Ο ολοκληρωτισμός της «μη βίας» και τα αδιέξοδα του ακραίου κέντρου

 του Άκη Γαβριηλίδη

Κατά τον τελευταίο χρόνο, γνώρισε μεγάλη διάδοση στα συμβατικά και τα κοινωνικά μέσα ενημέρωσης και δικτύωσης, και επαναλήφθηκε διαδοχικά τόσες φορές που άρχισε να αποκτά συνοχή και πειστικότητα αφηγηματικού σχήματος, μία συγκεκριμένη γραμμή ανάγνωσης –και απόπειρα διαχείρισης- των κοινωνικών αγώνων της τελευταίας περιόδου. Πρόκειται για το αναλυτικό –και κανονιστικό- σχήμα του «ακραίου κέντρου». Το σχήμα αυτό εκφράστηκε αρχικά κυρίως από καλλιτέχνες ή δημοσιογράφους που πρόσκεινται σε κάποιο από τα τρία κόμματα της σημερινής κυβέρνησης, και μόνο στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια των δύο προεκλογικών περιόδων, υιοθετήθηκε από πολιτικούς και τροφοδότησε σε σημαντικό βαθμό τα επιχειρήματα της αντιπολίτευσης ενάντια στο ΣΥΡΙΖΑ. Συχνά είχε μία ευδιάκριτη διάσταση ταξικής περιφρόνησης και μνησικακίας, η οποία εξίσου συχνά μπορεί να μετατρεπόταν και σε εθνική αυτοπεριφρόνηση και αυτομαστίγωση, όπως ακριβώς το «οι ενδιάμεσοι γύφτοι» που είχε εκτοξεύσει ο Σαββόπουλος περί το 90 κατά των χυδαίων ΠΑΣΟΚων (των «Φωτόπουλων», όπως θα λέγαμε σήμερα) συνυπήρχε με το «Κωλοέλληνες». Και φυσικά, πάνω απ’ όλα, συνυπήρχε με το μίσος της ομιλούσας προς τον ίδιο τον (προηγούμενο) εαυτό της, που είχε αφεθεί να παρασυρθεί από όσα τώρα αποκηρύσσει με βδελυγμία.

Γι’ αυτό ακριβώς, όσο και αν το σχήμα αυτό αξιοποιήθηκε στην προεκλογική αντιπαράθεση, θα ήταν λάθος να το αναγάγουμε στο κομματικό παιχνίδι και να το θεωρήσουμε ως απλό προϊόν και εργαλείο του. Καταρχάς διότι οι περισσότεροι απ’ όσους το επεξεργάστηκαν και το πρότειναν, διεκδικούν για τον εαυτό τους το ρόλο της «κοινωνίας των πολιτών», της «Ελλάδας της δημιουργίας» (σε αντιδιαστολή προς το λαϊκισμό, τον παρασιτισμό, την ασυδοσία της «άλλης Ελλάδας», η οποία όμως δυστυχώς είναι η κυρίαρχη, γι’ αυτό και τη μισούμε). Αλλά επίσης, διότι ως σχήμα διαθέτει μία αυτοτέλεια και μία ελκτική δύναμη, η οποία συνδέεται με το γεγονός ότι μπορεί να προσδώσει ένα νόημα και έναν προσανατολισμό σε κάποιους, των οποίων η ύπαρξη αλλιώς θα εμφανιζόταν ως χαώδης και ανυπόφορη.

Ένα από τα βασικά σημεία «αγκύρωσης» του σχήματος αυτού στην κοινωνική πραγματικότητα, και από τα βασικά του θέματα, υπήρξε η «καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται». Φυσικά αυτό το «όπου» συνιστά έκφραση ενός πολύ έντονου σκανδαλισμού των ακροκεντρώων για αυτό που τους φαίνεται ως ανυπόφορη χρήση «δύο μέτρων και δύο σταθμών» και ως «προνομιακή» αντιμετώπιση της αριστερής βίας σε σχέση με τη δεξιά.

Αντί πολλών άλλων δυνατών, θα παραθέσω στη συνέχεια ένα εκτενές απόσπασμα –σχεδόν το σύνολο δηλαδή- από ένα άρθρο στο Βήμα όπου όλα αυτά τα θέματα συμπυκνώνονται με διδακτική σχεδόν καθαρότητα και περιεκτικότητα. Οι υπογραμμίσεις δικές μου.

Προφανώς κάθε νοήμων άνθρωπος καταδικάζει τους τραμπουκισμούς τύπου Κασιδιάρη. Αυτό είναι το εύκολο. Επιτέλους, όμως, ας προσπαθήσουμε έστω για μια φορά να το πάμε παραπέρα από τον απλό αποτροπιασμό, να συνθέσουμε την πλήρη εικόνα.

Μήπως σαν κοινωνία ευνοήσαμε επί χρόνια όλα αυτά τα φαινόμενα, με γιαουρτώματα, με μούτζες, με προπηλακισμούς κτλ. «Καλά τους κάνουν» δε λέγαμε τότε; «Να καεί το μπ…λο η Βουλή» δεν κραυγάζαμε εκστασιασμένοι; Ορισμένοι θα πουν ότι συγχέω την αγανάκτηση των πολιτών με τον τραμπουκισμό ενός πολιτικού προσώπου. Μα προφανώς όλα συνδέονται με κάποιον τρόπο!

Σάμπως και η Χρυσή Αυγή με αυτό το σκεπτικό δεν υπερψηφίστηκε από μερίδα συμπολιτών μας; Για να «μπει στη Βουλή και να πλακώσει τους κακούς και διεφθαρμένους πολιτικούς»; Εξάλλου το γιαούρτωμα δεν είναι μορφή βίας; Το ξύλο στον κ. Κ. Χατζηδάκη δεν είναι βία; Αν χωρίζεις τη βία σε αποδεκτή ή μη ανάλογα από πού προέρχεται αντί να την καταδικάσεις πάραυτα, όλα γίνονται ένας χυλός που το αυτονόητο γίνεται θέμα υπό διαπραγμάτευση και εμείς εν αγνοία μας(;) ρίχνουμε νερό στο μύλο των άκρων…

Κατά βάθος είναι αυτό που λέει η Σώτη Τριανταφύλλου στην «Süddeutsche Zeitung» …

κ.λπ., κ.λπ.

Στην πλοκή αυτού του επιχειρήματος, από καθαρά λογική άποψη υπάρχει ένα στοιχείο που ξενίζει, που περισσεύει ξεκάρφωτο σαν κλωστή, και που, αν το τραβήξουμε, μπορεί να μας βοηθήσει να «ξηλώσουμε» τους κόμπους που του δίνουν νόημα –και που το βοηθούν να δώσει νόημα. Γιατί άραγε «γίνονται όλα ένας χυλός» αν «χωρίζεις τη βία σε αποδεκτή ή μη ανάλογα από πού προέρχεται αντί να την καταδικάσεις πάραυτα»;

Είναι κατανοητό ότι ο αρθρογράφος, για δικούς του πολιτικούς ή/ και ιδεολογικούς λόγους, επιθυμεί να ενοποιήσει μια σειρά από φαινόμενα και να τα θεωρήσει της ίδιας τάξεως. Σύμφωνοι. Από πού κι ως πού όμως μπορεί να ισχυρίζεται ότι εάν δεν ενοποιήσουμε αυτά τα φαινόμενα, τότε προκύπτει «χυλός»; Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει· ανέκαθεν, σε οποιαδήποτε διαδικασία παραγωγής νοήματος, από τη διαχείριση των συναισθημάτων μέχρι και την τυπική λογική, η ικανότητα να χωρίζουμε, να διακρίνουμε μεταξύ διαφόρων ατομικών περιπτώσεων, συνδεόταν με μεγαλύτερη σαφήνεια και με καλύτερη ικανότητα προσανατολισμού. Ασφαλώς μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι μία συγκεκριμένη διάκριση είναι εσφαλμένη, ανακριβής, αναποτελεσματική κ.ο.κ. Το να ισχυρίζεται όμως επιπλέον ότι η διάκριση «κάνει τα πάντα έναν χυλό», μάλλον αποτελεί προβολή του δικού του ανομολόγητου άγχους μήπως η άρνηση του διαχωρισμού –την οποία εισηγείται αυτός- τα κάνει όλα έναν χυλό, και της προσπάθειάς του να απαλλαγεί από αυτόν τον κίνδυνο κατάργησης του νοήματος επιρρίπτοντάς το στους αντιπάλους του, διά της μεθόδου «φωνάζει ο κλέφτης για να φοβηθεί ο νοικοκύρης».

Μία άλλη, ακόμα καθαρότερη και άμεση έκφραση αυτού του χυλού βρίσκουμε σε μία συνέντευξη που παραχώρησε ο («αναρχοφιλελεύθερος», σύμφωνα με τον δικό του αυτοχαρακτηρισμό) πεζογράφος Κυριάκος Αθανασιάδης στο περιοδικό Lifo. Eκεί, μετά από σχετική «πάσα» που του δίνει ο ερωτών, ο οποίος προφανώς συμμερίζεται το νοηματικό σχήμα του ακραίου κέντρου («Θεωρείς ότι νίκησε ο (συχνά ανώνυμος) λαϊκισμός του «Κρεμάλες!» και του «ΟΥΣΤ» ή υπάρχει ακόμα ελπίδα για την κοινή λογική;»), ο Αθανασιάδης απαντά:

Έχουμε χάσει, και μένει απλώς να πονέσουμε πολύ — και φυσικά να ματώσουμε. Θα έχει πολύ αίμα το μέλλον, δυστυχέστατα. Κι εγώ απεχθάνομαι και μισώ με όλη μου την ψυχή τη βία. Αλλά θα έρθει, και δε θα είναι πια μόνον λεκτική (για μένα δεν υπάρχει κατηγοριοποίηση της βίας, η μούντζα είναι σφαίρα επειδή γεννά τη σφαίρα, όπως η μυϊκή πίεση στη σκανδάλη του περιστρόφου — να φοβόμαστε τα γιαούρτια απ’ όπου κι αν προέρχονται).

Η άποψη ότι «δεν υπάρχει κατηγοριοποίηση της βίας» και ότι «η μούντζα είναι σφαίρα επειδή γεννά τη σφαίρα» είναι πραγματικά ανήκουστη, τερατώδης και επικίνδυνη, και είναι πολύ εύκολο να δειχθεί ότι βασίζεται σε μία σειρά από λογικές και πραγματολογικές αυθαιρεσίες. Επιπλέον, ισχυρίζομαι ότι η άποψη αυτή όχι μόνο δεν αποτελεί έκφραση κανενός φιλελευθερισμού, όπως αυτοπροβάλλεται, αλλά είναι ευθέως ολοκληρωτική.

Από καθαρά λογική άποψη, ο συλλογισμός «η μούντζα είναι σφαίρα επειδή γεννά τη σφαίρα» είναι παιδαριώδης. Αν το Α γεννά το Β, τότε προφανώς –και ευτυχώς- αυτό σημαίνει ότι το Α δεν είναι το Β. Απλώς το γεννά.

Με τη μεταφορά της γέννησης, φυσικά, ο ομιλών θέλει να υπονοήσει ότι οι μούντζες οδηγούν στις σφαίρες. Ωστόσο, αυτό δεν αλλάζει τίποτε: όλοι ξέρουμε ότι η οδός Πειραιώς οδηγεί στην πλατεία Ομονοίας, αλλά αυτό ποτέ δεν οδήγησε κανέναν να ισχυριστεί ότι η οδός Πειραιώς είναι η πλατεία Ομονοίας!! Όλοι καταλαβαίνουμε ότι εδώ αυτό το «οδηγεί» είναι δυνητικός ενεστώτας, πράγμα που σημαίνει ότι η σύνδεση ανάμεσα στο Α και στο Β είναι ενδεχομενική και όχι νομοτελειακή: εάν κάποιος πάρει την οδό Πειραιώς, ενδέχεται να φτάσει στην Ομόνοια, αλλά προφανώς ενδέχεται και να μη φτάσει, να διασχίσει απλώς εκατό μέτρα και να μπει σε ένα σπίτι ή ένα κατάστημα, να στρίψει αριστερά ή δεξιά και να κατευθυνθεί αλλού κ.ο.κ. Η αυθαίρετη κατάργηση της απόστασης ανάμεσα στα πολλαπλά ενδεχόμενα και η μοιρολατρική συρρίκνωσή τους σε ένα και μοναδικό, είναι αυτή που προκαλεί το χυλό.

Ας κάνουμε όμως τη χάρη στο σχήμα αυτό και ας εκλάβουμε τον ισχυρισμό του ως ενδεχομενικό και όχι ως νομοτελειακό, ως a posteriori και όχι ως a priori. Εν τοιαύτη περιπτώσει, θα πρέπει να εξετάσουμε συγκεκριμένα, εν όψει κάθε ατομικής περίστασης, εάν οι μούντζες και τα «γιαούρτια απ’ όπου κι αν προέρχονται» οδήγησαν πράγματι σε σφαίρες ή όχι. Αυτή λοιπόν η εξέταση, στην περίσταση για την οποία μιλάμε, διαψεύδει πανηγυρικώς τον ισχυρισμό.

Η περίσταση αυτή είναι φυσικά οι συγκεντρώσεις των Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα, και όσα συνέβησαν εκείνη την περίοδο, λίγο πριν και λίγο μετά. Την περίοδο αυτή, λοιπόν, πράγματι, πάρα πολλοί άνθρωποι, δεκάδες, ίσως εκατοντάδες χιλιάδες, μούντζωναν το κοινοβούλιο. Ωστόσο, ποτέ δεν εκτοξεύθηκε έστω και μία σφαίρα. (Εκτοξεύθηκαν αντίθετα άφθονα δακρυγόνα και άλλα χημικά εναντίον αυτών που μούντζωναν, για τα οποία δεν πληροφορούμαστε τις απόψεις του ευαίσθητου και αντι-βίαιου συγγραφέα εάν εντάσσονται και αυτά στην αδιαφοροποίητη βία ή όχι). Επίσης, ρίχτηκαν κάποια γιαούρτια. Ούτε όμως αυτά «ήταν» σφαίρες, ούτε οδήγησαν στη ρίψη σφαιρών στον ένα και πλέον χρόνο που μεσολάβησε έκτοτε.

Αντιθέτως μάλιστα, έχουμε πολύ σοβαρούς λόγους να υποθέσουμε πως, αν οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν προσφύγει στις μούντζες και στα γιαουρτώματα, τότε η επιθετικότητα και η ματαίωση που είχε γεννηθεί μέσα τους πιθανότατα θα είχε αναζητήσει άλλες διεξόδους για να εκτονωθεί, στις οποίες δεν αποκλείεται να περιλαμβάνονταν και οι σφαίρες. Άρα, φαίνεται ότι σε μερικές τουλάχιστον περιπτώσεις η λεκτική ή συμβολική έκφραση επιθετικότητας όχι μόνο δεν κλιμακώνεται ντετερμινιστικά σε ένοπλη, αλλά τη ματαιώνει και την καθιστά περιττή, λειτουργώντας ως υποκατάστατο.

Ο ισχυρισμός λοιπόν ότι τα δύο φαινόμενα τελούν σε αναγκαία σχέση αιτίου και αποτελέσματος ελέγχεται ως κραυγαλέα ανακριβής. Όποιος διαδίδει ανεύθυνα τέτοιες απόψεις, καλό θα ήταν να έφερνε και κάποιο ιστορικό παράδειγμα μούντζας ή γιαουρτώματος που να οδήγησε πράγματι σε πυροβολισμούς. Μάλλον δεν υπάρχει ούτε ένα. Ένοπλη πολιτική βία, ή και μη πολιτική φυσικά, έχει υπάρξει στο παρελθόν στην Ελλάδα, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία μούντζα και κανένα γιαούρτωμα. Και, κυρίως, το αντίστροφο, για το οποίο δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ποσοτικά δεν υπάρχει επαρκές δείγμα: ο καθένας από μας γνωρίζει ότι, εδώ και δεκαετίες, κάθε Κυριακή στα ελληνικά γήπεδα, και οποιαδήποτε άλλη μέρα στους ελληνικούς δρόμους, γινόταν και γίνεται προσφυγή στη χειρονομία της μούντζας –και ενίοτε σε άλλες χειρονομίες, ακόμη επιθετικότερες- σχεδόν ανά δευτερόλεπτο. Εάν κάθε φορά η κίνηση αυτή «γεννούσε τη σφαίρα όπως η μυϊκή πίεση στη σκανδάλη του περιστρόφου» (!!), τότε θα ήταν ένα θαύμα πώς όλοι εμείς έχουμε την τύχη να βρισκόμαστε ακόμη στη ζωή. Επίσης, τη δεκαετία του 60 οι τεντυμπόηδες γιαούρτωναν αφειδώς ο ένας τον άλλο και τους περαστικούς. Εάν ευσταθούσε η τερατολογία/ κινδυνολογία του Αθανασιάδη, θα έπρεπε να αναμένουμε ο καθένας απ’ αυτούς να πάρει μετά και ένα περίστροφο και να αρχίσει να πιέζει τη σκανδάλη. Όπως όλοι ξέρουμε, όμως, τίποτε τέτοιο δεν συνέβη. Ακόμη και ο νόμος που κήρυσσε ιδιώνυμο ποινικό αδίκημα τη δραστηριότητα αυτή, εφαρμόστηκε πολύ σπάνια και απρόθυμα από τους δικαστές και κάποια στιγμή καταργήθηκε.

Αυτή ακριβώς η σιωπηρή άρνηση των Ελλήνων δικαστών να εφαρμόσουν ένα νόμο εκδικητικό και παράλογο, και μάλιστα επί δικτατορίας, μας προϊδεάζει για τη βασική θέση που θέλω να υποστηρίξω κλείνοντας και που ίσως φανεί αιφνιδιαστική: το αφηγηματικό και κανονιστικό σχήμα του «ακραίου κέντρου», μολονότι ρητορικά επικαλείται την αντίθεσή του στον «ολοκληρωτισμό της αριστεράς» και στο «δογματισμό της ιδεαλιστικής ουτοπίας», κατά παράδοξο τρόπο το ίδιο ακριβώς συνιστά αυτό το οποίο καταγγέλλει: βασίζεται στην αφελή πίστη ότι είναι δυνατόν να υπάρξει ανθρώπινη κοινωνία πλήρους αρμονίας χωρίς καμία επιθετικότητα, και ότι για να φτάσουμε εκεί θα πρέπει να εξαλείψουμε οποιοδήποτε δείγμα έκφρασης επιθετικότητας, όσο μικρό και αν είναι αυτό, διότι ακριβώς «δεν υπάρχει διαφοροποίηση» μεταξύ μικρών και μεγάλων. Αυτή η προσέγγιση πέφτει η ίδια θύμα του μαξιμαλισμού και της ισοπέδωσής της και μετατρέπεται στο αντίθετό της, όπως ακριβώς η ισοπεδωτική ταξινόμηση μιας σειράς ετερογενών ουσιών υπό την ετικέτα «ναρκωτικά» και η άρνηση οποιασδήποτε διάκρισης μεταξύ αυτών τελικά ευνοεί τη χρήση των πιο επιβλαβών και τη μετάβαση από π.χ. το χασίς στα σύνθετα (με βάση το σκεπτικό «αφού όλα είναι ναρκωτικά και αφού με το ένα δεν έπαθα τίποτα, ούτε με το άλλο θα πάθω»).

Όπως γνωρίζουν πολύ καλά όλοι οι σοβαροί αναλυτές της πολιτικής, της νομικής και της ψυχικής πραγματικότητας, η ζωή των υποκειμένων (είτε ατομικών είτε συλλογικών) συνίσταται στη διαχείριση και όχι την εξάλειψη της επιθετικότητας.

Εάν κανείς πάρει στα σοβαρά την πεποίθηση ότι «δεν υπάρχει κατηγοριοποίηση της βίας» και προσπαθήσει να οργανώσει μία κοινωνία –και ένα δικαστικό σύστημα- με βάση αυτήν, τότε με μαθηματική ακρίβεια θα προκύψει ένας ολοκληρωτικός εφιάλτης. Κάθε φιλελεύθερο ποινικό δίκαιο –για να μην πω κάθε δίκαιο γενικά, οποιασδήποτε μορφής- βασίζεται λογικά και πρακτικά στην προϋπόθεση ότι υπάρχει κατηγοριοποίηση της βίας, και μάλιστα ότι η αποστολή τού ποινικού δικαίου είναι να διενεργεί διαρκώς αυτήν ακριβώς την κατηγοριοποίηση. Εάν «η μούντζα είναι σφαίρα», τότε είναι περιττός οποιοσδήποτε ποινικός κώδικας και οποιοσδήποτε δικαστής: όποιος μουντζώνει θα έπρεπε να συλλαμβάνεται και να «καταδικάζεται πάραυτα» σε ισόβια, ή σε όποια τέλος πάντων ποινή φαντάζονται οι ευγενείς ψυχές που «μισούν τη βία με όλη τους την ψυχή και φοβούνται τα γιαούρτια απ’ όπου κι αν προέρχονται» –αλλά πάντοτε στην ίδια ποινή. Στον τρέχοντα οριενταλισμό της καθημερινής μας γλώσσας θα είχε κανείς την τάση να πει ότι «αυτά μόνο στο Ιράν γίνονται», αλλά ακόμα και η σαρία έχει τη δική της και μάλιστα πολύ λεπτομερή περιπτωσιολογία. Στη νεωτερικότητα, αποτελεί όρο ύπαρξης και λειτουργίας της ποινικής δικαιοσύνης ότι αυτός που τελεί έργω εξύβριση τιμωρείται ελαφρότερα από αυτόν που τελεί ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, και ότι ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα υπάρχει μία ολόκληρη άβυσσος ενδιάμεσων ατομικών περιπτώσεων· δουλειά του δικαστή, και του νομοθέτη, είναι να οργανώσει αυτό το χάος και, ακριβώς, να χωρίσει το κάθε είδος βίας από όλα τα υπόλοιπα. Ίσως η φιλοδοξία αυτή να είναι επίσης ουτοπική ή πρακτικά τρομερά δύσκολη και ασταθής. Ωστόσο, η κατάργηση κάθε διάκρισης και κατηγοριοποίησης μόνο φαινομενικά διευκολύνει αυτό το έργο. Στην πράξη, το καθιστά άνευ νοήματος, και είναι αυτή που το οδηγεί στο χάος και την ανεξέλεγκτη βία. Τόσο αυτό, όσο και –κυρίως- την κοινωνία στην οποία καλείται να εφαρμοστεί.

22 comments
  1. Patrick Wei said:

    1. Η ουσία του προβλήματος στο κείμενο της ΣΤ είναι συναφές ότι «το αυτονόητο γίνεται θέμα υπό διαπραγμάτευση».
    Αυτονόητο, εδώ, είναι ότι η βία είναι κακό πράγμα.
    Η ΣΤ σου λέει, λοιπόν, ότι η βία είναι κακό πράγμα (ως θέση αρχής) γιατί αν κάνεις το βήμα να την θεωρήσεις «αποδεκτή ή μή ανάλογα από πού προέρχεται», μεταθέτεις την συζήτηση στις υπο-κείμενες αρχές που θα σου επιτρέψουν να αποφασίσεις.
    Έτσι για έναν ΧΑβγό η βία είναι θεμιτή όταν στοχεύει μετανάστες, για έναν Ισλαμιστή όταν στοχεύει τους εχθρούς του Κορανίου, για ένα μέλος της RAF όταν στοχεύει τους εχθρούς του λαού, για έναν βάσκο αυτονομιστή όταν στοχεύει την Ισπανία κλπ.
    Όλοι αυτοί έχουν τις δικές τους, εντελώς διαφορετικές αρχές. Εκεί λοιπόν που είχαμε ένα αυτονόητο («κακό πράγμα η βία») ξαφνικά θα καταλήξουμε να μιλάμε για το ποιές αρχές είναι πλησιέστερες στις δικές μας. Μπλέξιμο.
    Εξ ου και τα περί χυλού.

    Ο «διάλογός» σου με την ΣΤ είναι μάταιος αν δεν συμφωνήσετε σε κάποιες γενικές αρχές. Έτσι όπως είναι τώρα μοιάζει με διάλογο ενός υποστηρικτή της οπλοφορίας στις ΗΠΑ με έναν που είναι εναντίον.
    Guess who is who.

    2. Για τα περί του ΚΑ.
    Γράφεις ότι η σύνδεση ανάμεσα στο Α και το Β είναι ενδεχομενική και όχι νομοτελειακή.
    Σωστό. Πάνσωστο. Μόνο που κομίζεις γλαύκας εις Αθήνας, όπως λένε.

    Στα περί των ανθρώπων δεν υπάρχει ποτέ νομοτέλεια. Δεν ισχύει η έννοια της νομοτέλειας. Αυτό το ξέρουμε όλοι.
    Και όμως καταχρηστικά την επικαλούμαστε. Λέμε π.χ. «Μην κάθεσαι στο ρεύμα ιδρωμένος, θα κρυώσεις», «Μην πίνεις, θα σε σκοτώσει το ποτό», «Μην χαρτοπαίζεις, θα μείνεις στην ψάθα» και δεν εννοούμε ότι υπάρχει κάποια νομοτέλεια. Λέμε ότι κάτι μοιάζει πιθανό (ή ενδεχόμενο) να συμβεί, και δείχνουμε ότι αυτό το κάτι μας φαίνεται δυσάρεστο.

    Με βάση αυτά, βλέπουμε η ουσία των λεγομένων του ΚΑ είναι ότι η εξοικείωση με την συμβολική βία του γιαουρτιού *ενδέχεται* να οδηγήσει και σε πραγματική βία. Κανείς δεν μιλάει για αναγκαία σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Θα ήταν ανεδαφικό. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να πιστεύει στην ύπαρξη μιας τέτοιας νομοτέλειας.
    Εγκαλείς τον ΚΑ για κάτι που δεν μπορεί, εκ των πραγμάτων, να κάνει. Αυτό που κάνει, λοιπόν, είναι κάτι άλλο.
    Επιστρατεύει ένα σχήμα λόγου για να τονίσει η άποψή του (ότι η εξοικείωση με την βία είναι κακό πράγμα).

    Εφόσον κάνεις τον κόπο να απαντήσεις στον ΚΑ, προσπάθησε, τουλάχιστον έστω και από ευγένεια, να του αναγνωρίζεις το τεκμήριο της σοβαρότητας, με το να θεωρήσεις ότι υποστηρίζει κάτι άξιο λόγου (με το οποίο διαφωνείς) και όχι γελοίο. Αλλιώς γιατί κάνεις τον κόπο;
    Read also: http://www.nizkor.org/features/fallacies/straw-man.html

    • Καταρχάς, μία πραγματολογική διευκρίνιση: το κείμενο που παραθέτω δεν είναι της ΣΤ (υποθέτω ότι αυτό δηλώνει την Τριανταφύλλου). Τουλάχιστον όχι κατά άμεσο τρόπο. Την επικαλείται βέβαια, και μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ίδια θα συμφωνούσε, ωστόσο δεν το έχει γράψει αυτή.
      Για το περιεχόμενο των αντιρρήσεων:

      1. «Αυτονόητο, εδώ, είναι ότι η βία είναι κακό πράγμα».
      Πράγματι. Είναι όμως τόσο αυτονόητο, που πρέπει να μας γεννά υποψία. Όταν κάποιος παίρνει φόρα για να διακηρύξει απλώς το αυτονόητο, μάλλον κάτι άλλο θέλει να κάνει υπό αυτό το πρόσχημα. Σε μια πολεμική, όλοι προσπαθούν να εμφανίσουν τη δική τους θέση ως κάτι «αυτονόητο» για το οποίο δεν νοείται να φέρει κανείς αντίρρηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι εμείς πρέπει να αποδεχθούμε κατά γράμμα αυτή την παρουσίαση.
      Αυτό λοιπόν που κάνει η Τριανταφύλλου, και οι περί αυτήν, το οποίο είναι εξαιρετικά ανέντιμο, είναι ότι εμφανίζει την μερική της επιθυμία –ή μάλλον την μερική της μνησικακία- ως καθολική αρχή με την οποία οφείλουν όλοι να συμμορφώνονται. Διότι το κέντρο βάρους του ισχυρισμού της ΔΕΝ είναι η αφηρημένη αρχή «η βία είναι κακή», (με την οποία κανείς δεν θα διαφωνούσε εάν τον ρωτούσαμε), αλλά η συγκεκριμένη υπαγωγή του γιαουρτώματος και της μούντζας στη γενική έννοια της βίας. Η οποία υπαγωγή ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΑΥΤΟΝΟΗΤΗ.
      Η κριτική λοιπόν την οποία κάνω στους επικριτές της μούντζας, δεν γίνεται καθόλου επί τη βάσει «διαφορετικών αρχών». Όπως μπορείς και τώρα ακόμα να διαπιστώσεις ξαναδιαβάζοντας την, γίνεται ακριβώς από την οπτική των αρχών που η «Τριανταφύλλου» (διακηρύσσει ότι) συμμερίζεται: των αρχών του φιλελεύθερου κράτους δικαίου. Και αυτό που δείχνω είναι ότι η επίκληση των αρχών αυτών είναι υποκριτική διότι δεν τις τηρεί η ίδια.
      Αν εσύ ισχυρίζεσαι ότι γίνεται στη βάση κάποιας άλλης αρχής ανάλογης με του Ταλιμπάν ή του Βάσκου αυτονομιστή κ.λπ., οφείλεις να αναφέρεις εσύ ποια και όχι να επαφίεσαι σε guessing και σε υπονοούμενα.

      2. «Κανείς δεν μιλάει για αναγκαία σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Θα ήταν ανεδαφικό.»
      Δεν ΘΑ ήταν ανεδαφικό, ΕΙΝΑΙ ανεδαφικό.
      ΟΛΟΙ μιλάνε για αναγκαία σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Το εδάφιο που παρέθεσα, και αμέτρητα άλλα αμέτρητων άλλων με πανομοιότυπες διατυπώσεις, λένε αυτό ακριβώς.
      Ξαναδιάβασέ το.
      Απολύτως τίποτε δεν δείχνει ότι είναι ενδεχομενική η διατύπωση και ότι πρόκειται για «σχήμα λόγου». Αυτό το λες εσύ για λογαριασμό του, αλλά ο ίδιος δεν το λέει. Χρησιμοποιεί απερίφραστα ρήματα στην ονομαστική του ενεστώτα, και μάλιστα ρήματα τρομερής βαρύτητας (ΕΙΝΑΙ, ΓΕΝΝΑΕΙ …).
      Δεν αναγνωρίζω σε κανέναν κανένα τεκμήριο σοβαρότητας, αν δεν έχει δώσει ο ίδιος δείγματα. Ο λόγος για τον οποίο απαντάω δεν είναι για να έρθω σε διάλογο, αλλά διότι οι απόψεις αυτές είναι επικίνδυνες για τις προσωπικές ελευθερίες, και, αν γίνουν δεκτές, προετοιμάζουν το έδαφος για αστυνομική και δικαστική εκτροπή, από την οποία αισθάνομαι και εγώ προσωπικά να απειλούμαι. Δεν είναι πολύ μακριά η εποχή που αναζητούνταν «εγκέφαλος της 17 Νοέμβρη» και κυκλοφορούσαν δεξιά και αριστερά διάφορα ονόματα που τελικά αποδείχθηκαν άσχετοι -αλλά μέχρι να γίνει αυτό, η ζωή τους έγινε άνω κάτω. Υπάρχει άνθρωπος που έχει καταδικαστεί ως μέλος της σε ισόβια, παρόλο που δεν του αποδίδεται συμμετοχή σε καμία συγκεκριμένη ενέργεια, απλώς επειδή κρίθηκε ότι ήταν «ο καθοδηγητής». Ακόμη περισσότερο, στην Ιταλία μία ολόκληρη γενιά λαμπρών διανοουμένων έκανε χρόνια φυλακή ή εξορία χωρίς να έχουν βιαιοπραγήσει εναντίον κανενός, απλώς με βάση τη λογική της αιτιώδους σύνδεσης ανάμεσα στα γραπτά τους και τις βιαιοπραγίες άλλων. Οι καταδίκες αυτές δεν ήταν καθόλου «σχήμα λόγου». Αν εσύ πιστεύεις ότι «κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να πιστεύει στην ύπαρξη μιας τέτοιας νομοτέλειας», τότε αυτό στην καλύτερη περίπτωση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι δικαστές αυτοί δεν ήταν σοβαροί άνθρωποι. Αλλά αυτό δεν βοηθάει και πολύ ξέρεις.

  2. Patrick W said:

    δύο μικρά σχόλια:

    Στο (1) οι διαφορετικές αρχές είναι ακριβώς ότι για σένα δεν είναι αυτονόητο ως βία το γιαούρτωμα ενώ για τον Τάδε είναι.
    Πολύ φοβάμαι ότι και για μένα. Αν κάποιος με γιαουρτώσει θα το θεωρήσω βία. Συμβολική μεν, αλλά βία.
    Θα έλεγα ότι μερικές φορές, μάλιστα, η συμβολική βία πονάει πιο πολύ, και οι επιπτώσεις της είναι πιο βαθιές.
    Δεν χρειάζεται να συμφωνήσεις με αυτό. Αρκεί να συμφωνήσεις με το ότι δικαιούμαι να το λέω (και να βγάζω τα συμπεράσματά μου), καθώς επίσης και με το ότι δικαιούμαστε να διαφωνούμε. Δεν θα πεθάνουμε κιόλας.

    Στο (2): δυστυχώς δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο αυτό που λες, ότι δεν αναγνωρίζεις σε κανέναν τεκμήριο σοβαρότητας αν δεν έχει δώσει ο ίδιος δείγματα.
    Μου μοιάζει εριστικό, κακόγουστο, ungentlemanly, και, τελικά, κυκλικό, ως επιχείρημα (καθώς κανένα δείγμα (σοβαρότητας;) δεν θα παρθεί στα σοβαρά αν δεν υπάρχει ήδη το τεκμήριο σοβαρότητας).

    That’s all.
    Κατά τα άλλα, scripta manent.

    • 1) To αν μία συγκεκριμένη πρακτική είναι βία ή όχι, ΔΕΝ είναι θέμα αρχής. Είναι θέμα υπαγωγής μίας επιμέρους περίπτωσης στην καθαυτή αποδεκτή γενική αρχή.
      Ασφαλώς δικαιούται ο οποιοσδήποτε να λέει ότι υπάγεται ή ότι δεν υπάγεται. Δεν τίθεται υπό συζήτηση αυτό. Επιπλέον, δικαιούται και να επικαλείται διαφορετικές αρχές. Εδώ όμως δεν συμβαίνει αυτό.
      2) Ακριβώς επειδή scripta manent, η μεγαλύτερη σοβαρότητα και ο μεγαλύτερος σεβασμός που νομίζω ότι οφείλω (εγώ και οποιοσδήποτε άλλος) απέναντι στα γραπτά κάποιου, ιδίως αν δεν γνωρίζω απολύτως τίποτε γι’ αυτόν από άλλη πηγή, είναι να παίρνω αυτά τα scripta κατά γράμμα και να μην τα καπελώνω, προβάλλοντας πάνω τους άλλα νοήματα τα οποία για οποιοδήποτε λόγο φαντάζομαι ότι «δεν μπορεί παρά να εννοεί κατά βάθος» ακόμη και αν δεν τα λέει. Αυτή είναι η πιο gentlemanly αντιμετώπιση.
      Όπως έγραψα και αλλού, νομίζω ότι η αντίδραση του ίδιου του συντάκτη στη σελίδα του στο Facebook μου δίνει δίκιο και επιβεβαιώνει ότι σωστά τον διάβασα.

      • Και κάτι ακόμα.
        Η φράση «Αν κάποιος με γιαουρτώσει θα το θεωρήσω βία» δεν μπορεί να αποτελεί παραδεκτό επιχείρημα σε μία συζήτηση περί αρχών, και ΠΡΟΦΑΝΩΣ δεν μπορεί να αποτελέσει παραδεκτή βάση για τη θεμελίωση μιας αρχής. Αλλιώς καταλήγουμε στη δικτατορία της υποκειμενικής αίσθησης.
        Το τι θα «θεωρήσεις» εσύ αφορά εσένα και μόνο. Δεν μπορεί να ανυψώνεται σε κανόνα γύρω από τον οποίο να μπορείς να αξιώσεις από μας να οργανώσουμε την κοινωνική μας συνύπαρξη. Για αυτό το τελευταίο, σημασία δεν έχει η ιδιοτροπία του ενός και του άλλου, αλλά τι θεωρεί ο ΝΟΜΟΣ. Ο οποίος [πρέπει να] είναι γενικός, σαφής και γνωστός σε όλους. Εν προκειμένω, λοιπόν, ο ελληνικός Ποινικός Κώδικας ΔΕΝ θεωρεί το γιαούρτωμα βία. Το πολύ πολύ το θεωρεί έργω εξύβριση.
        Και πολύ περισσότερο, ο ποινικός νόμος ΔΕΝ μπορεί να βασιστεί στο σκεπτικό ότι κάποιος πρέπει να καταδικαστεί για μία ΑΛΛΗ πράξη από αυτή την οποία ενδεχομένως τέλεσε επειδή «δεν υπάρχει καμία διαφοροποίηση» μεταξύ των δύο, ή έστω επειδή η πρώτη μπορεί να οδηγήσει «ενδεχομενικά» στη δεύτερη. Παρά μόνο για αυτή που πράγματι τέλεσε. Αλλιώς, πρόκειται κατά κυριολεξία για αυτό που αποκαλούμε αποδοκιμαστικά «δίκη προθέσεων».

    • Η «καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται» είναι ένας πολύ βολικός μανδύας για να υπαχθούν στην ίδια κατηγορία διαφορετικές ατομικές συμπεριφορές που πραγματοποιούνται σε διαφορετικές συνθήκες. Η ουσία αυτής της φράσης, που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από καλλιτέχνες, σχολιαστές της δημόσιας ζωής κτλ,. είναι ότι θα έπρεπε να είχαμε καταδικάσει τα γιαουρτώματα και τις μούτζες, και όχι να τα περάσουμε στο ντούκου και «εκπληκτοί» να φρίξουμε στο χαστούκι στο Κασιδιάρη στην Κανέλλη. Το αποτέλεσμα της θέσης αυτής ήταν – μεταξύ άλλων – να σε κάνει να νιώσεις ένοχος, αν ένιωσες ηθική ικανοποίηση με τη μούτζα, ή αν ήσουν ένας από αυτούς και να σταματήσει η περαιτέρω σκέψη εκεί. Στην προσπάθεια αυτή, λοιπόν, εξισώνει τη μούτζα, τη βρισιά και το γιαούρτι, που ενστικτωδώς μας φαίνονται «ελαφρά» ατοπήματα με το χαστούκι. Μερικά σήμεία:
      1. την όποια ανοχή προς τη βία δεν την ορίζει το Μέσο (η μούτζα, η βρισιά, το γιαούρτι, το χαστούκι ή το μαχαίρι) αλλά το Επίπεδο. Το «καταδικάζω τη βία από όπου κι αν προέρχεται» εξισώνει δύο πολύ διαφορετικά επίπεδοα: το ατομικό και το κοινωνικό επίπεδο. Το χαστούκι τού κασιδιαρη και το γιαούρτι προς τον πολιτικό μπορεί να θεωρηθούν το ίδιο καταδικαστέα σε ατομικό επίπεδο, ως έκφανση βίας.
      Σε συλλογικό και κοινωνικό όμως επίπεδο, το γιαούρτι και η μούτζα είναι έκφραση λαϊκής αγανάκτησης. Και μπορεί κάποιος να την καταδικάσει σαν έκφραση «λαϊκής αγανάκτησης» αλλά το θέμα είναι να αναζητήθούν τα αίτια της αγανάκτησης αυτης – το οποίο όμως αποσιωπάται από όλους αυτούς που «καταδίκασαν τη βία από όπου κι αν προέρχεται».
      2. την ανοχή στη βία την ορίζει το γενικότερο πλαίσιο. Η εξίσωση της μούτζας και του γιαουρτού με το χαστούκι αποσιωπά τις διαφορετικές δυναμικές που περιβάλλουν τις εκφράσεις αυτές. Το χαστούκι του Κασιδιάρη πηγάζει από την αυθόρμητη αντίδραση όταν ακούω κάτι που δε μου αρέσει, κάτι με το οποίο διαφωνώ – άρα στη μη αποδοχή της διαφορετικής άποψης. Ο Κασιδιάρης και η Κανέλλη είναι στο ίδιο επίπεδο, ισότιμα μέλη μιας ομάδας συνομιλόύντων (και μιας βουλής). Ο πολίτης που μουντζώνει τη βουλή και γιαουρτώνει τον πολιτικό δεν είναι στο ίδιο επίπεδο με τον πολιτικό. Η σχέση τους είναι εξαρτώμενη. Ο πολίτης ψηφίζει και πληρώνει τον πολιτικό να τον κυβερνήσει ενώ ο ίδιος είναι ο δέκτης των οικονομικών και άλλων αποφάσεων που παίρνει ο πολιτικός και που επηρεάζουν άμεσα τη ζωή τού πολίτη. Ως εκ τούτου ένας πολίτης έχει πολύ περισσότερο δικαίωμα προς έναν πολιτικό παρά σε έναν συμπολίτη τού. Αυτό δε σημαίνει ανοχή στο γιαούρτι, αυτό όμως σημαίνει ότι προφανώς κάποια πολίτες δεν βρίσκουν άλλη διέξοδό στο παρόν πολιτικό και κοινωνικό σύστημα και ξεσπούν έτσι. Και φυσικά το ερώτημα είναι και πάλι το «γιατί».
      3. Προφανώς η βία «είναι κακό πράγμα». Και προφανώς ο καθένας έκλαμβάνει διαφορετικά πράγματα ως βια προς τον ίδιο. Εδώ κρίνουμε τη θέση του «καταδικάζω τη βία από όπου κι αν προέρχεται», η οποία έτσι όπως χρησιμοποιήθηκε από τους διάφορους σχολιαστές υπεραπλουστέυει σε αυτονόητες – όπως λέει ο συγγραφέας – και μονοπαραγοντικές λογικές, σύνθετα πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα. Να το πως διαφορετικά, αντί να σου σπρώξει τη σκέψη σε καινούρια «γιατί» και να προωθήσει την ανάλυση, σε γυρνάει πίσω σε αυτονόήτες λογικές, με τις οποίες κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει.
      Ευχαριστώ για το εξαιρετικό άρθρο και τα ενδιαφέροντα σχόλια.

  3. S G said:

    «Όπως γνωρίζουν πολύ καλά όλοι οι σοβαροί αναλυτές της πολιτικής, της νομικής και της ψυχικής πραγματικότητας, η ζωή των υποκειμένων (είτε ατομικών είτε συλλογικών) συνίσταται στη διαχείριση και όχι την εξάλειψη της επιθετικότητας.»

    ε ας ρωτησω και γω λοιπον πως το βασικοτερο επιχειρημα του κειμενου το ξεπεταμε ετσι με 2-3 φρασεις, χωρις καμμια παραπομπη ή εστω εμβαθυνση. Ειπε ας πουμε κανενας εκ των «σοβαρων αναλυτων» (ποιοι ειναι?) οτι η σωστη διαχειριση σημαινει να εθιζεις τα υποκειμενα στην ατιμωρητη τυφλη βια, οποιασδηποτε εντασεως?

  4. Α.Γ. said:

    Όχι, δεν είπε.
    Η λέξη «τυφλή» δεν αναφέρεται πουθενά στο άρθρο. Ούτε εξάλλου η λέξη «ατιμώρητη».
    Ποιοι είναι …
    Μερικά παραδείγματα, τελείως ενδεικτικά: Σουν Τζου, Θουκυδίδης, Μαρσίλιος της Πάδουας, Μακιαβέλλι, Σπινόζα, Τόμας Τζέφερσον, Μαρξ, Φρόιντ, Καρλ Σμιτ, Φουκώ, Ντελέζ/ Γκουαταρί.

  5. S G said:

    «Η λέξη “τυφλή” δεν αναφέρεται πουθενά στο άρθρο.»

    για να καταλαβω, ο οχλος που μουτζωνει ή δερνει αδιακριτως πολιτικους δεν ασκει τυφλη βια, αλλα συστηματικη με συγκεκριμενο στοχο?

    «Ούτε εξάλλου η λέξη “ατιμώρητη”.»

    Μισο λεπτο, το αρθρο στρεφεται εναντιον οσων κριτικαρουν, απλα κριτικαρουν, την βια καθε μορφης. Καταλαβα καλα? Νομιζω οτι η κριτικη ειναι σαφως ενα σκαλι *πριν* την τιμωρια. Αρα προφανως το κειμενο θεωρει οτι καποιες μορφες βιας δεν πρεπει να κριτικαρονται, και σαφως να μην τιμωρουνται, εστω συμβολικα. Και αναρωτιεμαι τι ειδους θεση ειναι αυτη και που στηριζεται.

    «Μερικά παραδείγματα, τελείως ενδεικτικά: Σουν Τζου, Θουκυδίδης, Μαρσίλιος της Πάδουας, Μακιαβέλλι, Σπινόζα, Τόμας Τζέφερσον, Μαρξ, Φρόιντ, Καρλ Σμιτ, Φουκώ, Ντελέζ/ Γκουαταρί.»

    δεν θα εβλαπτε λιγη εξειδικευση του citation εδω. Ποιος ειπε τι – και γιατι πρεπει να μας νοιαζει?

  6. Α.Γ. said:

    Since you want a specification of the citation, here is one:
    «The tree of liberty must be refreshed from time to time with the blood of patriots & tyrants. It is it’s natural manure»
    Thomas Jefferson to William Smith, Paris, November 13, 1787
    http://www.theatlantic.com/past/docs/issues/96oct/obrien/blood.htm

    Νομίζω πάντως ότι έχεις καταλάβει πολύ καλά, και έχεις δώσει ήδη μόνος σου τις απαντήσεις.
    Οι οποίες είναι φυσικά άλλες από τις δικές μου. Αλλά τι να γίνει; Δεν μπορεί όλοι να λέμε και να σκεφτόμαστε τα ίδια.
    Τίποτε απολύτως δεν πρέπει να σας νοιάζει.
    Κανείς δεν υποχρέωσε κανέναν να ενδιαφερθεί για αυτό το άρθρο. Ή και για οποιοδήποτε άλλο εξάλλου.
    Για να είστε εδώ όμως, μάλλον σας νοιάζει, άρα η ερώτηση περιττεύει.

  7. S G said:

    Για βια εναντιον τυραννων μιλαει το κειμενο δηλαδη? Υπαρχουν τετοιοι στην Ελλαδα?

    «Νομίζω πάντως ότι έχεις καταλάβει πολύ καλά, και έχεις δώσει ήδη μόνος σου τις απαντήσεις.
    Οι οποίες είναι φυσικά άλλες από τις δικές μου. »

    ρωτησα συγκεκριμενα πραγματα και δεν θα ελεγα οτι αυτο συνιστα απαντηση.

    «Τίποτε απολύτως δεν πρέπει να σας νοιάζει.
    Κανείς δεν υποχρέωσε κανέναν να ενδιαφερθεί για αυτό το άρθρο.»

    νομιζω δεν με καταλαβες. Ειπα γιατι πρεπει να μας νοιαζει τι λενε οι ανθρωποι των οποιων τα ονοματα παρεθεσες, δηλαδη τι σχεση εχουν με το θεμα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: