ρατσισμός,σεξουαλικότητα,Ανάλυση λόγου,Γλώσσα,Τέχνη,μετανάστευση

Ο «εφαψίας Αϋλάν» και η χειραφέτηση των θεατών

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Για το γνωστό πλέον σκίτσο τού Charlie Hebdo, οι τοποθετήσεις που έχουν κατατεθεί στον ελληνικό ιδίως κυβερνοχώρο είναι κυρίως δύο:

α) το σκίτσο είναι ρατσιστικό.

β) Το σκίτσο είναι αντιρατσιστικό, διότι ναι μεν παρουσιάζει ρατσιστικές απόψεις αλλά αυτό το κάνει για να τις ανατρέψει και για να καταγγείλει την υποκρισία της Δύσης.

Και οι δύο τοποθετήσεις μοιράζονται το ίδιο αξιακό σύστημα για το ρόλο της τέχνης του λόγου ή/ και της εικόνας και των χειριστών της: η τέχνη οφείλει να αποκαλύπτει και να καταγγέλλει φαινόμενα καταπίεσης και ανελευθερίας. Εξάλλου, αυτό λέγεται ρητά από τους υποστηρικτές της πρώτης άποψης: αν η γελοιογραφία πράγματι «αποκάλυπτε» το ρατσισμό, δεν θα υπήρχε πρόβλημα[1]. Η διαφωνία δεν αφορά τους γενικούς κανόνες, αλλά μόνο την υπαγωγή της ατομικής περίπτωσης σε αυτούς.

Το κοινό αυτό αξιακό σύστημα είναι ο διαφωτισμός. Η πεποίθηση δηλαδή ότι η ιστορία είναι μία Συνέχεια

Κλασσικό
Αρχαιογνωσία,Τέχνη

Ο μύθος της λευκής Ελλάδας -II: το μουσείο ως βιομηχανία γύψινων αντιγράφων

 του Philippe Jockey

 

Δημοσιεύουμε παρακάτω μια δεύτερη ομάδα επιλεγμένων αποσπασμάτων από το βιβλίο τού Philippe Jockey Le Mythe de la Grèce blanche. Histoire d’un rêve occidental [Ο μύθος της λευκής Ελλάδας. Ιστορία ενός δυτικού ονείρου], Paris, Belin, 2013 (σελ. 162-169). Οι τίτλοι και οι υποσημειώσεις είναι του μεταφραστή. H προηγούμενη δημοσίευση εδώ.

 

Η λευκότητα ως αυταξία

Με τη μετάβαση από τις συλλογές στα μουσεία, όπως και με τον Κυριακό της Ανκόνα ο οποίος είχε ανοίξει το δρόμο ήδη από το Quattrocento, σε αυτή τη λατρεία του κατεξοχήν λευκού μαρμάρου που είναι ο «λυχνίτης», η «Πάρος» γίνεται και πάλι η αναφορά, αυτή που δίνει στο έργο όλη του την αξία. Η λευκότητα του υλικού υπερισχύει της τυχόν πολυχρωμίας του ίδιου του έργου.

Αλλά πρωτότυπα έργα από μάρμαρο της Πάρου, δεν υπήρχαν πλέον και τόσο πολλά! Απ’ τη στιγμή που το λευκό καθαυτό έγινε η σφραγίδα της ωραίας ελληνικής γλυπτικής, ένα εκμαγείο από λευκό γύψο μπορούσε να κάνει τη δουλειά. Η πρακτική αυτή παίρνει το 18ο αιώνα ένα εύρος πρωτοφανές μέχρι τότε. Οι πρώτες ιδιωτικές συλλογές εκμαγείων είχαν συσταθεί στο Μιλάνο, τη Ρώμη ή τη Φλωρεντία από το 16ο αιώνα, αλλά παρέμειναν σπάνιες, η δε σύστασή τους εξαρτιόταν από την καλή θέληση του «Ηγεμόνα» –αναφέρουμε το παράδειγμα του γλύπτη Λεόνε Λεόνι (1509-1590) που χρειάστηκε να ζητήσει ειδική άδεια από τον ίδιο τον Πάπα για τα ρωμαϊκά εκμαγεία που ήθελε να αποκτήσει. Στο εξής, τα εκμαγεία πληθαίνουν και χειραφετούνται από την βασιλική ή πριγκιπική προστασία· με μια λέξη, αστικοποιούνται, και στο εξής στεγάζονται σε ακαδημίες ή και σε ατομικά εργαστήρια.

Αξιοσημείωτη καινοτομία: το εκμάγευμα[1] γίνεται αυτοσκοπός, μπορεί να υποκαταστήσει το πρωτότυπο, και δεν είναι απλώς ένα ενδιάμεσο στάδιο κατά την παραγωγή λαμπρών αντιγράφων για τη διακόσμηση του παλατιού τού Φονταινεμπλώ ή των Βερσαλλιών. Φτιαγμένα με βάση καλούπια που εφαρμόζονται στο πρωτότυπο έργο, τα γύψινα αντίγραφα αποτελούν έναν «λευκαντικό παράγοντα» κεφαλαιώδους σημασίας κατά την ενίσχυση αυτής της ιδεολογίας περί λευκής Ελλάδας της οποίας προσπαθούμε να ανασυγκροτήσουμε την ιστορία. Αυτά τα πιστά αντίγραφα που φτιάχνονται σχετικά Συνέχεια

Κλασσικό
υποκειμενικότητα,Μετακίνηση,Τέχνη

Οι «Έλληνες ράστα» και η εθνοκάθαρση του Μέτοικου από τον Μουστακί στον Νταλάρα

του Άκη Γαβριηλίδη

Πρόσφατα, άκουσα τυχαία μια διασκευή του παλαίμαχου Αφρικανού τραγουδιστή της ρέγκε Άλφα Μπλόντυ στο τραγούδι Le Métèque του Ζωρζ Μουστακί. Η διασκευή αφορούσε όχι μόνο τη μουσική, αλλά και τους στίχους: σε ένα σημείο –ή μάλλον σε αρκετά σημεία, γιατί ο στίχος επαναλαμβάνεται- ακούγεται η φράση «de rasta Grec».

Ο ασυνήθιστος αυτός συνδυασμός ουσιαστικού και επιθέτου, που κανείς Έλληνας καλλιτέχνης δεν τόλμησε, με παρακίνησε να ψάξω το πρωτότυπο. Προσωπικά, ήξερα το τραγούδι αυτό μόνο από την ελληνική του διασκευή της δεκαετίας του 70, που είχε τραγουδήσει ο Γιώργος Νταλάρας. Στη διασκευή αυτή, τους στίχους είχε γράψει ο ποιητής Δημήτρης Χριστοδούλου, ο οποίος ως στιχουργός είχε αξιόλογη συμβολή σε αυτό που αποκλήθηκε «έντεχνο λαϊκό τραγούδι» (συνεργασίες με Θεοδωράκη, Λοΐζο, Πλέσσα, Κόκκοτο) αλλά και στο καθαυτό λαϊκό, εφόσον έγραψε στίχους και για τον Γιώργο Ζαμπέτα. Ο Χριστοδούλου λοιπόν είχε αναλάβει σχεδόν αποκλειστικά και τις διασκευές των τραγουδιών του Μουστακί στα ελληνικά, (είχε βγει και ολόκληρος δίσκος με τέτοιες διασκευές, όπου τραγουδούσε ο Αντώνης Καλογιάννης), και σε αυτές κατέβαλλε ιδιαίτερη μέριμνα ώστε οι ελληνικοί στίχοι να είναι όσο το δυνατόν πιστή απόδοση των γαλλικών, αν όχι στο γράμμα τουλάχιστο στο πνεύμα. Π.χ.: La Méditerranée – Η Μεσόγειος, Ma Solitude – Μοναξιά, La mer m’ a donné – Η θάλασσα μου ‘πε …

Ακριβώς γι’ αυτό, διαβάζοντας σήμερα τους γαλλικούς στίχους του «Μετοίκου» μου έκανε εντύπωση η απόσταση που χωρίζει τη γαλλική από την ελληνική εκδοχή.

Την απόσταση αυτή δεν θα ήταν νομίζω άστοχο να την χαρακτηρίζαμε ως μια μικρή γλωσσική εθνοκάθαρση.

Πρώτα απ’ όλα, η ίδια η επιλογή του τίτλου έχει ένα σημασιολογικό βάρος το οποίο έχει τελείως εξαφανιστεί στην ελληνική εκδοχή.

Οι μέτοικοι, στην αρχαία Αθήνα, ήταν νομικοπολιτική κατηγορία η οποία χονδρικά ήταν λίγο κάτω από τους ελεύθερους πολίτες και λίγο πάνω Συνέχεια

Κλασσικό
Εθνικισμός,Τέχνη

Ο αθεράπευτος ζντανοφισμός της σαμαρικής πρώην δημοκρατίας της Ελλάδας

του Άκη Γαβριηλίδη

Σύμφωνα με μια διατύπωση που δεν γνωρίζω ποιος πρωτοκαθιέρωσε, αλλά που χρησιμοποιούν συχνά πυκνά στις αντι-προοδευτικές ιερεμιάδες τους οι αυτοπροβαλλόμενοι ως ευρωπαϊστές (και ως) διανοούμενοι, η Ελλάδα αποτελεί «την τελευταία σοβιετική δημοκρατία».
Ο αγώνας, τώρα, αυτής της «νυν σοβιετικής» εναντίον μίας πρώην γιουγκοσλαβικής δημοκρατίας, και η αξίωσή της προς αυτήν να προσθέτει αυτόν ακριβώς τον προσδιορισμό («πρώην γιουγκοσλαβική») πριν από το κανονικό της όνομα, γίνεται με αιτιολογία την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας, η οποία υποτίθεται ότι θα απειληθεί εάν πούμε τη Μακεδονία Μακεδονία.
Το πόσο εξοργιστικά παράλογη, αλλά και βαθιά υποκριτική και ανειλικρινής, είναι αυτή η αιτιολογία, φάνηκε για ακόμα μια φορά τις τελευταίες μέρες, με το πρωτοφανές κρούσμα λογοκρισίας που συνιστά η παρέμβαση του Έλληνα πρέσβη στην Ελβετία, κάποιου Χαράλαμπου Μάνεση, προς το Φεστιβάλ «OtherMovie» του Λουγκάνο, το Συνέχεια

Κλασσικό
Επιτελεστικότητα,Πολιτική,Τέχνη,Queer

Ο Καβάφης μαζί με τον Φουκώ (και τον Σουν Τζου): τα δημόσια μυστικά του Δημήτρη Παπανικολάου

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Το 2009, ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Τζέιμς Μαρτέλ δημοσίευσε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο με τον τίτλο «Οι δημόσιες συνωμοσίες του Μακιαβέλλι». Το άρθρο αυτό, (που κατά καιρούς σκεφτόμουν να μεταφράσω αλλά δεν τα κατάφερα ακόμα· ελπίζω κάποτε να βρω το χρόνο), επικεντρωνόταν όχι στο καθαυτό, με στενή έννοια πολιτικό έργο του Μακιαβέλλι, αλλά στα λιγότερο γνωστά θεατρικά έργα που έχει γράψει. Για την ακρίβεια, αναδείκνυε πόσο, στα έργα αυτά που ανήκουν στην τάξη της επιτέλεσης (performance), o Μακιαβέλλι δοκίμαζε και τελειοποιούσε μία στρατηγική του λόγου την οποία αργότερα υιοθέτησε, επιτελεστικά, στα πολιτικά του έργα –και ιδίως στον Ηγεμόνα. Η στρατηγική αυτή ήταν το «ανοιχτό μυστικό», το οποίο μας βοηθά να παρακάμψουμε μία λογοκριτική (και λογοθετική) εξουσία χρησιμοποιώντας την, στρέφοντας εναντίον της τα δικά της όπλα. Και ιδίως το όπλο της δημόσιας κατάθεσης πολύσημων λόγων, (και ποιος λόγος δεν είναι πολύσημος;), οι οποίοι καθαυτοί επιτρέπονται, αλλά από τους οποίους οι αποδέκτες μπορούν να συναγάγουν πρόσθετα επίπεδα νοήματος που αν εκφράζονταν αυτοτελώς ίσως να είχαν απαγορευθεί.

Τη χρονιά που διανύουμε, ο Δημήτρης Παπανικολάου έβγαλε το βιβλίο του Σαν κι εμένα καμωμένοι. Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης κι η ποιητική της σεξουαλικότητας (Πατάκης, Αθήνα 2014). Όπως φαίνεται και από τον τίτλο, πρόκειται για μια εργασία που θεματολογικά δεν σχετίζεται με την προηγούμενη. Θα μπορούσαμε όμως να τη διαβάσουμε συμμετρικά και συμπληρωματικά ως Συνέχεια

Κλασσικό
Πολιτική,Τέχνη,Φιλοσοφία

Ο Αριστοτέλης και η αστυνόμευση της τραγωδίας

της Παζ ντυΜπουά

(Αποσπάσματα από το βιβλίο Out of Athens: The New Ancient Greeks, Harvard University Press 2010, και ειδικότερα το 5ο κεφάλαιο με τίτλο Slaves in the tragic city, σ. 73-78. O τίτλος του δημοσιεύματος και οι σημειώσεις σε αγκύλες είναι του μεταφραστή)

Η αρχαιοελληνική τραγωδία δεν αφορά μόνο τον μεγάλο άνδρα, ούτε καν τον ανθρωπάκο· μέρος του προβλήματος είναι ότι η πλούσια και πολύμορφη κληρονομιά της ελληνικής αρχαιότητας έχει «διατμηθεί», για να χρησιμοποιήσω τον όρο των Γκοφ και Σίμπσον[1], και φιλτραριστεί μέσα από αναγωγιστικές και μεροληπτικές αναγνώσεις αιώνων. Και σε αυτές περιλαμβάνω μία από τις πρώτες αναγνώσεις της τραγωδίας, τον Αριστοτέλη, ως ένα στοχαστή ο οποίος ερμήνευσε την κληρονομιά της τραγωδίας κατά τρόπο μερικό και ιστορικά εντοπισμένο. Εγώ θέλω να κοιτάξω και άλλους τρόπους να δούμε την τραγωδία, να την ανοίξουμε σε ένα πιο ετερογενές, ασταθές και πολύμορφο είδος ανάγνωσης που θα μπορούσε να μιλήσει στη μετανεωτερικότητα, ή Συνέχεια

Κλασσικό
Διαδίκτυο,Εργατισμός,Κριτική της πολιτικής οικονομίας,ΜΜΕ,Μηχανές,Οικονομία,Τέχνη,Χρέος,μαρξισμός

Η ουσία της αξίας στην εποχή της κρίσης χρέους

«Τα συστήματα του ranking και του rating είναι μηχανισμοί που χρησιμοποιούνται σήμερα εμπειρικά για τη μέτρηση του πεδίου της αξίας, αλλά φυσικά και για τον έλεγχο και την αιχμαλώτιση του πεδίου των κοινωνικών σχέσεων που παράγουν την ίδια την αξία. Θα αναφερθούμε εδώ σε τέσσερα παραδείγματα: την οικονομία των παραπομπών στο πανεπιστήμιο, την οικονομία της προσοχής στο δίκτυο, την οικονομία του γοήτρου στον κόσμο της τέχνης και την οικονομία της εμπιστοσύνης των οίκων αξιολόγησης»

του Ματτέο Πασκουινέλλι

  Συνέχεια

Κλασσικό
Τέχνη,Χώρος

Θεσμίζουσες πρακτικές και δυνητικότητες: Ενεργοποίηση του θεάτρου Εμπρός

                                                                              του Πάνου Κομπατσιάρη

Κάποιες πολύ βασικές ερωτήσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη πριν από κάθε απόπειρα ανάλυσης θεσμών και θεσπίσεων σύγχρονης καλλιτεχνικής παραγωγής είναι οι εξής: Σε τί συνίστανται οι επιθυμίες των συμμετεχόντων να συμμετέχουν σε αυτές; Και στη συνέχεια: Με ποιους τρόπους αυτές οι επιθυμίες διοχετεύονται μέσω των εν λόγω θεσπίσεων στη σφαίρα του κοινωνικού;

Αυτές οι ερωτήσεις πρέπει να τίθενται, όχι για να μας βοηθάνε να κατανοούμε τις εσωτερικές αναζητήσεις  των καλλιτεχνών, των διοργανωτών και των επισκεπτών, αλλά για να προσπαθούμε να εντοπίζουμε τα δυνητικά νέα γίγνεσθαι, τους πιθανούς νέους ορίζοντες  του σχετίζεσθαι που τροφοδοτούνται και αναπαράγονται μέσω αυτών των εγχειρημάτων. Η εκάστοτε πρακτική καλλιτεχνικής θέσπισης από αυτή τη σκοπιά, δε θα πρέπει να κρίνεται μόνο με βάση αυτό που ‘φιλοξενεί’ ή παράγει ως έργο, αλλά πρώτα απ όλα με βάση τους τρόπους με τους οποίους  ενεργοποιεί την επιθυμία συνεύρεσης σε ένα χώρο, όπου οι τρόποι αυτοί -αν και φυσικά δεν καθορίζουν αποφασιστικά την υποδοχή του καλλιτεχνικού προϊόντος- σίγουρα εγγράφουν τις τροχιές τους πάνω σ’ αυτήν.

Συνέχεια

Κλασσικό