Αταξία εναντίον τάξης

του Άκη Γαβριηλίδη

Μετά το ξέσπασμα της πρόσφατης δημοσιονομικής κρίσης στην Ελλάδα, υπήρξε μία προσμονή ότι τώρα επιτέλους θα έρθει η στιγμή της αφύπνισης των μαζών που είχαν «συντηρητικοποιηθεί», «ενσωματωθεί» ή «παρασυρθεί από την πλαστή ευημερία του καταναλωτισμού». Καθώς οι προοπτικές κοινωνικής κινητικότητας και πρόσβασης στο επίπεδο ζωής των «μεσαίων στρωμάτων» εξανεμίζονται, θα μπει κάθε κατεργάρης στον πάγκο του, θα ξεκαθαρίσουν τα μέτωπα και θα έχουμε μία αντιπαράθεση του τύπου «τάξη εναντίον τάξης».

Μια πρόχειρη ματιά σε έντυπες ή ηλεκτρονικές ανακοινώσεις και ανταλλαγές του παραδοσιακού αντιεξουσιαστικού και ακροαριστερού χώρου, δείχνει μια διάχυτη απογοήτευση για αυτό που βιώνεται ως «απουσία» ή «συνθηκολόγηση» των μαζών και ως χλιαρή αντίδρασή τους στην πρόσφατη υπαγωγή των δημόσιων οικονομικών της Ελλάδας στην «τεχνογνωσία» του ΔΝΤ. Ενίοτε, οι ομιλούντες προσφέρουν ως παρηγορία στους εαυτούς τους και τους αναγνώστες τους τη χιλιαστική βεβαιότητα ότι «μετά το καλοκαίρι όμως θα γίνει χαμός». Από πολλούς μάλιστα η αντιπαράθεση αυτή βαφτίστηκε προκαταβολικά «εργατικός Δεκέμβρης», σε αντιδιαστολή με τον «νεολαιίστικο» Δεκέμβρη του 2008 ο οποίος ήταν ελλειμματικός, δευτερεύων, «απλώς πολιτισμικός», αφορούσε παράπλευρες αντιφάσεις και όχι την κύρια, το εποικοδόμημα και όχι τη βάση.

Με δεδομένο ότι κανείς δεν είναι προφήτης και ότι ο χρόνος μπορεί να γελοιοποιήσει όλες τις προγνώσεις, θα διακινδυνέψω την πρόβλεψη ότι κανένας «εργατικός Δεκέμβρης» δεν πρόκειται να επέλθει, αλλά και αν επέλθει, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα είναι αντικαπιταλιστικός.

Όσοι διαβλέπουν τη διάψευση της προσδοκίας αυτής, αλλά δεν βρίσκουν κανένα καλύτερο αντίδοτο για την απογοήτευση πέρα από βολονταριστικές παραινέσεις προς ανύψωση του ηθικού ανύπαρκτων στρατευμάτων[1] ή αστήρικτες παραμυθίες κατά τις οποίες πάλι με χρόνια με καιρούς «ολοένα θα δυναμώνουν οι δυνάμεις της αντίστασης από τον κόσμο της εργασίας που θα εντάσσεται ενεργά στη μάχη»[2], ίσως θα ήταν καλύτερο να προσπαθήσουν να διδαχθούν από την εμπειρία των κοινωνικών αγώνων των τελευταίων δεκαετιών και να προσπαθήσουν να σκεφτούν κάπως διαφορετικά αυτή τη «μάχη».

Ήδη από τη δεκαετία του 60, ο Αλτουσέρ είχε επισημάνει ότι στην ιστορία οι τάξεις δεν εμφανίζονται με καθαρότητα όπως δύο ομάδες ράγκμπι παραταγμένες στο γήπεδο η μία απέναντι στην άλλη πριν αρχίσει ο αγώνας, αλλά συγκροτούνται μέσα από την ίδια τη διαδικασία του αγώνα, η οποία είναι λογικά προγενέστερη.

Πρόσφατα, ένας από τους –μάλλον άτακτους- μαθητές του χρησιμοποίησε μια διατύπωση που δείχνει ότι πρέπει να πάμε ακόμα παραπέρα και να σκεφτούμε ότι οι υποκείμενοι στην εκμετάλλευση, μέσα από την πάλη τους, τείνουν όχι να συγκροτούνται αλλά, ακριβώς αντίθετα, να απο-συγκροτούνται ως τάξη, και ότι αυτή η αποσυγκρότηση δεν είναι –πάντα- ένδειξη ήττας και υποχώρησης, αλλά μπορεί να είναι ένδειξη αντίστασης και εξόδου.

Η πολιτική είναι αυτό που διακόπτει το παιχνίδι των κοινωνιολογικών ταυτοτήτων. Το 19ο αιώνα, οι επαναστάτες εργάτες των οποίων τα γραπτά μελέτησα έλεγαν:

«Δεν είμαστε τάξη».

Οι αστοί τούς προσδιόριζαν ως μια επικίνδυνη τάξη. Αλλά γι’ αυτούς, ο ταξικός αγώνας ήταν ο αγώνας για να μην αποτελούν πλέον τάξη, ο αγώνας για να βγουν από την τάξη και από τη θέση που προέβλεπε γι’ αυτούς η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων …[3]

Αν λοιπόν οι «δυνάμεις της εργασίας» δεν στέκονται στο ύψος τους, δεν έρχονται στο ραντεβού με τους επίδοξους στρατηγούς των επαναστατικών στρατευμάτων, ίσως πρέπει να σκεφτούμε ότι με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνουν κάτι απλούστερο και βασικότερο: αποφεύγουν να συναντηθούν με τον αντίπαλο και να υπαχθούν στη δική του κωδικοποίηση και ταξινόμηση· παραμένουν διάχυτες και, γι’ αυτό, ά-τακτες, πάντα κάτι λιγότερο και κάτι περισσότερο από «τάξη».

Ίσως επίσης αυτή η έξοδος και αυτή η λιπο-ταξία να είναι όχι το αποτέλεσμα αλλά, ακριβώς αντίθετα, η αιτία της χρηματιστικής κρίσης. Πράγματι, με την πιο στενή έννοια του όρου, η κρίση αυτή προκλήθηκε από τη μεγάλη έκταση της χρέωσης, μεταξύ άλλων και της ιδιωτικής, και την αδυναμία αποπληρωμής στεγαστικών και άλλων δανείων. Το φαινόμενο αυτό μαρτυρεί ότι ο κόσμος δεν έχει κανένα πρόβλημα αρχής να προτιμήσει το δάνειο από το μισθό· με άλλα λόγια ότι η πρωταρχική επιθυμία των μισθωτών εργαζομένων είναι να πάψουν να είναι μισθωτοί εργαζόμενοι.

Όποιος βιαστεί να επικρίνει την επιθυμία αυτή ως «μικροαστικοποίηση» η οποία «ανοίγει το δρόμο στις ιδιωτικοποιήσεις», καλό θα είναι να σκεφτεί ότι ο μισθός αποτελεί την πιο κραυγαλέα μορφή ιδιωτικοποίησης, εφόσον δεν είναι τίποτε άλλο από την αγοραία τιμή τού κατεξοχήν καπιταλιστικού εμπορεύματος, της εργατικής δύναμης.


[1] Βλ. Χρήστου Λάσκου, «Τάξη εναντίον Τάξης» Αυγή, 07/03/2010.

[2] Βλ. Ανδρέα Καρίτζη, «Με το χαμόγελο στα χείλη», Αυγή, 22/8/10.

[3] Jacques Rancière, «Le plaisir de la métamorphose politique», συνέντευξη (μαζί με την Judith Revel) στη Libération, 24 Μαΐου 2008. Η υπογράμμιση δική μου.

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο Κοντέινερ της Ελευθεροτυπίας, τ. 10 (Οκτώβριος 2010)

Ισπανική μετάφραση του άρθρου από τον John Brown

στο σάιτ rebelion

http://www.rebelion.org/noticia.php?id=113580&titular=desclasamiento

3 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: