Ανν ΜακΚλίντοκ: Ψυχανάλυση, φυλετική διάσταση και γυναικείος φετιχισμός*

Aν μπορούσαμε να χειραφετηθούμε από τις συσκοτιστικές επιδράσεις των εθίμων … θα βλέπαμε να υπάρχουν στους δρόμους του Λονδίνου και του Παρισιού τόσες πολλές φυλές που λατρεύουν φετίχ, όσες ακούμε ότι υπάρχουν στις ακτές της Αφρικής.

 Samuel Taylor Coleridge

Το 1760, ένας Γάλλος philosophe, o Charles de Brosses, κατασκεύασε τον όρο fetishisme** για να δηλώσει την έννοια «πρωτόγονη θρησκεία»[1]. Το 1867, ο Μαρξ υιοθέτησε τον όρο φετιχισμός του εμπορεύματος και την ιδέα της πρωτόγονης μαγείας για να εκφράσει την κεντρική κοινωνική μορφή της νεωτερικής βιομηχανικής οικονομίας. Το 1905, ο Φρόιντ μετέφερε τον όρο φετίχ στο βασίλειο της σεξουαλικότητας και στον τομέα των ερωτικών «διαστροφών». Οι «επιστήμες του ανθρώπου» –η φιλοσοφία, ο μαρξισμός και η ψυχανάλυση- πήραν μορφή γύρω από την επινόηση του πρωτόγονου φετίχ. Η θρησκεία (η διευθέτηση του χρόνου και του υπερβατικού), το χρήμα (η διευθέτηση της οικονομίας) και η σεξουαλικότητα (η διευθέτηση του σώματος) διαρρυθμίστηκαν γύρω από την κοινωνική ιδέα του φυλετικού φετιχισμού, η οποία μετέθετε ό,τι δεν μπορούσε να ενσωματώσει η νεωτερική φαντασία πάνω στο επινοημένο βασίλειο τού πρωτόγονου. Ο ιμπεριαλισμός επέστρεφε για να στοιχειώσει το εγχείρημα της νεωτερικότητας ως η κρυμμένη αλλά κεντρική λογική του.

«Ο ερωτικώς παρεκκλίνων δεν είναι ο μόνος φετιχιστής που μας είναι γνωστός. Ας σκεφτούμε τον πρωτόγονο», λέει ο William Pietz. Ωστόσο, αυτό θα μπορούσε να ειπωθεί και με έναν άλλο τρόπο: με την επινόηση του πρωτόγονου, η ιδέα της παρέκκλισης στην Ευρώπη κατέληξε να εξυπηρετεί μία ιδιαζόντως νεωτερική μορφή κοινωνικής πειθαρχίας[2]. Η επινόηση του φυλετικού φετιχισμού έγινε κεντρική για την αστυνόμευση των «επικίνδυνων τάξεων», τόσο στην Ευρώπη όσο και στις αποικίες. Οι αποικιοκρατούμενοι λαοί απεικονίστηκαν ως σεξουαλικώς παρεκκλίνοντες, ενώ οι παρεκκλίνοντες από έμφυλη άποψη απεικονίστηκαν ως φυλετικώς παρεκκλίνοντες. Οι «λάτρεις του φετίχ» στις αποικίες και οι φετιχιστές με τη σεξουαλική έννοια στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις άρχισαν να εμφανίζονται ως η ορατή, ζωντανή απόδειξη του εξελικτικού εκφυλισμού. Οι φετιχιστές, οι οποίοι πλέον ταυτοποιούνταν ως αταβιστικές υπο-φυλές στο εσωτερικό της ανθρώπινης φυλής, πολύ συχνά θεωρούνταν ότι ενοικούν έναν αναχρονιστικό χώρο στο γραμμικό χρόνο της εξελικτικής προόδου, ο οποίος επέτρεπε και δικαιολογούσε την κατάκτηση και τον έλεγχο. Με αυτό τον τρόπο, ο αυτοκρατορικός λόγος περί φετιχισμού έγινε πειθαρχία περιστολής.

Όπως γράφει ο Φρόιντ: «σύμφωνα με ορισμένες αυθεντίες … το επιθετικό στοιχείο στο σεξουαλικό ένστικτο είναι στην πραγματικότητα κατάλοιπο κανιβαλιστικών επιθυμιών». Κατά τον Φρόιντ, τα ερωτικά φετίχ «όχι άδικα συγκρίνονταν με τα φετίχ στα οποία οι άγριοι πιστεύουν ότι είναι ενσαρκωμένοι οι θεοί τους». Ωστόσο, ο Φρόιντ ήταν επίσης ο πρώτος που συστηματικά όρισε το φετιχισμό ως ζήτημα μόνο της (ανδρικής) σεξουαλικότητας[3]. Όπως επισημαίνει η Naomi Schor:

Αποτελεί άρθρο πίστης για το Φρόιντ και τους φροϋδικούς ότι ο φετιχισμός είναι η κατεξοχήν αρσενική διαστροφή. Η παραδοσιακή ψυχαναλυτική φιλολογία για το ζήτημα επαναλαμβάνει διαρκώς ότι δεν υπάρχουν θηλυκοί φετιχιστές· ο γυναικείος φετιχισμός, στη ρητορική της ψυχανάλυσης, αποτελεί οξύμωρο σχήμα[4].

Στο κλασικό φροϋδικό σενάριο, οι γυναίκες περιορίζονται σε μία ήσσονα λειτουργία –στην καλύτερη περίπτωση αναφέρονται στις υποσημειώσεις, και μετά ξεχνιούνται. Ο Λακάν (ο οποίος θα μπορούσε τουλάχιστο να είχε θυμηθεί τη Ζαν ντ’Αρκ, τη διασημότερη τραβεστί της Γαλλίας) ακολουθεί το Φρόιντ και κηρύσσει απερίφραστα την «απουσία του φετιχισμού στις γυναίκες». Ο Κριστιάν Μετς καθυστερημένα εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι η θεωρία του Φρόιντ περιορίζεται στα αγόρια, αλλά συνεχίζει να αναπαράγει τον κοινό τόπο ότι «οι καταγεγραμμένες κλινικές περιπτώσεις φετιχισμού είναι ως επί το πλείστον αρσενικές». Ο Χόμι Μπάμπα, σε ένα κατά τα λοιπά σημαντικό και ευαίσθητο δοκίμιο, παρομοίως εκφράζει σε υποσημείωση τη δυσφορία του που «το σώμα στο παρόν κείμενο είναι αρσενικό». Ο Μπάμπα προχωρά, παρόλα αυτά, να αναλύσει τη συμβολική γνώση και το φετιχισμό του αποικιακού λόγου σαν να ήταν ουδέτερα από άποψη φύλου. Ο Μπάμπα δεν φαίνεται να σκέφτεται ότι, αν επαναφέρει το γυναικείο στοιχείο από την υποσημείωση στο σώμα του κειμένου, αυτό ίσως θέσει υπό ριζική διερώτηση τη λακανική θεωρία περί φαλλικού φετιχισμού και την ίδια τη σκηνή του ευνουχισμού[5].

Η άρνηση του γυναικείου φετιχισμού είναι όχι τόσο μια ακριβής περιγραφή όσο μια θεωρητική αναγκαιότητα που μας βοηθάει να αρνηθούμε ότι υπάρχει θηλυκή σεξουαλική αυτενέργεια –παρεκτός υπό όρους που υπαγορεύουν οι άνδρες. Εφόσον ο Λακάν δεν μπορεί να αναφερθεί στο γυναικείο φετιχισμό και να διατηρήσει το φαλλοκεντρισμό της θεωρίας του, ο γυναικείος φετιχισμός δεν επιτρέπεται να υπάρχει. Αν οι γυναίκες γινόμαστε προσωρινά δεκτές στο χώρο του φετιχισμού, δεν είναι ως φορείς των δικών μας επίμονων επιθυμιών, αλλά αυστηρά υπό ανδρικούς όρους, ως απομιμήσεις και μεταμφιέσεις της ανδρικής επιθυμίας. Ο Λακάν σύντομα και απρόθυμα επιτρέπει στις λεσβίες να εισέλθουν στη φαλλική σκηνή επικαλούμενος τον γηραλέο μύθο περί της «φαντασίωσης του άνδρα ως αθέατου μάρτυρα», και τη «φυσικότητα με την οποία οι γυναίκες αυτές επικαλούνται την ιδιότητά τους ότι είναι άνδρες».

Εγώ, αντιθέτως, ισχυρίζομαι ότι ο γυναικείος φετιχισμός εκθρονίζει την κεντρικότητα του φαλλού και διατυμπανίζει την παρουσία και τη νομιμότητα μιας πολλαπλότητας ηδονών, αναγκών και αντιφάσεων που δεν μπορούν να αναχθούν στην «επιθυμία διατήρησης του φαλλού»[6]. Αν μη τι άλλο, ο γυναικείος φετιχισμός θέτει υπό αμφισβήτηση τη λακανική οικονομία του ενός: την απόφανση ότι υπάρχει μόνο ένα σχήμα της επιθυμίας στο οποίο οι γυναίκες πρέπει να κλίνουν το γόνυ, και όχι ένα πλήθος ανταγωνιζόμενων επιθυμιών που καθυποτάσσονται χάρη στην κοινωνική βία και την ανδρική αυθαιρεσία. Η λακανική καθήλωση στον φαλλό και την πρωταρχική σκηνή του ευνουχισμού φανερώνει η ίδια μια φετιχιστική νοσταλγία για έναν μοναδικό, ανδρικό μύθο της προέλευσης και μία φετιχιστική απάρνηση της διαφοράς.

Εξακολουθώ να μην πείθομαι, από την άλλη, ότι οι γυναίκες είναι δυνατό απλώς να προστεθούν στη φαλλική θεωρία, όπως έχουν υποστηρίξει κάποιες φεμινίστριες, διότι ο γυναικείος φετιχισμός αμφισβητεί ριζικά το κύρος της σκηνής του ευνουχισμού. Επιπλέον, η φαλλική θεωρία ανάγει το φετιχισμό σε μια προνομιακή ποιητική της διαφοράς των φύλων και δεν αποδέχεται την τάξη ή τη φυλή ως κρίσιμες διαμορφωτικές κατηγορίες. Εγώ δεν βλέπω τον φυλετικό φετιχισμό ως απόρροια μιας επικαθορισμένης σχέσης προς τη σκηνή του ευνουχισμού. Το να ανάγουμε τον φυλετικό φετιχισμό στο φαλλικό δράμα, ενέχει τον κίνδυνο να ισοπεδώσουμε τις ιεραρχίες της κοινωνικής διαφοράς, και έτσι να υποβιβάσουμε τη φυλή και την τάξη σε ένα δευτερεύον καθεστώς με βάση μία πρωτίστως σεξουαλική σημαίνουσα αλυσίδα. Δεν πείθομαι ότι τα ρατσιστικά, εθνικιστικά και πατριωτικά φετίχ (σημαίες, στέμματα, χάρτες, σβάστικες και λοιπά) μπορούν να καταστούν ισοδύναμα με την απάρνηση του ανδρικού άγχους του ευνουχισμού, παρά μόνο με βάση την πιο συνειδητή ρατσιστική και ανδροκρατική λογική. Η ρατσιστική φετιχοποίηση του λευκού δέρματος, η μαύρη φετιχοποίηση των χρυσών αλυσίδων, η φετιχοποίηση των μαύρων δεσποτικών γυναικών, οι λεσβίες που ντύνονται άνδρες, η φετιχοποίηση των εθνικών σημαιών, ο φετιχισμός των σκλάβων, η δια-ταξική μεταμφίεση, φετίχ όπως οι κρίκοι στις θηλές των μαστών και τα σουτιέν στον ανδρικό παρενδυτισμό, η κουλτούρα του δεσίματος και του πέτσινου, ο φετιχισμός για το PVC, η βρεφομανία [babyism] και ούτω καθεξής –όλες αυτές οι χιλιάδες διαφορετικές εκδηλώσεις της φετιχιστικής αμφισημίας δεν μπορούν να κατηγοριοποιηθούν κάτω από ένα ενιαίο σύμβολο της επιθυμίας χωρίς μεγάλες απώλειες σε θεωρητική εκλέπτυνση και ιστορική πολυπλοκότητα.

Εγώ αντίθετα θα θεωρούσα αναγκαία μία καινούρια διερεύνηση που θα άνοιγε το φετιχισμό σε μια πιο πολύπλοκη και μεταβλητή ιστορία, στην οποία οι φυλετικές και ταξικές ιεραρχίες θα έπαιζαν εξίσου διαμορφωτικό ρόλο με τη σεξουαλικότητα. Θέλω ωστόσο να υπογραμμίσω ότι η αμφισβήτηση της λακανικής μυθοπλασίας περί του φαλλού ως οργανωτικής αρχής για το φετιχισμό κατά κανέναν τρόπο δεν συνεπάγεται απόρριψη της ψυχανάλυσης. Αυτό που προτείνω είναι μια αμοιβαίως μετασχηματιστική διερεύνηση των ανομολόγητων σχέσεων μεταξύ ψυχανάλυσης και κοινωνικής ιστορίας. Στο πνεύμα του Φρόιντ, ο φετιχισμός παραπέμφθηκε πρωταρχικά στο «ιδιωτικό» βασίλειο του οικιακού χώρου (συμβατικά, στον τομέα της ψυχανάλυσης), ενώ ο φετιχισμός του εμπορεύματος παραπέμφθηκε πρωταρχικά στο «δημόσιο» βασίλειο του χώρου της αγοράς (συμβατικά, στον τομέα της ανδρικής κοινωνικο-οικονομικής ιστορίας). Εγώ επιθυμώ να αμφισβητήσω το cordon sanitaire [υγειονομική ζώνη] ανάμεσα στην ψυχανάλυση και την ιστορία και να εξερευνήσω το φετιχισμό ως την ιστορική διαδραμάτιση της ίδιας της αμφισημίας.

Μακράν του να αποτελούν απλά φαλλικά υποκατάστατα, τα φετίχ μπορούν να θεωρηθούν ως η μετάθεση πάνω σε ένα αντικείμενο (ή πρόσωπο) αντιφάσεων τις οποίες το άτομο δεν μπορεί να επιλύσει σε προσωπικό επίπεδο. Οι αντιφάσεις αυτές μπορούν να προκύπτουν ως κοινωνικές αντιφάσεις, αλλά βιώνονται με βαθιά ένταση στη φαντασία και στη σάρκα. Έτσι, το φετίχ στέκεται στο σταυροδρόμι της ψυχανάλυσης και της κοινωνικής ιστορίας, κατοικώντας το κατώφλι τόσο της προσωπικής όσο και της κοινωνικής μνήμης. Το φετίχ σημαδεύει μια κρίση στο κοινωνικό νόημα ως η ενσάρκωση μιας ανεπίλυτης αδυνατότητας. Η αντίφαση μετατίθεται και ενσαρκώνεται στο αντικείμενο-φετίχ, το οποίο έτσι προορίζεται να αναδύεται με έμμονη επαναληπτικότητα. Εξ ου και η εμφανής εξουσία του φετίχ να μαγεύει τον φετιχιστή. Με το να μεταθέτει την εξουσία στο φετίχ, και μετά να χειρίζεται το φετίχ, το άτομο κατακτά συμβολικό έλεγχο πάνω σε αμφισημίες που αλλιώς θα ήταν τρομακτικές.

Τα φετίχ μπορούν να προσλάβουν χιλιάδες μορφές και να αναδυθούν από ποικίλες κοινωνικές αντιφάσεις. Δεν επιλύουν συγκρούσεις περί αξίας, αλλά μάλλον ενσαρκώνουν σε ένα αντικείμενο την αποτυχία επίλυσης. Έτσι, τα φετίχ στοιχειώνονται τόσο από την προσωπική όσο και από την ιστορική μνήμη και μπορεί να θεωρηθεί ότι διαρθρώνονται μέσα από επανερχόμενα, αν και όχι καθολικά, χαρακτηριστικά: μία κοινωνική αντίφαση που βιώνεται σε ένα έντονα προσωπικό επίπεδο· τη μετάθεση της αντίφασης σε ένα αντικείμενο ή πρόσωπο, το οποίο γίνεται έτσι η ενσάρκωση της κρίσης ως προς την αξία· την επένδυση έντονου πάθους (ερωτικού ή άλλου τύπου) στο αντικείμενο-φετίχ· και την επαναληπτική, συχνά τελετουργική επανεμφάνιση του αντικειμένου-φετίχ στη σκηνή της προσωπικής και της ιστορικής μνήμης. Ως σύνθετα συμβολικά αντικείμενα, τα φετίχ ενσαρκώνουν έτσι την τραυματική σύμπτωση όχι μόνο ατομικών αλλά και ιστορικών αναμνήσεων που παραμένουν σε αντίφαση.

Μακράν του να αποτελούν καθολικά φαλλικά υποκατάστατα, τα φετίχ μπορούν να είναι οποιοδήποτε αντικείμενο υπό τον ήλιο. Μάλιστα, Ευρωπαίοι έμποροι και περιηγητές έχουν γράψει υποτιμητικά για την ασυδοσία των αφρικανικών φετίχ, τα οποία μπορούσαν να είναι ζώα, φυτά, όρη, πέτρες, φτερά, ή θραύσματα αγγείων[7]. Αν απορρίψουμε τη στενή σκηνή του φαλλικού οικουμενισμού, αυτό θα μας επιτρέψει να ανοίξουμε το φετιχισμό σε πολύ πιο ισχυρές και περίπλοκες γενεαλογίες που θα περιλάμβαναν τόσο ψυχαναλυτικές ιδέες (απάρνηση, μετάθεση, συναισθηματική επένδυση και ούτω καθεξής), όσο και λεπτές αποχρώσεις ιστορικών αφηγήσεων περί πολιτισμικής διαφοράς και πολυμορφίας. Εφόσον οι απαρχές δεν είναι ποτέ απόλυτες, το να διαβάσουμε το φετιχισμό ως ταυτόχρονα ιστορικό και ψυχαναλυτικό διαταράσσει την αναγωγιστική υπόθεση της φαλλικής οικουμενικότητας και αναδεικνύει πολύ πλουσιότερες δυνατότητες πολιτιστικής ανάλυσης.


imperialleather.001

* To κείμενο που ακολουθεί αποτελεί απόσπασμα από το: Anne McClintock, Imperial Leather: Race, Gender, and Sexuality in the Colonial Contest, Routledge, ΝΥ – London 1995, και συγκεκριμένα την πρώτη ενότητα του 4ου κεφαλαίου. Oι σημειώσεις με αστερίσκο ή μέσα σε αγκύλες είναι του μεταφραστή. Παραλείφθηκαν κάποια σημεία του κειμένου και κάποιες υποσημειώσεις που δεν προσέθεταν κάτι ουσιαστικό ή προϋπέθεταν την ανάγνωση και του υπόλοιπου βιβλίου για να γίνουν κατανοητά.

** Διατηρώ το συγκεκριμένο τύπο όπως ακριβώς εμφανίζεται στο πρωτότυπο. Mε δεδομένο όμως ότι ο εν λόγω philosophe έγραφε στα γαλλικά, υποθέτω ότι μάλλον θα χρησιμοποίησε τον όρο fétichisme.

[1] Charles de Brosses, Du culte des dieux fétiches, ou Parallèle de l’ancienne religion de l’Égypte avec la religion actuelle de Nigritie, Γενεύη 1760. Βλ. την εξαιρετική ανάλυση του William Pietz για τη «δυσοίωνη καταγωγή» του όρου φετίχ στο «The Problem of the Fetish, I», Res 9 (Spring 1985) : 5-17.

[2] Ο Τζόναθαν Ντόλιμορ επισημαίνει ότι η διαστροφή αρχικά σήμαινε θρησκευτικές και πνευματικές αμαρτίες, και για πολλούς αιώνες δεν συνδεόταν με τη σεξουαλικότητα. Jonathan Dollimore, Sexual Dissidence: Augustine to Wilde, Freud to Foucault (Oxford: Clarendon Press, 1991), σ. 127.

[3] Freud, “Fetishism”, The Standard Edition of the Complete Psychological Works of Sigmund Freud, vol. XXI ([1927] 1963), σ. 149-157. Αργότερα ο Φρόιντ ήρθε σε αντίθεση με τον εαυτό του: «Όλες οι γυναίκες είναι φετιχίστριες με τα ρούχα».

[4] Naomi Schor, «Female Fetishism. The Case of George Sand», in Susan R. Suleiman, ed., The Female Body in Western Culture: Contemporary Perspectives, Boston: Harvard University Press 1986, σ. 365.

[5] Homi Bhabha, «The Other Question», Screen 24,6 (Νοvember/ December 1983): 18. O Mπάμπα θεωρεί ότι ο φετιχισμός εμπλέκει τη σχέση με τον ευνουχισμό και γι’ αυτό αναβάλλει «το ζήτημα της σχέσης των γυναικών με τον ευνουχισμό και της πρόσβασης στο συμβολικό» μέχρι να διευκρινίσει «τις επιπτώσεις του στον αποικιοκρατικό λόγο».

[6] O Mπάμπα ακολουθεί τον Φρόιντ και διαβάζει «το αντικείμενο-φετίχ ως υποκατάστατο για το πέος της μητέρας» και «τη σκηνή του φετιχισμού» ως επανενεργοποίηση «του άγχους του ευνουχισμού και της σεξουαλικής διαφοράς». «The Other Question», σ. 26.

[7] Βλ. Willem Bosman, in John Ralph Willis, ed. A New and Accurate Description of the Coast of Guinea (London: Cass, 1967), σ. 376. Ο G.W.F. Hegel σημείωνε αποδοκιμαστικά: «μπορεί να είναι ένα ζώο, ένα δέντρο, μία πέτρα ή μία ξύλινη φιγούρα». G.W.F. Hegel, The Philosophy of History, μετ. J. Sibree (New York, Dover, 1956), σ. 94.

Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης

4 comments
  1. Μεγάλη αδικία πάντως. Ο οποιοσδήποτε πωλητής οποιουδήποτε καταστήματος ξέρει ότι όταν μπαίνει μέσα ένα ζευγάρι (ετερόφυλο), θα πρέπει να πάει να μιλήσει στη γυναίκα. Ο φετιχισμός του εμπορεύματος (τουλάχιστον) είναι πασιφανής στις γυναίκες, και δεν μπορώ να καταλάβω πως ο Λακάν τις ξέχασε.

    Καλός ο φαλλός, αλλά δεν μπορούμε να του τα φορτώνουμε και όλα…

  2. Gian Pal said:

    προτεινω αυτη τη βιβλιογραφια ΤΗΣ THERESE THEVENARD http://www.psia.gr/docs/dialek και μια επισημανση κομβικη, και γι΄’αυτο πιστευω οτι η συντακτρια του αποσπασματος αστοχει με παταγωδη αποτυχια,γιατι η φαλλικη απολαυση δεν παραπεμπει στη ηδονη που προσφερει το ανατομικο οργανο αλλά στο σημαίνον της ελλειψης που ειναι της φαλλικης ταξης δηλαδη της λιμπιντο που ειναι σεξουλαλικης υφης και φυλου που αντιπροσωπευεται απο φαλλο ως σημαινον και με συνεπεια την ανδρικη ανατομικη πρωτοκαθεδρια, «Freud: “ Sur la sexualité feminine’,1931 στη συλλογή “La vie sexuelle”
    Freud: “La féminité’’, Διάλεξη 1932 στη συλλογή “ Nouvelles conferences sur la psychanalyse”.
    Lacan : “Encore”, Σεμινάριο 1972-1973
    Lacan : “ La relation d’ objet “ Σεμινάριο 1956-1957
    επισης παραπεμπω και αποσπασμα «Το γυναικείο γίγνεσθαι και η απόλαυση

    Κάποια στιγμή “το κοριτσάκι είναι αγοράκι “ λέει ο Freud Αρνείται την ύπαρξη του κόλπου και απολαμβάνει το φύλο του με αγορίστικο τρόπο. Για να γίνει γυναίκα το κορίτσι θα πρέπει να αλλάξει τη σχέση με ερωτική της ζώνη, κάτι το οποίο δε συμβαίνει με το αγόρι.
    Ο Lacan – διευκρινίζοντας ευθύς εξ αρχής πως το φύλο της γυναίκας δεν το διακρίνεi κάτι άλλο έξω από το όργανο” σελ 13 Σεμινάριο “Encore”- μιλά στη συνέχεια για μια απόλαυση πέρα από το φαλλό , η γυναικεία απόλαυση είναι πέρα από τη φαλλική απόλαυση : σ’ αυτό έγκειται η διαφορά με τους άνδρες. “. Αυτό ακριβώς λέει, το επιβεβαιώνει η αναλυτική εμπειρία, ότι δηλαδή όλα περιστρέφονται γύρω από τη φαλλική απόλαυση όπως επιβεβαιώνεται και το γεγονός ότι η γυναίκα όσον αφορά τη φαλλική απόλαυση προσδιορίζεται όπως έχω επεσημάνει ως μη- όλον. ( σελ. 13 Σεμινάριο “Encore”). Μ’ αυτή την έννοια ο Lacan θα μιλήσει για συμπληρωματική απόλαυση. Ας λάβουμε υπόωη μας ότι το μη- όλον αφορά ένα σημείο το οποίο δεν μπορεί να αφομοιωθεί από το συμβολικό, ένα σημείο έξω από τη γλωσσική τάξη.
    Μ’ άλλα λόγια η θηλυκότητα δεν αναμεταδίδεται.»

  3. Alex said:

    Θα συνόψιζα την ανθρωπολογική κριτική της συγγραφέως στον Φρόυντ ως εξής:
    Ο φετιχισμός υπήρξε μία από τις κατηγορίες, διά των οποίων ο αποικιοκρατικός λόγος αφ’ ενός διευθέτησε την πολιτισμική απόκλιση των προνεωτερικών κοινωνιών και αφ’ ετέρου δικαιολόγησε την κατάκτηση και τον έλεγχό τους. Η σεξουαλικότητα υπήρξε το πεδίο, στο οποίο η χρήση της κατηγορίας επεκτάθηκε και αυτό επέτρεψε τη μεταφορά της στην αποικιοκρατική μητρόπολη. Εκεί διά της κατηγορίας αυτής προσδιορίσθηκαν οι σεξουαλικά παρεκκλίνοντες ως φυλετικά εκφυλισμένοι. Χάρη στην ανθρωπολογική κριτική η φυλετική και η σεξουαλική χρήση της κατηγορίας του φετιχισμού καταρρέουν η μία εντός της άλλης και έτσι αποκαλύπτεται η υποκρυπτόμενη λογική κοινωνικής πειθάρχησης, με την οποία η νεωτερικότητα οργάνωσε την κοινωνική εμπειρία τόσο στις αποικίες όσο και στις μητροπόλεις.
    Την έκθεση του σχήματος αυτού ακολουθεί η εξής πρόταση: “ Όπως γράφει ο Φρόιντ: «σύμφωνα με ορισμένες αυθεντίες … το επιθετικό στοιχείο στο σεξουαλικό ένστικτο είναι στην πραγματικότητα κατάλοιπο κανιβαλιστικών επιθυμιών»”. Ο τρόπος με τον οποίο εισάγεται η πρόταση που έγραψε ο Φρόυντ δείχνει ότι η συγγραφεύς θεωρεί πως δι΄αυτού του αποσπάσματος επιβεβαιώνεται ό,τι ακριβώς έχει επιχειρήσει να υποστηρίξει. Η ψυχαναλυτική έννοια της ενόρμησης θανάτου ή (πράγμα που είναι το ίδιο) το επιθετικό στοιχείο στη σεξουαλική ενόρμηση [και όχι ένστικτο όπως το μεταφράζει η Standard Edition] συμπυκνώνει τις έννοιες του φυλετικού πρωτογονισμού και του σεξουαλικού εκφυλισμού. Ο Φρόυντ και η ψυχανάλυση, συνεπώς, υποστηρικτές του Έρωτα στην τιτανομαχία του με την ενόρμηση θανάτου, εργάζονται για την επικράτηση της εξελικτικής προόδου και την εξάλειψη του εκφυλισμού.
    Όταν διάβασα το κείμενο της ΜακΚλίντοκ, προσπάθησα να καταλάβω ποιό νόημα αποδίδει στην ενόρμηση θανάτου για να υποστηρίζει ότι αυτή η έννοια της ψυχανάλυσης, ανομολογήτως μεν καταφανώς όμως αν διασχίσουμε την υγειονομική ζώνη μεταξύ ψυχανάλυσης και ιστορίας, είναι αναγώγιμη στον αποικιοκρατικό λόγο. Έχω τη γνώμη ότι η αναγωγή αυτή είναι δυνατή εάν και μόνον εάν συλλάβουμε τον φροϋδικό δυισμό “ενορμήσεις ζωής – ενορμήσεις θανάτου” ως σύγκρουση μανιχαϊστικού χαρακτήρα.
    Πρόκειται περί, τεραστίας μεν συνήθους δε, παρανοήσεως. Αυτό που όντως χαρακτηρίζει τη σχέση των ενορμήσεων ζωής και θανάτου δεν είναι η σύγκρουση ή η μίξη, αλλά η διαφορά. Όπως λέει ο Φρόυντ στο “Πέραν της Αρχής της Ηδονής” το ωθητικό στοιχείο (das treibende Moment) που κινητοποιεί τα ανθρώπινα όντα είναι η διαφορά ανάμεσα στην ευρεθείσα και την αιτούμενη ηδονή της ευχαρίστησης (die Differenz zwischen der gefundenen und der geforderten Befriedigungslust). Οι ενορμήσεις ζωής είναι αδιανόητες χωρίς τις ενορμήσεις θανάτου, όχι διότι στην ζωή του υποκειμένου οι πρώτες δεν υπάρχουν χωρίς τις δεύτερες, αλλά διότι η ενόρμηση θανάτου, ως διαφορά, είναι πάντοτε ήδη παρούσα σε κάθε ενόρμηση.
    Η θέση αυτή αποτελεί και μια avant la lettre απάντηση στην κριτική για την κεντρικότητα του φαλλού στον Φρόυντ. Διότι πράγματι ο Φρόυντ διά του οιδιποδείου επιχείρησε να απαντήσει στο ερώτημα πώς το πολύμορφα διαστροφικό ον γίνεται είτε άνδρας είτε γυναίκα. Ήξερε, όμως, ότι η φαλλική οργάνωση είναι ασταθής και ότι οι απωθημένες ενορμήσεις πασχίζουν να ικανοποιηθούν πλήρως μέσω του συμπτώματος διά της επαναληπτικής επιδίωξης μιας πρωταρχικής εμπειρίας ικανοποίησης. Το γεγονός ότι η λύση που πρότεινε γρήγορα έδειξε τα όριά της, επ΄ουδενί τον οδήγησε στο να την αποσύρει.
    Παίρνοντας την σκυτάλη απο τον Φρόυντ ο Λακάν ενέμεινε, κατ΄αρχάς, πεισματικά στο οιδιπόδειο. Όχι διότι ο φαλλός χάρη στην υπερβατολογικότητά του είναι το κλειδί όλου του λόγου και ο καλύτερος τρόπος να εδραιωθεί η ανδρική κυριαρχία, αλλά, ακριβώς, διότι εντασσόμενος διαφορετικά στην ανδρική και τη γυναικεία σεξουαλικότητα ανοίγει μεταξύ τους ένα αγεφύρωτο χάσμα. Ο άνδρας, ως ιδεοψυχαναγκαστικός συνήθως, ματαίως προσπαθεί δια του φαλλού να απαντήσει στο ερώτημα “είμαι ζωντανός ή νεκρός;”, ενώ η γυναίκα, η οποία, ως υστερική συνήθως, γνωρίζει τη φενάκη του φαλλού, ρωτά: “το να είσαι γυναίκα, τι είναι αυτό”;
    Το γεγονός ότι η αλλοτρίωση του ομιλόντος μέσα στο συμβολικό αφήνει το υποκείμενο να τα βγάλει πέρα με τη βοήθεια του φαλλού δε σημαίνει ότι ο φαλλός λύνει το πρόβλημα. Ο Λακάν θα πει αργότερα ότι άνδρας είναι το υποκείμενο που έχει υπαχθεί εν όλω στη φαλλική λειτουργία. Γυναίκα το υποκείμενο που έχει υπαχθεί σ΄αυτήν όχι εν όλω και ως εκ τούτου έχει πρόσβαση σε μιαν απόλαυση πέραν της φαλλικής.
    Όσον αφορά το φετιχισμό, ο Λακάν θα συμφωνήσει αρχικά με τον Φρόυντ ως προς το ότι ενώπιον της έλλειψης του πέους στη μητέρα, όπου αποκαλύπτεται η φύση του φαλλού, το υποκείμενο θα διχασθεί μεταξύ αναγνώρισης της έλλειψης και απάρνησής της διά της κατασκευής του φετίχ. [Ας σημειωθεί, παρεμπιπτόντως, ότι ο Λακάν στο “La science et la verite” αναφέρεται στο υποκείμενο και όχι στον άνδρα.] Στο σεμινάριο για το άγχος, όμως, θα αναδείξει μια άλλη διάσταση του φετίχ, αυτήν του αντικειμένου αιτίου της επιθυμίας. Υπ΄αυτό το καθεστώς το φετίχ γίνεται υπόλοιπο που δεν εξαλείφεται όταν η παντοδυναμία του φαλλού καταργηθεί μέσα στην ανάλυση.
    Ποιός είναι ο λόγος εξ αιτίας του οποίου η ψυχανάλυση επιφυλάσσει τον αυθεντικό φετιχισμό στους άνδρες μάλλον παρά στις γυναίκες, χωρίς βεβαίως να καθιστά τη θέση αυτή “άρθρο πίστης” που περιχαρακώνει μια ακόμη ανδρική αποκλειστικότητα; Το γεγονός, ακριβώς, ότι το σύμπλεγμα του ευνουχισμού δεν διαμορφώνει τη γυναικεία σεξουαλικότητα. Αν οι γυναίκες δε γίνονται φετιχίστριες, αυτό συμβαίνει όχι επειδή ο φαλλός ανήκει δήθεν στους άνδρες, αλλά επειδή οι γυναίκες δε φοβούνται τόσο για την απώλειά του.
    Η ΜακΚλίντοκ υποστηρίζει ότι “ο γυναικείος φετιχισμός εκθρονίζει την κεντρικότητα του φαλλού”. Θα της απαντούσα ότι αυτή η ίδια μάλλον πασχίζει για την ενθρόνησή του, διότι αν δεν υπήρχε αυτός δε θα είχε τί να εκθρονίσει. Η γνώμη μου αυτή ενισχύεται και από την εξής πρόταση του κειμένου της: “Η άρνηση του γυναικείου φετιχισμού είναι όχι τόσο μια ακριβής περιγραφή όσο μια θεωρητική αναγκαιότητα που μας βοηθάει να αρνηθούμε ότι υπάρχει θηλυκή σεξουαλική αυτενέργεια –παρεκτός υπό όρους που υπαγορεύουν οι άνδρες”. Ιδού, λοιπόν, τι έχουν οι άνδρες και δεν έχουν οι γυναίκες, επειδή η ψυχανάλυση, μεταξύ άλλων, τους το απαγορεύει: σεξουαλική αυτενέργεια. Ο άνδρας είναι κύριος του φαλλού, κατά βούληση χρήστης του, ένας θεός της απόλαυσης. Δύσκολα, νομίζω, μπορούμε να μη δούμε τον υπερεγωικό χαρακτήρα που έχει ο πολιτικός στόχος να (ανα)κτηθεί ο φετιχισμός: Απόλαυσε! Απόλαυσε σαν άνδρας!
    Α. Ηλ.

  4. Ο Εrnest Becker υποστηρίζει ότι ο φετιχισμός αντιπροσωπεύει την ανησυχία της σεξουαλικής πράξης και το ίδιο το φετίχ ως τυχερό φυλαχτό που μετασχηματίζει την τρομακτική πραγματικότητα μέσα σε κάτι που θα μπορέσει να ξεπεράσει την ανησυχία. Η ανησυχία απόδοσης είναι ένας φόβος των αρσενικών και αυτό, σύμφωνα με τον Steele (1996), είναι ένας λόγος για τον οποίο ο φετιχισμός είναι σχεδόν πάντα μια αρσενική ιδεοληψία. Η ιστορία του φετιχισμού είναι ενδιαφέρουσα και υπάρχουν ευδιάκριτα δύο σχολές σκέψης. Πολλοί θεωρούν ότι ο φετιχισμός υπήρξε για χιλιάδες έτη, ενώ άλλοι θεωρούν αναπτύχθηκε μόνο στη σύγχρονη δυτική κοινωνία. Ο Φρόυντ θεώρησε το παπούτσι ότι αντιπροσωπεύει τα θηλυκά γεννητικά όργανα αλλά όταν έγραψε για το φετιχισμό των ποδιών ήταν ήδη μια ερωτογενης ζώνη για αιώνες. Περιέγραψε το πόδι ως φαλλό που έμπαινε στο παπούτσι, η ένωση ήταν συμβολική. Από την αρχική μελέτη του Freud για τον φετιχισμό και την περιγραφή του όσον αφορά τα συμπτώματα, πολλές προσθήκες και αλλαγές έχουν γίνει μέχρι τώρα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: