Οι καθηγητές τού τίποτα. Η αντι-εξέγερση ως πολιτική επιστήμη

του Άκη Γαβριηλίδη

Ο αμερικανός μυθιστοριογράφος Ντάσιελ Χάμμεττ παρατηρούσε κάποτε:

«Απ’ όλες τις εθνικότητες που οδηγούνται στα δικαστήρια, αυ­τοί που είναι πιο δύσκολο να καταφέρεις να καταδικαστούν είναι οι Έλληνες. Ο Έλληνας αρνιέται αδίστακτα τα πάντα, ανεξάρτητα απ’ το πόσο ακλόνητες είναι οι αποδείξεις. Και τίποτα δεν εντυπωσιάζει περισσότερο τους ενόρκους από μια ξερή δήλωση ότι κάτι είναι έτσι, άσχετα απ’ την απιθανότητα της δήλωσης ή τον φανερό παρα­λογισμό της μπροστά στις συντριπτικές αποδείξεις για το αντίθετο»[1].

Φαίνεται ότι η παραδοσιακή αυτή τακτική εξακολουθεί να γνωρίζει μεγάλο σουξέ μεταξύ των Ελλήνων εν Αμερική, αν κρίνουμε από την αγωνιώδη προσπάθεια που είχε αναλάβει καθ’ όλη τη διάρκεια του 2009 ο κ. Στάθης Καλύβας, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο πανεπιστήμιο Γέιλ, να μας κοινοποιήσει (σε εμάς και σε πολλά διαφορετικά κοινά) την άποψή του για όσα συνέβησαν στην Ελλάδα τον Δεκέμβρη του 2008. Ο εν λόγω καθηγητής, από κοινού με τον εκ Θεσσαλονίκης ομόλογό του Νίκο Μαραντζίδη, πήραν σβάρνα εφημερίδες και άλλα έντυπα, ελληνόφωνα αλλά και αγγλόφωνα, γαλλόφωνα …, επαναλαμβάνοντας σε σειρά άρθρων τους με μικρές παραλλαγές το ίδιο βασικό αξίωμα: ότι ο ελληνικός Δεκέμβρης του 2008 ήταν «τίποτα», και πάντως δεν άφησε πίσω του τίποτα[2]. (Με τη φόρα που έχουν πάρει, ίσως σε λίγα ακόμη χρόνια να υποστηρίζουν ότι δεν συνέβη καν, τον είδαμε στο όνειρό μας).

Αυτή η ακατάσχετη παραγωγή λόγου ουσιαστικά μεταφέρει στο χώρο της πολιτικής (ανάλυσης) την υπερασπιστική τακτική του δολοφόνου Κορκονέα από τον συνήγορό του Αλέξη Κούγια. Ως γνωστόν, ο τελευταίος, λίγες μέρες μετά το φόνο, επέμεινε με θρασύτητα και εριστικότητα να μιλάει για «εξοστρακισμό» και «παρεξήγηση» όταν υπήρχαν –και υπάρχουν- δεκάδες αυτόπτες μάρτυρες που επέμεναν για το αντίθετο.

Βέβαια αυτό δεν είναι από μόνο του επί της αρχής απορριπτέο. Καμιά φορά στην πολιτική επιστήμη, και στην πολιτική σκέτο, μπορεί να αποδειχθεί παραγωγικό να προβάλει κανείς απρόσμενους και προκλητικούς ισχυρισμούς. Ακόμη και αν αποδειχθούν λάθος, οι ισχυρισμοί αυτοί ενδέχεται να μας οδηγήσουν να σκεφτούμε κάτι καινούριο, να δούμε κάτι διαφορετικά. Ωστόσο, κάτι τέτοιο είναι μάλλον απίθανο να συμβεί όταν κάποιος βγαίνει με κάθε σοβαρότητα και επισημότητα και διακηρύσσει απλώς ότι … ο γάιδαρος πετάει· όταν απλώς μας λέει κατάμουτρα: «αυτό που βλέπετε δεν είναι μαύρο, είναι άσπρο». Ιδίως μάλιστα όταν η λευκότητα αυτή είναι ακριβώς ό,τι όλες οι δυνάμεις τήρησης (και λατρείας) της τάξης θα εύχονταν να σκεφτόμαστε. Και να σκέφτονται οι ίδιες.

Φυσικά, σε αυτό το φαινομενικά απόλυτο «τίποτα», ενυπάρχει μία σχετικότητα, η οποία το καθιστά ίσως ένα «αμφίσημο καθολικό». Διότι σε έναν τέτοιου τύπου λόγο (στο λόγο ενός διανοουμένου που «λύνει τη σιωπή του» και παρεμβαίνει στα δημόσια πράγματα μέσα από μια εφημερίδα, επικαλούμενος όμως ταυτόχρονα την επιστημονική του ιδιότητα) είναι προφανές ότι συνυπάρχουν ο επιστημικός και ο διαθετικός (affective) καθορισμός. Δίπλα –ή και μέσα- στη διαπίστωση περί της αλήθειας των πραγμάτων υπάρχει και η αξιολόγησή τους, η τοποθέτηση για το πώς θα έπρεπε κατά τη γνώμη μας να είναι τα πράγματα αυτά, η έκφραση των ελπίδων και των φόβων που αυτά μας γεννούν. Αυτό είναι ίσως αναπόφευκτο, αλλά καθιστά ενίοτε δυσδιάκριτο πότε αυτή η ανάμιξη ενός wish και ενός thinking απολήγει απλώς σε ένα wishful thinking.

Υπό το φως λοιπόν του διπλού αυτού καθορισμού, η φράση «ο Δεκέμβρης δεν ήταν/ άφησε τίποτα» μεταφράζεται ταυτόχρονα ως: α) δεν παρήγαγε κανένα αποτέλεσμα, αλλά και β) δεν παρήγαγε κανένα αποτέλεσμα που εγώ να κρίνω σημαντικό, χρήσιμο, θετικό. Άρα, στο νόημα της δεύτερης φράσης παρεμβαίνει σιωπηρά ένα σύστημα ιεράρχησης για το τι είναι σημαντικό, χρήσιμο, θετικό.

Αυτό το σύστημα ιεράρχησης είναι αυτό που παλιότερα χαρακτηρίζαμε ιδεολογική ή ταξική τοποθέτηση· είναι η κατάληψη μίας μερικής θέσης σε ένα πεδίο ανταγωνισμού, η οποία όμως θέλει να εμφανιστεί ως η παραγωγή μιας συνολικής αλήθειας.

Ως προς το σύστημα ιεράρχησης, δεν πρόκειται φυσικά να συμφωνήσουμε· αυτό είναι εξάλλου το νόημα του όρου ανταγωνισμός: ότι υπάρχουν δύο –ή περισσότερες- απόψεις η οποίες δεν είναι δυνατό να αναχθούν/ υπαχθούν η μία στην άλλη, να χωρέσουν στο ίδιο σχήμα συμβολικής οργάνωσης. Υπάρχουν κάποιοι που αποδίδουν τα γεγονότα του Δεκέμβρη στην … «ανοχή της ελληνικής κοινωνίας σε βίαιες συμπεριφορές», και κάποιοι άλλοι που τα βλέπουν, ακριβώς, ως αντίδραση της κοινωνίας σε βίαιες συμπεριφορές. Η διαφορά δεν είναι γνωσιακή, διότι όποιον ορισμό της «βίας» και αν υιοθετήσουμε, υποθέτω ότι η συμπεριφορά του Επαμεινώνδα Κορκονέα το βράδι της 6ης Δεκεμβρίου 2008 δεν είναι δυνατό να μην περιλαμβάνεται στον ορισμό αυτόν· και η ελληνική κοινωνία –τουλάχιστον ένα τμήμα της- δεν επέδειξε ανοχή στη συμπεριφορά του. Άρα, αν κάποιος δεν βρίσκει να πει τίποτε για τη συμπεριφορά αυτή –πέρα από το να τη χαρακτηρίσει ως «κουτσαβακισμό» που προκαλεί «σοκ»-, αυτό μάλλον οφείλεται σε μία ριζική ασυμμετρία των εκάστοτε κωδίκων.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, θα μπορούσαμε να παίζουμε επ’ άπειρον μία κολοκυθιά, όπου εμείς θα αποδίδουμε στους Καλύβα/ Μαραντζίδη «επιστημονικοφανείς αερολογίες» και «κυκλική επιχειρηματολογία», ενώ αυτοί θα αντιγυρίζουν, χωρίς να οδηγούμαστε πουθενά. Αν δεν θέλουμε να περιοριστούμε σε αυτό, το μόνο που μένει είναι να κάνουμε αφαίρεση του επιθυμητικού καθορισμού, να δεχθούμε επί της αρχής τη σύμβαση ότι ο λόγος αυτός επιδιώκει ανιδιοτελώς να εκφράσει την αλήθεια των γεγονότων, και να ελέγξουμε κατά πόσον το επιτυγχάνει.

Η καταγραφή των γεγονότων

Στην ερώτηση αυτή, μία μόνο απάντηση είναι δυνατή: δεν το επιτυγχάνει. Οι ισχυρισμοί των αρθρογράφων (στο εξής: Κ-Μ), καταρχάς σε γνωσιοθεωρητικό επίπεδο, βασίζονται στην επιστημολογικά αφελή πεποίθηση ότι στη φύση, και στην κοινωνία, είναι δυνατόν να υπάρξει κάτι, οτιδήποτε, το οποίο να μην έχει κανένα αποτέλεσμα. Φυσικά η επιστημολογία είναι και αυτή διαφιλονικούμενο πεδίο, αλλά τουλάχιστον για όσους συμμερίζονται τη βασική υλιστική παραδοχή ότι από κάθε πράγμα που υπάρχει, απορρέει αναγκαία ένα ή περισσότερα αποτελέσματα[3], ο ισχυρισμός ότι υπήρξε κάτι το οποίο δεν είχε κανένα αποτέλεσμα είναι άνευ νοήματος. Αν μη τι άλλο, η ίδια η δημοσίευση των κειμένων των Κ-Μ, και φυσικά πολλών άλλων κειμένων, είναι ακριβώς ένα τέτοιο αποτέλεσμα, αποτελεί δηλαδή μια επιτελεστική αντίφαση της οποίας η ύπαρξη διαψεύδει το περιεχόμενο. Εκτός και αν, σε μία κρίση ειλικρίνειας, υπονοούν ότι τα κείμενά τους δεν μετρούν ως αποτέλεσμα και ότι η αξία τους ισοδυναμεί με το τίποτα.

Αλλά και πέρα από το επιστημολογικό επίπεδο, οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί των καθηγητών μας πραγματολογικά δεν αντέχουν τη δοκιμασία όχι της κριτικής, αλλά της απλής αντιπαραβολής τους με την ειδησεογραφική κάλυψη των γεγονότων από τον ελληνικό και από τον διεθνή τύπο. Και πολύ περισσότερο με το λόγο που παρήγαγαν οι ίδιοι οι μετέχοντες/ μετέχουσες στην εξέγερση.

Σε αυτό θα επανέλθω εκτενέστερα παρακάτω. Σε σχέση με τον τύπο, καλό είναι να σημειώσουμε ότι οι κ. καθηγητές αναφέρονται βέβαια στην κάλυψη των ΜΜΕ, αλλά μόνο και μόνο για να εκφράσουν δυσαρέσκεια και ψόγο για την ποιότητα και το ύφος της κάλυψης αυτής, ή ίσως και για την ίδια την ύπαρξή της αν κατάλαβα καλά. Ωστόσο, το επιμελές αυτό κοσκίνισμα δεν είναι παρά η πρόφαση κάποιου που θέλει πάση θυσία να αποφύγει να ζυμώσει. Ασφαλώς στα άρθρα που γράφτηκαν για το Δεκέμβρη υπήρχε και «δακρύβρεχτος μελοδραματισμός» και πλείστες άλλες αδυναμίες, υπερβολές, απόπειρες εντυπωσιασμού κ.ο.κ. Μήπως όμως το ίδιο ακριβώς δεν συμβαίνει με απολύτως οποιοδήποτε γεγονός της κοινωνικής και πολιτικής επικαιρότητας; Αυτό που αναμένεται από τον κοινωνικό επιστήμονα, (για να μην πούμε από τον οποιονδήποτε πολίτη), είναι να διαβάσει κριτικά αυτό τον καταιγισμό των ενίοτε αλληλοσυγκρουόμενων πληροφοριών, να συνδυάσει τις μεν με τις δε και να καταφέρει να σχηματίσει μια δική του εικόνα για το τι περίπου έγινε, αντί να παραιτείται συνολικά από την εξέταση των μαρτυριών αυτών υπό τη δικαιολογία ότι είναι «μελοδραματικές» και να την υποκαθιστά αξιωματικά με μία δική του εικονική πραγματικότητα[4].

Ο Καλύβας, στο εκτενέστερο άρθρο του στο Athens Review of Books (ό.π.), κάνει την πολύ ορθή –αν και σχεδόν ταυτολογική- παρατήρηση ότι «Η ανάλυση απαιτεί (…) πρόσβαση σε συστηματικά στοιχεία για το πώς εκτυλίχτηκαν ακριβώς τα γεγονότα», παραπονιέται όμως αμέσως μετά –χωρίς να κάνει σαφές προς ποιον ακριβώς απευθύνεται αυτό το παράπονο- ότι «τα διαθέσιμα στοιχεία παραμένουν περιορισμένα». Μας διαβεβαιώνει ότι πάντως ο ίδιος εξέτασε «όλες τις διαθέσιμες περιγραφές», εκ των οποίων όμως δεν αναφέρει ούτε μία, ώστε να μπορούμε να ελέγξουμε πού βάσισε τα συμπεράσματά του. Με βάση πάντως τη χρήση του όρου «περιγραφές», μπορούμε να είμαστε περίπου βέβαιοι ότι εδώ ο κ. καθηγητής βασίζεται αποκλειστικά σε έμμεσες πηγές.

Είναι ωστόσο λογικά και ηθικά ανακόλουθη η στάση κάποιου, ο οποίος

– κηρύσσει συλλήβδην αναξιόπιστες τις αναφορές του ελληνικού και διεθνούς τύπου για ένα συγκεκριμένο φαινόμενο, (τη στιγμή μάλιστα που ένα ήδη υπολογίσιμο μέρος των αναφορών αυτών οφείλονται, ακριβώς, … στον ίδιο!),

– δεν κάνει απολύτως τίποτε ώστε να αποκτήσει από αλλού πιο αξιόπιστη ενημέρωση,

– παρόλα αυτά, στη βάση αυτής ακριβώς της αναξιόπιστης ενημέρωσης και μόνο, γνωματεύει με τόση κατηγορηματικότητα για το τι ήταν και τι δεν ήταν το φαινόμενο αυτό.

Cultural studies?

Είναι δυνατή μία ακόμα ερμηνεία σχετικά με το τι είδους «συστηματικά στοιχεία» εννοεί ο Καλύβας. Σε αυτήν θα αναφερθώ αργότερα. Πάντως, προς το παρόν, καλό είναι να παρατηρήσουμε ότι η χρήση των πηγών αυτών, όποιες κι αν ήταν, δεν φαίνεται να κατέληξε σε κάποιο άξιο λόγου θεωρητικό σχήμα με αξιώσεις ερμηνείας των γεγονότων. Τη μόνη φορά που εξέρχεται από την άσκηση «αποφατικής θεολογίας» στην οποία κατά τα λοιπά επιδίδεται (αποφαινόμενος για το τι δεν ήταν ο Δεκέμβρης, ποιες δεν ήταν οι αιτίες του κ.ο.κ.[5]), ο Καλύβας προχωράει και στη διατύπωση μιας και μόνο καταφατικής πρότασης: ο Δεκέμβρης, λέει, ήταν «σύμπτωμα της κουλτούρας της Μεταπολίτευσης».

Το ερμηνευτικό αυτό σχήμα ισχυρίζομαι ότι είναι τελείως εσφαλμένο και δεν μπορεί να υποστηριχθεί παρά μόνο με μεγάλη δόση εθελοτυφλίας και παραβίασης της επιστημονικής δεοντολογίας.

Είναι απορίας άξιο πού μπορεί να διαπιστωθούν ομοιότητες ανάμεσα στο Δεκέμβρη του 2008 και την «κουλτούρα της Μεταπολίτευσης», με όποιον τρόπο και αν ορίσουμε αυτή την τελευταία. Από αρκετές απόψεις, ο Δεκέμβρης ήταν ό,τι πιο ξένο προς την κουλτούρα της Μεταπολίτευσης έχει συμβεί μέχρι τώρα στην ελληνική κοινωνία. Εκτός βέβαια και αν ως ομοιότητα θεωρήσουμε το γεγονός ότι, και τότε και τώρα, υπήρχαν «μάζες στους δρόμους»[6] και διαδήλωναν. Ωστόσο, η ομοιότητα αυτή είναι τόσο γενική και επιφανειακή, που προφανώς δεν επαρκεί για να εγκαθιδρύσει μια πειστική σύνδεση ανάμεσα σε αυτά ειδικά τα δύο φαινόμενα και όχι εκατοντάδες άλλα οπουδήποτε και οποτεδήποτε στον κόσμο.

Πράγματι, οι διαδηλώσεις της μεταπολίτευσης σημαδεύονταν μεταξύ άλλων από τα εξής χαρακτηριστικά:

  • ήταν σχεδόν όλες οργανωμένες κεντρικά από ένα, ή περισσότερα, κόμματα/ οργανώσεις της αριστεράς, τα οποία μάλιστα κατέβαλλαν συχνά μεγάλη μέριμνα να είναι ευδιάκριτη η «υπογραφή» τους ώστε να πιστωθεί σαφώς σε αυτά η κινητοποίηση[7],
  • είχαν –ή επιδίωκαν να έχουν- πειθαρχία, σαφές ιδεολογικό στίγμα και σαφή κατάλογο αιτημάτων,
  • έσχατος ορίζοντας αναφοράς των αιτημάτων αυτών και της πολιτικής τους φαντασίας ήταν η έννοια του λαού και του «εθνικού-κοινωνικού κράτους». Αυτό που ζητούνταν κάθε φορά ήταν μια «Ελλάδα για τους Έλληνες», με καλύτερους μισθούς, καλύτερη εκπαίδευση «για όλο το λαό», χωρίς ξένες εξαρτήσεις κ.λπ.,
  • ήταν εκ των προτέρων και με ακρίβεια οριοθετημένες από την άποψη του χρόνου και του χώρου, οι οποίοι ανακοινώνονταν σαφώς και προπαγανδίζονταν πολλές μέρες πριν. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, μάλιστα, η διαδρομή των διαδηλώσεων αυτών –εφόσον επρόκειτο για την Αθήνα- ήταν το κλασικό Προπύλαια- Βουλή- αμερικανική πρεσβεία. Ανάλογη τυποποίηση ίσχυε και για τη Θεσσαλονίκη και για μερικές ακόμη πόλεις. Στην υπόλοιπη Ελλάδα δεν υπήρχαν άλλες τέτοιες εδραιωμένες διαδρομές για τον απλούστατο λόγο ότι εκεί πολύ σπάνια γίνονταν διαδηλώσεις.

Για τις κινητοποιήσεις του Δεκέμβρη δεν ίσχυσε ούτε ένα από τα χαρακτηριστικά αυτά. Ίσχυσαν τα ακριβώς αντίθετά τους, ένα προς ένα.

Οι δράσεις –οι οποίες ενίοτε δεν είχαν καν το χαρακτήρα διαδήλωσης- οργανώθηκαν αποκεντρωμένα και οριζόντια από ατομικότητες σε δικτυακή επικοινωνία και όχι από συλλογικότητες· δεν είχαν κάποιο συγκεκριμένο «αίτημα» που να απευθύνεται σε κάποια αρχή η οποία να καλείται να το υλοποιήσει, ούτε κάποια έκκληση που να απευθύνεται προς το «λαό»· δεν έδειχναν το παραμικρό ενδιαφέρον, θετικό ή αρνητικό, για την εθνική ανεξαρτησία, ούτε για τους «Αμερικάνους»· γίνανε σε τελείως απρόβλεπτους χώρους και χρόνους, σε πρωτότυπες διαδρομές, σε γειτονιές, πόλεις ή χωριά όπου δεν είχε γίνει ποτέ πριν στο παρελθόν διαδήλωση[8].

H διαφορά αυτή θα μπορούσε να συνοψιστεί και ως εξής: τις δράσεις της μεταπολίτευσης μπορούμε και πρέπει να τις σκεφτούμε με βάση την εικόνα του δέντρου και τη δομή τού (τακτικού) στρατού· το Δεκέμβρη, οι δράσεις ήταν ριζωματικές και συνιστούσαν έκφραση της δράσης μιας νομαδικής πολεμικής μηχανής[9].

Συλλογικότητες

Υπάρχει και μια ειδικότερη παρατήρηση που πρέπει να γίνει όσον αφορά το πρώτο σημείο των διαφορών: στις κινητοποιήσεις του Δεκέμβρη, οι οργανώσεις της αριστεράς δεν είχαν την παραμικρή συμμετοχή. Μερικές μόνο από αυτές κατέβασαν μπλοκ σε διαδηλώσεις και εξέφρασαν –με ταλαντεύσεις- συμπάθεια ή κατανόηση. Το μεγαλύτερο κόμμα της αριστεράς μάλιστα όχι μόνο δεν είχε την παραμικρή συμβολή στην προετοιμασία του Δεκέμβρη, όχι μόνο δεν είχε αντιληφθεί καν ότι έρχεται, αλλά και όταν ήρθε, ήταν αμήχανο, δύσπιστο και ανοιχτά εχθρικό προς αυτόν. Περίπου όπως και ο κ. Καλύβας δηλαδή[10].

Το γεγονός ότι η εξέγερση αυτή έγινε εκτός και ερήμην των κομμάτων της αριστεράς, και των κομμάτων γενικά, βρίσκει έναν απομακρυσμένο και περιορισμένο απόηχο στο λόγο του Μαραντζίδη, ο οποίος, σε μια αποστροφή από την οποία δεν λείπει κάποια χαιρεκακία, παρατηρεί:

Ο ΣΥΡΙΖΑ, το πολιτικό μόρφωμα που νόμιζε πως βρήκε μια πολιτική ευκαιρία προς αξιοποίηση, έχασε σε πολιτική επιρροή και έκτοτε αντιμετωπίζει μια ισχυρή, πιθανόν διαλυτική, κρίση ταυτότητας.[11]

Αντί όμως να σταθεί λίγο σε αυτή τη διαπίστωση και να αναρωτηθεί τι σημαίνει και πώς εξηγείται, βιάζεται να την καταχωνιάσει και αυτήν κάτω από τη γενική επικεφαλίδα τού «τίποτα»: η απώλεια πολιτικής επιρροής καταγράφεται ως ακόμα μια ένδειξη ότι τα γεγονότα του Δεκέμβρη δεν κομίζουν τίποτα και ανάγονται σε ένα «ξεπερασμένο παρελθόν».

Ωστόσο, ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να βασιστεί παρά μόνο σε μια εξαιρετικά αφελή και θετικιστική σύλληψη για το κάτι και για το μηδέν. Το γεγονός ότι ένα κόμμα χάνει σε επιρροή και αντιμετωπίζει κρίση, με συγχωρείτε πάρα πολύ, δεν είναι «απουσία αποτελέσματος»· είναι εμφάνιση ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος αντί άλλων δυνατών. Είναι κάτι παρά τίποτα.

Και μάλιστα, δεν είναι απλώς «κάτι», αλλά είναι και κάτι που δείχνει ακριβώς πόσο ξένος προς την κουλτούρα της μεταπολίτευσης ήταν ο Δεκέμβρης.

Αυτός που αντέδρασε σύμφωνα με την κουλτούρα αυτή ήταν, ακριβώς, ο ΣΥΡΙΖΑ. Το γεγονός ότι «νόμιζε πως βρήκε μια πολιτική ευκαιρία προς αξιοποίηση», έρχεται ακριβώς σε συμφωνία με τη λογική της μεταπολίτευσης, με ένα κλασικό σενάριο (pattern) της παραδοσιακής αριστερής πολιτικής, κατά το οποίο έχουμε πρώτα «αυθόρμητα λαϊκά κινήματα αμφισβήτησης» και μετά έρχονται τα κόμματα της αριστεράς να «εκπροσωπήσουν πολιτικά» αυτό το αδιαμεσολάβητο «κοινωνικό», να στρατολογήσουν μέλη από τους κινητοποιούμενους κ.λπ.

Για την πληρότητα της ανάλυσης, πρέπει να πούμε ότι εξίσου από τα σχήματα της μεταπολίτευσης ήταν εμπνευσμένη η στάση και του άλλου κύριου κόμματος της αριστεράς, του ΚΚΕ. Μόνο που αυτό πρακτικά συνήγαγε μία άλλη γραμμή δράσης, τη διαμετρικά αντίθετη: διείδε ότι οι κινητοποιήσεις δεν πληρούν κανένα από τα τέσσερα ανωτέρω στοιχεία με βάση τα οποία είχε μάθει να κάνει πολιτική, και γι’ αυτό αποφάσισε απλώς ως άλλος Οδυσσέας να κλείσει με βουλοκέρι τα αυτιά του –και τα αυτιά των μελών του- για να μην ακούσουν και να μην δουν τίποτε. Λίγο μετά άρχισε –χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία- να επινοεί διάφορες εκλογικεύσεις για να δικαιολογήσει την ενστικτώδη του άρνηση.

Το ένα λοιπόν κόμμα της αριστεράς αντιμετώπισε το Δεκέμβρη σαν να ήταν άλλη μια επανάληψη του σεναρίου της μεταπολίτευσης, το δε άλλο είδε ότι δεν ήταν και τον αγνόησε –ή μάλλον αντιτάχθηκε σ’ αυτόν. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο σημείωσαν αύξηση της εκλογικής επιρροής τους.

Αν λοιπόν το σενάριο αυτό (όπως πολύ ορθά διαπιστώνει ο Μαραντζίδης προκειμένου μόνο για τον ΣΥΡΙΖΑ) δεν λειτούργησε εν προκειμένω για κανένα αριστερό κόμμα, ίσως πρέπει να σκεφτούμε ότι αυτό οφείλεται ακριβώς στη διαφορά του Δεκέμβρη από την κουλτούρα της μεταπολίτευσης και όχι στην ομοιότητά του με αυτήν.

Στο εσωτερικό του λόγου των Καλύβα-Μαραντζίδη περί Δεκέμβρη, φαίνεται να συνυπάρχουν δύο γραμμές, οι οποίες και οι δύο είναι επικριτικές αλλά κατά τα λοιπά δεν επικοινωνούν μεταξύ τους και μάλιστα είναι αντίθετες: ο Δεκέμβρης επικρίνεται το μεν επειδή μοιάζει υπερβολικά με άλλα πράγματα («θυμίζει ένα ξεπερασμένο παρελθόν»), το δε επειδή δεν μοιάζει αρκετά και αποτελεί αποτυχημένη μίμηση των ίδιων αυτών πραγμάτων. Η λογική δομή αυτών των επικρίσεων είναι το «δίλημμα του χαλίφη Ομάρ»[12]. Πρόκειται όμως για μια παλινωδία η οποία δεν φαίνεται να δικαιολογείται από τίποτε: πρώτα υποθέτουμε, από αδράνεια, ότι ο Δεκέμβρης ανήκει σε μια αριστοτελική «ουσία» και μετά, όταν αναπόφευκτα διαπιστώνουμε ότι δεν μοιάζουν όλα με αυτό το «ξεπερασμένο παρελθόν», επιστρατεύουμε το σενάριο ότι εδώ πρόκειται για την απόσταση του συμβεβηκότος από αυτή την ουσία-τέλος. Αντί για τη διπλή αυτή κίνηση, πιο απλό, και πιο οικονομικό, θα ήταν να υποθέσουμε ότι το υπό μελέτη φαινόμενο δεν προοριζόταν να μιμηθεί κάποιο άλλο και ότι οι διαφορές αυτές είναι διαφορές δύο διαφορετικών τύπων επιτέλεσης και όχι μεταξύ μίας «ορθής» και μίας «αποτυχημένης» επιτέλεσης, μεταξύ ενός πρωτοτύπου και ενός κακεκτύπου.

Ελλάδα-Γαλλία-παραλληλία;

Μια όμως που θέσαμε το θέμα της εκλογικής επιρροής, καλό είναι να το θέσουμε και σε σχέση με το υπόλοιπο φάσμα της πολιτικής σκηνής, όχι μόνο την αριστερά. Πράγματι, το επιχείρημα του Μαραντζίδη είναι ότι, από τα κοινοβουλευτικά κόμματα, μόνο ένα στάθηκε φιλικό στο Δεκέμβρη και αυτό δεν κέρδισε εκλογικά, όπερ έδει δείξαι: ο Δεκέμβρης «δεν άφησε τίποτα». Ωστόσο, αν υπάρχει ένα κόμμα το οποίο ασφαλώς δεν μπορεί να κατηγορηθεί για «φιλοδεκεμβρικό», αυτό είναι η Νέα Δημοκρατία. Όπως όλοι ξέρουμε, στις τελευταίες εκλογές η Νέα Δημοκρατία σημείωσε τη χειρότερη επίδοση της ιστορίας της, ο μέχρι τότε αρχηγός της παραιτήθηκε και εξαφανίστηκε από την πολιτική σκηνή και διεξήχθη συνέδριο –και πολιτικοϊδεολογική μάχη- προκειμένου να εκλεγεί νέος. Μάλιστα, σε αυτή τη μάχη κέρδισε ακριβώς αυτός που είχε συνδέσει λιγότερο το όνομά του με το προηγούμενο καθεστώς και τις αμαρτίες του.

Άρα, και αυτοί που κατέστειλαν το Δεκέμβρη δεν φαίνεται να πήγαν πολύ καλύτερα[13].

Μήπως λοιπόν αυτό μας λέει κάτι για το αν ο Δεκέμβρης είχε ή δεν είχε αποτελέσματα; Όχι τίποτε άλλο, αλλά ο Καλύβας, στο κλείσιμό του, υποστηρίζει και τα εξής: «Οι εξεγέρσεις των μαύρων στις αμερικανικές πόλεις το 1968 ή των φοιτητών στο Παρίσι τον Μάη της ίδιας χρονιάς είχαν καταλυτικές συνέπειες. Η ‘εξέγερση’ της Αθήνας δεν είχε καμία απολύτως πολιτική προέκταση …»[14]. Γνωστή –και υποκριτική- τακτική: οι εξεγέρσεις είναι καλές, μπορούμε μάλιστα ανέξοδα να μιλάμε γι’ αυτές με νοσταλγία, ακόμα και με θαυμασμό, αρκεί να γίνονται αλλού και άλλοτε. Αν όμως εφαρμόζαμε τα κριτήρια του Καλύβα στην κατάσταση στη Γαλλία το Μάιο του 1969, τότε θα καταλήγαμε ότι αυτό που άφησε ο γαλλικός Μάης ήταν όχι απλώς τίποτα, αλλά και υπό το μηδέν. Ως γνωστόν, έναν μόλις μήνα μετά τις καταλήψεις και τις διαδηλώσεις, συγκεκριμένα στις 30 Ιουνίου του 1968, έγιναν εθνικές εκλογές, όπου ο στρατηγός ντε Γκωλ –ο οποίος αποκαλούσε τους φοιτητές «αληταριό»· κάτι σαν το δικό μας «κουκουλοφόρους» δηλαδή- συγκέντρωσε ευρεία πλειοψηφία[15]. Τουλάχιστον ο ελληνικός Δεκέμβρης έριξε τον Καραμανλή.

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων όμως. Με τη διατύπωση αυτή δεν εννοώ ότι η καταψήφιση της Νέας Δημοκρατίας ήταν αίτημα ή στόχος της εξέγερσης. Ούτε εξάλλου η υπερψήφιση του ΠΑΣΟΚ. Το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν «παράπλευρη συνέπεια» της εξέγερσης. Διότι η διακυβέρνηση Καραμανλή βασιζόταν στο δόγμα του «μεσαίου χώρου». Βασιζόταν στην ικανότητά του να πείθει ότι «οι διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος έχουν σβηστεί» και ότι «όλοι είμαστε Έλληνες, άρα αδέρφια, όλοι έχουμε συμφέρον να πάει μπροστά η χώρα –και ο πλέον κατάλληλος για να κάνει τη χώρα να πάει μπροστά είμαι εγώ». Αυτό δεν είναι παράδοξο, διότι ο μόνος τρόπος που είχε μέχρι τώρα η ελληνική δεξιά να γίνει αποδεκτή και να φτάσει στην κυβερνητική εξουσία είναι αυτός: να πείθει ότι δεν είναι (και τόσο) δεξιά. Αυτό ναι, σίγουρα είναι έκφραση της «κουλτούρας της μεταπολίτευσης».

Ο Δεκέμβρης λοιπόν έφερε στην επιφάνεια κάτι που τινάζει στον αέρα αυτή τη ρητορική και της στερεί κάθε πειστικότητα: ανέδειξε τον λανθάνοντα μέχρι τότε κοινωνικό ανταγωνισμό. Δηλαδή πόλωσε την κοινωνία κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να εκδηλωθούν πολιτικές επιθυμίες οι οποίες δεν είναι πλέον δυνατό να ενοποιηθούν και να χωρέσουν στο ίδιο συμβολικό σχήμα, σε ένα «μείγμα πολιτικής» που υποτίθεται ότι τους εξυπηρετεί όλους. Η γραμμή Καραμανλή ήταν πλέον ανεπαρκής, διότι για κάποιους –όπως π.χ. για τον Καλύβα- ήταν υπερβολικά υποχωρητική, ενώ για άλλους ήταν υπερβολικά κατασταλτική, και δεν υπήρχε πλέον κανένας «μεσαίος χώρος» όπου να συντίθενται τα εκατέρωθεν ζητούμενα, να γεφυρώνεται αυτό το χάσμα, να παρακάμπτεται ή έστω να απωθείται η αντίθεση.

Το γεγονός αυτό αντανακλάται και στην εκλογή του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας. Ο Αντώνης Σαμαράς διεκδίκησε, και υποσχέθηκε, μία δεξιά η οποία δεν θα ντρέπεται για τον εαυτό της και δεν θα κρύβεται. Η επιδοκιμασία της πολιτικής αυτής πρότασης από τη βάση της δεξιάς στο συνέδριο, (αλλά, επιπλέον, η ίδια η πρωτοφανής μαζική κινητοποίηση της εν λόγω βάσης που προηγήθηκε του συνεδρίου), αποτελεί μια ένδειξη ότι, στην Ελλάδα, μετά το Δεκέμβρη, η δεξιά τείνει να συγκροτηθεί με τρόπο κινηματικό-ριζοσπαστικό. Η εκλογή του Σαμαρά ως αρχηγού τής ΝΔ αποτελεί ένα αρκετά ασυνήθιστο –και σχεδόν συγκινητικό στην αυταπάρνησή του- δείγμα προτίμησης της ιδεολογικής καθαρότητας έναντι της πολιτικής αποτελεσματικότητας. Ένα είδος πολιτικής στάσης που για πολλές δεκαετίες είχαμε συνηθίσει να συνδέουμε αποκλειστικά με την αριστερά.

Από αυτή την άποψη, η εκλογή αυτή είναι ο αντίποδας της εκλογής Σημίτη ως αρχηγού τού ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 90: ο τελευταίος, μολονότι δεν προκαλούσε ιδιαίτερη συμπάθεια –ούτε αυτός ούτε η πολιτική του- στους εκλογείς του κόμματός του, τελικά προτιμήθηκε με γνώμονα την πιθανολογούμενη ικανότητά του να το οδηγήσει στην κυβερνητική εξουσία. Όπως και έγινε τελικά.

Η αντι-αντίσταση έρχεται μετά

Ασφαλώς δεν υπάρχει τίποτα πιο ξεπερασμένο από τον πολεμιστή: αυτός εδώ και καιρό έχει μετατραπεί σε ένα πρόσωπο τελείως διαφορετικό, τον στρατιωτικό. Και ο εργάτης ο ίδιος έχει τόσο δεινοπαθήσει … Ωστόσο, όμως, πολεμιστές ξαναγεννιούνται, με πολλές αμφισημίες: είναι όλοι όσοι ξέρουν ότι η βία είναι άχρηστη, αλλά βρίσκονται σε γειτνίαση με μία πολεμική μηχανή προς αναδημιουργία, μια μηχανή ενεργού ανταπόδοσης και επαναστατική. Εργάτες ξαναγεννιούνται επίσης, οι οποίοι δεν πιστεύουν στην εργασία, αλλά βρίσκονται σε γειτνίαση με μία εργασιακή μηχανή προς αναδημιουργία, μια μηχανή ενεργού αντίστασης και τεχνολογικής απελευθέρωσης. Δεν ξαναγεννιούνται από παλιούς μύθους ή από αρχαϊκές μορφές, είναι η νέα μορφή ενός αρμολογήματος δια-ιστορικού (ούτε ιστορικού ούτε αιώνιου, αλλά άκαιρου): ο νομάς πολεμιστής και ο περιπλανώμενος εργάτης. Μία σκοτεινή καρικατούρα εμφανίζεται ήδη ως πρόδρομός τους, ο μισθοφόρος ή ο κινητός στρατιωτικός εκπαιδευτής, και ο τεχνοκράτης ή αναλυτής που ξεχειμωνιάζει, η C.Ι.Α. και η Ι.Β.Μ. Αλλά μια δια-ιστορική μορφή οφείλει να προστατευθεί τόσο απέναντι στους παλιούς μύθους όσο και απέναντι στις προ-εδραιωμένες και προληπτικές παραμορφώσεις. «Δεν γυρίζουμε προς τα πίσω για να ξανακατακτήσουμε το μύθο, τον συναντάμε εκ νέου, όταν ο χρόνος τρέμει μέχρι τις βάσεις του υπό το κράτος του ακραίου φόβου». Πολεμικές τέχνες και τεχνικές αιχμής δεν αξίζουν παρά μόνο μέσω της δυνατότητάς τους να συνενώσουν εργατικές και πολεμικές μάζες ενός νέου τύπου. Κοινή γραμμή φυγής του όπλου και του εργαλείου: μια καθαρή δυνατότητα, μια μετάλλαξη. Διαμορφώνονται τεχνικοί υπόγειοι, εναέριοι, υποθαλάσσιοι, οι οποίοι ανήκουν λίγο ή πολύ στην παγκόσμια τάξη, οι οποίοι όμως αθέλητα επινοούν και συσσωρεύουν φορτία γνώσης και δράσης δυνητικά, χρησιμοποιήσιμα από άλλους, λεπτεπίλεπτα, κι ωστόσο εύκολα στην απόκτησή τους, για νέα αρμολογήματα. Ανάμεσα στον ανταρτοπόλεμο και το στρατιωτικό μηχανισμό, ανάμεσα στην εργασία και την ελεύθερη δράση, τα δάνεια πάντοτε συμβαίνουν και προς τις δύο κατευθύνσεις, για μια πάλη όλο και περισσότερο διαφοροποιημένη.

Gilles Deleuze-Félix Guattari[16]

Αυτή η κινηματική συγκρότηση της δεξιάς αποτελεί ίσως, κατά σαρδόνιο τρόπο, το σημαντικότερο –ή πάντως θεαματικότερο- μέχρι στιγμής αποτέλεσμα του Δεκέμβρη.

Το στοιχείο αυτό, η ανασυγκρότηση του χώρου της αντι-εξέγερσης ως βασική συνέπεια του Δεκέμβρη, επίσης βρίσκει μία παραθλασμένη αποτύπωση στο λόγο του Μαραντζίδη. Το επετειακό άρθρο του στο Βήμα, στο κλείσιμό του, σχετικοποιεί το απόλυτο «τίποτα» με το οποίο ξεκίνησε και διαπιστώνει ότι, «αν κάτι έμεινε» από το Δεκέμβρη, αυτό ήταν ότι «έκανε, για πρώτη φορά ίσως στη Μεταπολίτευση, τόσο πολλούς ανθρώπους από τον χώρο των γραμμάτων και της επιστήμης να σπάσουν το φράγμα της σιωπής και να αντισταθούν στο παραλήρημα της αυτοαποκαλούμενης επαναστατικής βίας».

Λέω «παραθλασμένη» διότι κατά τη γνώμη μου η πιο σημαντική μετατόπιση δεν αφορά τους «ανθρώπους των γραμμάτων και της επιστήμης»: πολλοί εξ αυτών –ίσως οι περισσότεροι- είχαν ήδη εδώ και καιρό εκδηλωθεί υπέρ του «κράτους δικαίου» (με την ιδιαίτερη έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό η ελληνική δεξιά· το σημείο αυτό θα μας απασχολήσει εκτενέστερα στην αμέσως επόμενη ενότητα) και το είχαν καθαγιάσει ως «ανυπέρβλητο ορίζοντα της εποχής μας». Το νέο στοιχείο που προέκυψε μετά το Δεκέμβρη δεν ήταν το coming out των πνευματικών ανθρώπων, αλλά η δραστηριοποίηση «μη πνευματικών» ανθρώπων οι οποίοι όχι μόνο μίλησαν, αλλά και έδρασαν κατά της εξέγερσης. Ή, ακόμα ακριβέστερα, ανθρώπων που διεκδίκησαν για τον εαυτό τους την ιδιότητα του «μη πνευματικού» ο οποίος τείνει προς την πνευματικότητα. Ως γνωστόν, η πρόθεση αντί στα ελληνικά έχει (τουλάχιστον) δύο έννοιες: την έννοια της αντίθεσης, αλλά και την έννοια της αντικατάστασης. Ο ελληνικός αντι-Δεκέμβρης είχε διαστάσεις που ανάγονται τόσο στην πρώτη, όσο και στη δεύτερη έννοια· ήταν τρόπον τινά μία ανταγωνιστική μίμηση[17]. Όσοι εντάσσονται σε αυτόν διεκδικούν για τον εαυτό τους το ρόλο του αποκλεισμένου από την πρόσβαση στη γνώση, ο οποίος όμως επιχειρεί να συγκροτηθεί ακριβώςσε αναφορά με μια εναλλακτική, αληθή γνώση ή/και μία ορθοπραξία, έναν κώδικα αξιών και ιδανικών. Τον αποκλεισμό αυτό τον αποδίδουν σε κάποιο «προοδευτικό κατεστημένο», στην υπόθεση ότι μέχρι τώρα η αριστερά είχε μια αθέμιτη μονοπωλιακή πρόσβαση στους συμβολικούς αυτούς πόρους, και εμφανίζονται ως αυτοί που ήρθαν επιτέλους να θέσουν τέρμα στο μονοπώλιο αυτό.

Με άλλα λόγια, αυτό που έχει σημασία σε αυτές τις κινήσεις/ κινήματα δεν ήταν τόσο η θέση ή η ιδιότητα, αλλά η μετακίνηση προς μία άλλη θέση, η αποεδαφικοποίηση. Σύμφωνα με το «πρώτο θεώρημα περί αποεδαφικοποίησης» από το MillePlateaux,

Ποτέ δεν απεδαφικοποείται κανείς μόνος του, αλλά πάντοτε υπάρχουν τουλάχιστον δύο όροι: χέρι-αντικείμενο χρήσης, στόμα-μαστός, πρόσωπο-τοπίο. Και ο καθένας από τους δύο όρους επανεδαφικοποιείται επί του άλλου. Κατά τρόπο ώστε η επανεδαφικοποίηση δεν πρέπει να συγχέεται με μια επιστροφή σε κάποια αρχέγονη ή παλαιότερη εδαφικότητα: προϋποθέτει αναγκαία ένα σύνολο από τεχνουργήματα με τα οποία ένα στοιχείο, απεδαφικοποιούμενο το ίδιο, χρησιμεύει ως νέα εδαφικότητα για ένα άλλο, το οποίο επίσης έχει χάσει την εδαφικότητά του.[18]

Ενδεικτικά μόνο, στον ένα μόλις χρόνο που μεσολάβησε, είχαμε μια σειρά φαινόμενα –νομίζω ότι οι πηγές είναι επαρκείς και δεν ανάγονται σε «μελοδραματισμούς των ΜΜΕ»- τα οποία δείχνουν ότι πλέον η (ακρο)δεξιά, μετά τον πλήρη αρχικό αιφνιδιασμό της, προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί και να ανακτήσει το έδαφος που έχασε το Δεκέμβρη. Και, για να το κάνει αυτό, αρχίζει να μιμείται τη γραμματική και το συντακτικό της εξέγερσης· δηλαδή να συγκροτείται με όρους κινήματοςπλέον και όχι παρακράτους[19]. Είχαμε συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων: την «αυτοοργάνωση» ρατσιστών στην πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα, η οποία τείνει να αποτελέσει μία «πλατεία Εξαρχείων απ’ την ανάποδη»· τη συγκρότηση «επιτροπών κατοίκων» και τη διενέργεια πογκρόμ εναντίον μεταναστών «απ’ τα κάτω», (ή σε συνδυασμό του «πάνω» με το «κάτω»), την εμφάνιση «αυτόνομων εθνικιστών» οι οποίοι επιχειρούν να πάρουν μέρος σε διαδηλώσεις υπέρ της βιοποικιλότητας, κατά της παγκοσμιοποίησης, αλλά και σε άλλες δράσεις λιγότερο ειρηνικού τύπου (π.χ. αντιδιαδηλώσεις –με κουκούλες στα κεφάλια και παλούκια στα χέρια- σε αντιρατσιστικές συγκεντρώσεις), ακόμα και μία … εθνικιστική κατάληψη στο κέντρο της Αθήνας:

Μια πολύ αξιόλογη κίνηση λαμβάνει χώρα στην οδό Περιάνδρου στην Πλάκα, στο σπίτι του Κωστή Παλαμά, αφού τελεί υπό κατάληψη από νεαρούς εθνικιστές που δείχνουν το ενδιαφέρον τους να σωθεί το κτίριο όπου έζησε ο μεγάλος ποιητής. Η μετατροπή του σε στέκι πολιτισμού όπως θα ήθελε ο ποιητής, είναι γεγονός και τους ευχόμαστε καλή τύχη! Μιά σημαντική και ουσιώδης δραστηριότητα, μακράν καλύτερη από πολιντικαντισμούς [sic]

(Aναγραφή στο μπλογκ ΑΙΜΑ ΤΙΜΗ /BLOOD HONOUR HELLAS, http://28hellas.blogspot.com/2010/01/blog-post_11.html – πρόσβαση: Φεβρουάριος 2010).

Η εκτεταμένη χρήση ηλεκτρονικών δικτύων επικοινωνίας φυσικά αποτελεί η ίδια μια έκφραση αυτής της απομίμησης μεθόδων της εξέγερσης από την αντι-εξέγερση. Η χρήση αυτή κορυφώθηκε στην καμπάνια εναντίον της χορήγησης ιθαγένειας σε μετανάστες όταν είχε κατατεθεί το σχετικό νομοσχέδιο[20].

Η παραγωγή του αποτελέσματος αυτού, παρεμπιπτόντως, αποτελεί μια ειδική –και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα από φιλοσοφική άποψη- εκδήλωση της λειτουργίας της κοινωνικής αιτιότητας.

Πράγματι, ένα γνωστό αξίωμα μιας συγκεκριμένης προσέγγισης του πολιτικού, το οποίο μεταξύ άλλων διατύπωσε εδώ και αρκετές δεκαετίες ο ιταλικός εργατισμός και θεωρητικοποίησε σε φιλοσοφικό επίπεδο ο Ντελέζ[21], είναι ότι «η αντίσταση έρχεται πρώτα».

Αν πρόκειται να πάρουμε κατά γράμμα αυτό το αξίωμα, εφόσον η αντίσταση έρχεται πρώτα, τότε αναπόφευκτα κάτι πρέπει να έρχεται μετά.

Τι έρχεται μετά;

Ο Άγιος Παντελεήμονας, ο Σαμαράς, η καμπάνια –και η πορεία- κατά της «ανθελληνίδας» Δραγώνα και διάφορα άλλα ενδιάμεσα φαινόμενα δείχνουν ότι μετά έρχεται η εξουσία, η οποία μιμείται την αντιεξουσία και δανείζεται απ’ αυτήν –ή και ενίοτε μεταμφιέζεται η ίδια σε αντιεξουσία. Τα δάνεια πάντοτε συμβαίνουν και προς τις δύο –ή ίσως περισσότερες- κατευθύνσεις. Και τα δάνεια αυτά είναι κάτι, παρά τίποτα. Θα είχα την τάση να ισχυριστώ ότι δεν είναι απλώς «κάτι», αλλά είναι το παν: η ίδια η ύπαρξη και η λειτουργία της κοινωνίας είναι αυτά τα δάνεια, οι οφειλές, οι απομιμήσεις, οι επιτελέσεις που γίνονται τελικά ταυτότητες –μέχρι που να ξεγίνουν, να απεδαφικοποιηθούν και πάλι προς νέες γραμμές φυγής.

Όταν λέμε λοιπόν «λειτουργία» της κοινωνίας, σε αυτό φυσικά πάντοτε περιλαμβάνεται ως εγγεγραμμένη δυνατότητα και η δυσλειτουργία, το μπλοκάρισμα, η αποδιάρθρωση. Πρόκειται για ένα Όλον που είναι ταυτόχρονα μη-όλον.

Το σπασμένο τσουκάλι

Η παρέμβαση των Κ-Μ περιέχει μια στιγμή πολεμικής και μία στιγμή συμφιλίωσης· ένα στοιχείο που κομίζει τον ανταγωνισμό και τον αποκλεισμό, αφενός, και αφετέρου ένα στοιχείο που αποσκοπεί στην ηγεμονία και τη συμπερίληψη. Αυτό δεν αποτελεί κάποια μοναδικότητα, συμβαίνει λίγο-πολύ σε κάθε πολιτική παρέμβαση. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι όσα λέγονται στο πλαίσιο του κάθε στοιχείου, συχνά δεν «δένουν» με άλλα πράγματα που λέγονται, ή λαμβάνονται ως δεδομένα, στο πλαίσιο του άλλου. Στη βιασύνη τους να διαψεύσουν αυτό που αναγορεύουν στο μυαλό τους σε «κυρίαρχη αντίληψη για το Δεκέμβρη», οι αρθρογράφοι επιστρατεύουν επιχειρήματα που συχνά δεν προσέχουν ότι είναι αυτοαναιρούμενα –ή αλληλοαναιρούμενα.

Π.χ.: το άρθρο «…και τι δεν ήταν» (χαρακτηριστικός ο τίτλος) καταπιάνεται εξ αρχής να αμφισβητήσει τη σημασία και την έκταση των γεγονότων, υποστηρίζοντας με έμφαση ότι η (φερόμενη ως) εξέγερση Δεν ήταν μαζική, Δεν ήταν και τόσο πρωτόγνωρη, και, εν τέλει, Δεν ήταν μια «εξέγερση» της νεολαίας (οι υπογραμμίσεις και τα εισαγωγικά στο πρωτότυπο). Αλλά στην πιο εκτεταμένη εκδοχή του άρθρου στην Αθηναϊκή Επιθεώρηση Βιβλίου, ο ίδιος συγγραφέας υποστηρίζει ότι το Δεκέμβρη σημειώθηκαν «εκτεταμένες καταστροφές και βανδαλισμοί που ήταν πρωτοφανείς για μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα».

Ένα άλλο παράδειγμα: και οι δύο αρθρογράφοι επιμένουν ότι αυτά τα πρωτοφανή αλλά όχι πρωτόγνωρα γεγονότα «δεν άφησαν κάποιο ίχνος πίσω τους», «δεν είχαν καμία απολύτως πολιτική προέκταση» –σε ευθυγράμμιση με το κύριο ρεύμα των «έγκυρων αναλυτών» αριστεράς και δεξιάς οι οποίοι γενικώς κατέληξαν ότι ο Δεκέμβρης «ήταν βουβός»[22], «δεν είχε αιτήματα» κ.λπ. Διαπίστωση η οποία, παρεμπιπτόντως, είναι ορθή: πράγματι, ο Δεκέμβρης δεν είχε αιτήματα (τα οποία να θέτει σε κάποιους άλλους προς υλοποίηση)· ο Δεκέμβρης ήταν ο ίδιος το αίτημα, και ταυτόχρονα η υλοποίησή του. Και αυτό ακριβώς ήταν η δύναμή του[23]. Ο Καλύβας, όμως, αφού έχει προσάψει στο Δεκέμβρη αυτή την έλλειψη ως μειονέκτημα, (πράγμα το οποίο είναι φυσικά μία θεμιτή άποψη), στη συνέχεια προχωρά και τον κατηγορεί επίσης ότι

δεν αμφισβήτησε τις κυρίαρχες νεοελληνικές αξίες. Αντίθετα, υπήρξε μια γνήσια έκφρασή τους: (…) της διεκδίκησης δικαιωμάτων δίχως υποχρεώσεις, της ταυτόχρονης απαίτησης για καλοπληρωμένες δουλειές και της αντίδρασης στις μεταρρυθμίσεις που θα τις παραγάγουν («… και τι δεν ήταν», ό.π· η υπογράμμιση δική μου).

Ωστόσο, δυοίν θάτερον: είτε ο Δεκέμβρης «δεν άφησε τίποτα» και συνίστατο σε «μάζες στους δρόμους χωρίς ουσιαστικό πολιτικό στόχο, χωρίς κανένα βαθμό πολιτικής συνοχής, αυτοϊκανοποιούμενες από την εκκωφαντική αντανάκλαση του περάσματός τους στα μίντια»[24], είτε άφησε την «απαίτηση για καλοπληρωμένες δουλειές» –άρα είχε τουλάχιστον ένα στόχο, καλό ή κακό. Και τα δυο μαζί, όμως, δεν γίνεται.

Το γεγονός όμως ότι ο Δεκέμβρης δεν είχε ως αιτία ή ως κύριο αντικείμενο τις εργασιακές διαφορές και τη διατύπωση κάποιων αιτημάτων περί αυτών, κάνει το παραπάνω απόσπασμα να φαντάζει όχι μόνο αντιφατικό, αλλά επιπλέον στα όρια του κυνισμού και της αναλγησίας. Διότι η μόνη στιγμή του Δεκέμβρη κατά την οποία τέθηκε άμεσα το ζήτημα αν οι άνθρωποι έχουν ή όχι δουλειές και αν αυτές είναι καλοπληρωμένες ή κακοπληρωμένες, ήταν η κινητοποίηση υπέρ της Βουλγάρας εργάτριας καθαριότητας Κοσταντίνκα Κούνεβα. Υπ’ αυτό το φως, η παραπάνω διατύπωση φαίνεται να λέει ότι, μεταξύ των «υποχρεώσεων» και των «αναγκαίων μεταρρυθμίσεων» που οφείλουν να ανέχονται οι εργαζόμενες, ή οι άνεργες, προκειμένου να δικαιούνται να απαιτήσουν καλοπληρωμένες δουλειές, περιλαμβάνονται οι δολοφονικές επιθέσεις με οξύ στο πρόσωπο –ή τέλος πάντων με όποιον άλλο τρόπο επινοήσει η ευρηματικότητα των επιτιθεμένων. Θεωρώ θεμιτή συνεπαγωγή να αποδώσουμε αυτό τον ισχυρισμό στον Καλύβα, στο βαθμό που ο αρθρογράφος δεν καταβάλλει την παραμικρή προσπάθεια να αποκρούσει ένα τέτοιο συμπέρασμα, ούτε αναφέρεται έστω και μία φορά στο σχετικό περιστατικό (ούτε και σε κανένα άλλο συγκεκριμένο παράδειγμα για το τι εννοεί με «απαίτηση για καλοπληρωμένες δουλειές» και ποιες ακριβώς είναι οι «απαραίτητες θυσίες» τις οποίες αδικαιολογήτως αρνήθηκαν να δεχθούν οι εξεγερμένοι –που δεν ήταν εξεγερμένοι).

Βέβαια, υπάρχει και μία άλλη, πιο πεζή δυνατότητα ερμηνείας αυτής της απουσίας: ενδεχομένως ο Καλύβας δεν πληροφορήθηκε καν την ύπαρξη του συγκεκριμένου περιστατικού, (εφόσον, όπως ο ίδιος παραπονιέται, «διαθέτει περιορισμένα στοιχεία» για το Δεκέμβρη), και απλώς προσέθεσε αυτή την αναφορά στις «κυρίαρχες νεοελληνικές αξίες» από κεκτημένη ταχύτητα, επειδή είναι σίγουρος ότι όποτε υπάρχουν «μάζες στους δρόμους», δεν μπορεί παρά να πρόκειται για κάποιους τεμπέληδες αργόμισθους που έχουν –ή ονειρεύονται- μια θέση στο δημόσιο, άρα και τώρα έτσι θα συμβαίνει. Αν όμως ισχύει αυτό το δεύτερο, δεν μπορεί μεν να κατηγορηθεί για εγκωμιασμό κακουργήματος, μπορεί όμως να κατηγορηθεί για ασχετοσύνη και άγνοια του αντικειμένου. Και μάλιστα ενός αντικειμένου για το οποίο φιλοδοξεί να παραδώσει μαθήματα στους άλλους και να κατακεραυνώσει τις «εύκολες γενικεύσεις» και «τις επιθυμίες (ή και φαντασιώσεις) του κάθε σχολιαστή». Διότι ο ίδιος, μιλώντας με βάση τις δικές του επιθυμίες και φαντασιώσεις  και καταφεύγοντας στην εύκολη γενίκευση της αφήγησης περί της «διεκδίκησης δικαιωμάτων δίχως υποχρεώσεις» ως «κυρίαρχης νεοελληνικής αξίας», μιλάει για το δάσος και χάνει από τα μάτια του το δέντρο. Και, εν προκειμένω, το «δέντρο» (ή ίσως, ορθότερα, το ρίζωμα) είναι ότι η κινητοποίηση υπέρ της Κούνεβα, και ειδικότερα ο αγώνας τής ΠΕΚΟΠ (Παναττικής Ένωσης Καθαριστριών και Οικιακού Προσωπικού), αμφισβήτησε έμπρακτα τις κυρίαρχες νεοελληνικές αξίες όσο καμία άλλη ενέργεια τα τελευταία χρόνια –αν όχι δεκαετίες[25]. Τόσο με τον τρόπο συγκρότησής της (οριζόντια διασύνδεση των μελών της, κυρίως γυναικών, είτε είχαν ελληνική καταγωγή/ πολιτότητα είτε όχι) όσο και με το αίτημά της (πρόσληψη όλων των καθαριστριών με τα ίδια δικαιώματα, ασχέτως της καταγωγής τους –εξάλλου το ένα ήταν συνέπεια του άλλου), η ΠΕΚΟΠ διέρρηξε τον παραδοσιακό ορίζοντα του εργατικού κινήματος και της «κουλτούρας της μεταπολίτευσης», ο οποίος ήταν το όνειρο του «εθνικού κοινωνικού κράτους»[26] και η συγκρότηση με βάση την «πλειοψηφική»[27]-κανονιστική ανάγκη του άντρα, λευκού, γηγενούς εργαζόμενου που προσβλέπει σε 5μερη-40ωρη-30ετή απασχόληση στην ίδια μόνιμη θέση εργασίας[28].

Στόχος μου όμως δεν είναι εδώ να παρακολουθήσω και να καταγράψω όλες τις επιχειρηματολογικές αντιφάσεις και τον ετεροκαθορισμό των καθηγητών της αντι-εξέγερσης. Aυτό έχει ήδη γίνει αρκετές φορές, με πιο εύστοχη κατά τη γνώμη μου την εξαντλητική κριτική του/της μπλόγκερ με το ψευδώνυμο Radical Desire, ο οποίος επιτέλεσε το καθήκον αυτό με διεξοδικότητα και, θα έλεγα, με αξιοθαύμαστη υπομονή. Το –αναμενόμενο- συμπέρασμα που συνήγαγε, ήταν ότι στην επιχειρηματολογία αυτή βρίσκουμε την τυπική δομή του φροϋδικού ανέκδοτου με τη «σπασμένη τσαγέρα» (ή «τσουκάλι», όπως το μεταφράζει αυτός στη δική του εκδοχή). Να πώς συνοψίζει το εγχείρημα των Κ-Μ:

Δεν δανείστηκα τσουκάλι, το επέστρεψα σε καλή κατάσταση, ήταν ήδη σπασμένο: Ο Δεκέμβρης δεν συνέβη ως πολιτικό συμβάν (αλλά βρίσκω απαραίτητο να αρθρογραφώ επανειλημμένα για αυτό), δεν ήταν εξέγερση (αλλά δεν ξεκαθαρίζω τι συνιστά μια εξέγερση), δεν ήταν μαζικού χαρακτήρα (αλλά δεν βρίσκω τον λόγο να προσφέρω στοιχεία για καμμία από τις δημογραφικές μου υποθέσεις).[29]

Για τις ανάγκες αυτού του κειμένου, μου αρκεί να κρατήσω ότι τα στοιχεία του καθενός από αυτά τα ζεύγη παραμένουν χωριστά, δεν καταφέρνουν να συγκροτηθούν σε έναν στοιχειωδώς συνεκτικό λόγο, εφόσον το ένα υπονομεύει το άλλο.

Ποιος βίωσε το κράτος δικαίου;

This is a public service announcement
with guitar:
Know your rights
All three of them.
Number one:
You have the right
not to be killed.
Murder is a crime!
–unless it was done
by a policeman
Strummer/Jones, «Know Your Rights»[30]

 

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η μόνη στοιχειωδώς φιλόδοξη προσπάθεια άρθρωσης αυτής της πληθωρικής λεκτικής παραγωγής σε ένα ηγεμονικό σχήμα, έχει ως όχημα την έννοια του κράτους δικαίου.

Η ηγεμονική αυτή πρόταση εισάγεται σε μία ασυνήθιστα φορτισμένη, και απροκάλυπτα στρατευμένη, αποστροφή με την οποία κλείνει το άρθρο του Μαραντζίδη στο Βήμα, και την οποία θα άξιζε τον κόπο να παραθέσουμε εν εκτάσει.

Αν έμεινε κάτι από τα γεγονότα, βρίσκεται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση [εδώ προφανώς παραλείφθηκαν εκ παραδρομής οι λέξεις από αυτήν –σημ. Α.Γ.] που οι υμνητές του Δεκέμβρη φαντάζονται. Βιώσαμε ως πολίτες την αξία του κράτους δικαίου. (…) Κατανοήσαμε πως, όταν καταστρέφονται περιουσίες και απειλείται η ανθρώπινη ζωή, διαλύεται ο κοινωνικός ιστός και εκβαρβαριζόμαστε. Αντιληφθήκαμε ότι οι πολίτες οφείλουν να μην ανέχονται καμία έκφραση αυθαιρεσίας και τρομοκρατίας, όποιον ιδεολογικό μανδύα και αν φέρουν.

Ο Δεκέμβρης έκανε, για πρώτη φορά ίσως στη Μεταπολίτευση [προφανώς εννοεί: μετά τη Μεταπολίτευση–σημ. Α.Γ.], τόσο πολλούς ανθρώπους από τον χώρο των γραμμάτων και της επιστήμης να σπάσουν το φράγμα της σιωπής και να αντισταθούν στο παραλήρημα της αυτοαποκαλούμενης επαναστατικής βίας. Μάλιστα κάποιοι από αυτούς το πλήρωσαν ήδη, με επιθέσεις και με απειλές ενάντια στη ζωή τους. Υπό το παραπάνω πρίσμα, αν κάτι έχει νόημα να μείνει από τον Δεκέμβρη είναι το: Ποτέ πια Δεκέμβρης!

Με τα λόγια αυτά, ο ιστορικός όχι μόνο εντάσσει ρητά και ενθουσιωδώς τον εαυτό του στο ρεύμα της αντίστασης στο Δεκέμβρη, αλλά και εμφανώς φιλοδοξεί να ηγεμονεύσει θεωρητικά σε αυτό, να αναδειχθεί ως η πρωτοπορία του.

Αυτό δεν είναι από μόνο του κάτι παράδοξο ή κατακριτέο. Κάθε λόγος περί πολιτικής είναι κατά τάση ηγεμονικός. Από κει και πέρα, όμως, μένει να δούμε κατά πόσον –και πώς- εκπληρώνονται οι φιλοδοξίες αυτές.

Στην κρίσιμη τελευταία φράση, το ερώτημα περί του νοήματος –ή περί του νοήματος ως υπολείμματος, ως ίχνους: το ερώτημα αν «έμεινε ή δεν έμεινε κάτι» από το Δεκέμβρη- ξανατίθεται, αυτή τη φορά συνδυασμένο με δευτερεύουσα τελική πρόταση: «τι έχει νόημα να μείνει» από το Δεκέμβρη. Το οποίο είναι φυσικά διαφορετικό από το ερώτημα «τι έχει ήδη μείνει». Εδώ, η χρήση της έκφρασης «έχει νόημα» αναπαράγει ακόμα και σε «μοριακό» επίπεδο, στο εσωτερικό της κάθε πρότασης, τη διαρκή αμφισημία ανάμεσα στην καταγραφή γεγονότων και στην έκφραση (απραγματοποίητων;) ευχών περί αυτών: το νόημα του Δεκέμβρη είναι ότι ήταν άνευ νοήματος, δεν έπρεπε να έχει υπάρξει, και ότι αφού τέλος πάντων υπήρξε, καλό θα είναι να μην ξαναϋπάρξει στο μέλλον.

Ο όρος που δίνει έκφραση στη συγκεκριμένη επιθυμία/ πολιτικό καθήκον είναι το κράτος δικαίου: αυτό που αξίζει να μείνει ως έσχατο νόημα από το Δεκέμβρη είναι η επιθυμία (των πνευματικών ανθρώπων) για το εν λόγω κράτος. Αυτός ο όρος λοιπόν αποτελεί εμφανώς το σημείο διαρραφής (point de capiton) του επίδοξου αυτού ηγεμονικού λόγου[31]: το κράτος δικαίου είναι αυτό του οποίου βιώσαμε την αξία όταν βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο με τον κίνδυνο να το χάσουμε, και το οποίο θα πρέπει να προσανατολίζει τη δράση μας από δω και στο εξής.

Η ρητορική αυτή στρατηγική μάλιστα δεν διαφέρει και πολύ από αυτήν ακριβώς που επικαλείται ως παράδειγμα ο Ερνέστο Λακλάου, ο πρωτεργάτης της προσπάθειας αξιοποίησης λακανικών εννοιών για την ανάλυση του πολιτικού λόγου –ή την ανάλυση λόγου του Πολιτικού. Το παράδειγμα αυτό προέρχεται από την προσπάθεια του Χομπς να θεμελιώσει την έννοια της κυριαρχίας, και γενικότερα το οπλοστάσιο του φιλελευθερισμού, στην αυγή της πολιτικής νεωτερικότητας: στην πολιτική θεωρία του Χομπς, η έννοια της «τάξης» [order] εισάγεται ως αυτό που λείπει (από την «φυσική κατάσταση», η οποία σκηνοθετείται ως μία κατάσταση γενικευμένης ανασφάλειας δικαίου όπου «απειλείται η ζωή και η περιουσία των ανθρώπων», όπως θα έλεγε και ο Μαραντζίδης) και άρα ως αυτό που, μέσω της πανθομολογούμενης ανάγκης να εγκαθιδρυθεί, αναδεικνύεται σε ηγεμονικό σημαίνον το οποίο επιβάλλει και δικαιολογεί το πέρασμα στην πολιτειακή τάξη.

Σε μια κατάσταση ριζικής αταξίας, η «τάξη» είναι παρούσα ως αυτό το οποίο απουσιάζει· γίνεται κενό σημαίνον, ως το σημαίνον αυτής της απουσίας. Κατ’ αυτή την έννοια, διάφορες πολιτικές δυνάμεις μπορούν να ανταγωνίζονται στην προσπάθειά τους να παρουσιάσουν τους ιδιαίτερους στόχους τους ως αυτό που επιφέρει την πλήρωση αυτής της έλλειψης. Το να ηγεμονεύσεις σε κάτι σημαίνει ακριβώς να επιτελέσεις αυτή τη λειτουργία πλήρωσης.[32]

Κατ’ ανάλογο τρόπο, λοιπόν, ο Μαραντζίδης σκηνοθετεί το «Δεκέμβρη» ως ένα υπόβαθρο διάχυτης ανομίας και χαλαρότητας, και εν συνεχεία παρουσιάζει το κράτος δικαίου ως μια σημαίνουσα απουσία ικανή να οργανώσει το νόημα, να προσανατολίσει τις πολιτικές επιθυμίες και συλλογικές ταυτίσεις όσων συνειδητοποίησαν την αξία του όταν το χάσανε προσωρινά –ή ίσως δεν το κατείχαν ποτέ πλήρως.

Θα μπορούσαμε να θέσουμε εδώ την εξής ένσταση: ότι, στο κείμενό του, η έννοια του κράτους δικαίου είναι ασαφής, εισάγεται μόνο στην τελευταία πρόταση του άρθρου και δεν συνοδεύεται από καμία επιπλέον εξειδίκευση.

Πραγματικά, αφού αναφερθεί σε διάφορες διχογνωμίες περί του Δεκέμβρη, στην κατακλείδα του το άρθρο επικαλείται ως στοιχείο που αίρει τις διχογνωμίες και τη διασπορά των σημαινόντων –ως στοιχείο που «έχει (αλλά και που δίνει) νόημα»- το ότι «βιώσαμε την αξία του κράτους δικαίου». Ποιοι είναι όμως αυτοί που αντιστοιχούν σε αυτό το πρώτο πληθυντικό;

Για παράδειγμα: η πρόταση

Αντιληφθήκαμε ότι οι πολίτες οφείλουν να μην ανέχονται καμία έκφραση αυθαιρεσίας και τρομοκρατίας, όποιον ιδεολογικό μανδύα και αν φέρουν

εμφανίζεται να μιλάει για το όλον, τη στιγμή που αυτό το όλον είναι κατεξοχήν διχασμένο και μπορεί να νοηθεί κατά δύο έννοιες, οι οποίες είναι όχι μόνο διαφορετικές αλλά αντιτιθέμενες. Χωρίς καμία απολύτως αλλαγή στη διατύπωση, την ίδια αυτή έκφραση θα μπορούσαν κάλλιστα να την είχαν χρησιμοποιήσει οι εξεγερμένοι για να περιγράψουν την πρακτική τους. Πράγματι, η αναίτια δολοφονία του Γρηγορόπουλου αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα έκφρασης αυθαιρεσίας που μπορεί να σκεφτεί κανείς, και υπήρξαν πολλοί πολίτες οι οποίοι αντιλήφθηκαν –και προσπάθησαν να κάνουν και άλλους να αντιληφθούν- ότι οφείλουν να μην ανέχονται την εν λόγω αυθαιρεσία. Αν πούμε ότι όσοι πήραν μέρος στην εξέγερση ήθελαν να θέσουν στο δημόσιο χώρο την απόφασή τους να μην ανέχονται καμία έκφραση αυθαιρεσίας και τρομοκρατίας, η πρόταση αυτή θα είχε επίσης νόημα από κάθε άποψη: θα ήταν μια πρόταση σαφέστατη, την οποία μπορεί να πει κάποιος σε κάποιον άλλο και να συνεννοηθούν χωρίς πρόβλημα και χωρίς ο δεύτερος να τον κοιτάξει με απορία.

Μάλιστα, αν δεν υπήρχαν τα συμφραζόμενα[33], θα ήταν δυνατό να πιστέψει κανείς ότι, στη συγκεκριμένη πρόταση, η καταδίκη «όλων των εκφράσεων αυθαιρεσίας», και ειδικότερα η προσθήκη «όποιον ιδεολογικό μανδύα και αν φέρουν», αποτελεί μια έστω απρόθυμη και γενικόλογη αποστασιοποίηση από τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου. Ούτε γι’ αυτό όμως μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι, και το πιθανότερο είναι ότι μάλλον ο Μαραντζίδης δεν εννοεί αυτό. Διότι γι’ αυτόν η λογική με βάση την οποία ενήργησε ο Κορκονέας δεν φαίνεται να καταγράφεται ως ένας «ιδεολογικός μανδύας» μεταξύ άλλων δυνατών, αλλά μάλλον να εντάσσεται στην «καθολική» και επιδοκιμαστέα αξία του «κράτους δικαίου» της οποίας συνειδητοποιήσαμε τη χρησιμότητα. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι, μεταξύ των ωφέλιμων διδαγμάτων που «έχει νόημα» να κρατήσουμε από το Δεκέμβρη, περιλαμβάνεται το ότι «όταν καταστρέφονται περιουσίες και απειλείται η ανθρώπινη ζωή, διαλύεται ο κοινωνικός ιστός και εκβαρβαριζόμαστε». Όποιος το γράφει αυτό, προφανώς θεωρεί ότι, μέχρι την καταστροφή περιουσιών και τη διατύπωση απειλώνκατά της ανθρώπινης ζωής, δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, επικρατούσε ο πολιτισμός και η αρμονία του κοινωνικού ιστού· τη βαρβαρότητα και τη διάλυση του ιστού την επέφεραν μόνο οι διαμαρτυρίες κατά της δολοφονίας, όχι όμως και η ίδια η δολοφονία, η οποία προφανώς εντάσσεται μεταξύ των φαινομένων τα οποία οι πολίτες οφείλουν να ανέχονται ως θεμιτή συνέπεια του «κράτους δικαίου» ή έστω ως παράπλευρη απώλεια[34].

Ο Μαραντζίδης λοιπόν είναι προφανές ότι στο «εμείς» για το οποίο μιλάει δεν περιλαμβάνει τους πολίτες που πήραν μέρος στις διαμαρτυρίες, αλλά άλλους πολίτες οι οποίοι ως μη ανεκτή αυθαιρεσία θεώρησαν τη δράση αυτών των τελευταίων. (Εκτός βέβαια και αν όσοι πήραν μέρος στις διαμαρτυρίες δεν κρίνονται καν άξιοι να συγκαταλέγονται στο πολιτικό σώμα και θεωρούνται ως μη πολίτες).

Ακόμα και αν δεν το πιστεύει αυτό, όμως, η αξίωσή του να μιλήσει εξ ονόματος όλων των πολιτών δεν μπορεί να είναι πειστική, παρά μόνο με τίμημα από το σύνολο αυτό των πολιτών να εξαιρεθούν κάποιοι που ωστόσο δεν μπορεί να μην ανήκουν σε αυτό. Ο αρθρογράφος ισχυρίζεται ότι κομίζει το «σημείο διαρραφής» το οποίο προσδίδει συνοχή και αδιαφιλονίκητο νόημα στο διαφιλονικούμενο πεδίο των ερμηνειών γύρω από το Δεκέμβρη, (αλλά και στον ίδιο τον κοινωνικό ιστό κατ’ επέκταση), ωστόσο αυτό προσπαθεί να το κάνει χρησιμοποιώντας ως υλικό διατυπώσεις διαρκώς επαμφοτερίζουσες, οι οποίες δεν είναι δυνατό να ερμηνευθούν μονοσήμαντα και να γίνουν αποδεκτές από τους διάφορους αποδέκτες που εγκαλούνται να μετάσχουν σε αυτό, αλλά προσκρούουν σε έντονες αντιρρήσεις.

Ειδικότερα, η επίκληση του κράτους δικαίου δεν επιλύει, αλλά απλώς μεταθέτει το πρόβλημα· όπως είναι λογικά ανεπίλυτη η διαφωνία για το ποιος λέει «επιστημονικοφανείς αερολογίες» και ποιος κατέχει τον πλήρη Λόγο σε σχέση με το Δεκέμβρη, ακριβώς εξίσου ανεπίλυτη –και για τους ίδιους λόγους- είναι η διαφωνία γύρω από το ερώτημα ποιος μιλά εξ ονόματος του κράτους δικαίου. Διότι η απάντηση μπορεί απολύτως νόμιμα να υποστηριχθεί ότι βρίσκεται στην «ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που φαντάζονται» οι επικριτές του Δεκέμβρη –αλλά, πιθανότατα, κατά ειρωνικό τρόπο, και οι «υμνητές» του επίσης: πράγματι, αν αναρωτηθούμε ποιο νόημα έχει ο ίδιος ο όρος που δίνει το νόημα, δηλαδή το «κράτος δικαίου», τότε πιστεύω να συμφωνήσουμε ότι μία από τις πιο βασικές σημασίες του είναι: ένα κράτος όπου όποιος παραβιάζει το νόμο τιμωρείται, και όπου τα κρατικά όργανα δεν εξαιρούνται από αυτή την υποχρέωση λογοδοσίας. Αυτό μας οδηγεί σε ένα συμπέρασμα που ίσως και οι ίδιοι οι πρωτεργάτες του Δεκέμβρη να αντιμετώπιζαν με ανάλογη –αν όχι μεγαλύτερη- αμηχανία: ότι αυτοί ήταν οι υποστηρικτές της έννομης τάξης, τουλάχιστον εξίσου όσο και η αστυνομία.

Στο προτεινόμενο λοιπόν ως ηγεμονικό σχήμα, της έλλειψης/ επιθυμίας για το κράτος δικαίου, ο όρος ο οποίος υποτίθεται ότι κλείνει το ζήτημα είναι ο ίδιος ανοιχτός· η φερόμενη ως απάντηση είναι η ίδια ένα άλλο ερώτημα, μια απορία. Και ακόμα περισσότερο ανοιχτή, ή μάλλον διαφιλονικούμενη, είναι η χρήση του στη συγκεκριμένη περίσταση· εξίσου σωστό θα ήταν να πούμε ότι το «κράτος δικαίου» ως σημαίνον δεν είναι κενό, αλλά υπερπλήρες (από ανταγωνιστικά μεταξύ τους νοήματα).

Πάντως, το γεγονός ότι στο κείμενο η έννοια αυτή εισάγεται μονολεκτικά και χωρίς καμία ειδικότερη διευκρίνιση, σαν να ήταν αυτονόητη, δεν προδιαγράφει από μόνο του την αποτυχία του ηγεμονικού εγχειρήματος. Διότι η ασάφεια και, ακόμα περισσότερο, η κενότητα, όχι μόνο δεν παρεμποδίζει αλλά μπορεί και να ευνοεί την ανάδειξη ενός σημαίνοντος σε ηγεμονικό, αποτελεί ουσιώδες χαρακτηριστικό του:

«Η άρθρωση ενός πολιτικού λόγου [discourse] μπορεί να λάβει χώρα μόνο γύρω από ένα κενό σημαίνον που λειτουργεί ως κομβικό σημείο. Με άλλα λόγια, η κενότητα αποκαλύπτεται τώρα ως μία ουσιώδης ιδιότητα του κομβικού σημείου, ως ένας σημαντικός όρος της δυνατότητας για την ηγεμονική του επιτυχία»[35].

Αν όμως η ασάφεια –μια ορισμένου τύπου ασάφεια- αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση, δεν είναι από μόνη της και ικανή προϋπόθεση: με άλλη διατύπωση, κάθε ηγεμονικό σημαίνον είναι κενό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οποιοδήποτε κενό σημαίνον καθίσταται αυτόματα ηγεμονικό. Εκτός από την (καλώς νοούμενη) κενότητα, υπάρχουν και άλλες προϋποθέσεις, οι οποίες εν προκειμένω δεν φαίνεται να συντρέχουν.

Αν κάθε λόγος για το Πολιτικό –και κάθε λόγος γενικά- κατά μία έννοια συγκροτείται μέσα από μια «αναγκαία αποτυχία», αυτή εδώ είναι μια μη αναγκαία αποτυχία, ή, με άλλα λόγια, μια αποτυχία που οφείλεται πρωτίστως σε αίτια όχι σημειολογικής, αλλά πραγματολογικής τάξεως.

Και το βασικότερο απ’ αυτά τα αίτια είναι ότι ο λόγος αυτός αρνείται σκανδαλωδώς να συμπεριλάβει τον αντίπαλο στο εσωτερικό του, αποφεύγει προκλητικά να βρει την παραμικρή θέση όπου να εκπροσωπούνται τα αιτήματα, οι επιθυμίες, οι φόβοι, ο πόνος, οποιοδήποτε στοιχείο εκείνων επί των οποίων τίθεται ζήτημα να ηγεμονεύσει. Αυτή η μικροψυχία και η εκδικητικότητα του στερεί οποιαδήποτε πιθανότητα αποδοχής, και χωρίς μια στοιχειώδη αποδοχή δεν υπάρχει ηγεμονία.

Για να το εκφράσουμε με τα λόγια του Κινέζου θεωρητικού του πολέμου Σουν Τζου, ο καλός στρατηγός φροντίζει, όταν περικυκλώνει ένα στράτευμα, να αφήνει ελεύθερο ένα άνοιγμα ώστε ο εχθρός να μπορεί να υποχωρήσει· διότι αν δεν το κάνει, τότε ο εχθρός, μη έχοντας άλλη διέξοδο, θα αγωνιστεί με όλες του τις δυνάμεις[36]. Οι Καλύβας και Μαραντζίδης δεν αφήνουν κανένα τέτοιο άνοιγμα, κανένα περιθώριο για συνεννόηση· η επίθεσή τους είναι καταιγιστική, κατατείνει στην ολοκληρωτική συντριβή και απόρριψη του αντιπάλου.

Μπορούμε να σκεφτούμε τουλάχιστον δύο δυνατές εξηγήσεις γι’ αυτό:

α) Απλούστατα δεν είναι καλοί στρατηγοί, δεν έχουν σκεφτεί αυτό το ενδεχόμενο· η επίθεσή τους κινητοποιείται μόνο από την ακατανίκητη τάση να αποφορτίσουν την έντονη απέχθεια και οργή που τους προκαλεί ο Δεκέμβρης, χωρίς να τους απασχολεί το τι θα γίνει μετά.

β) Το έχουν σκεφτεί και αδιαφορούν, ή μάλλον το προτιμούν, ως μια «στρατηγική της έντασης», μια φυγή προς τα εμπρός, διότι εκτιμούν ότι η υπεροπλία τους είναι τέτοια που τους επιτρέπει να συντρίψουν τους εχθρούς ακόμα και αν αυτοί αγωνιστούν όλες τους τις δυνάμεις και «εξαντλήσουν τα πυρομαχικά τους».

Η εκτίμηση αυτή είναι φυσικά αστάθμητη· δεν μπορούμε να ξέρουμε εκ των προτέρων αν θα επιβεβαιωθεί στη σύγκρουση. Πάντως, είτε το πρώτο συμβαίνει είτε το δεύτερο, ή οποιοσδήποτε συνδυασμός τους, δεν φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό το σημείο διαρραφής που προτείνουν να αναδειχθεί σε καθολικά ηγεμονικό σημαίνον στο εσωτερικό της «επιστημονικής κοινότητας» είτε, πολύ περισσότερο, της κοινωνίας γενικά. Εκτός βέβαια και αν δεν επιδιώκουν καν αυτό, αλλά σε πρώτη φάση αρκούνται σε ένα στόχο αντίστοιχο με την επιλογή Σαμαρά: να κατακτήσουν την ηγεμονία στο εσωτερικό του στρατοπέδου της αντιεξέγερσης, και όχι στο σύνολο της κοινωνίας.


Η άλλη απειλή

Τα ίδια λέγαν και πολλοί προοδευτικοί.
Παράξενο δεν ήταν.
Η σύμβασή τους διαισθάνθηκε σ’ αυτόν
μιαν άλλη απειλή.
Διονύσης Σαββόπουλος, Μακρύ Ζεϊμπέκικο για τον Νίκο[37]

Όπως είδαμε ως τώρα σε αυτό το πρώτο μέρος, οι Καλύβας και Μαραντζίδης, είτε χωριστά είτε από κοινού, έχουν ήδη πραγματοποιήσει ένα ασυνήθιστα μεγάλο πλήθος δημόσιων παρεμβάσεων για το ζήτημα του Δεκέμβρη.

Στις παρεμβάσεις αυτές, είναι εξαιρετικά σαφές το διαθετικό (affective) περιεχόμενο, αλλά όχι τόσο το νοητικό. Προκύπτει με βεβαιότητα ότι για όσα έγιναν το Δεκέμβρη οι συγγραφείς αισθάνονται αποστροφή, οργή, εκνευρισμό, ενίοτε και περιφρόνηση. Από αυτά, όπως είναι φυσικό, προκύπτει μία επιθυμία αντίκρουσης και πολεμικής, τόσο απέναντι σε όσους δεν συμμερίζονται αυτά τα συναισθήματα (οι οποίοι πάντως σχεδόν ποτέ δεν κατονομάζονται), όσο και απέναντι στα γεγονότα αυτά καθαυτά. Αυτό που δεν προκύπτει με τόση ευκρίνεια, όμως, από τις αντικρούσεις αυτές, είναι κάποια στοιχειωδώς συνεκτική και θετική τοποθέτηση (αν εξαιρέσουμε τη συνθηματολογική προβολή του «κράτους δικαίου»).

Ωστόσο, αν είναι έτσι, ακριβώς γι’ αυτό το λόγο εγώ θεωρώ ακόμα πιο ενδιαφέρον να θέσουμε το ερώτημα: τι ακριβώς επιτελεί αυτή η πληθωρική δημόσια αρθρογραφία; Τι είναι αυτό που πυροδοτεί αυτή την ακατάσχετη επιθυμία απάντησης;

Στο γνωστό ανέκδοτο με το «σπασμένο τσουκάλι», το οποίο χρησιμοποίησα προηγουμένως (ακολουθώντας τον/ την Radical Desire) ως αναλογία για τα λεγόμενα από τους δύο αρθρογράφους, ο μπερδεμένος πρωταγωνιστής του προβάλλει όλες αυτές τις ασύμβατες ενστάσεις προκειμένου να αποκρούσει το, παρόλα αυτά αναπότρεπτο, συμπέρασμα ότι το σκεύος που του δάνεισαν είχε ένα ράγισμα όταν το επέστρεψε. Εδώ τι είναι αυτό που ράγισε; Τι οδηγεί τους συγγραφείς να επανέρχονται κάθε τόσο μόνο και μόνο για να ξαναπούν για πολλοστή φορά το ίδιο πράγμα, να δικαιώσουν τον εαυτό τους ξαναδιατυπώνοντας ως «απολογισμό κατά την πρώτη επέτειο» το ίδιο συμπέρασμα που είχαν ήδη διατυπώσει όταν έγιναν (σχεδόν πριν καν γίνουν) τα γεγονότα, να βεβαιώσουν –και να βεβαιωθούν- ότι «όσα είπαμε ισχύουν», με το άγχος κάποιου που ξέρει ότι έχει κλείσει το μάτι της κουζίνας αλλά παρόλα αυτά ξαναγυρίζει για να σιγουρευτεί ότι είναι κλειστό, διαρκώς αμφιβάλλοντας, διερωτώμενος μήπως το ξέχασε;

Το ερώτημα αυτό θα μας απασχολήσει στη συνέχεια του άρθρου.

Οι Δύο Δεκέμβρηδες

Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Στάθης Καλύβας και ο Νίκος Μαραντζίδης δημοσίευσαν για πρώτη φορά τις απόψεις τους για την εξέγερση-μη εξέγερση σε ένα κοινό τους άρθρο στο Βήμα της 28/12/2008, με τίτλο «Τα Δεκεμβριανά ως φάρσα».

Αυτό που είναι αξιοσημείωτο στην πρώτη αυτή παρέμβαση, είναι ότι, ήδη από την πρώτη της φράση, εντοπίζει με μεγάλη σαφήνεια και χωρίς περιστροφές τι ακριβώς είναι αυτό που ενοχλεί τους συγγραφείς: είναι η συσχέτιση του Δεκεμβρίου του 2008 με εκείνον του 1944.

Η αρχή του άρθρου δεν μιλάει ούτε για το Γρηγορόπουλο, ούτε για τον Κορκονέα, ούτε για τις σπασμένες βιτρίνες, αλλά αναδεικνύει ως πρόβλημα το εξής:

Πληθαίνουν οι φωνές όσων βρίσκουν σημαντικές αναλογίες ανάμεσα στα «δεκεμβριανά» του 1944 και τα πρόσφατα γεγονότα, που ξεκίνησαν στις 6 Δεκεμβρίου.

Οι φωνές αυτές δεν προέρχονται μόνο από ακτιβιστές της άκρας αριστεράς, που φαντασιώνονται ότι ήλθε η ώρα να συμμετάσχουν επιτέλους στη «μεγάλη βραδιά», τη λαϊκή εξέγερση που θα κατασπαράξει την ντόπια μπουρζουαζία και θα γίνει παράδειγμα προς μίμηση στην Ευρώπη και, γιατί όχι, στον κόσμο ολόκληρο.

Ορισμένοι, υποτίθεται, σοβαροί αναλυτές αισθάνονται την ανάγκη να διαπιστώσουν κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα στα δύο γεγονότα.

Από μια άποψη θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουμε να κάνουμε πράγματι με μια επανάληψη των «δεκεμβριανών», αλλά στην εκδοχή της φάρσας:

Και μετά την άνω και κάτω τελεία, ακολουθεί μια απαρίθμηση των αιτιών για τις οποίες τα «πρώτα» Δεκεμβριανά ήταν γνήσια ενώ τα «δεύτερα» παρωδία. Έχουμε δηλαδή εδώ μια πρώτη ήδη χρήση του σχήματος «αλλού/ άλλοτε οι εξεγέρσεις είναι καλύτερες, πιο γνήσιες –αυτή εδώ είναι ατελής μίμηση» που είδαμε στη συνέχεια να εφαρμόζεται και στην περίπτωση του Μάη του 68 στη Γαλλία ή των μαύρων στις ΗΠΑ.

Τα περιεχόμενα αυτού του καταλόγου έχουν το ενδιαφέρον τους. Επίσης, αξιοπρόσεκτο είναι ότι στην αναφορά αυτή γίνεται μία ιεράρχηση ή, πάντως, μία κλιμάκωση σε δύο βαθμίδες: στη μία εντάσσονται οι ακτιβιστές της άκρας αριστεράς, στην άλλη οι [υποτίθεται] σοβαροί αναλυτές. Και εδώ, για καμία κατηγορία εκ των δύο δεν αναφέρεται κάποιο παράδειγμα (ή, πολύ περισσότερο, παράθεμα) για το ποιοι ακριβώς, πού, πώς εξέφρασαν αυτές τις φαντασιώσεις ή διαπιστώσεις. Έχουμε μόνο την καρικατούρα τους, η οποία μάλιστα είναι ιδιαίτερα αδέξια και σχεδόν τερατολογική (κανείς, ακόμα και στην άκρα αριστερά, δεν χρησιμοποιεί πλέον τον όρο «μπουρζουαζία» εδώ και δεκαετίες, ενώ το τελείως απίθανο ρήμα «κατασπαράζω», το οποίο δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ με σοβαρή πρόθεση στο πλαίσιο οποιουδήποτε κινηματικού λόγου, προσθέτει μία αποικιοκρατική πινελιά, εφόσον εμφανίζει τους ακτιβιστές ως κανιβάλους –αν όχι ως σαρκοβόρα ζώα).

Στα στοιχεία αυτά θα επανέλθω στη συνέχεια. Εδώ θα μας απασχολήσει κυρίως η ίδια η σύγκριση. Σε αυτήν, βλέπουμε ότι εξ αρχής το κοινό αυτό άρθρο ιεραρχεί ως σημαντικότερο να ασχοληθεί όχι με τα γεγονότα, (τα οποία ενόσω γράφεται εξελίσσονται ακόμα: η ημερομηνία δημοσίευσης είναι μόλις τρεις εβδομάδες μετά το φόνο του Γρηγορόπουλου), αλλά με μία ενδεχόμενη ερμηνεία τους. Μια ερμηνεία με την οποία οι συντάκτες επιλέγουν να αναμετρηθούν από τις στήλες του Βήματος, και άρα να της προσδώσουν έτσι κύρος, υπόσταση και ακροατήριο κατά τεκμήριο μεγαλύτερο από αυτό που μέχρι τότε είχε –εάν είχε.

Σημειολογικά, η θέση δύο υπογραφών κάτω από ένα άρθρο, και μάλιστα ένα άρθρο σχετικά σύντομο, το οποίο δεν παρουσιάζει φερ’ ειπείν τα συμπεράσματα κάποιας επιστημονικής έρευνας στην οποία να συμμετείχαν περισσότεροι ώστε να πρέπει να αναφερθούν τα ονόματα όλων, αποτελεί εμφανώς μια χειρονομία με συμβολικό βάρος η οποία του προσδίδει χαρακτήρα μανιφέστου –ας πούμε είναι κάτι σαν ένα «κείμενο συλλογής υπογραφών σε μικρογραφία».

Ένα στοιχείο που εντείνει το χαρακτήρα αυτό, είναι ότι υπάρχει ένα προηγούμενο.

Όπως φαντάζομαι ότι ξέρουν οι περισσότεροι αναγνώστες, αυτοί οι ίδιοι δύο αρθρογράφοι εμφανίστηκαν θορυβωδώς στη δημόσια σκηνή της ελληνικής διανόησης προ ολίγων ετών, με ένα άλλο συνυπογεγραμμένο άρθρο υπό μορφή μανιφέστου: το πολυσυζητημένο άρθρο τους σε εφημερίδα του ίδιου εκδοτικού συγκροτήματος, με το οποίο αυτοχρίσθηκαν ως οι επικεφαλής του «νέου κύματος στη μελέτη της ιστορίας του ελληνικού εμφυλίου»[38], και το οποίο πυροδότησε μια ολόκληρη διαμάχη η οποία συνεχίζεται και μέχρι σήμερα. Εξ όσων γνωρίζω, αυτά είναι τα μόνα δύο θέματα για τα οποία προσέφυγαν στη συγκεκριμένη μέθοδο κοινής δημόσιας παρέμβασης.

Όλα αυτά δείχνουν ότι οι εκπρόσωποι των «νέων τάσεων» απέδωσαν εξ αρχής μεγάλη σημασία στο ζήτημα, αισθάνθηκαν ότι εγκαλούνται από το Δεκέμβρη και ότι υπάρχει μια επείγουσα ανάγκη να αντιδράσουν.

Η αίσθησή τους αυτή είναι τελείως δικαιολογημένη, θα ισχυριστώ δε ότι στην ουσία δεν πρόκειται καν για δύο περιπτώσεις, αλλά το δεύτερο μανιφέστο είναι συνέχεια και συμπλήρωση του πρώτου. Ορθότερα, είναι προσπάθεια διάσωσης του πρώτου –και του συνακόλουθου εγχειρήματος στο σύνολό του- το οποίο το Δεκέμβρη προσέκρουσε σε ένα όριο. Θα ισχυριστώ δηλαδή ότι ο Δεκέμβρης του 2008 για τους δύο συντάκτες υπήρξε μία συνάντηση με το Πραγματικό, με κάτι αναπάντεχο για το οποίο δεν προβλεπόταν κάποια υποδοχή στο σχήμα τους και στη συμβολική του οργάνωση, και μάλιστα κάτι που διαψεύδει το σχήμα αυτό και το απειλεί με κατάρρευση. Από αυτή την άποψη, η πληθωρική τους παραγωγή λόγου γύρω από το Δεκέμβρη δεν είναι τίποτε άλλο από τη διαρκή προσπάθεια συμβολοποίησης του τραύματος, διευθέτησής του σε μια νέα καθησυχαστική αφήγηση, η οποία προσπάθεια διαρκώς αποτυγχάνει και (γι’ αυτό ακριβώς) διαρκώς ανανεώνεται, επειδή αποτελεί μία προσπάθεια πυρόσβεσης η οποία χρησιμοποιεί τα ίδια υλικά που προκάλεσαν την ανάφλεξη.

Στη συνέχεια του κειμένου θα εξηγήσω με ποια έννοια το ισχυρίζομαι αυτό, ποιο ακριβώς ήταν αυτό το σχήμα και ποιο το ρήγμα που επήλθε.

Αυτά παλιά κι άλλα καινούρια

Για να το δούμε αυτό, θα ήταν προηγουμένως απαραίτητο να εξετάσουμε σε τι ακριβώς συνίστατο η καινοτομία που κόμισαν στη μελέτη της ιστορίας οι φερόμενες ως «νέες τάσεις».

Σύμφωνα με τα ίδια τα λεγόμενα όσων λάνσαραν τη σχετική θεωρία, η καινοτομία αυτή δεν ήταν ούτε μία, ούτε δύο, αλλά αναλύεται σε έναν ολόκληρο κατάλογο δέκα σημείων.

Σύντομα μετά, όμως, στον πυκνό διάλογο που ακολούθησε, υποστηρίχθηκε ότι τα δέκα αυτά σημεία ήταν στην πραγματικότητα μόνο δύο.

Για να μην επαναλαμβάνουμε συζητήσεις που έχουν ήδη γίνει, εδώ θα παραθέσω απλώς τα λόγια που είχε χρησιμοποιήσει τότε ο Ηλίας Νικολακόπουλος σε σχετικό άρθρο του:

Από τα δέκα όμως αυτά σημεία τουλάχιστον τα μισά αποτελούν προφανή προαπαιτούμενα οποιασδήποτε ιστορικής έρευνας και συγκαταλέγονται στις στοιχειώδεις γνώσεις που οφείλει να έχει ένας πρωτοετής φοιτητής (η «αποφόρτιση και αποστασιοποίηση», η «αποφυγή ηρωοποίησης και δαιμονοποίησης», η αναγκαιότητα το ιστορικό έργο να μην υπηρετεί τη «μία αλήθεια», το ξεπέρασμα των «απλουστευτικών εννοιολογικών σχημάτων» και η αναφορά σε «ευρύτερα θεωρητικά και συγκριτικά πλαίσια»). Επομένως, η απολύτως περιττή συμπερίληψή τους στον προτεινόμενο δεκάλογο ή έγινε για να προσδώσει κύρος σε κάποια άλλα αμφιλεγόμενα σημεία ή (ακόμη χειρότερα) υπονοεί έμμεσα την απόρριψη κάποιων άλλων ιστορικών μελετών.[39]

Οι «δύο μόνον θέσεις» τις οποίες κρατάει ως πραγματικά νέες ο Νικολακόπουλος αφορούν, η πρώτη «την χρονολογική έναρξη του εμφυλίου πολέμου, την οποία οι συγγραφείς τοποθετούν στα χρόνια της κατοχής και ειδικότερα το 1943 και η δεύτερη το φαινόμενο της ‘πολιτικής βίας’, η οποία, στην εκδοχή της ως εαμική τρομοκρατία (‘κόκκινη βία’), φαίνεται να ερμηνεύει για τους συγγραφείς την ανάπτυξη της συνεργασίας με τις κατοχικές δυνάμεις» (ό.π.).

Η παρατήρηση είναι κατά βάση ορθή, αλλά για τις ανάγκες της παρούσας πραγμάτευσης θα θεωρήσω από τη μεριά μου ότι οι δύο αυτές θέσεις στην ουσία συνιστούν μία. Παρόλα αυτά, οι καινοτομίες είναι πράγματι δύο –ή ίσως μιάμιση, δηλαδή ενέχουν ένα κλασματικό (fractal) στοιχείο. Αυτή που εγώ ορίζω ως δεύτερη, δεν περιλαμβάνεται σε κάποιο συγκεκριμένο εκ των 10 σημείων, αλλά παράγεται από την ίδια τη χειρονομία της διατύπωσής τους, και τελικά είναι ζήτημα κριτηρίων αν θα αποφασίσει κανείς να την χαρακτηρίσει καινοτομία ή όχι. Ειδικότερα, ο χαρακτηρισμός αυτός θα εξαρτηθεί από την απάντηση στο ερώτημα αν η επανάληψη του ιδίου μπορεί κάποτε να παράγει κάτι καινούριο.

Για να εκφράσω το ίδιο με άλλα λόγια: από την καθαρά επιστημονική άποψη, (στην οποία πάντως, δεν πρέπει να ξεχνάμε, ενδιαφέρονται να εντάξουν την παρέμβασή τους οι δύο εισηγητές της θεωρίας –και μάλιστα με αξιώσεις κανονιστικές/ ηγεμονικές), οι «νέες τάσεις» πράγματι δεν κομίζουν κάποια νέα ιστορική γνώση με τη στενή έννοια. Π.χ. δεν φέρνουν στο φως κάποια περιστατικά τα οποία ως τώρα να ήταν άγνωστο ότι συνέβησαν. Βέβαια επικαλούνται εμφατικά υπέρ αυτών νέες μεθόδους με τις οποίες υποτίθεται ότι πραγματεύονται το ήδη υπάρχον, ή παρεμφερές με αυτό, υλικό. Η μεθοδολογική και θεματολογική ανανέωση είναι κάτι που κατέχει σημαντική θέση στον δεκάλογο και διατυπώνεται διάσπαρτα σε αρκετά από τα σημεία του[40].

Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε σύντομα. Πάντως προς το παρόν κρατάμε ότι οι νέες τάσεις δεν οδήγησαν στο να πληροφορηθούμε γεγονότα τα οποία δεν είχαμε υπόψη μας προηγουμένως (ούτε οι ίδιες το ισχυρίζονται αυτό), αλλά κυρίως συνίστανται σε ανασημασιοδότηση γνωστών γεγονότων, στην αντιμετώπισή τους υπό νέα οπτική (όπως υποδηλώνει και η χρήση του όρου «φρέσκια ματιά»).

Ακόμα και αυτές οι νέες σημασίες, ήταν ενίοτε παλιές. Το επισημαίνει και αυτό ο Νικολακόπουλος, καθώς και άλλοι σχολιαστές, και, από άποψη περιεχομένου, έχουν δίκιο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει εμείς να πέσουμε στο αντίστοιχο σφάλμα με εκείνο των Καλύβα-Μαραντζίδη όσον αφορά το Δεκέμβρη και να θεωρήσουμε ότι με τη χειρονομία τους «δεν συνέβη τίποτα». Καμιά φορά οι «παλιές», οι ήδη υπάρχουσες, σημασίες μπορεί να είναι νέες κατά μία άλλη έννοια, ή να παράγουν οι ίδιες επιτελεστικά νέα γεγονότα, με την πράξη της προβολής τους και όχι με το περιεχόμενό τους.

Υπ’ αυτή την οπτική, υποστηρίζω ότι η διαμάχη δεν είναι καθαυτό επιστημονική, αλλά αφορά κυρίως την πολιτική της επιστήμης. Χρησιμοποιώ εδώ τον όρο πολιτική και με τις δύο έννοιες που έχει στα αγγλικά, δηλαδή τόσο με την έννοια του politics όσο και με την έννοια του policy. Η οποία έννοια του policy ως γνωστόν χρησιμοποιείται (μεταξύ άλλων και) στο χώρο του μάρκετιγκ. Πράγματι, θεωρώ ότι η επιστημονική πολιτική των Καλύβα-Μαραντζίδη έχει ένα στοιχείο μάρκετιγκ, μία σημαντική διάσταση «πλασαρίσματος». Ένδειξη του γεγονότος αυτού είναι και το ότι όλα αυτά τα χρόνια φαίνεται να έχουν αφιερώσει εξίσου μεγάλο, αν όχι και μεγαλύτερο, μέρος του χρόνου και της ενέργειάς τους στην προβολή του όποιου έργου τους, ή, συνηθέστερα, της γνώμης που οι ίδιοι έχουν για το έργο τους και για το έργο άλλων (μέσα από αρθρογραφία σε εφημερίδες, δημόσιες εμφανίσεις και ανακοινώσεις και ανάλογου τύπου παρεμβάσεις) όσο και στην ίδια την καθαυτό ερευνητική δραστηριότητά τους.

Με αυτό δεν θέλω να πω ότι η επιστημονική τους δραστηριότητα και συμβολή είναι ένα «τίποτα», ή μάλλον, ίσως είναι, αλλά υπό τον όρο να προσθέσουμε αμέσως τη διευκρίνιση ότι αυτό ακριβώς το τίποτα είναι κάτι.

Στο σύντομο διήγημα του αμερικανού συγγραφέα Αλ Νουσμπάουμ με τον τίτλο The one who got away[41], ένας τελωνειακός έχει βάλει στο μάτι έναν τύπο που επανειλημμένα διασχίζει τα σύνορα των ΗΠΑ προς το Μεξικό με ένα κίτρινο ανοιχτό αμάξι και, χωρίς να καταγράφεται πουθενά επιστροφή του και διάβαση των συνόρων προς την αντίθετη κατεύθυνση, μετά από λίγο εμφανίζεται ξανά με το ίδιο κίτρινο αμάξι να οδεύει προς την Τιχουάνα. Οι τελωνειακοί, σίγουροι ότι κάθε φορά επιστρέφει από μη φυλασσόμενο σημείο μεταφέροντας λαθραία εμπορεύματα, σταματάνε και ψάχνουν το αυτοκίνητο, το κάνουν φύλλο και φτερό, βγάζουν ένταλμα εναντίον του και κάνουν έρευνα κατ’ οίκον, αλλά δεν ανακαλύπτουν το παραμικρό. Στο τέλος, αποδεικνύεται ότι αυτό το οποίο διακινούσε ο ύποπτος ήταν το ίδιο το αυτοκίνητο, ή μάλλον πολλά διαφορετικά αλλά πανομοιότυπα αυτοκίνητα στα οποία έβαζε τις ίδιες πινακίδες, πήγαινε και τα πουλούσε στο Μεξικό και μετά επέστρεφε με τα πόδια έχοντας πάντα επάνω του τις πινακίδες για να φέρει το επόμενο.

Στην ιστορία αυτή, θα ήταν ενδιαφέρον να θέσουμε το ερώτημα: το αυτοκίνητο με το οποίο διακινείται –και το οποίο ταυτόχρονα διακινεί- ο λαθρέμπορος, είναι άραγε το ίδιο ή άλλο κάθε φορά; Από την οπτική του σημαίνοντος, δηλαδή των πινακίδων κυκλοφορίας και γενικά της ληξιαρχικής καταγραφής του στα κατάστιχα της αστυνομίας (police), ήταν το ίδιο –ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν στους τελωνειακούς, και αυτό έχει σημασία. Γι’ αυτό και δεν τον συνέλαβαν. Στα μάτια των πελατών του, όμως, ήταν άλλο κάθε φορά, γι’ αυτό και το (τα) αγόραζαν.

Δεν επρόκειτο δηλαδή για τη σχέση μιας «κρυμμένης (νέας) ουσίας» προς μια «παλιά μορφή», ούτε το αντίστροφο· τόσο το νέο, όσο και το παλαιό ήταν εξίσου στην επιφάνεια, απλώς με διαφορετικό τρόπο. Η εμφάνιση του αυτοκινήτου ήταν η ουσία του, δεν υπήρχε κάποιο κρυμμένο περιεχόμενο στο βάθος· κι ωστόσο, κάτι νέο διακινούνταν. Απλώς η κρίσιμη σημασία αυτού του νέου δεν ήταν εκεί που κοιτούσαν οι τελωνειακοί, αλλά αλλού, και συγκεκριμένα στην ίδια την πράξη της εκφοράς (εν προκειμένω, της μεταφοράς) θεωρούμενης ως καθαρού μέσου χωρίς σκοπό[42].

Κατ’ ανάλογο τρόπο, η ιστορική γνώση που διακινούν οι Καλύβας-Μαραντζίδης, σημειολογικά είναι πράγματι ίδια με άλλες που έχουν υποστηριχθεί στο παρελθόν, και μάλιστα, είναι αυτή που συγκροτούσε την επίσημη κρατική αλήθεια μέχρι το 1974[43]. Και παρόλα αυτά, το εμπόρευμα που πλασάρει η διακίνηση της αλήθειας αυτής κάθε επόμενη φορά είναι κάτι άλλο· συγκροτεί άλλου τύπου σχέσεις και οργανώνει διαφορετικά το πεδίο τους.

Για να έβλεπε αυτό το άλλο, ο τελωνειακός θα έπρεπε να στρέψει αλλού το βλέμμα, να κοιτάξει αλλιώς τη δραστηριότητα της διακίνησης, από μια άλλη οπτική γωνία. Το ίδιο θα πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Ή, ακόμα καλύτερα, εμείς θα πρέπει να μην κοιτάξουμε καθόλου σαν τελωνειακοί· θα πρέπει να σκεφτούμε όχι από την οπτική της αστυνόμευσης των συνόρων με όρους gate keeping, αλλά από την οπτική της διάβασής τους, της διακίνησης. Και να κοιτάξουμε επίσης τι εισπράττουν από αυτή τη διακίνηση, από αυτό το μάρκετιγκ, οι αποδέκτες του. Διότι, πράγματι, θα ήταν αρκετά εύκολο, και δελεαστικό, να οχυρωθούμε πίσω από την ταύτιση του λεκτικού περιεχομένου και να πούμε ότι οι νέες τάσεις στη μελέτη του εμφυλίου «δεν αμφισβητούν τις νεοελληνικές αξίες» και είναι «πιστή έκφραση της κουλτούρας πριν τη μεταπολίτευση». Ωστόσο, αυτό δεν εξαντλεί το θέμα, αν μη τι άλλο διότι η λειτουργία μιας απόφανσης η οποία εξαγγέλλεται δημόσια δεν εξαντλείται στο λεκτικό της περιεχόμενο· για να την αντιληφθούμε, πρέπει να δούμε όχι μόνο τι λένε αυτοί, αλλά και τι ακούνε οι άλλοι, αυτοί στους οποίους απευθύνεται, ή, ακόμα περισσότερο, αυτοί που την ακούνε χωρίς να ήταν στην πρόθεση των ομιλητών να απευθυνθούν σε αυτούς. Το αποτέλεσμα που παράγεται στα μυαλά όλων αυτών είναι κάτι απρόβλεπτο, που δεν μπορούμε να το συναγάγουμε μόνο από το κείμενο.

Η αμφισβήτηση της μεταπολίτευσης

Ισχυρίζομαι λοιπόν ότι το νέο στοιχείο που παρήγαγε η παρέμβαση των Καλύβα-Μαραντζίδη στο ζήτημα του εμφυλίου είναι το ίδιο με αυτό που είδαμε να προσπαθούν εκβιαστικά να προσδώσουν στα λεγόμενά τους σχετικά με το Δεκέμβρη, ώστε να μπορούν συνακόλουθα να διεκδικήσουν το ρόλο του θύματος –αυτού που, όπως ο Ιησούς, απειλείται και υποφέρει επειδή λέει την ενοχλητική αλήθεια: είναι το στοιχείο της αμφισβήτησης.

Για να πειστούμε γι’ αυτό, θα αρκούσε απλώς να διαβάσουμε, και να πάρουμε κατά γράμμα, όσα λένε οι ίδιοι κατά τις προαναφερθείσες πληθωρικές συμμετοχές τους στις δημόσιες πολεμικές. Επιλέγω προς τούτο το εξής χαρακτηριστικό απόσπασμα:

H πλευρά αυτή (ενν. μια μερίδα της πανεπιστημιακής και παρα-πανεπιστημιακής αριστεράς –σημ. Α.Γ.) προσπαθεί να αναπαλαιώσει και να συντηρήσει μιαν εκδοχή της ιστορικής μνήμης του Εμφυλίου που έχει αναδειχθεί ένα είδος καθεστωτικής ιδεολογίας της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Πρόκειται για μιαν ασπρόμαυρη ερμηνεία που αποτελείται από ήρωες και προδότες, μάρτυρες και εκτελεστές, θύματα και θύτες, χωρίς αποχρώσεις[44].

Εδώ λοιπόν, όπως και σε άλλα ανάλογα χωρία, βλέπουμε ότι αυτό που κυρίως απασχολεί τον συντάκτη δεν είναι η επιστήμη, ούτε η επιστημολογία. Το άρθρο αυτό δεν ασχολείται με τη δημοσίευση ή την ερμηνεία ιστορικών πηγών, την προβολή ή την αντίκρουση ερμηνειών κ.ο.κ. Ρητό αντικείμενό του είναι η ιδεολογία, και μάλιστα αυτή την οποία με πολεμικό τόνο χαρακτηρίζει «καθεστωτική», και η ταξινόμηση διαφόρων μερίδων της πανεπιστημιακής διανόησης –αλλά και της ελληνικής κοινωνίας συνολικά- με αυτήν ως κριτήριο. Μάλιστα, η καθεστωτική αυτή ιδεολογία αφορά ακριβώς την ίδια έννοια-κλειδί που είδαμε να χρησιμοποιείται, και να δέχεται ανάλογα πυρά, στην πολεμική κατά των «δεύτερων [ψευδο]δεκεμβριανών»: τη μεταπολίτευση (η «μεταπολιτευτική Ελλάδα») και τις αξίες της.

Τι ακριβώς εννοούν με τον όρο αυτό οι συγγραφείς;

Ας μου επιτραπεί να το διατυπώσω με δικά μου λόγια: η «μεταπολίτευση» είναι το κωδικό όνομα που χρησιμοποιείται στο λόγο τους για να περιγράψει το συμβιβασμό που εδραιώθηκε στην ελληνική κοινωνία κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 70 όσον αφορά τη διαχείριση της μνήμης της ένοπλης έκφρασης του κοινωνικού ανταγωνισμού κατά τη δεκαετία του 40 –και άρα, αναπόφευκτα, τη συνέχιση της διεξαγωγής αυτού του ανταγωνισμού. Ένα συμβιβασμό στον οποίο συνέβαλαν καθοριστικά και οι ιστορικές αφηγήσεις όλου του προηγούμενου διαστήματος, (είτε της «επίσημης», επιστημονικής ιστορίας είτε της αυθόρμητης-ερασιτεχνικής καταγραφής μαρτυριών, απομνημονευμάτων, δημοσιογραφικών ερευνών κ.ο.κ.), και ο οποίος καθόρισε και μετασχημάτισε με τη σειρά του το πλαίσιο των εν λόγω αφηγήσεων για το επόμενο διάστημα.

Ο συμβιβασμός αυτός προέβλεπε ότι η αριστερά παύει πλέον να είναι απόβλητη, όπως συνέβαινε μέχρι τότε, και αποκτά μια αποδεκτή θέση εντός του έθνους, και μάλιστα με αυξημένη αίγλη. Η αίγλη αυτή άλλωστε ήταν ευθέως ανάλογη ακριβώς αυτής της θέσης αποκλεισμού στην οποία βρισκόταν μέχρι τότε. Ειδικότερα, η αποκατάσταση αυτή συνδέθηκε με μία νέα, τροποποιημένη αφήγηση για το πρόσφατο τότε παρελθόν του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, την εξής:

  1. Τη δεκαετία του 40, η αριστερά αγωνίστηκε από τη θέση του αδυνάτου για ευγενικούς σκοπούς και ιδανικά. Τα ιδανικά αυτά μάλιστα ήταν το ίδιο το έθνος: η αριστερά προασπίστηκε το έθνος αντιστεκόμενη στον Γερμανό εισβολέα.
  2. Κατά τους αγώνες της αυτούς η αριστερά είχε απώλειες και θυσίες, οι οποίες αξίζουν σεβασμό.
  3. Μετά την ολοκλήρωση της ένδοξης «εθνικής αντίστασης» (η οποία υπενθυμίζω ότι τότε αρχίζει να καθιερώνεται ως όρος, με αποκορύφωμα την διά νόμου «αναγνώρισή» της το 1981), στην οποία μετείχε ολόκληρο το έθνος με την εξαίρεση ολίγων προδοτών, ακολούθησε ο εμφύλιος, ο οποίος ήταν μια άσχημη παρένθεση για την οποία φταίνε όλοι, αλλά κυρίως οι ξένοι· πάντως τώρα καλά θα κάνουμε να τον ξεχάσουμε και –κυρίως- να τον αποφεύγουμε στο μέλλον. Ας επικεντρωθούμε σε όσα μας ενώνουν[45].

Τα δύο σημεία στα οποία ισχυρίστηκα προηγουμένως (τροποποιώντας λίγο το σχήμα του Νικολακόπουλου) ότι συνοψίζονται οι «νέες τάσεις στη μελέτη του εμφυλίου», έρχονται να αμφισβητήσουν όλα τα ανωτέρω συστατικά του συμβιβασμού τού 74, ένα προς ένα. Αλλιώς διατυπωμένο, το «νέο» στις νέες τάσεις συνίσταται στο ότι, απέναντι στην αμφισβήτηση της μεταπολίτευσης με την υποκειμενική έννοια της γενικής, έρχονται να αντιπαραθέσουν επίσης την αμφισβήτηση της μεταπολίτευσης, αλλά με την αντικειμενική έννοια αυτή τη φορά: έρχονται να αμφισβητήσουν την μεταπολίτευση, εμφανίζοντάς την για πρώτη φορά ως καθεστωτική ιδεολογία.

Υπό άλλες συνθήκες, το ερώτημα αν η έναρξη ενός πολέμου πρέπει να τοποθετηθεί σε μια συγκεκριμένη χρονολογία ή σε μία άλλη τρία χρόνια αργότερα, θα είχε μόνο περιθωριακή σημασία και δεν θα απασχολούσε παρά μόνο τους σχολαστικούς και τους ειδικευμένους στην περίοδο αυτή επιστήμονες. Ακριβώς όμως επειδή η διαμάχη όπως είπα δεν είναι «επιστημονική» αλλά κοινωνική, το ερώτημα αυτό προσλαμβάνει κρίσιμη σημασία για τη διαχείριση της μνήμης του κοινωνικού ανταγωνισμού, άρα και για τη συνέχιση και τη διεξαγωγή του εδώ και τώρα. Αν ο εμφύλιος αρχίζει το 43 και όχι το 46, η μετατόπιση αυτή έχει την πολύ κρίσιμη συνέπεια ότι τινάζει στον αέρα όλο το σχήμα περί της «αντίστασης σύσσωμου του έθνους απέναντι στους Γερμανούς [υπό την ηγεσία της αριστεράς]». Διότι, προφανώς, το 43 είναι μια χρονολογία κατά την οποία οι δυνάμεις κατοχής βρίσκονταν ακόμα στην Ελλάδα· αν δεχτούμε το συγκεκριμένο έτος ως έτος έναρξης του εμφυλίου, αυτό σημαίνει ότι οι δύο περίοδοι δεν είναι τόσο ευδιάκριτες αλλά επικαλύπτονται. Συνακόλουθα, αναιρούνται όλες οι σχετικές πηγές στις οποίες βασιζόταν το ηθικό και πνευματικό γόητρο της αριστεράς από τη μεταπολίτευση και μετά, δηλαδή η θέση του ανιδιοτελούς θύματος το οποίο πίστευε, έστω ουτοπικά, σε κάποιες αρχές δικαιοσύνης και ισότητας, αγωνίστηκε και υπέφερε γι’ αυτές: με την «φρέσκια ματιά», οι αριστεροί εμφανίζονται να επιδόθηκαν όχι τόσο στην απόκρουση εξωεθνικών εχθρών, όσο σε σφαγές ενδοεθνικών αντιπάλων τους. Πράγμα το οποίο φέρεται ότι πόλωσε τους τελευταίους, και τους ουδέτερους, (οι οποίοι φυσικά εμφανίζονται έτσι πολύ περισσότερο άξιοι του χαρακτηρισμού των αθώων θυμάτων της απρόκλητης κομμουνιστικής επιθετικότητας), και τους οδήγησε στη λύση της ένταξης στα τάγματα ασφαλείας προκειμένου να προστατευθούν.

Πέρα λοιπόν από το επίπεδο του περιεχομένου των επιχειρημάτων, (ως προς το οποίο ομολογουμένως δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο), στο επίπεδο της μορφής το εγχείρημα αντέστρεφε εμπράκτως το σχήμα, κατά τρόπο «περιλεκτικό» (perlocutionary): με την ίδια την πράξη της εκφώνησής του επιχειρούσε να παραγάγει ένα «μήνυμα μέσα στο μήνυμα», αντιστρέφοντας για πρώτη φορά τους ρόλους, εμφανίζοντας την αριστερά ως κατεστημένο και σκηνοθετώντας τον εαυτό του ως το underdog που «τολμάει να σπάσει τη συνωμοσία της σιωπής» που έχει επιβληθεί στο δημόσιο λόγο. Πρόκειται για το ίδιο σχήμα το οποίο όπως είδαμε χρησιμοποιήθηκε γενικότερα από το κόμμα της αντι-εξέγερσης, και από τον ίδιο τον Μαραντζίδη προσωπικά όταν περιέγραφε την υποστήριξη του «κράτους δικαίου» εκ μέρους των πνευματικών ανθρώπων με αυτούς ακριβώς τους όρους.

Μία κρίσιμη διαφορά λοιπόν είναι η εξής: αν η «κόκκινη βία» είχε ξαναχρησιμοποιηθεί στο παρελθόν ως ερμηνευτικό σχήμα για τον εμφύλιο (ή μάλλον για το «συμμοριτοπόλεμο»), ωστόσο αυτοί οι οποίοι τη χρησιμοποίησαν τότε μιλούσαν σαφώς από τη θέση της καθεστηκυίας τάξεως· επιδίωκαν τη διατήρηση του υπάρχοντος. Εμφανίζονταν ως συντηρητικοί, έτσι τους αποκαλούσαν όλοι και έτσι παρουσίαζαν οι ίδιοι τον εαυτό τους. Όταν ύψωναν μνημεία υπέρ των σφαγιασθέντων υπό του κομμουνισμού, τον κομμουνισμό αυτόν τον εμφάνιζαν απερίφραστα ως ανταρσία, ως διασάλευση της τάξεως, ως αθέμιτη εξέγερση, και όχι φυσικά ως «καθεστωτική ιδεολογία».

Αν την δούμε υπό αυτή την οπτική, η «αμφισβήτηση της μεταπολίτευσης» (με την αντικειμενική έννοια) εμφανίζεται ως εξαιρετικά φιλόδοξη κίνηση, καθόσον ζητά την αναδιαπραγμάτευση του συνολικού κοινωνικού συμβιβασμού, την «αναθεώρηση του ουσιαστικού συντάγματος» της ελληνικής πολιτείας ούτως ειπείν, της οργανωτικής αφήγησης με βάση την οποία ο κάθε δρων στο εσωτερικό του κοινωνικού σχηματισμού (οφείλει να) αντιλαμβάνεται και να διεκπεραιώνει το ρόλο του, να βιώνει αυθόρμητα όσα του είναι επιβεβλημένα, δυνατά ή απαγορευμένα. Μια αφήγηση δηλαδή που θέτει τα όρια των δυνατοτήτων, των επιτρεπτών διαδρομών του καθενός.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν σε αυτή την τολμηρή επιλογή των Κ-Μ βάρυνε περισσότερο το στοιχείο της πολιτικής ή της policy/ ακαδημαϊκού μάρκετιγκ. Αν δηλαδή οδηγήθηκαν να στοχοθετήσουν τη «μεταπολίτευση», και να της επιτεθούν με αυτό το συγκεκριμένο τρόπο, λόγω ιδεολογικής προτίμησης ή κυρίως για να εξασφαλίσουν την πολυπόθητη πρωτοτυπία, για να ξεχωρίσουν, και έτσι να αυξήσουν τις μετοχές τους στο πανεπιστημιακό χρηματιστήριο.

Και αν το ξέραμε αυτό δεν θα άλλαζε επί της ουσίας τα πράγματα, διότι αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ δεν είναι οι ψυχολογικές διαθέσεις των υποκειμένων, αλλά η έμπρακτη δραστηριότητά τους ως συνδυασμός τακτικών και στρατηγικών κινήσεων, ή ως απεδαφικοποίηση. Από αυτή την άποψη, όποιος προβαίνει σε μια τέτοια κίνηση, προφανώς έχει κρίνει –ή κάτι μέσα του έχει κρίνει- ότι η στιγμή είναι ώριμη, ότι η περίσταση ήταν ευνοϊκή γι’ αυτόν, υπό την εξής έννοια: ότι το «κόμμα της τάξης» έχει εξαντλήσει όσες υποχωρήσεις ήταν διατεθειμένο να κάνει, ενώ το «κόμμα της αταξίας» δεν μπορεί να αντιπαραθέσει ισχυρή αντίσταση, βρίσκεται σε αδυνατισμένη διαπραγματευτική θέση λόγω διεθνών και εσωτερικών εξελίξεων, με χαμηλή συσπείρωση και αυτοπεποίθηση, οι δε υποχωρήσεις του ήταν ούτως ή άλλως δεδομένες, αποτελούσαν ένα «κεκτημένο» το οποίο μπορούσε να αναθεωρηθεί μόνο προς τα πάνω και όχι προς τα κάτω. Ειδικότερα, προβάλλοντας το σχήμα ότι οι ηττημένοι του ελληνικού εμφυλίου ήταν «καθεστώς» το οποίο καταπνίγει τις αντίθετες απόψεις, (ένα σχήμα το οποίο υπό άλλες συνθήκες θα προσέκρουε στην προφανή ένσταση του υποθετικού συλλογισμού και της ερμηνείας του παρελθόντος με βάση απραγματοποίητες προθέσεις), οι «νέες τάσεις» προσπαθούσαν να επωφεληθούν από το γενικότερο κλίμα του «τέλους των ιδεολογιών» που επικρατούσε την περίοδο αμέσως μετά την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων στην ανατολική Ευρώπη, τα οποία αποτελούσαν –και εν πολλοίς ακόμη αποτελούν- το κοινωνικό και πολιτικό μοντέλο στο οποίο απέβλεπε το ΚΚΕ.

Το εγχείρημα των «νέων τάσεων», τουλάχιστον υπό τη δεύτερη διάστασή του, δηλαδή ως απόπειρα κάποιων πανεπιστημιακών να εδραιώσουν τη θέση τους στο χώρο των ιστορικών συζητήσεων σκηνοθετώντας τους εαυτούς τους ως καινοτόμους κομιστές της κρυμμένης αλήθειας και τους φορείς άλλων απόψεων ως το συντηρητικό κατεστημένο που θέλει να τους φιμώσει, επί περίπου δέκα χρόνια λειτουργούσε με σχετική επιτυχία.

Αυτό οφείλεται σε δύο λόγους:

  • Ο πρώτος είναι ότι όσοι ανήκαν στη δεύτερη κατηγορία, δηλαδή όσοι καλούνταν να παίξουν το ρόλο του κακού στο πλαίσιο της νέας αυτής σκηνοθεσίας, ή τουλάχιστον ορισμένοι απ’ αυτούς, αντέδρασαν τελείως αδέξια και ουσιαστικά ανέλαβαν αδιαμαρτύρητα και με ενθουσιασμό το ρόλο που προβλεπόταν γι’ αυτούς στο εσωτερικό της. «Έπεσαν καλπάζοντας στην παγίδα», όπως θα έλεγε ο Μαρξ[46].
  • Ο δεύτερος ήταν ότι, ασχέτως της συγκεκριμένης αντίδρασης, όποιος επιτίθεται έχει πάντα το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, πράγμα το οποίο για κάποιο διάστημα του εξασφαλίζει σημαντική πρωτοβουλία κινήσεων: σε μεγάλο βαθμό έχει καθορίσει αυτός το έδαφος στο οποίο θα δοθεί η μάχη και έχει αναγκάσει τον αντίπαλο να αμύνεται –ακόμη και όταν αυτός (νομίζει ότι) αντεπιτίθεται.

Στα δύο αυτά στοιχεία που μόλις εξέθεσα συμπυκνωμένα, δηλαδή την αντίδραση που συνάντησαν οι «νέες τάσεις» και τον τρόπο με τον οποίο την αξιοποίησαν (ή δεν την αξιοποίησαν) θα αναφερθώ στο δεύτερο μέρος του παρόντος άρθρου, που θα δημοσιευθεί στο επόμενο τεύχος.

[BΛΕΠΕ: Οι καθηγητές τού τίποτα – ΙΙ:  Η αντι-αναθεώρηση ως ιστορική επιστήμη]


[1] Άρθρο στο περιοδικό ΣμαρτΣετ, Μάρτης 1923. Παρατίθεται, μεταφρασμένο στα ελληνικά, στο http://www.sarantakos.com/hammett1.htm (Ιανουάριος 2010).

[2] Τα κυριότερα από αυτά: «Why is Athens burning ?» International Herald Tribune, 11 December 2008· Στάθης Ν. Καλύβας – Νίκος Μαραντζίδης, «Τα Δεκεμβριανά ως φάρσα», Βήμα 28 Δεκεμβρίου 2008· Nicos Marantzidis, «La farce grecque : bilan d’une fausse révolte», Le Monde 28.04.09· Στάθη Ν. Καλύβα, «Η ‘εξέγερση του Δεκέμβρη’ ως σύμπτωμα της ‘κουλτούρας της Μεταπολίτευσης’», Athens Review of Books Τεύχος 2 (Δεκ. 2009)· του ίδιου, «…και τι δεν ήταν», Βήμα, Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009· Νίκος Μαραντζίδης, «Όλα θύμιζαν ένα ξεπερασμένο παρελθόν», Το Βήμα, Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009.

[3] Σπινόζα, Ηθική, μέρος 1, θεώρημα 36.

[4] Για να μην αναφερθούμε φυσικά στο πιο απαιτητικό, αλλά απολύτως εφικτό, χρήσιμο και –για τον πολιτικό επιστήμονα- επιβεβλημένο καθήκον να διεξαγάγει μία δική του αυτοτελή έρευνα η οποία να του εξασφαλίσει κάποια πιο αξιόπιστη πληροφόρηση από εκείνη των ΜΜΕ.

[5] Όπως δηλώνει και ο τίτλος του άρθρου του στο Βήμα.

[6] Η διατύπωση παρμένη αυτούσια από το «Τα Δεκεμβριανά ως φάρσα» (ό.π.)

[7] Τις λίγες φορές που οι διαδηλωτές δεν ανήκαν σε κάποιο συγκεκριμένο κόμμα ή παράταξη, αυτό καταρχάς οφειλόταν συνήθως στο ότι βρίσκονταν στο μεταίχμιο (ανάμεσα στην αποχώρηση από μια οργάνωση στην οποία μέχρι τότε ανήκαν και στην ένταξη σε μία άλλη υπάρχουσα, ή τη δημιουργία μιας νέας η οποία δεν θα έχει τα ελαττώματα της προηγούμενης και θα υλοποιεί πιστά το αρχικό όραμα), και εν πάση περιπτώσει η έλλειψη τέτοιας οργάνωσης βιωνόταν ως ανωμαλία, έλλειψη, ατύχημα το οποίο θα πρέπει να διορθωθεί με την πρώτη ευκαιρία.

[8] Το περίεργο είναι ότι αρκετές από τις διαφορές αυτές του Δεκέμβρη με τις παραδοσιακές μορφές τακτικής και στρατηγικής που ήταν ως τώρα νοητές στο πλαίσιο της ελληνικής αριστεράς τις επισημαίνουν οι ίδιοι οι αρθρογράφοι, στο κοινό τους άρθρο που δημοσίευσαν στο Βήμα στις 28 Δεκεμβρίου 2008 («Τα Δεκεμβριανά ως φάρσα»), χωρίς όμως καθόλου να προβληματίζονται μήπως θα πρέπει για το λόγο αυτό να αναθεωρήσουν το «πολιτιστικό» τους σχήμα ερμηνείας..

[9] Για τους ορισμούς αυτών των δύο όρων και την αντιδιαστολή τους με τους προηγούμενους δύο, βλ. Gilles Deleuze-Félix Guattari, Mille Plateaux, éd. de Minuit, Paris 1980, σ. 9 επ. και 434 επ. αντίστοιχα, και passim.

[10] Παρά τις φορτικές διαβεβαιώσεις αμφότερων των εδώ αναφερόμενων –και πολλών άλλων- ότι τα γεγονότα ήταν «επαναληπτικά, κοινότυπα, προβλέψιμα» κ.λπ., ωστόσο σε κανενός τα γραπτά μέχρι λίγες μέρες νωρίτερα δεν βλέπουμε την παραμικρή αναφορά στο ενδεχόμενο να συμβεί κάτι τέτοιο. Εφόσον λοιπόν τα γεγονότα ήταν «προβλέψιμα», τότε γιατί κανείς δεν τα προέβλεψε;

[11] Μαραντζίδης, «Όλα θύμιζαν …», ό.π..

[12] «Αν τα βιβλία των Χριστιανών είναι αντίθετα με το Κοράνι, είναι βλάσφημα και πρέπει να καούν. Αν πάλι είναι σύμφωνα με το Κοράνι, τότε είναι περιττά και πρέπει να καούν».

[13] Ο Καλύβας, βέβαια, ασκεί κριτική «από τα δεξιά» στην τότε κυβέρνηση επειδή κατά τη γνώμη του ήταν υπερβολικά ανεκτική και δεν επέδειξε αρκετή πυγμή απέναντι στο Δεκέμβρη (επί λέξει, λέει ότι αποφάσισε «να θέσει την Αστυνομία σε ‘κατάσταση παθητικής άμυνας’»). Ωστόσο, είναι αμφίβολο αν μία πιο ενεργητική και επιθετική στάση θα βελτίωνε τα ποσοστά του κυβερνητικού κόμματος. Το κόμμα τού ΛΑΟΣ, το οποίο υποστήριξε δημόσια και ένθερμα μια τέτοια προσέγγιση, παρέμεινε εξίσου στάσιμο, και μάλλον άγγιξε την εκλογική του οροφή. Διότι όταν ο έτερος «ένοικος της πολυκατοικίας» σημειώνει τέτοια υποχώρηση και αυτήν δεν την καρπούται ο ΛΑΟΣ, τότε μπορούμε θεμιτά να υποθέσουμε ότι, αν δεν συμβούν δραματικές αλλαγές, το συγκεκριμένο κόμμα δεν πρόκειται να πάρει ποτέ περισσότερο.

[14] Σε αυτή τη συγκριτική του επισκόπηση, βέβαια, ο αρθρογράφος αποφεύγει τελείως να αναφερθεί στην εξέγερση των παρισινών προαστίων τού 2005. Ίσως διότι, αν το έκανε, δεν θα του ήταν δυνατό να υποστηρίζει με τόση αυτοπεποίθηση ότι το Δεκέμβρη σημειώθηκαν «εκτεταμένες καταστροφές και βανδαλισμοί που ήταν πρωτοφανείς για μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα του 21ου αιώνα». Εκτός και αν τα προάστια του Παρισιού κατατάσσονται στον «Τρίτο Κόσμο» και σε μία παρελθούσα ή άχρονη βαρβαρότητα, οπότε δεν μετράνε ως «ευρωπαϊκή πρωτεύουσα του 21ου αιώνα».

[15] Βλ. ενδεικτικά Λαλίνα Φαφούτη, «1969: Το αντίο του στρατηγού Ντε Γκωλ», Το Βήμα, Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008.

[16] Mille Plateaux, éd. de Minuit, Paris 1980, σ. 502.

[17] Για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο που κατεξοχήν ανέπτυξε ο Ρενέ Ζιράρ, κυρίως στο Το Εξιλαστήριο Θύμα : Η Βία και το Ιερό, Αθήνα, Εξάντας 1991. Για μια συνοπτική έκθεση των αναλύσεων του Ζιράρ βλ. και Δημήτρη Δουλγερίδη, «Ρενέ Ζιράρ: ο Δαρβίνος των ανθρωπιστικών επιστημών», Athens Review of Books, τ. 3 (Δεκ. 2009).

[18] Ό. π., σ. 214.

[19] Φυσικά το ένα δεν αποκλείει το άλλο, όπως έδειξε η επίθεση στην Κοσταντίνκα Κούνεβα. Άρα θα ήταν ορθότερο να πούμε ότι η κινηματική συγκρότηση επιπροστίθεται στην παρακρατική, δεν την υποκαθιστά. Εξάλλου, συχνά η διάκριση είναι πρακτικά δύσκολη.

[20] Βλ. τις εύστοχες σχετικές παρατηρήσεις του Δημήτρη Χριστόπουλου στο «Η επομένη μέρα της ελληνικής ιθαγένειας: Μια μετατόπιση στο κατώφλι του αποκλεισμού», Θέσεις, τ. 111, Απρίλιος – Ιούνιος 2010, ιδίως σ. 19.

[21] Βλ. Gilles Deleuze, Foucault, éd. De Minuit, Paris 1986, σ. 95 (με ρητή αναφορά στον Μάριο Τρόντι).

[22] Πρβλ., ενδεικτικά: Δαμιανός Παπαδημητρόπουλος, Η κραυγή της αφωνίας και η αφωνία της πολιτικής, Κυριακάτικη Αυγή, «Ενθέματα», 1 Μαρτίου 2009.

[23] Το σημείο αυτό το έχω αναπτύξει στο: Akis Gavriilidis, «Greek Riots 2008: A Mobile Tiananmen», in S. Economides & V. Monastiriotis (Eds.), The Return of Street Politics? Essays on the December Riots in Greece, London: The Hellenic Observatory, LSE, 2009.

[24] Στάθη Καλύβα-Νίκου Μαραντζίδη, «Τα Δεκεμβριανά ως φάρσα», Το Βήμα, Δεκέμβριος 28 2008.

[25] Ανάλογη αδιαφορία για το επεισόδιο με την Κούνεβα, και γενικά για οτιδήποτε καινοτόμο έφερε ο Δεκέμβρης, χαρακτηρίζει έναν συγγενή αλλά όχι ταυτόσημο τύπο λόγου που γνώρισε αρκετή διάδοση τον τελευταίο χρόνο: το λόγο του «απογοητευμένου-αριστερού-που-ανησυχεί-από-την-οπισθοδρομική-και-εξτρεμιστική-στροφή-της-άλλοτε-ανανεωτικής-αριστεράς-η-οποία-νοθεύει-το-χαρακτήρα-της». Βλ. ενδεικτικά: Σώτη Τριανταφύλλου, «Για μια δημοκρατική Αριστερά», Athens Voice, τεύχος 295, 25/03/2010· επίσης, Ηλία Κανέλλη, «Η κουλτούρα του Δεκέμβρη», Athens Review of Books, τ. 3, Δεκέμβριος 2009. Τα άρθρα αυτά αναλώνονται κυρίως να επικρίνουν τον ΣΥΡΙΖΑ και να επισημαίνουν –ενδεχομένως εύστοχα- ένα σωρό ελαττώματα στο λόγο και τη δράση του· αλλά έτσι, τελικά, κάνουν τα ίδια αυτό που επικρίνουν: χαρακτηρίζονται εξίσου, αν όχι περισσότερο, από «αριστερή μελαγχολία» (βλ. Wendy Brown, «Aντίσταση στην αριστερή μελαγχολία», Θέσεις, τ. 106, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009 = http://www.re-public.gr/?p=376). Οι συγγραφείς αυτοί επικεντρώνονται μονόπλευρα στη γκρίνια για την κατάσταση της αριστεράς, και έτσι χάνουν την ευκαιρία να δουν οτιδήποτε συντελεί στην υπέρβαση των αδυναμιών που επισημαίνουν, ακόμη και αν τα στοιχεία αυτά δεν προέρχονται από την εν στενή εννοία αριστερά. Δίνουν δηλαδή την εντύπωση ότι προτιμούν τη διατήρηση των ελαττωμάτων που επισημαίνουν, ώστε να μπορούν να τα καταγγέλλουν, παρά το μετασχηματισμό.

[26] Για την έννοια του Etat national-social βλ. Etienne Balibar, Nous, citoyens de l’Europe? Les frontières, l’Etat, le peuple, La Découverte, Paris 2001, σ. 155 –και passim.

[27] Χρησιμοποιώ τον όρο «πλειοψηφική» με την έννοια που του αποδίδουν οι Ντελέζ-Γκουαταρί, η οποία –σε κραυγαλέα αντίθεση με τη θετικιστική κοινωνιομετρία του Καλύβα- δεν είναι ποσοτική-εκτατική αλλά ποιοτική-εντατική· δεν αναφέρεται σε αριθμούς, σχετικούς ή απόλυτους, αλλά σε εντάσεις και σε γραμμές φυγής. Με αυτή την έννοια, η διεκδίκηση της ΠΕΚΟΠ συγκρότησε ένα «μειονοτικό γίγνεσθαι» (devenir minoritaire), ακόμη και αν –όπως είναι πολύ πιθανό- άγγιζε περισσότερους αριθμητικά ανθρώπους απ’ ό,τι ένα συνέδριο της ΓΣΕΕ.

[28] Επ’ αυτού βλ. αναλυτικότερα Helen Kambouri and Alexandra Zavos, «On the frontiers of citizenship: Considering the case of Konstantina Kuneva and the intersections between gender, migration and labour in Greece», Feminist review Volume 94 Issue 1.

[29] http://radicaldesire.blogspot.com/, δημοσίευμα με τίτλο «Σημειώσεις για την πρόζα της αντιεξέγερσης στην Ελλάδα: Ο δημόσιος λόγος και ο Δεκέμβρης, 2008-09» (μπορεί να το κατεβάσει κανείς ελεύθερα ως αρχείο Word από τη διεύθυνση http://depositfiles.com/en/files/32bjldmwb, πρόσβαση: Μάρτιος 2010).

Νομίζω ότι η απαρίθμηση αυτή είναι εξαιρετικά ήπια. Π.χ. τη δεύτερη αντίφαση εγώ θα την διατύπωνα ελαφρώς διαφορετικά: «δεν ήταν εξέγερση, αλλά αν ήταν, τότε θα ήμουν ακόμα περισσότερο εναντίον της».

[30] Δίσκος: The Clash, Combat Rock, Epic 1982.

[31] Για τη σημασία των όρων αυτών στο πλαίσιο μιας ανάλυσης λόγου λακανικής έμπνευσης, βλ. εκτενέστερα: David Howarth & Yannis Stavrakakis, «Introducing Discourse Theory And Political Analysis», in: Howarth – Norval – Stavrakakis (eds.), Discourse Theory And Political Analysis: Identities, Hegemonies And Social Change, Manchester University Press, Manchester 2000, ιδίως σ. 7-8.

[32] Ernesto Laclau, Emancipation(s), London, Verso 1996, σ. 44. Το απόσπασμα ακριβώς αυτό παραθέτουν και σχολιάζουν οι Howarth & Stavrakakis (ό.π.)

[33] Αν διαβάσει κανείς το υπόλοιπο άρθρο, αλλά και γενικότερα ό,τι άλλο έγραψαν ο Καλύβας και ο Μαραντζίδης ατομικά ή από κοινού για το ίδιο θέμα, θα δει ότι από αυτά απουσιάζει οποιαδήποτε επίκριση για τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, αλλά σχεδόν και οποιαδήποτε αναφορά γενικώς στην πράξη αυτή. Αν δεν μου διαφεύγει κάτι, το όνομα Κορκονέας δεν απαντά ούτε μία φορά στο σχετικό «κόρπους».

[34] Από καθαρά γλωσσική άποψη, υπάρχει και μία ακόμα πηγή ασάφειας στην πρόταση «καμία έκφραση αυθαιρεσίας και τρομοκρατίας, όποιον ιδεολογικό μανδύα και αν φέρουν»: το ρήμα είναι στον πληθυντικό. Ως γνωστόν, το υποκείμενο πρέπει να συμφωνεί κατά τον αριθμό με το ρήμα· από τα ουσιαστικά όμως που προηγούνται, το μόνο που είναι επίσης στον πληθυντικό είναι «οι πολίτες», ενώ η «έκφραση» [αυθαιρεσίας και τρομοκρατίας] είναι στον ενικό (ή, αν μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε ένα νεολογισμό, στον «μηδενικό» αριθμό, εφόσον συνοδεύεται από το επίθετο «καμία»). Άρα, γραμματικά, εδώ φαίνεται να γίνεται λόγος για τον ιδεολογικό μανδύα των πολιτών και όχι των εκφράσεων αυθαιρεσίας. Ωστόσο, με βάση το γεγονός ότι το άρθρο στο σύνολό του είναι κάπως άτσαλα και πρόχειρα διατυπωμένο, πρέπει να συμπεράνουμε ότι εδώ μάλλον πρόκειται για «σχήμα κατά το νοούμενον» και ότι πάντως ο συντάκτης είχε στο μυαλό του την αυθαιρεσία και την τρομοκρατία.

[35] Howarth – Stavrakakis, ό.π., σ. 9.

[36] Sun Zu, Η τέχνη του πολέμου, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1998, κεφ. 7, σημείο 36 σελ. 50. Μια υπόδειξη εξαιρετικά λακανική, παρεμπιπτόντως.

[37] Δίσκος: «Ρεζέρβα», Lyra 1981.

[38] Στάθης Καλύβας-Νίκος Μαραντζίδης, «Nέες τάσεις στη μελέτη του εμφυλίου πολέμου», Τα Νέα, 20-3-2004.

[39] Ηλίας Νικολακόπουλος, «H ‘κόκκινη βία’ και ο. εξαγνισµός των δωσιλόγων», Τα Νέα, 22 Μαΐου 2004.

[40] Π.χ.: «Στροφή προς το μαζικό επίπεδο και μελέτη των απλών ανθρώπων μέσα σε ένα πλαίσιο ανασφάλειας. Οι έρευνες μέχρι τώρα ασχολούνταν σχεδόν αποκλειστικά με τις ηγεσίες και τις αποφάσεις τους. Είναι πλέον αποδεκτό πως οι εξελίξεις δεν είναι δυνατό να κατανοηθούν ερήμην και των δυναμικών στη βάση» (σημείο 9). «Τάση προς το μερικό και το τοπικό» (σημείο 6). Επίσης, στη γενική παρουσίαση, πριν τον «δεκάλογο», οι συντάκτες πιστώνουν στον εαυτό τους «σύγχρονες μεθόδους (διεπιστημονική προσέγγιση, συστηματική εμπειρική έρευνα» και «μια φρέσκια ματιά, καινούργιες ευαισθησίες και γόνιμα ερωτήματα» (ό.π.).

[41] Δημοσιευμένο στη συλλογή Alfred Hitchcock (ed.), Portraits of murder, Galahad Books, New York 1988, σ. 290.

[42] Χρησιμοποιώ τον όρο αυτόν με την έννοια που εισάγει ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν, σε έργα όπως Mezzi senza fine. Note sulla politica, Bollati Borlinghieri, Torino 1996 και Profanazioni, nottetempo, Roma 2005 (ιδίως σ. 100 επ.).

[43] Ο Νικολακόπουλος το εξέφρασε με τα εξής λόγια (και άλλοι με ανάλογα): «οι συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις και τα Τάγματα Ασφαλείας, καθώς και οι εκδηλώσεις ‘κόκκινης βίας’ κατά τη διάρκεια της Κατοχής και αμέσως μετά την Απελευθέρωση, κυρίως στις περιοχές τις οποίες ήλεγχε το EAM, αποτελούν επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός εκτενέστατα τεκμηριωμένο, το οποίο δεν αμφισβητούν ούτε οι πιο αγιογραφικές προσεγγίσεις της αντίστασης (όπως το βιβλίο του Δ. Χαριτόπουλου για τον Άρη Βελουχιώτη). Άλλωστε η επίσημη μέχρι το 1974 ιστοριογραφία έχει αναλυτικά καταγράψει, για την κρίσιμη διετία 1943 – 1944, σχεδόν όλες τις εκδηλώσεις της ‘κόκκινης βίας’, ενώ τα μνημεία των ‘αγρίως σφαγιασθέντων’ ή των ‘ηρωϊκώς πεσόντων’ κοσμούσαν και κοσμούν πολλές περιοχές της Ελλάδας. Επομένως, ως προς την τεκμηρίωση της ‘κόκκινης βίας’, ελάχιστα καινούργια στοιχεία έχουν να προσφέρουν οι ‘σύγχρονες μέθοδοι’ και οι ‘καινούργιες ευαισθησίες’, τις οποίες επικαλούνται οι συγγραφείς του δεκάλογου».

[44] Στάθης Ν. Καλύβας, «Οι πόλεμοι της μνήμης», Το Βήμα, 9 Ιουλίου 2006.

[45] Τα στοιχεία αυτά τα έχω αναπτύξει εν εκτάσει αλλού, και ιδίως στη Συνέχιση του εμφυλίου με άλλα μέσα (Αθήνα, ΚΨΜ 2007) και στην Αθεράπευτη Νεκροφιλία του Ριζοσπαστικού Πατριωτισμού (futura, Αθήνα 2006).

[46] Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Θεμέλιο, Αθήνα 1986, σ. 61.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Θέσεις, τ. 113, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2010

2 comments
  1. Εξαιρετικό το point περί αποτυχίας ηγεμόνευσης της αφήγησης των καθηγητών λόγω αποτυχίας τους να συμπεριλάβουν στο εσωτερικό τους τον αντίπαλο. Όπως λέει κι ο Deleuze, η κυριαρχία δεν βασιλεύει παρά μόνο σε ό,τι είναι σε θέση να εσωτερικεύσει…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: