφέρω ότι στη Γαλλία τα παιδιά μεταφράζουν τα κόμικ τους (Asterix κ.α) στα αρχαία ελληνικά.
    Τα παραπάνω είναι δυστυχώς πολύ λίγα και μάλλον πρόχειρα, μπροστά στα λογικά σφάλματα και τα κενά του άρθρου. Ενώ ξεκινά με ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, τελικά αναλώνεται ατυχώς, κατά τη γνώμη μου.
    Κατά τ’άλλα, η σελίδα σας είναι πολύ ενδιαφέρουσα -μόλις την ανακάλυψα- και αυτό το πρώτο επικριτικό μου σχόλιο θα ακολουθήσουν άλλα επιδοκιμαστικά γιατί υπάρχει ενδιαφέρον υλικό!

    • 1) Από μια μη επιδερμική ανάγνωση της ιστορίας, προκύπτει ότι η σχέση των σημερινών Ελλήνων με τους αρχαίους δεν ανάγεται σε καμία «άμεση διαδοχή των γενεών». Είναι πολλαπλά διαμεσολαβημένη. Η κλασική φιλολογία έφτασε στο ελληνικό κράτος μέσα από τους Βαυαρούς και τους άλλους δυτικοευρωπαίους, και σε αυτούς προηγουμένως από τους ´Αραβες.
      2) Η ίδια η μελέτη και η διδασκαλία του Καντ, ή οποιουδήποτε άλλου, από μόνη της δεν δημιουργεί φυσικά κανένα σύμπλεγμα σε κανέναν. Εάν όμως η διδασκαλία αυτή τεθεί εξ αρχής σε ένα πλαίσιο που λέει ότι ο Καντ είναι ό,τι τελειότερο υπήρξε και ότι κανείς δεν πρόκειται να τον ξεπεράσει, τότε ναι, δημιουργεί αίσθημα ματαιότητας και παραίτησης αντί ενθάρρυνσης.
      Τέλος, το αν οι Γάλλοι μαθητές μεταφράζουν προς τα αρχαία ελληνικά, δεν βλέπω πώς επηρεάζει οποιονδήποτε ισχυρισμό για τη διδασκαλία τους στην Ελλάδα.
      Οι διαβεβαιώσεις για άλλα «κενά» και «λάθη» είναι ανεπίδεκτες εκτιμήσεως, εφόσον δεν αναφέρεται ποια είναι αυτά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: