του Άκη Γαβριηλίδη
Πριν από κάποια χρόνια, ο γνωστός αυτόκλητος φιλελεύθερος Θάνος Τζήμερος, σε κείμενό του για το οποίο δεν θα δώσω λινκ -όποιος θέλει να το βρει το βρίσκει-, είχε ισχυριστεί ότι ηθικοί αυτουργοί για τον εμπρησμό του Χορτιάτη, και όλων των κατοίκων του, το 1944, αλλά και ουσιαστικά για όλες τις σφαγές των Ναζί επί κατοχής, ήταν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ (τη λέξη μάλιστα αντάρτες την έχει σε εισαγωγικά, προφανώς για τον Τζ. ήταν ψευδοαντάρτες), οι οποίοι έστηναν ενέδρες και σκότωναν «Γερμανούς στρατιωτικούς που έτυχε να περνάν [sic] από το σημείο της ενέδρας». Αυτό που επιβαρύνει τη θέση των «δήθεν» ανταρτών, ισχυρίζεται ο συγγραφέας σε μία ακραίας χυδαιότητας εφαρμογή του οικονομικού ωφελιμισμού, της «ορθολογικής» αντιστοίχισης των μέσων προς τους σκοπούς, ήταν ότι οι επιθέσεις αυτές ήταν «χωρίς κανένα στρατιωτικό όφελος».
Η επιχειρηματολογία που επιστράτευσε ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης στην επίθεσή του κατά του Αντώνη Λιάκου σχετικά με την ανάρτηση του τελευταίου για τη φωτιά στη Μόρια θυμίζει εντυπωσιακά αυτή τη λογική, τόσο μάλλον που ρητά επικαλείται τον ορθολογισμό –εν προκειμένω την έλλειψή του- ως στάθμιση κόστους/ οφέλους. Η φωτιά, παραπονείται ο κ. υπουργός, «Έχει δημιουργήσει μεγάλο θέμα δημόσιας τάξης έως και εθνικής ασφάλειας. Έχει αφαιρέσει την δυνατότητα περίθαλψης και διοικητικής μέριμνας των αιτούντων άσυλο. Κόστισε και κοστίζει δεκάδες εκατομμύρια σε ευρώ, απασχολεί σημαντικούς ανθρώπινους και διοικητικούς πόρους του κράτους».
Με άλλα λόγια, ο στρατάρχης απευθύνει στους αντιπάλους του την ίδια απειλή υπό μορφή νουθεσίας:
Αν δεν αντιδρούσατε, αν δεν κάνατε τίποτα, θα συνεχίζατε να ζείτε. Σε μια αθλιότητα βέβαια, αλλά αν κάνετε θα είναι χειρότερα.
Το δίλημμα αυτό δεν είναι ψευδές, και δεν είμαι εγώ που θα πω ότι η απάντηση σε αυτό είναι πάντα εύκολη.
Θα πω όμως –νομίζω και ο Λιάκος αυτό είπε με τον τρόπο του- ότι οι άνθρωποι μερικές φορές, και ιδίως όταν πιεστούν μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο, όταν οδηγηθούν σε συνθήκες ανυπόφορης αθλιότητας και αναξιοπρέπειας, κάνουν την επιλογή: «ας τα τινάξουμε όλα στον αέρα και βλέπουμε μετά. Ό,τι και να έρθει μετά, δεν θα είναι χειρότερο απ’ αυτό».
Και τότε κανείς δεν μπορεί να τους πει ότι η επιλογή αυτή είναι «ανορθολογική». Ακόμα και με όρους υπολογισμού και homo oeconomicus, η ικανότητα ποσοτικοποίησης της αθλιότητας εξασθενεί σε τόσο ακραίες συνθήκες, και δεν είναι τόσο αυτονόητο ποια από δύο ανυπόφορες καταστάσεις είναι περισσότερο ανυπόφορη. Για μερικούς ίσως είναι υποφερτό να έχουν ένα κομμάτι ψωμί, δυο μεταχειρισμένα ρούχα και ένα αντίσκηνο δύο επί δύο, περιμένοντας –μερικές φορές επί χρόνια- να κριθεί η αίτησή τους για άσυλο, με σοβαρή πιθανότητα να απορριφθεί τελικά. Για άλλους όμως προέχει η διατήρηση της αξιοπρέπειας και της αυτενέργειάς τους, και την βάζουν πάνω από την μίζερη αυτή επιβίωση.
Ακόμα και με όρους κόστους/ οφέλους, για παράδειγμα οι δηλώσεις Γερμανών αξιωματούχων, και, κυρίως, οι κινητοποιήσεις αλληλέγγυων στη Γερμανία και αλλού, οι οποίες συντέλεσαν στο να γίνουν αυτές οι δηλώσεις, είναι σαφώς ένα κέρδος για τους φερόμενους ως εμπρηστές. Ποιος, και με ποια λογική, θα τους πει ότι δεν ξέρουν ποιο είναι το συμφέρον τους;
Όποιος κι αν είναι, με αυτή του την κίνηση και μόνο θα διαψεύσει την φαινομενική προφάνεια και καθολική ισχύ του νόμου της «επιδίωξης του ίδϊου οφέλους». Διότι θα αποδείξει ότι το τι είναι καλό για κάποιον δεν κρίνεται με βάση κάποια αντικειμενική και ποσοτικοποιημένη ιεραρχία που ισχύει για όλους, αλλά με βάση τις επιθυμίες του καθενός. Ή/ και τους φόβους. Πάντως τα πάθη του καθενός. Γενικά μιλώντας, κάποιοι ενεργούν, σκέφτονται και μιλούν με βάση το φόβο, και άλλοι με βάση την επιθυμία. Και δη την επιθυμία της ελευθερίας.
Στην περίπτωσή μας, μεταξύ του Χρυσοχοΐδη και των έξι Αφγανών που έχουν συλληφθεί, δεν νομίζω να έχει κανείς δυσκολία να αποφασίσει ποιος κάνει το ένα και ποιος το άλλο.





