Μαύρη Αθηνά – II : Χούμπολτ/ φιλελληνισμός/ Χέγκελ/ Μαρξ

Με την παρούσα ανάρτηση, συνεχίζουμε και ολοκληρώνουμε τη δημοσίευση μεταφρασμένων αποσπασμάτων από τη Μαύρη Αθηνά του Μάρτιν Μπερνάλ που είχαμε αρχίσει λίγες μέρες πριν (http://wp.me/p1eY1R-az). Το δεύτερο αυτό απόσπασμα περιλαμβάνει τέσσερις ενότητες από το κεφάλαιο 6 του πρώτου τόμου, οι οποίες, στην έκδοση της Vintage Books που χρησιμοποιήσαμε, βρίσκονται στις σελίδες 285 έως 296.

Οι σημειώσεις με αστερίσκο ή μέσα σε αγκύλες είναι του μεταφραστή.

 

ΟΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΟΥΜΠΟΛΤ

 To 1809, μεταξύ άλλων μεταρρυθμίσεων που αναλήφθηκαν [στην Πρωσία] για να αντιμετωπιστεί η απειλή της γαλλικής επανάστασης, ανατέθηκε στoν Χούμπολτ η αναδιοργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Αυτός βάσισε τη νέα δομή στην Bildung, η οποία πίστευε ότι θα αναζωογονήσει τον γερμανικό λαό μετά τις συντριπτικές του ήττες. Στην ανώτατη εκπαίδευση απέρριψε συνειδητά τις γαλλικές Polytechniques, με την έμφασή τους στα μαθηματικά και τη φυσική επιστήμη, προς όφελος σχολών που διδάσκουν την πολύ ευρύτερη έννοια της Wissenschaft. Επισήμως, το νέο πρωσικό πρόγραμμα διδασκαλίας επρόκειτο να περιλαμβάνει τους εξής τρεις τομείς: μαθηματικά, ιστορία και γλώσσες. Οι προτεραιότητες του Χούμπολτ, ωστόσο, γίνονται σαφείς από το γεγονός ότι τα πέντε πρώτα χρόνια δεν διδάχθηκαν καθόλου μαθηματικά στο βασικό δημιούργημά του, το νέο πανεπιστήμιο του Βερολίνου[1].

Ο πιο σημαντικός λόγιος που προσέλαβε ο Χούμπολτ στο Βερολίνο ήταν ο Βολφ, ο οποίος καθιέρωσε το Σεμινάριο, μια μορφή διδασκαλίας που διαδόθηκε στην Πρωσία, μετά στη Γερμανία και ακόμα πιο πέρα. Το σύστημα αυτό, με την επιμονή του ότι οι φοιτητές πρέπει να διδάσκονται ενεργητικά μέσα από τη δική τους αναζήτηση, δίνει την εντύπωση ότι αφήνει στους φοιτητές πολύ μεγαλύτερη ελευθερία και περιθώρια πρωτοτυπίας απ’ ό,τι οι παραδοσιακές διαλέξεις. Κατά τα τελευταία 180 χρόνια, ωστόσο, ενώ η μορφή αυτή παρήγαγε μεγάλα διανοητικά επιτεύγματα, είναι εμφανές ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί, και χρησιμοποιείται, ως ένα πολύ αποτελεσματικό εργαλείο για να ελέγχεται τόσο η επιλογή όσο και η επεξεργασία των θεμάτων ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος.

Ο Βολφ άσκησε την Altertumwissenschaft [αρχαιογνωσία] ακολουθώντας τον Χάινε [Heyne] και τη σχολή τού Γκαίτιγκεν. Απέρριψε την εννοιοκρατική και αφηρημένη, όπως θεωρούσε, αναζήτηση του Διαφωτισμού για καθολικές έννοιες, προς όφελος της άμεσης αναμέτρησης με τα ιδιαίτερα και την λεπτομερή κριτική των πηγών. Λησμονώντας τελείως μια δική του τάση που θα μπορούσαμε, αναδρομικά, να θεωρήσουμε ως έντονα ρομαντική, έφτασε στο σημείο να γράψει: «Όλη μας η έρευνα είναι ιστορική και κριτική όχι για πράγματα που πρέπει να ελπίζουμε, αλλά για γεγονότα. Στις τέχνες αρμόζει αγάπη, αλλά στην ιστορία ο υπέρτατος σεβασμός»[2].

Αυτή η απλοϊκή προσέγγιση κυριάρχησε στην πρακτική των περισσότερων ιστορικών και κλασικών φιλολόγων έκτοτε. Ο Χούμπολτ, τουλάχιστο προς το τέλος της ζωής του, ήταν πολύ πιο ευαίσθητος. Στο δοκίμιό του «Το καθήκον του ιστορικού», αναγνώρισε ότι η κατανόηση του παρελθόντος απαιτούσε πολύ περισσότερα από την εξωτερική περιγραφή. Αυτό που απαιτείται είναι μια ισορροπία ανάμεσα στην «ορθολογική παρατήρηση» (beobacther Verstand) και την «ποιητική φαντασία» (dichntende Einbildungskraft)*. Ο ιστορικός, όμως, σε αντίθεση με τον ποιητή, πρέπει να υποτάξει τη φαντασία του στη διερεύνηση της πραγματικότητας, και «πρέπει αναγκαία να υποχωρεί μπροστά στην ισχύ της μορφής, διατηρώντας μονίμως στο μυαλό του τις ιδέες που αποτελούν τους νόμους της»[3]. Το 19ο αιώνα, οι ιδέες αυτές ασφαλώς περιλάμβαναν τους «επιστημονικούς νόμους της φυλής».

Ο Χούμπολτ επίσης προσπάθησε να παλέψει με τις δυσκολίες της σχέσης μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου στην ιστορική έρευνα, η οποία πίστευε ότι απαιτούσε κάποια αισθήματα συγγένειας όπως αυτά που υπήρχαν μεταξύ της Γερμανίας και της αρχαίας Ελλάδας. Έτσι ήταν δυνατό να γράψει κανείς ιστορία της αρχαιότητας. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, οι Έλληνες θεωρούσε ότι υπερέβαιναν την ιστορία. Όπως έγραφε σε ένα άλλο κείμενο:

Γι’ αυτό, η μελέτη μας για την ελληνική ιστορία είναι ζήτημα τελείως διαφορετικό από τις άλλες ιστορικές μας σπουδές. Για μας, οι Έλληνες βγαίνουν από τον κύκλο της ιστορίας. Ακόμη και αν τα πεπρωμένα τους ανήκουν στη γενική αλυσίδα των γεγονότων, πάντως από αυτή την άποψη μας ενδιαφέρουν λιγότερο. Δεν καταφέρνουμε καθόλου να αναγνωρίσουμε τη σχέση μας προς αυτούς αν τολμήσουμε να εφαρμόσουμε σε αυτούς τα κριτήρια που εφαρμόζουμε στην υπόλοιπη ιστορία του κόσμου. Η γνώση των Ελλήνων δεν είναι απλώς ευχάριστη, χρήσιμη ή αναγκαία για μας –όχι: στους Έλληνες και μόνο βρίσκουμε το ιδεώδες για ό,τι θα θέλαμε να είμαστε και να παράγουμε. Αν κάθε τμήμα της ιστορίας μάς εμπλούτιζε με την ανθρώπινη σοφία και την ανθρώπινη εμπειρία του, τότε από τους Έλληνες δεχόμαστε κάτι πιο πολύ από γήινο –σχεδόν ισόθεο[4].

 Αντίστοιχη με την οπτική τού Χούμπολτ για τον υπερβατικό χαρακτήρα της αρχαιοελληνικής ιστορίας ήταν η οπτική του για τη γλώσσα. Έβλεπε τα ελληνικά όχι σαν μια Ursprache, μια «πρωταρχική γλώσσα» όπως τα Σανσκριτικά, αλλά ως μια τέλεια ισορροπία μεταξύ νεανικής ζωτικότητας και φιλοσοφικής ωριμότητας –πράγμα που αντανακλούσε τις διπλές ιδιότητες της αισθητικής και της φιλοσοφίας που είχαν αποδοθεί στους αρχαίους Έλληνες από τη δεκαετία τού 1780[5].

Η κεντρική σημασία της γλώσσας, η θεμελιώδης σχέση της με το έθνος και τον εθνικό χαρακτήρα, καθώς και η γοητεία που ασκούσαν και τα τρία αυτά στοιχεία στους Ρομαντικούς αναφέρθηκαν ήδη[6]. Ο Χούμπολτ, ο οποίος παρά την πολυσχιδή του δραστηριότητα ήταν κατά βάση γλωσσολόγος, έτεινε να θεωρεί τη γλώσσα ως μια κατ’ ουσίαν σταθερή ανεξάρτητη μεταβλητή[7]. Η φύση της ελληνικής γλώσσας ήταν γι’ αυτόν ύψιστης σημασίας. Επιπλέον, όπως πάντα –ή τουλάχιστον από τον 15ο αιώνα και μετά- η ενασχόληση με τα ελληνικά ήταν παράλληλη προς εκείνη με τα γερμανικά[8]. Έτσι, με το κρεσέντο του γερμανικού εθνικισμού κοντά στην κλιμάκωση του πολέμου της απελευθέρωσης κατά του Ναπολέοντα το 1813-14, ήρθε και μια αύξουσα εξύμνηση της γερμανικής γλώσσας· ως βασική της αρετή θεωρήθηκε ότι αυτή, σε αντίθεση με τη γαλλική, κατά κάποιο τρόπο ήταν echt (γνήσια) και rein (καθαρή)[9].

Πολύ νωρίτερα, στα Skizze [σχεδιαγράμματα] που είχε συντάξει το 1793, ο Χούμπολτ είχε υποστηρίξει ότι η υπεροχή των ελληνικών έγκειται ακριβώς στο ότι δεν είναι μολυσμένα από ξένα στοιχεία[10]. Έτσι, ο έξοχος γλωσσολόγος, που γοητευόταν ιδιαίτερα από τις πολυπλοκότητες της γλωσσικής ανάμιξης, ανέστειλε τις κριτικές του ικανότητες όταν επρόκειτο για τα ελληνικά, έχοντας ως άρθρο πίστης ότι η γλώσσα αυτή ήταν «καθαρή». Αυτή η εγγενώς αστήρικτη έννοια θα είχε θεωρηθεί άνευ νοήματος πριν το θρίαμβο του Ρομαντισμού και της ελληνολατρείας αλλά, με ορισμένες επιφυλάξεις, τώρα είχε ενταχθεί στον κανόνα της Altertumwissenschaft και των σύγχρονων κλασικών σπουδών. Έκτοτε, μόνο τα ονόματα κάποιων σαφώς ανατολικής προέλευσης ειδών πολυτελείας έχουν εξαιρεθεί από την κατά τα λοιπά πλήρη άρνηση της αναγνώρισης οποιουδήποτε δανεισμού λέξεων από αφροασιατικές γλώσσες.

Ενώ ο Χούμπολτ και οι άλλοι Ρομαντικοί επέμεναν στην άπειρη πολυμορφία των κοινωνιών και στην ανυπαρξία των καθολικών εννοιών που κήρυσσε ο Διαφωτισμός, έβλεπαν μία εσώτερη τάξη, μία υπέρτατη δύναμη ή ον που έδινε μια γενική κατεύθυνση[11]. Αντιλαμβάνονταν τους Έλληνες ως αυτούς που υπερέβησαν το επίγειο χάος και πλησίασαν προς την άφατη τελειότητα. Κατά μία έννοια, λοιπόν, ήταν οι ίδιοι το ανθρώπινο καθολικό.

Αυτό ακριβώς, και η υποτιθέμενη υπέρβαση των ιστορικών και γλωσσικών νόμων, ήταν που έκανε τους Έλληνες κεντρική μέριμνα της Bildung, μέσω της οποίας οι νεαροί ηγέτες της Γερμανίας έπρεπε να αντιληφθούν και να αναδημιουργήσουν τον εαυτό τους. Για αντίστοιχους σκοπούς η Altertumwissenschaft και οι κλασικές σπουδές διαδόθηκαν στην υπόλοιπη Ευρώπη και τις παραφυάδες της εκτός Ευρώπης: παρά τις διανοητικές παγίδες της, ο ρόλος της στην ιδεολογική διαμόρφωση της άρχουσας τάξης συνέχισε να είναι σημαντικότερη από την ιστορική ή τη γλωσσική έρευνα. Έτσι, ενώ ο φιλελληνισμός των αρχών του 19ου αιώνα –μολονότι παγίως ρατσιστικός- είχε τόσο ριζοσπαστικές όσο και αντιδραστικές πλευρές, ο τομέας των κλασικών σπουδών ήταν συντηρητικός εξ αρχής. Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, των οποίων αποτελούσε τη σπονδυλική στήλη, συνιστούσαν συστηματικές προσπάθειες να αποφευχθεί ή να αποτραπεί η επανάσταση[12].

 ΟΙ ΦΙΛΕΛΛΗΝΕΣ

 Για να κατανοήσουμε κάπως την πτώση του Αρχαίου Μοντέλου* στη δεκαετία του 1820, θα πρέπει να ξεκινήσουμε εξετάζοντας το γενικό πολιτικό και ιδεολογικό περιβάλλον μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε η αλλαγή. Κεντρική θέση σε αυτό είχε το φιλελληνικό κίνημα το οποίο, το 19ο αιώνα, καταλάμβανε, θα μπορούσαμε να πούμε, τη «ριζοσπαστική πτέρυγα» του κινήματος του Ρομαντισμού. Ο φιλελληνισμός έτεινε να μοιράζεται τη ρομαντική απόρριψη της αστεακής εκβιομηχάνισης, τον οικουμενισμό και τον ορθολογισμό του Διαφωτισμού και τη γαλλική επανάσταση. Από την άλλη μεριά, ενώ το κύριο ρεύμα του Ρομαντισμού στρεφόταν προς το μεσαιωνικό παρελθόν και το χριστιανισμό –ιδίως τον καθολικισμό-, οι Φιλέλληνες μερικές φορές ήταν θρησκευτικά σκεπτικιστές ή αθεϊστές, και πολιτικά ριζοσπάστες[13]. Ως νέοι, για παράδειγμα, ο Χέγκελ και ο Φρίντριχ Σλέγκελ λάτρευαν τους Έλληνες, αλλά καθώς γίνονταν όλο και πιο γέροι και συντηρητικοί μεταστράφηκαν προς το Χριστιανισμό[14]. Οι αριστεροί εγελιανοί, μεταξύ των οποίων και ο Μαρξ, διατήρησαν το παθιασμένο ενδιαφέρον του νεαρού Χέγκελ για την Ελλάδα.

Η αιτία του ενθουσιασμού των ριζοσπαστών φαίνεται προφανής. Σε σύγκριση με τη Ρώμη –όπως εξάλλου και με την Αίγυπτο ή την Κίνα- οι ελληνικές πόλεις ήταν πράγματι πρότυπα ελευθερίας. Επιπλέον, η ένταση αυτή στο εσωτερικό του ρομαντικού κινήματος δεν έχει εκλείψει. Τόσο το αναβιωμένο σύστημα των ιδιωτικών σχολείων, στα οποία οι μελλοντικοί ηγέτες της Αγγλίας υποτίθεται ότι γίνονταν «χριστιανοί τζέντλμεν» μελετώντας τους ειδωλολάτρες κλασικούς συγγραφείς, όσο και η κίνηση για τη δημιουργία ενός ινδο-γερμανικού ή ελληνικού χριστιανισμού, είναι χρήσιμο να ιδωθούν ως προσπάθειες να γεφυρωθούν αυτές οι δύο πτέρυγες του ρομαντικού κινήματος[15].

Η εμπειρία της γαλλικής επανάστασης και ο θρίαμβος της αντίδρασης μετά το 1815 προκάλεσε πικρή απογοήτευση μεταξύ των ρομαντικών της ανώτερης τάξης. Ωστόσο, η αγάπη για την ελευθερία αναβίωσε –έστω και σε αλλοιωμένη μορφή- με την έκρηξη του ελληνικού πολέμου της ανεξαρτησίας το 1821, και οι Γερμανοί ήταν η εθνικότητα που συνδέθηκε ταχύτερα και βαθύτερα με αυτόν[16]. Μάλιστα, η κίνησή τους προς υποστήριξη του αγώνα αναδείχθηκε στο μόνο σημαντικό κέντρο φιλελευθερισμού στη χώρα: πάνω από 300 Γερμανοί πήγαν να αγωνιστούν στην Ελλάδα, αλλά αυτοί ήταν μόνο η κορυφή του παγόβουνου σε ένα κίνημα που περιλάμβανε δεκάδες χιλιάδες, κυρίως φοιτητές και ακαδημαϊκούς[17]. Πήγαν επίσης πολλοί Γάλλοι και Ιταλοί, υποστηριζόμενοι από πολυπληθείς φιλελληνικές επιτροπές· το κίνημα ήταν ισχυρό ακόμα και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μολονότι δεκαέξι μόνο βορειοαμερικανοί έφτασαν στην Ελλάδα, το ευρύτατα διαδεδομένο φιλελληνικό αίσθημα που προέκυψε από τον πόλεμο υπήρξε σημαντική τόνωση για τις «ελληνικές» αδελφότητες –αυτές που προσδιορίζονταν με συνδυασμούς τριών γραμμάτων του ελληνικού αλφαβήτου- στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η άλλη κύρια επίδραση στις αμερικανικές φοιτητικές οργανώσεις προήλθε από τις γερμανικές φοιτητικές αδελφότητες με στόχο το κάψιμο βιβλίων, οι οποίες αναβίωσαν μεταξύ 1811 και 1919 από τον εκκεντρικό δάσκαλο και κήρυκα της σωματικής άσκησης «πατέρα» Jahn, με σκοπό την υποστήριξη του ρομαντικού εθνικισμού και του απελευθερωτικού πολέμου. Οι αδελφότητες και στις δύο χώρες έχουν έκτοτε διατηρήσει το σωβινισμό, καθώς και την έντονη φυσιολατρία και τον αντιδιανοουμενισμό που χαρακτήριζαν τους ιδρυτές τους[18].

Οι Βρετανοί, επίσης, είχαν βαθιά ανάμιξη στον ελληνικό αγώνα. Είδαμε ότι οι Άγγλοι και Σκώτοι ποιητές είχαν ενδιαφερθεί με πάθος για την Ελλάδα από τα μέσα του 18ου αιώνα. Όταν τα μάρμαρα του Παρθενώνα, ή «του Έλγκιν», εκτέθηκαν στο Λονδίνο το 1807, υπήρξε μια τρέλα για την καθαρή ελληνική τέχνη, η οποία δεν είχε ποτέ εμφανιστεί εκεί μέχρι τότε[19]. Ο Χένρυ Φιούζλι είδε τα μάρμαρα και αναφώνησε: «De Greeks were godes. De Greeks were godes!»*[20].

Ο Fuseli (πραγματικό όνομα: Füssli), ήταν ένας Ελβετός καλλιτέχνης και ιστορικός της τέχνης που ζούσε στο Λονδίνο, όπου προωθούσε τις ιδέες τού Βίνκελμαν. Το πάθος του για την Ελλάδα φαίνεται ότι ήταν εξίσου έντονο με το μίσος του για την Αίγυπτο. Γι’ αυτόν, η Ελλάδα ήταν «η ευτυχής εκείνη ακτή, όπου, ελεύθερη από το αυθαίρετο ιερογλυφικό, το παυσίπονο της άγνοιας, από το εργαλείο του δεσποτισμού ή το επαχθές μνημείο του αιώνιου ύπνου, η τέχνη αναδύθηκε στη ζωή, την κίνηση και την ελευθερία»[21].

Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η ιδέα της Ελλάδας που αναδύεται από την Αίγυπτο έμμεσα συνεπάγεται παραδοχή του Αρχαίου Μοντέλου, το οποίο αργότερα οι Φιλέλληνες δεν ήθελαν να παραδεχθούν. Μολονότι ο Φιούζλι ήταν αλλοδαπός, οι ιδέες του περί Ελλάδας δεν ήταν τόσο μακριά από τη γενική αντίληψη των καλλιεργημένων του πρώτου τετάρτου του 19ου αιώνα.

Με την έναρξη του πολέμου το 1821, ο ενθουσιασμός για την Ελλάδα έφτασε σε επίπεδα παροξυσμού. Όπως έγραψε ο Σέλλεϋ:

Είμαστε όλοι Έλληνες. Οι νόμοι μας, η λογοτεχνία, η θρησκεία, η τέχνες μας έχουν όλες τις ρίζες τους στην Ελλάδα. Αλλά για την Ελλάδα … ίσως να έχουμε υπάρξει άγριοι και ειδωλολάτρες … Στην Ελλάδα, η ανθρώπινη μορφή και ο ανθρώπινος νους προσέγγισαν σε μια τέτοια τελειότητα, που εντύπωσε τις εικόνες της σε εκείνες τις αψεγάδιαστες δημιουργίες που και μόνο τα θραύσματά τους προξενούν απελπισία στη σύγχρονη τέχνη, και διοχέτευσε ενορμήσεις που δεν μπορούν ποτέ να πάψουν, μέσα από χίλιους διαύλους εμφανούς και ανεπαίσθητης λειτουργίας, για να ενδυναμώνουν και να θαμπώνουν την ανθρωπότητα μέχρι να εξαλειφθεί η ανθρώπινη φυλή[22].

Είχε πλέον πάρει μπρος για τα καλά η ελληνομανία!

Παρά την παθιασμένη ευφράδεια του Σέλλεϋ και το δραματικό θάνατό του από πνιγμό ακριβώς τη στιγμή που ετοιμαζόταν να πάει στην Ελλάδα, ο πιο διάσημος φιλέλληνας ποιητής της ρομαντικής εποχής ήταν ο Μπάιρον. Δεν ήταν συμπτωματικό ότι ήταν από τη Σκωτία: οι δεσμοί του 18ου αιώνα ανάμεσα στη βόρεια αυτή χώρα και το ρομαντισμό έχουν ήδη σημειωθεί. Στις αρχές του 19ου αυτό αφορούσε όχι μόνο τον Μπάιρον αλλά και τον σερ Ουώλτερ Σκοττ, τον πρωτεργάτη της αναβίωσης του μεσαίωνα, καθώς και την επινόηση μιας ψευδούς συναισθηματικής εθνικής παράδοσης, μπροστά στην οποία ακόμη και ο Σκοττ είχε ενδοιασμούς[23]. Παρότι άτομο με την τυπική άτακτη ζωή της περιόδου της Αντιβασιλείας, ο Μπάιρον υπήρξε ο σύνδεσμος του σκωτικού ρομαντισμού με την Ελλάδα. Είχε υποστηρίξει την ανεξαρτησία της χώρας μια δεκαετία πριν ξεσπάσει η εξέγερση, και, ως αποκορύφωμα, εντάχθηκε στον αγώνα –με ανάμικτα αλλά κατ’ ουσίαν ρομαντικά κίνητρα- με σκοπό να πεθάνει σε αυτόν[24].

Σε όλη τη δυτική Ευρώπη, ο ελληνικός πόλεμος της ανεξαρτησίας έγινε αντιληπτός ως πάλη ανάμεσα στην ευρωπαϊκή νεανική ρώμη και την ασιατική και αφρικανική παρακμή, διαφθορά και ωμότητα:

Οι βάρβαροι του Τζένγκις Χαν και του Ταμερλάνου αναβίωσαν στο 19ο αιώνα. Πόλεμος μέχρι θανάτου κηρύχθηκε εναντίον της θρησκείας και του πολιτισμού της Ευρώπης[25].

Ήδη κατά το 18ο αιώνα, η τουρκική διοίκηση στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια είχε αρχίσει να θεωρείται ως αφύσικη, ως αποτέλεσμα της κατάκτησης μιας ανώτερης φυλής από μια κατώτερη. Όπως αναφέραμε νωρίτερα, ο Κρίστιαν Μπούνσεν τοποθετούσε τους «Τουράνιους» (δηλ. τους Τούρκους) ανάμεσα στους Κινέζους και τους Αιγυπτίους στην ιστορική του ιεράρχηση των φυλών· το 19ο αιώνα, η διοίκηση εκ μέρους αυτής της φυλής θεωρούνταν καταδικασμένη να αποτύχει τελικά, και πάντως ανίκανη να οδηγήσει σε οποιουδήποτε είδους πρόοδο του πολιτισμού.

Περί το τέλος του αιώνα, η αρχή αυτή εφαρμοζόταν συστηματικά σε όλο το μήκος της ιστορίας, και σαφές παράδειγμα αυτής της αλλαγής αποτελούν οι αντιλήψεις για τη διοίκηση της Ισπανίας από τους Άραβες και τους Βερβερίνους. Πριν το 1860, οι Άγγλοι και Βορειοαμερικανοί συγγραφείς έβλεπαν με συμπάθεια τους Μαυριτανούς επειδή το Ισλάμ ήταν λιγότερο ολέθριο γι’ αυτούς απ’ ό,τι ο καθολικισμός. Περί το τέλος του αιώνα, οι «φυλετικοί» προσδιορισμοί είχαν υπερβεί τους θρησκευτικούς· οπότε η αραβική διοίκηση στην Ισπανία άρχισε να θεωρείται στείρα και «καταραμένη» για όλο το διάστημα των 800 χρόνων της, που γενικά ήταν χρόνια άνθησης[26].

Το γεγονός λοιπόν ότι ο ελληνικός πόλεμος της ανεξαρτησίας ενέτεινε αυτά τα φυλετικά αισθήματα είχε άμεση επίπτωση στο Αρχαίο Μοντέλο. Καθώς πρώτα οι Αιγύπτιοι και μετά οι Φοίνικες άρχισαν όλο και περισσότερο να θεωρούνται ως «φυλετικά» κατώτεροι, οι ελληνικοί μύθοι ότι οι λαοί αυτοί είχαν όχι μόνο αποικίσει αλλά και εκπολιτίσει την «ιερή Ελλάδα» θεωρούνταν πλέον όχι μόνο κακόγουστοι, αλλά και εκ των πραγμάτων αδύνατοι. Όπως οι ιστορίες για σειρήνες και κενταύρους, έπρεπε να απορριφθούν διότι παρεξέκλιναν από τους βιολογικούς και ιστορικούς νόμους της επιστήμης του 19ου αιώνα. Οι ενστάσεις στην εικόνα αυτή έγιναν ακόμη εντονότερες από μία άλλη πτυχή της μετάβασης από το Διαφωτισμό προς το Ρομαντισμό. Απ’ τη στιγμή που ο Διαφωτισμός έθετε ιδιαίτερη έμφαση στην καλλιέργεια και τη βελτίωση, δεν ήταν και μεγάλη προσβολή για τους Έλληνες να αποδίδεται ο πολιτισμός τους σε αιγυπτιακό και φοινικικό αποικισμό. Οι ρομαντικοί, από την άλλη, τόνιζαν ιδιαίτερα τη φύση και το ένστικτο, τις αμετάβλητες εθνικές ουσίες, και έτσι τώρα ήταν ανυπόφορο να υπαινίσσεται κανείς ότι οι Έλληνες υπήρξαν οποτεδήποτε πιο πρωτόγονοι από τους Αφρικανούς και τους Ασιάτες.

ΟΙ ΒΡΩΜΙΚΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΩΡΙΕΙΣ

Οι Φιλέλληνες ενδιαφέρονταν περισσότερο για τους Έλληνες της κλασικής εποχής παρά για τους ηρωικούς, αλλά δεισιδαίμονες, Χριστιανούς και «βρώμικους» απογόνους τους, τους οποίους κάποιοι προσπάθησαν να παρακάμψουν ερμηνεύοντάς τους ως «εκβυζαντινισμένους Σλάβους»[27]. Οι Φιλέλληνες αναζητούσαν την καθαρή ουσία της Ελλάδας, πριν αυτή κηλιδωθεί από την ανατολίτικη διαφθορά, και με την αποθέωση στην οποία κατέληξαν –όπως είδαμε στον Χούμπολτ και τον Σέλλεϋ- ακόμη και οι αρχαίοι Έλληνες άρχισαν να υστερούν σε σχέση με τις νέες εξιδανικευμένες προδιαγραφές. Οι προδιαγραφές αυτές όλο και περισσότερο άρχισαν να απαιτούν πολιτιστική, γλωσσική και τέλος «φυλετική» καθαρότητα, και τέτοιου είδους πρότυπα ανακαλύπτει ήδη από τη δεκαετία του 1790 ο Φρίντριχ Σλέγκελ στους Σπαρτιάτες ή στην ευρύτερη φυλετική ομάδωση στην οποία ανήκαν, τους Δωριείς. Η σύγχρονη ιστορικός της εικόνας της Σπάρτης Ελίζαμπεθ Ρώσον περιέγραψε τα γραπτά του Σλέγκελ για τους Δωριείς ως εξής:

Από την αρχή, ωστόσο, διατυπώσεις που θυμίζουν όσα έλεγε ο Βίνκελμαν για τους Έλληνες γενικά χρησιμοποιούνται για τους Δωριείς· διαβάζουμε για την milde Grossheit, το «γαλήνιο μεγαλείο» τους, και μάλιστα, σε αντίθεση με τους Ίωνες οι οποίοι εξανατολίζονται πιο εύκολα, αυτοί αποτελούν τον παλαιότερο, καθαρότερο και πιο γνήσια ελληνικό κλάδο που είναι κυρίως υπεύθυνος για τις δύο διαδικασίες που είναι οι βασικότερες για το ελληνικό πνεύμα: τη μουσική και τη γυμναστική[28].

Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι ο Σλέγκελ και πολλοί άλλοι μεταγενέστεροι συγγραφείς εξέλαβαν αυτές τις δύο μη λεκτικές, ανορθόλογες και –τολμώ να πω- «γερμανικές» πλευρές της ελληνικής κουλτούρας ως τις ουσιώδεις. Η Γέννηση της τραγωδίας του Νίτσε, που δημοσιεύτηκε το 1872, και στην οποία η μουσική και το διονυσιακό τραγικό πάθος υπογραμμίζονται έναντι του απολλώνιου Λόγου, συχνά θεωρείται ως ριζική απομάκρυνση από την άποψη του Βίνκελμαν για το «γαλήνιο μεγαλείο» των Ελλήνων. Στην πραγματικότητα ανήκει σε μια γερμανική παράδοση η οποία, μέσω της ποίησης του Χάινε [Heine] της δεκαετίας του 1840, ανατρέχει μέχρι το θεατρικό συγγραφέα Βήλαντ [Wieland] το 18ο αιώνα[29].

Κατά το 19ο και τον 20ό αιώνα, η γερμανική λατρεία και ταύτιση με τους Δωριείς και τους Λάκωνες συνέχισαν να εντείνονται, μέχρι που έφτασαν στο αποκορύφωμά τους με το Τρίτο Ράιχ[30]. Περί το τέλος του 19ου αιώνα, μερικοί völkische (λαϊκιστές, εθνικιστές) συγγραφείς είδαν τους Δωριείς ως καθαρόαιμους Άρειους από το βορρά, ίσως και από τη Γερμανία ακόμα, και πάντως σίγουρα τους είδαν ως πολύ κοντινούς με τους Γερμανούς, με το άρειο αίμα και τον άρειο χαρακτήρα τους[31].

Ο ενθουσιασμός αυτός δεν περιοριζόταν στους Γερμανούς. Όπως έγραψε ο Τζον Μπάγκνελ Μπιούρι στο βιβλίο του HistoryofGreece, το οποίο πρωτοεκδόθηκε το 1900 και εξακολουθεί να θεωρείται έργο αναφοράς,

Οι Δωριείς κατέλαβαν την πλούσια κοιλάδα του Ευρώτα, και, διατηρώντας τη δική τους δωρική καταγωγή καθαρή από προσμείξεις με ξένο αίμα, μετέτρεψαν όλους τους κατοίκους σε υποτελείς … Η κατ’ εξοχήν ιδιότητα που ξεχώριζε τους Δωριείς … ήταν αυτή που αποκαλούμε «χαρακτήρα», και η ιδιότητα αυτή φανερώθηκε και αναπτύχθηκε πάνω απ’ όλα στη Λακωνία, γιατί εδώ φαίνεται ότι οι Δωριείς παρέμειναν καθαρότερα δωρικοί[32].

Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι ο Μπιούρι –όπως και πολλοί από τους κορυφαίους βρετανούς κλασικιστές του τέλους του 19ου αιώνα, όπως John Pentland Mahaffy και ο William Ridgeway- προέρχονταν από την προτεσταντικής καταγωγής άρχουσα τάξη της Ιρλανδίας*. Και οι τρεις αυτοί συγγραφείς εξέφραζαν ενθουσιασμό για το καθαρά βόρειο, και πιθανώς γερμανικό, αίμα των Δωριέων. Έτσι, πέρα από το να συμμετέχουν στο γενικότερο ρατσισμό της περιόδου, είναι σαφές ότι έβλεπαν μια αναλογία ανάμεσα στη σχέση των Τευτόνων Άγγλων προς τους Ιρλανδούς, τους οποίους θεωρούσαν ως «περιθωριακά Ευρωπαίους», και εκείνη των Δωριέων προς τους υποτελείς σε αυτούς πληθυσμούς, τους Πελασγούς ιθαγενείς κατοίκους και τους είλωτες[33]. Ο Ρίτζγουέι ήταν ένας συνεπέστατος ρατσιστής ο οποίος, μολονότι η οικογένειά του είχε ζήσει στην Ιρλανδία για 200 χρόνια, επαιρόταν ότι δεν είχε «ούτε σταγόνα κελτικού αίματος στις φλέβες του»[34]. Περί το 1900, λοιπόν, οι Σπαρτιάτες –οι «αληθινοί» Έλληνες- θεωρούνταν ως φυλετικά καθαροί και κατά κάποιον τρόπο βόρειοι. Η κατάσταση δεν ήταν τόσο ακραία στις αρχές του 19ου αιώνα, αλλά οι πιέσεις αυξάνονταν.

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Ι: ΧΕΓΚΕΛ ΚΑΙ ΜΑΡΞ

Ένα άλλο προαπαιτούμενο για την εξέταση της ολομέτωπης επίθεσης κατά του Αρχαίου Μοντέλου τη δεκαετία του 1820 είναι να δούμε τους στοχαστές που βρίσκονται με το ένα πόδι από δω και το άλλο από κει σε σχέση με τις αλλαγές. Προς το σκοπό αυτό πήρα τρία παραδείγματα: τον Χέγκελ και τον Μαρξ· τον Α. Η. L. Leeren· και τον Barthlold Niebuhr.

Ο Χέγκελ γεννήθηκε το 1770 και ήταν στο αποκορύφωμα της ισχύος και της επιρροής του τη δεκαετία του 1820, αλλά δεν γινόταν δεκτός από τους φιλολόγους, των οποίων η εξουσία τον κράτησε έξω από την Πρωσική Ακαδημία για πολλά χρόνια. Παρόλα αυτά, όχι μόνο ήταν κεντρική φυσιογνωμία στη γερμανική φιλοσοφία της εποχής, αλλά είχε και βαθιά επίδραση στους ιστορικούς του ρομαντισμού[35]. Επίσης, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Χέγκελ ήταν τυπικός εκπρόσωπος της εποχής του. Αγαπούσε την Ευρώπη ή, όπως το έθετε ο ίδιος, την εύκρατη ζώνη· σεβόταν τα βουνά της Ασίας και την Ινδία· μισούσε το Ισλάμ και έτρεφε έσχατη περιφρόνηση για την Αφρική[36]. Η άποψή του για τη διαδρομή του Παγκόσμιου Πνεύματος από την ανατολή προς τη δύση τον υποχρέωνε να ισχυριστεί ότι η Αίγυπτος, αφού ήταν πιο δυτικά, ήταν πιο προχωρημένη από την ανατολικότερη Ινδία[37].

Τα πραγματικά αισθήματα του Χέγκελ φαίνεται να αναδύονται στις Διαλέξεις για την Ιστορία της Φιλοσοφίας τις οποίες έδωσε μεταξύ 1816 και 1830. Σε αυτές αναφέρθηκε σε κάποια έκταση στην κινεζική και την ινδική σκέψη, αλλά άγγιξε την Αίγυπτο μόνο όταν ασχολήθηκε με τις απαρχές της ελληνικής φιλοσοφίας[38]:

Από την Αίγυπτο λοιπόν ο Πυθαγόρας χωρίς αμφιβολία έφερε την ιδέα του περί Τάξης, η οποία ήταν μία τακτική κοινότητα την οποία συνείχαν σκοποί επιστημονικής και ηθικής καλλιέργειας … Η Αίγυπτος τότε θεωρούνταν ως μια εξαιρετικά καλλιεργημένη χώρα, όπως και ήταν, σε σύγκριση με την Ελλάδα· αυτό φαίνεται ακόμα και στις διαφορές κάστας που προϋποθέτουν μια διαίρεση ανάμεσα στους μεγάλους κλάδους της ζωής και της εργασίας, όπως ο οικονομικός, ο επιστημονικός και ο θρησκευτικός. Αλλά πέρα απ’ αυτό δεν υπάρχει λόγος να αναζητήσουμε μεγάλη επιστημονική γνώση μεταξύ των Αιγυπτίων, ούτε να πιστέψουμε ότι εκεί έμαθε την επιστήμη ο Πυθαγόρας. Ο Αριστοτέλης (Μετά τα φυσικά, Ι) λέει μόνο ότι «στην Αίγυπτο άρχισαν για πρώτη φορά οι μαθηματικές επιστήμες, επειδή εκεί το έθνος των ιερέων είχε σχόλη»[39].

Αλλού, ο Χέγκελ έγραψε:

Το όνομα της Ελλάδας αγγίζει τις καρδιές των μορφωμένων στην Ευρώπη, και αυτό ισχύει πιο έντονα για εμάς τους Γερμανούς … [Οι Έλληνες] ασφαλώς δέχθηκαν τις ουσιώδεις αφετηρίες της θρησκείας και της κουλτούρας τους … από την Ασία, τη Συρία και την Αίγυπτο· αλλά η ξένη φύση αυτής της αφετηρίας εξαλείφθηκε σε τόσο μεγάλο βαθμό, και μεταβλήθηκε, υπέστη επεξεργασία, αναποδογυρίστηκε, και γενικά έγινε τόσο διαφορετικό, ώστε όσα οι Έλληνες –όπως και εμείς- εκτιμούν, γνωρίζουν και αγαπούν σε αυτήν, είναι ουσιαστικά δικά τους[40].

Έτσι, ακολουθώντας την παράδοση της Επινομίδος*, ο Χέγκελ παραδεχόταν τους εκτεταμένους δανεισμούς, αλλά υποστήριζε ότι οι Έλληνες τους είχαν ποιοτικά μετασχηματίσει.

Το επιχείρημα του Χέγκελ ότι η Ανατολή ήταν η παιδική ηλικία της ανθρωπότητας και η Ελλάδα η εφηβεία της, προφανώς θυμίζει έντονα με τις απόψεις του νέου εγελιανού Καρλ Μαρξ[41]. Ο Μαρξ υποστήριξε ότι μόνο στην Ελλάδα το άτομο είχε κόψει τον ομφάλιο λώρο από την κοινότητά του, και έτσι είχε μεταβληθεί από Gattungswesen (ον του είδους του) σε ζῶον πολιτικόν (πολιτικό ζώο/ κάτοικος των πόλεων). Με την ισόβια αγάπη του για τη χώρα αυτή, αποδέχθηκε πλήρως την επικρατούσα άποψη ότι σε κάθε πτυχή του πολιτισμού της η Ελλάδα ήταν κατηγοριακά διαφορετική –και ανώτερη- από οτιδήποτε είχε υπάρξει προηγουμένως. Ωστόσο, ο Μαρξ προχώρησε και πέρα απ’ αυτό και ισχυρίστηκε –με την ίδια σαφήνεια όπως είχε κάνει και ο Σέλλεϋ- ότι η Ελλάδα προεξείχε σε σχέση και με τα επιγενόμενα. Ένας τέτοιος ισχυρισμός όμως δημιουργούσε πρόβλημα, καθόσον εμφάνιζε την Ελλάδα να πηγαίνει ενάντια στο ρεύμα της προόδου. Σε μια απόπειρα να αναμετρηθεί με αυτή τη δυσκολία, ο Μαρξ έγραψε στην εισαγωγή των Grundrisse (ενός πρόχειρου σχεδιαγράμματος για το Das Kapital):

Στην τέχνη, είναι γνωστό πως ορισμένες εποχές καλλιτεχνικής άνθισης δεν αντιστοιχούν καθόλου στη γενική εξέλιξη της κοινωνίας, άρα και της υλικής βάσης … Παράδειγμα οι Έλληνες σε σύγκριση με τους σύγχρονους, ή και ο Σαίξπηρ.

Είδε όμως το παράδοξο ότι «ορισμένες μορφές τέχνης … στην κοσμοϊστορική, κλασική τους μορφή … είναι δυνατές μονάχα σε μια χαμηλή βαθμίδα της καλλιτεχνικής εξέλιξης».

Ο Μαρξ προχώρησε στον ισχυρισμό ότι η μυθολογία ήταν πλέον αδύνατη από τη στιγμή που είχε ξεπεραστεί από την πραγματικότητα, όπως συνέβη με τους θριάμβους της καπιταλιστικής βιομηχανίας. Ωστόσο, ήταν κατηγορηματικός ότι η μυθολογία μπορούσε να παραχθεί μόνο από μια δεδομένη κοινωνία, με τις διακριτές κοινωνικές της μορφές:

Η ελληνική τέχνη προϋποθέτει την ελληνική μυθολογία, δηλαδή τη φύση και τις κοινωνικές μορφές επεξεργασμένες ήδη μ’ ένα ασυναίσθητα καλλιτεχνικό τρόπο από τη λαϊκή φαντασία. Αυτό είναι το υλικό της. Όχι οποιαδήποτε μυθολογία, όχι δηλαδή οποιαδήποτε ασυναίσθητα καλλιτεχνική επεξεργασία της φύσης … Η αιγυπτιακή μυθολογία δε θα μπορούσε ποτέ να είναι το έδαφος ή η μήτρα της ελληνικής τέχνης[42].

Η δική μου ερμηνεία για το σκοτεινό αυτό χωρίο, στο βαθμό που αυτό αφορά το θέμα του παρόντος βιβλίου, είναι η εξής: ακόμη και τη δεκαετία τού 1850, όταν έγραφε τα Grundrisse, ο Μαρξ είχε επαρκή επίγνωση του Αρχαίου Μοντέλου, και άρα ήταν υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει την πιθανότητα η ελληνική μυθολογία –άρα και η τέχνη- να μην έχει προέλθει από τις ελληνικές κοινωνικές σχέσεις, αλλά από την Αίγυπτο. Αν το παραδεχόταν αυτό, φυσικά, το σχήμα του θα έχανε κάθε νόημα[43]. Και ζούσε σε μια εποχή που όλοι πίστευαν μέχρι το μεδούλι ότι η Ελλάδα ανήκε σε χωριστή, και υψηλότερη, κατηγορία από την Αίγυπτο. Έτσι, η ανατροπή του Αρχαίου Μοντέλου έδωσε στη γενιά του μια ελευθερία στο ζήτημα αυτό την οποία δεν είχε ο Χέγκελ. Ο Μαρξ ήταν σε θέση να αρνηθεί απερίφραστα την αιγυπτιακή επίδραση στην Ελλάδα.


[1] P. R. Sweet, Wilhelm von Humboldt: A Biography, vol. 2, Columbus: Ohio University Press 1980, σ. 46.

[2] F. A. Wolf, ProlegomenaadHomerum, 2η έκδ., Halle 1804, σ. xxvi· παρατίθεται με απόλυτη επιδοκιμασία στο R. Pfeiffer,HistoryofClassicalScholarship: From 1300-1850. Oxford: Clarendon 1976, σ. 174.

* Οι ελληνικοί όροι που προτιμήθηκαν εδώ ακολουθούν την αγγλική απόδοση, η οποία την πρώτη φορά αντιστρέφει τη σχέση επιθέτου και ουσιαστικού· το γερμανικό πρωτότυπο κατά λέξη σημαίνει «παρατηρητική νόηση» [Σ.τ.μ.]

[3] W. von Humboldt, GesammelteSchriften [Άπαντα], Leitzmann und Gebhardt, Βερολίνο 1903-1936, τόμος 4, σ. 37· αγγλ.: «The task of the historian», μετ. G. I. Iggers, HistoryandTheory 1967, 6: 57-71. Για περαιτέρω πραγμάτευση του κειμένου αυτού βλ. Iggers, TheGermanconceptionofhistory : thenationaltraditionofhistoricalthoughtfromHerdertothepresent [Η γερμανική σύλληψη της ιστορίας: η εθνική παράδοση ιστορικής σκέψης από τον Χέρντερ μέχρι σήμερα], Wesleyan University Press, Mίντλτάουν, Κoνν. 1968, σ. 56-62· P. R. Sweet, ό.π. σ. 431-40.

[4] Humboldt, ό.π. τόμος 3, σ. 188· αγγλ. μετ. στο: M. Cowan, An Anthology of the Writings of Wilhelm Von Humboldt: Humanist Without Portfolio [Ανθολογία των έργων του Β. φον Χ.: ανθρωπιστής άνευ χαρτοφυλακίου], Wayne State University Press, Ντητρόιτ 1963, σ. 79.

[5] Βλ. προηγουμένως, κεφ. IV, σημ. 102.

[6] Βλ. προηγουμένως, κεφ. IV, σημ. 57-8· κεφ. V, σημ. 1-3.

[7] R. L. Brown, WilhelmvonHumboldtsConceptionofLinguisticRelativity [Η σύλληψη του Χ. για τη γλωσσική σχετικότητα], Mouton, Χάγη και Παρίσι 1967, σ. 12-13· Humboldt, ό.π. τόμος IV, σ. 294.

[8] Βλ. προηγουμένως, κεφ. IV, σημ. 9.

[9] L. Poliakov, TheAryanMyth: AHistoryofRacistandNationalisticIdeasInEurope[Ο άρειος μύθος: ιστορία των ρατσιστικών και εθνικιστικών ιδεών στην Ευρώπη], trans. Edmund Howard, Chatto & Windus and Heinemann for Sussex University Press, Λονδίνο 1974, σ. 77. Στο Brown (ό.π. σ. 75-6) υπάρχει μετάφραση ενός από τους λόγους του Φίχτε για το θέμα αυτό.

[10] Humboldt, ό.π. τόμος Ι, σ. 266.

[11] Iggers (1967), σ. 69. Ιδέες αυτού του τύπου απαντούν στον Χέγκελ και σε πολλούς άλλους σύγχρονους στοχαστές.

[12] Η μόνη δυνατή αντίρρηση σε αυτό είναι η ουτοπική πλευρά της αρχικής έννοιας του Χούμπολτ περί Bildung (βλ. προηγουμένως, σημ. 11). Ο καθηγητής Κάνφορα (L. Canfora, IdeologiedelClassicismo[Ιδεολογίες του κλασικισμού], Einaudi, Τορίνο 1980, σ. 39-56) υποστηρίζει ότι υπήρξε μία δεξιόστροφη usurpazione [ιδιοποίηση/ σφετερισμός] των κλασικών σπουδών στο γύρισμα του 19ου προς τον 20ό αιώνα. Ως βάση του ωστόσο παίρνει τη χρήση της αρχαιότητας εκ μέρους των Ιακωβίνων. Ακολουθώντας τις συμβατικές παραδοχές, δεν περιλαμβάνω τη χρήση αυτή στην παράδοση της Altertumwissenschaft/ των κλασικών σπουδών.

* Αυτό που ο Μπερνάλ αποκαλεί «Αρχαίο Μοντέλο», και που αποτελεί κεντρική έννοια στη «Μαύρη Αθηνά», είναι η παραδοχή ότι στην πρώιμη αρχαιότητα είχαν λάβει χώρα σημαντικής έκτασης αποικισμοί Σημιτών και Αιγυπτίων στην περιοχή που σήμερα αποκαλείται Ελλάδα, και ότι οι άποικοι αυτοί εισήγαγαν τον πολιτισμό, τη γλώσσα και πολλές ανακαλύψεις τους στην περιοχή αυτή· και ότι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός που αναπτύχθηκε αργότερα όφειλε σε μεγάλο βαθμό την ύπαρξή του σε αυτές τις επιδράσεις, αλλά και σε άλλες που προστέθηκαν αργότερα λόγω της διαρκούς επαφής των Ελλήνων με τους άλλους πολιτισμούς της Μέσης Ανατολής. Ο Μπερνάλ ισχυρίζεται –και τεκμηριώνει πειστικά- ότι, μέχρι τις αρχές τού 19ου αιώνα, όλοι οι συγγραφείς –περιλαμβανομένων και των αρχαίων Ελλήνων- θεωρούν κοινώς γνωστό και δεδομένο το γεγονός αυτό και δεν εκφράζουν καμία αμφιβολία ότι έτσι συνέβη. Ωστόσο, με την άνοδο του ευρωκεντρικού ρατσισμού, η παραδοχή ότι οι «Ευρωπαίοι» Έλληνες ήταν δυνατό να «εκπολιτιστούν» από κατώτερους Αφρικανούς και Σημίτες άρχισε να εμφανίζεται ως απαράδεκτη και αδιανόητη, διότι με βάση το νέο, «Άρειο» Μοντέλο, υποτίθεται ότι ο εκπολιτισμός βαίνει πάντοτε μόνο προς την αντίστροφη κατεύθυνση. Πράγμα που οδήγησε σε μια συστηματική επανερμηνεία όλου του σώματος της γνώσης για την αρχαιότητα. Η εγκατάλειψη δηλαδή του «Αρχαίου Μοντέλου» έγινε για λόγους εξωτερικούς, ιδεολογικών προτιμήσεων, και όχι επειδή αποκτήθηκαν κάποιες νέες γνώσεις οι οποίες δεν υπήρχαν πριν και οι οποίες το διέψευσαν.

[13] Μία άλλη συντηρητική λεωφόρος ήταν, φυσικά, «η Ανατολή» και η Ινδία. Η παρούσα ενότητα σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται στο: M. Bernal, “Black Athena denied: the tyranny of Germany over Greece” [Η άρνηση της Μαύρης Αθηνάς: η τυραννία της Γερμανίας επί της Ελλάδας], ComparativeCriticism1986, 8: 3-69, σ. 24-7.

[14] G. Highet, Theclassicaltradition: GreekandRomanInfluencesonWesternLiterature [Η κλασική παράδοση: ελληνικές και ρωμαϊκές επιδράσεις στην δυτική λογοτεχνία], Oxford University Press, Nέα Υόρκη 1949, σ. 377-436· W. St Clair, ThatGreeceMightStillBeFree. ThePhilhellenesintheWarofIndependence [Ότι η Ελλάδα μπορεί ακόμη να είναι ελεύθερη. Οι φιλέλληνες στον πόλεμο της ανεξαρτησίας], Oxford University Press, Λονδίνο 1972, σ. 251-62.

[15] Για τα ιδιωτικά σχολεία βλ. παρακάτω, κεφ. VII· για τον άρειο χριστιανισμό βλ. κεφ. VIIΙ.

[16] Για το βαθμό αυτής της αλλοτρίωσης, και για το ενδιαφέρον για τη Μεσόγειο στους κύκλους αυτούς πριν τον ελληνικό πόλεμο της ανεξαρτησίας, βλ. M. Butler, Romantics, RebelsandReactionaries: EnglishLiteratureandItsBackground[Ρομαντικοί, επαναστάτες και αντιδραστικοί: Η Αγγλική Λογοτεχνία και το υπόβαθρό της], 1760-1830, Oxford University Press 1981, σ. 113-37.

[17] St Clair, ό.π. σ. 119-27.

[18] St Clair, σ. 334-47. Μια μείζων εξαίρεση στην τάση αυτή υπήρξε η ΦΒΚ, η οποία ιδρύθηκε πριν από τις άλλες και πάντοτε διατήρησε έναν πολύ διαφορετικό χαρακτήρα. Σχετικά με τον «πατέρα» Γιαν, τις ασκήσεις του και το κάψιμο των βιβλίων βλ. G. Mosse, TheCrisisofGermanIdeology: IntellectualOriginsoftheThirdReich [Η κρίση της γερμανικής ιδεολογίας: διανοητικές απαρχές του Τρίτου Ράιχ], Grosse & Dunlap, Νέα Υόρκη 1964, σ. 13-30· F. R. Stern, ThePoliticsOfCulturalDespair; AStudyInTheRiseOfTheGermanicIdeology [Η πολιτική της πολιτιστικής απόγνωσης· Μια μελέτη για την άνοδο της γερμανιστικής ιδεολογίας], University of California Press, Μπέρκλεϊ 1961, σ. 1-25.

[19] Για την επίδραση των Μαρμάρων στην εκτίμηση των Βρετανών περί της ελληνικής τέχνης και περί της Ελλάδας γενικώς κατά την περίοδο αυτή, βλ. St Clair, LordElginandtheMarbles [Ο λόρδος Έλγκιν και τα μάρμαρα], 2η αναθ. έκδ. Oxford University Press, 1961, σ. 166-202.

* «Οι Έλληνες ήταν θεοί!». Η φράση είναι σε αδέξια αγγλικά, όπως αρμόζει σε έναν γερμανόφωνο Ελβετό (βλ. αμέσως παρακάτω).

[20] B. R. Haydon, Autobiographyandmemoirs [Αυτοβιογραφία και απομνημονεύματα], νέα έκδ., επιμ. Aldous Huxley, Peter Davies, Λονδίνο 1926.

[21] J. Knowles, The Life and Writings of Henry Fuseli [Η ζωή και το έργο του Χ.Φ.], Λονδίνο 1831, σ. 241.

[22] P. B. Shelley, Hellas, Λονδίνο 1821, Πρόλογος.

[23] Στην Μαντάμ Μποβαρύ τού Φλωμπέρ, η οποία διαδραματίζεται τη δεκαετία του 1820, η ηρωίδα είχε διαβάσει Σκοτ και είχε λατρεία για την Μαίρη, βασίλισσα των Σκώτων (G. Flaubert, MadameBovary, Παρίσι 1857, κεφ. 6). Για την επινόηση της παράδοσης αυτής βλ. Η. Trevor-Roper, «The Highland tradition of Scotland» [Η παράδοση των Highland της Σκωτίας], στο Hobsbawm και Ranger, The Invention of Tradition [Η επινόηση της παράδοσης], Cambridge University Press 1992, σ. 15-41.

[24] St Clair, ό.π. σ. 164-84.

[25] Courrier Français, 7 Ιουνίου 1821, σ. 2b· παρατίθεται στο: J. Dimakis, La Guerre de l’Indépendance grecque vue par la presse française (période de 1821 à 1824): Contribution a l’étude de l’opinion publique et du mouvement philhellénique en France [Ο ελληνικός πόλεμος της ανεξαρτησίας στο γαλλικό Τύπο (1821 – 1824): Συμβολή στη μελέτη της κοινής γνώμης και του φιλελληνικού κινήματος στη Γαλλία], Θεσσαλονίκη 1968, σ. 123.

[26] Για την πρώτη άποψη βλ. G. Borrow, TheBibleinSpain [Η Βίβλος στην Ισπανία], J. Murray, Λονδίνο 1843· W. Irving, TheConquestofGranada[Η κατάκτηση της Γρανάδας], Νέα Υόρκη 1829 και τα πολλά έργα του Πρέσκοττ για την ισπανική ιστορία. Για την τελευταία «φυλετική» ερμηνεία, βλ. D. Hannay, “Spain, history”, EncyclopediaBrittanica, 11η έκδ.

[27] Βλ. J.P. Fallmerayer, WelchenEinfluß hattedieBesetzungGriechenlandsdurchdieSlawenaufdasSchicksalderStadtAthenundderLandschaftAttika[Ποια επίδραση είχε η κατοχή της Ελλάδας από τους Σλάβους στην τύχη της πόλης των Αθηνών και του τοπίου της Αττικής], Στουτγκάρδη και Τύμπινγκεν 1835, και St Clair, ό.π., ιδίως σ. 82-4.

[28] E. Rawson, TheSpartanTraditioninEuropeanThought [H παράδοση της Σπάρτης στην ευρωπαϊκή σκέψη], Clarendon, Oξφόρδη 1969, σ. 319.

[29] Βλ. M.O. Kistler, “Dionysian Elements in Wieland” [Διονυσιακά στοιχεία στον Βήλαντ], Germanic Review 25.I: (1960), σ. 83-92.

[30] Βλ. Rawson, ό.π. σ. 338-43. Βλ. τις διαρκείς αναφορές στους Δωριείς ως πρότυπα στο A. Speer, Inside the Third Reich [Εντός του Τρίτου Ράιχ], αγγλ. μετ. R. & C. Winston, Weidenfeld and Nicolson, Λονδίνο 1970, ιδίως σ. 63, 159.

[31] Rawson, σ. 330-43.

[32] J.B. Bury, A History of Greece to the Death of Alexander the Great [Μια ιστορία της Ελλάδας μέχρι το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου], Macmillan, Λονδίνο 1900, σ. 62.

* Στο πρωτότυπο: ProtestantAscendancy. Για την έννοια του όρου αυτού βλ. περισσότερες λεπτομέρειες στο http://en.wikipedia.org/wiki/Protestant_Ascendancy.

[33] Ο P. Cartledge (SpartaandLakonia: aregionalhistory, 1300-362 BC [Σπάρτη και Λακωνία: μια τοπική ιστορία, 1300-362 π.Χ.], Routledge & Kegan Paul, Λονδίνο 1979, σ. 119) παραθέτει μια περιθωριακή σημείωση του καθηγητή Wade-Gery που αναφέρεται στη Μοθώνη, μια πόλη στη Μεσσηνία που κατακτήθηκε από τους Σπαρτιάτες, ως «το Ώλστερ στη Μεσσηνιακή Ιρλανδία». Ο ίδιος ο Κάρτλετζ χρησιμοποιεί την αναλογία αλλού (σ. 116), αλλά με αντι-αγγλικό/ αντι-σπαρτιατικό νόημα.

[34] Ο Ρίτζγουέι έγραψε και βιβλία για την ιστορία και τις μπαλλάντες της Σκωτίας (R.S. Conway, “William Ridgeway”, Dictionaryof NationalBiography, 1922– 1930, Oxford University Press, Λονδίνο 1937, σ. 720-2).

[35] Μαθητής του ήταν ο Michelet. Βλ. G. W. F. Hegel, Lectures on the History of Philosophy, μετ. E. S. Haldane και F. Simson, Λονδίνο 1892, τ. 1, σημείωμα των μεταφραστών.

[36] G. W. F. Hegel, LecturesonthePhilosophyofWorldHistory: Introduction, ReasoninHistory[Διαλέξεις για τη φιλοσοφία της παγκόσμιας ιστορίας: Εισαγωγή, Ο Λόγος στην ιστορία], μετ. Η.Β. Nisbet, Cambridge University Press 1975, σ. 154-209.

[37] Hegel (1975), κεφ. 6, σημ. 127.

[38] Hegel (1975), τόμος Ι, σ. 117-47.

[39] Hegel (1892), τόμος Ι, σ. 197-8.

[40] Hegel (1892), τόμος Ι, σ. 149-50.

* Έργο της αρχαίας γραμματείας γραμμένο στη μορφή του διαλόγου, που στο παρελθόν είχε αποδοθεί στον Πλάτωνα αλλά σήμερα δεν θεωρείται γνήσιο. Ο Μπερνάλ αναφέρεται σε αυτό στα προηγούμενα κεφάλαια.

[41] Περισσότερα γι’ αυτό βλ. στο Bernal (1987b). [Στη Μαύρη Αθηνά παρατίθεται βιβλιογραφικός κατάλογος στο τέλος και οι υποσημειώσεις παραπέμπουν κάθε φορά στο αντίστοιχο έργο αναφέροντας το έτος έκδοσης. Ωστόσο, εδώ φαίνεται ότι έγινε κάποιο τυπογραφικό λάθος, διότι στον κατάλογο δεν υπάρχει έργο του Μπερνάλ με έτος έκδοσης «1987b»].

[42] Karl Marx, Grundrisse der Kritik der Politischen Ökonomie, Verlag für fremdsprachige Literatur, Μόσχα και Βερολίνο 1939· αγγλ. μετ. του Martin Nicolaus (Vintage Books, Nέα Yόρκη 1973 [ελλ. μετ.: Καρλ Μαρξ, Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, Στοχαστής, Αθήνα 1989, σ. 73-74]. Περισσότερα γι’ αυτό βλ. στο Bernal (1987b). [Βλ. προηγούμενη σημείωση].

[43] Μολονότι είμαι πεπεισμένος ότι η τεράστια πλειοψηφία των θεμάτων της ελληνικής μυθολογίας προέρχεται από την Αίγυπτο ή τη Φοινίκη, είναι εξίσου σαφές ότι η επιλογή και η επεξεργασία τους ήταν χαρακτηριστικά ελληνικές, και στο βαθμό αυτό πράγματι αντανακλούσαν την ελληνική κοινωνία.

Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης

5 comments
  1. Παράθεμα: Homepage

  2. tamistas said:

    Πράγματι. Θυμήθηκα τη φράση που μου είχε κάνει εντύπωση στην Εισαγωγή στα Grundrisse (μτφ. Χοντζέα, 1982 – Α/συνέχεια):
    «Υπάρχουν κακοαναθρεμμένα παιδιά και παιδιά που μεγαλώνουν πολύ γρήγορα: αυτό συμβαίνει με πολλούς λαούς της ανθρωπότητας. Οι Έλληνες ήταν τα κανονικά παιδιά.»…

  3. Frances Farmer said:

    Αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχει πλέον διαθέσιμο στο internet το πολύ ενδιαφέρον και κατατοπιστικό άρθρο του Bernal «Η μαύρη Αθηνά και η υποδοχή της» που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σύγχρονα Θέματα (τχ 64).

    Το link είναι http://194.177.192.14/index.php?op=search_collections&type=cid&page=1&match=exact&q=isMemberOf-cid:222

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: