Όταν ο πατέρας μου ( λοχίας το 1974 στο Larnaca rοad, σήμερα Σταθμός της Λυκαβηττού) αποφυλακίστηκε την ημέρα της Εισβολής (φυλακίστηκε στο πραξικόπημα) επέστρεψε στα καθήκοντα του στον σταθμό.
Καθώς το σπίτι μας στα σπίτια της Αστυνομίας στο ΡΙΚ είχε υποστεί ζημιές και είχε λεηλατηθεί στο πραξικόπημα, και εμείς τα παιδιά με την μάμα μας πήγαμε στην Αγία Μαρίνα Σκυλλουρας, ο πατέρας μου βασικά ήταν καθήκον 24 ώρες το 24ωρο καθώς αποφάσισε να κοιμάται στον σταθμό, καθόλη την διάρκεια του πολέμου μέχρι το τέλος της δεύτερης εισβολής. (Μας επισκέφτηκε στο χωριό μια φορά την ημέρα πριν την δεύτερη εισβολή, όπου και μας προειδοποίησε οτι την επόμενη μέρα έπρεπε να φύγουμε διότι η Αγία Μαρίνα Σκυλλουρας ήταν καταδικασμένη).
Με μια Λευκωσία έρημη και άδεια, τα καθήκοντα του πατέρα μου ήταν να πηγαίνει στο κοιμητήριο και να θάβει τους νεκρούς στρατιώτες που έφερναν από τον μέτωπο της Λευκωσίας. Ήταν επίσης και αιμοδότης στο νοσοκομείο.
Ο πατέρας μου, ένας ιερέας και ακόμη 2 η 3 άτομα. Φέρνανε τους νεκρούς κάποτε χύμα σε φορτηγά και τους Συνέχεια →
Το παρόν σημείωμα εκκινεί από μία παρατήρηση του Ζάχου Παπαζαχαρίου από το βιβλίο του για τους Ποντίους, στην οποία είχα αναφερθεί στο παρελθόν –το διατυπώνω με δικά μου λόγια: ότι το τραγούδι μπορεί να αποτελεί έναν τρόπο καταγραφής και μετάδοσης της συλλογικής μνήμης μιας κοινωνίας (ή και περισσότερων) εναλλακτικό προς τον έντυπο καπιταλισμό του έθνους κράτους. Και επιχειρεί να δείξει ότι αυτός ο εναλλακτικός τρόπος δεν είναι ένα ξεπερασμένο φαινόμενο των «προνεωτερικών κοινωνιών», αλλά χαίρει άκρας υγείας μέχρι και σήμερα.
Αυτό θα το κάνω μέσα από την αναφορά σε τρία κατά βάση παραδείγματα από το χώρο της ελληνικής δισκογραφίας στα τέλη του 20ού και τις αρχές του 21ου αιώνα.
Η αριστερή μελαγχολία
Το πρώτο είναι το τραγούδι Άλλοθι, όχι εκείνο με τον Βασίλη Καρρά, ένα άλλο του 1976 που είχε γράψει ο Αργύρης Κουνάδης σε στίχους του τηλεοπτικού παραγωγού και σεναριογράφου Μάριου Ποντίκα για το σήριαλ «Εν Αθήναις» και περιλήφθηκε στον ομότιτλο δίσκο με τη μουσική και τα τραγούδια της σειράς. Στα περισσότερα Συνέχεια →
Στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού είδαμε μερικά από τα πράγματα για τα οποία αξίζει να ζει κανείς: έξαλλο χορό και πολύχρωμο ντεφιλέ στο άκουσμα υπέροχων ετερόκλητων μουσικών· τέχνη και ρευστά φύλα· διαδρομές στον Σηκουάνα με το βλέμμα στραμμένο σε μια παλλόμενη πόλη· μια κάποτε κυρίαρχη γλώσσα ξαναδουλεμένη στα προάστια και τραγουδισμένη με προφορές του παγκόσμιου νότου· βιβλιοθήκες και λογοτεχνία δεμένα με σεξ. Μαζί με αυτά, είδαμε παρκούρ στις πολυμελετημένες στέγες του 19ου αιώνα· μια υπενθύμιση για τους κάπως διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους οι χώρες εκατέρωθεν της Μάγχης εντάσσουν τις βασίλισσές τους στις τελετές έναρξης των αγώνων που διοργανώνουν· προτάσεις για αγάλματα που θα Συνέχεια →
Η επικήρυξη την οποία ανήρτησαν, ως άλλοι κυνηγοί κεφαλών, ο Μελισσανίδης και οι παρατρεχάμενοί του, στο «μουσείο» τους, το οποίο μάλιστα έχουν το θράσος να ονομάζουν «Μουσείο Μικρασιατικού Ελληνισμού», είναι μία αθλιότητα από τουλάχιστον τρεις απόψεις: νομική, ηθική και μουσειολογική.
Όπως θα γνωρίζουν, ή θα μπορούν να πληροφορηθούν, οι αναγνώστ-ρι-ες, το συγκεκριμένο «έκθεμα» εμφανίζει τις φωτογραφίες τεσσάρων ανδρών, με το ονοματεπώνυμο του καθενός από κάτω, για τους οποίους πληροφορεί τον επισκέπτη ότι «Αυτοί ΗΘΕΛΑΝ να ΣΚΟΤΩΣΟΥΝ τα ΟΝΕΙΡΑ μας».
Πριν πάμε σε οτιδήποτε άλλο, ένας λόγος πρώτου πληθυντικού, ένας λόγος που λέει «μας», ήδη είναι ξένος προς την λογική του μουσείου. Σε ένα μουσείο, εκείνη που μιλάει, που εξηγεί, και εκείνος που διαβάζει την εξήγηση δεν είναι αυτονόητο ότι ανήκουν (όλοι/ πάντοτε) στο ίδιο συλλογικό υποκείμενο. Το μουσείο υποτίθεται ότι είναι ένας δημόσιος θεσμός, ανοικτός στην επίσκεψη από οποιονδήποτε. Ένα «Μουσείο Μικρασιατικού Ελληνισμού» Συνέχεια →
Εδώ και κάποια χρόνια, στον ελληνόφωνο κυβερνοχώρο έχει τεθεί σε κυκλοφορία –άγνωστο από ποιον ακριβώς, όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις- ένα κείμενο το οποίο, υπό τη μορφή ενός καταιγισμού ρητορικών ερωτήσεων προς τον αναγνώστη («θα το πίστευες αν σου έλεγε κάποιος ότι τον 19ο αιώνα υπήρξε κάποιος που …»), απαριθμεί μία σειρά απολύτως τερατολογικών κατορθωμάτων και ιδιοτήτων που αποδίδει στον Βενετό, αδριατικής καταγωγής, ρώσο κόμη Giovanni Capo d’Istria. Για τις τερατολογίες αυτές, η λογική συνέχεια θα ήταν: όχι, δεν θα το πίστευες, και πολύ καλά θα έκανες.
Όπως επίσης συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, το κείμενο γνωρίζει διάφορες παραλλαγές και προσθαφαιρέσεις κάθε Συνέχεια →
Δύο νύχτες πριν με φτάσει η είδηση του θανάτου του Αντόνιο –του Τόνι- Νέγκρι, τον ονειρεύτηκα για πολλή ώρα και η παρουσία του ήταν τόσο ζωντανή που όταν ξύπνησα ένιωσα την ανάγκη να του γράψω. Το μήνυμά μου στο παλιό μέιλ που δεν είχα χρησιμοποιήσει για χρόνια δεν έφτασε. Όταν είπα σε μια φίλη για το όνειρο, εκείνη μου είπε: «ήθελε να σε αποχαιρετήσει πριν φύγει». Παρά την απόκλιση της σκέψης του καθενός μας, η οποία γινόταν όλο και πιο σαφής με τον καιρό, κάτι μας συνέδεε πεισματικά, κάτι που είχε να κάνει πρωτίστως με τη γενναιόδωρη, ανήσυχη, ακριβοδίκαιη ζωτικότητά του, την οποία ένιωσα αμέσως όταν τον συνάντησα για πρώτη Συνέχεια →
Πριν από δύο χρόνια, νομίζω, τηλεφώνησε ο Τόνι. Θα περνούσε από τη Ρώμη και μου ζήτησε να συναντηθούμε. Μια ώρα μαζί, με την Ζυντίτ[1], σε ένα άδειο σπίτι κοντά στο Κάμπο ντε’ Φιόρι (ένα εγκαταλελειμμένο κρησφύγετο, θα σκεφτόταν κάποιος απατεώνας του παλιού PCI). Δεν μιλήσαμε για τίποτα, ή σχεδόν για τίποτα, μόνο φράσεις που προσφέρουν μια αφορμή για να σωπάσουμε και πάλι, χωρίς δυσφορία.
Σ’ εκείνο το σπίτι στη Ρώμη έλαβε χώρα ένας καθαρός και απλός αποχαιρετισμός, που δεν κρύφτηκε πίσω από τελετουργικά μοιρολόγια. Μετά από χρόνια ομηρικών καυγάδων[2] και ενθουσιωδών επαίνων για κάθε προσπάθεια να βρεθεί η στενή πόρτα από την οποία θα μπορούσε να περάσει ο αγώνας κατά της μισθωτής εργασίας στην εποχή ενός οριστικά ώριμου καπιταλισμού, λίγη εμβρόντητη σιωπή δεν βλάπτει. Αντίθετα, συμφιλιώνει.
Θυμάμαι τον Τόνι, ένοικο του κελιού 7 της πτέρυγας υψίστης ασφαλείας στη φυλακή της Ρεμπίμπια, να κλαίει Συνέχεια →
Η Ελισάβετ της Αγγλίας υπήρξε επί δεκαετίες η προσωποποίηση ενός θεσμού απάνθρωπου, ληστρικού, αποικιοκρατικού και δολοφονικού.
Αυτό είναι πέρα από κάθε συζήτηση. Αυτό που είναι συζητήσιμο είναι η επιλογή της άρνησής της να απονείμει χάρη στον Ευαγόρα Παλληκαρίδη ως κύριας, ή και ως μόνης, απόδειξης για το ότι είχε τα χέρια της βαμμένα με αίμα. Μια επιλογή που γνωρίζει μεγάλη διάδοση στον ελληνόφωνο κυβερνοχώρο από χθες.
Με αφορμή της αναφορές αυτές, σκέφτηκα να αναζητήσω κάποιες πληροφορίες και κάποιες λεπτομέρειες για το συγκεκριμένο περιστατικό. Διαπίστωσα ότι σε πολλούς ιστότοπους, μεταξύ των οποίων και η Βικιπαίδεια, είναι δημοσιευμένο, αυτούσιο ή σε διάφορες παραλλαγές, ένα λεπτομερές κείμενο για τη ζωή, τη δράση και το θάνατο του Παλληκαρίδη.
Από την αφήγηση αυτή προκύπτει με σαφήνεια ένα πράγμα: ο Παλληκαρίδης επιδίωξε ο ίδιος λυσσαλέα το θάνατό του, και τελικά –πράγμα όχι τόσο δύσκολο, ιδίως υπό τις συνθήκες εκείνες- τον Συνέχεια →
Σε παλαιότεροσημείωμα είχαμε αναφερθεί στο ευτυχές –αν και συμπτωματικό- γεγονός ότι μια σειρά από προτομές που μέχρι τότε κοσμούσαν (;) την πλατεία Μακεδονομάχων της Θεσσαλονίκης βρέθηκαν παρατημένες σε μια αποθήκη του δήμου στην περιοχή των Σφαγείων.
Οι προτομές αυτές απεικόνιζαν, ακριβώς, κάποιους από τους αποκαλούμενους «Μακεδονομάχους», και απομακρύνθηκαν από τη θέση τους λόγω των εργασιών για την κατασκευή της στάσης «Βενιζέλου» του μετρό της Θεσσαλονίκης (το οποίο βρίσκεται υπό κατασκευή επί κάποιες δεκαετίες ήδη, και όλα δείχνουν ότι θα συνεχίσει να βρίσκεται για άγνωστο διάστημα ακόμα).
Επειδή όλα τα ωραία πράγματα δεν κρατάνε πολύ, οι προτομές αυτές εδώ και κάμποσο καιρό ανατοποθετήθηκαν με σεβασμό, (έναν σεβασμό που αντιθέτως δεν επιδείχθηκε στα ευρήματα της ρωμαϊκής οδού Decumanus Maximus), όχι όμως στην ίδια θέση αλλά σε μία πολύ πιο κεντρική και ορατή στο αστικό τοπίο της πόλης: στο πάρκο της οδού Τσιρογιάννη, λίγες δεκάδες μέτρα από τον Λευκό Πύργο και την παραλία.
Μία από αυτές τις προτομές απεικονίζει τον Παύλο Γύπαρη.
Είμαι βέβαιος ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Θεσσαλονικέων –όπως άλλωστε και των λοιπών Συνέχεια →
Όποιος αφήνεται στη θύμηση γερνά, πέφτει άρρωστος και πεθαίνει, ανήμπορος: τι μπορεί να κάνει απέναντι στο παρελθόν του; Ας επινοήσει ένα σχέδιο για το μέλλον, ας ξαναβρεί υγεία, δύναμη, νιάτα και χαρά, ας σηκωθεί κι ας τρέξει όπως ο χρόνος. Οι συλλογικότητες, σε αυτό το σημείο, δεν διαφέρουν από τα άτομα. Μια κοινωνία χωρίς σχέδια χτίζει μουσεία, μηρυκάζει τα σφάλματα και τις ήττες της, ξεσχίζει τα σωθικά της, φθίνει … τι θα απογίνει;
Μαθαίνουμε στο Λύκειο να τιμούμε την Ανδρομάχη, ευσεβή και πιστή χήρα, αγαπητική μητέρα, αφοσιωμένη ολάκερη στη θύμηση του νεκρού συζύγου της, που την εικόνα του την ξαναβρίσκει στο γιο της Αστυάνακτα, όμηρο όπως κι εκείνη των νικητών εχθρών. Η σταθερότητά της εκρήγνυται σε μια παραισθητική αφήγηση όπου λάμπουν η πτώση της Τροίας και τα φονικά εκείνης της νύχτας: η νύχτα εκείνη, λέει, ας παραμείνει αιώνια. Πρέπει να ξεχάσω; επαναλαμβάνει. Όχι, ζω στην αθανασία της μνήμης και άρα αρνούμαι την πορεία της ιστορίας: δεν θα ζω πλέον, δεν θα αγαπώ πλέον, θα ακούω τη φωνή του συζύγου μου πάνω απ’ τον τάφο του, σε εκείνον θα απευθύνομαι όταν μιλάω στους άλλους … τελικά θα αυτοκτονήσω, ήδη μετά τον δεύτερο γάμο μου … οι νεκροί απαιτούν μόνο το θάνατο.
Τραγωδία της θύμησης, της οποίας ο Ρασίν προσδιορίζει τους ήρωες με την ιδιότητα του γιου ή της κόρης: της Ελένης, του Αγαμέμνονα ή του Αχιλλέα, η Ανδρομάχη εξιστορεί τη δυστυχία της δεύτερης γενιάς. Τι πιο τρομακτικό, για ένα παιδί, από το να ακούει τη μητέρα του να του λέει: όταν σε παίρνω στα χέρια μου, Αστυάναξ, αγκαλιάζω τον Έκτορα, τον νεκρό πατέρα σου; Τι πιο τρομακτικό από το να το αναγκάζει να φέρει στο σώμα του έναν ενήλικα υπό μορφή πτώματος; Στις κόρες και στους γιους του περασμένου πολέμου, η μητέρα-χήρα μαθαίνει μόνο να κλαίνε ή να πεθαίνουν ακόμα από τον πόλεμο, όπως πέθαναν οι γονείς τους· όχι από την αιχμή των όπλων, αλλά από την θανάσιμη ασθένεια της θύμησης.
Ποιο είναι το σχέδιο της Ανδρομάχης; Στο τέλος του έργου, κατορθώνει τον άθλο να παντρευτεί τον εχθρό της και να γίνει χήρα του, ξανά, για να βασιλεύσει, κυρίαρχη, επί των νεκρών και της τρέλας που την περιβάλλει, χήρα με δύο κεφάλια, διπλή βασίλισσα, των Ελλήνων και των Τρώων, μαύρη υπεύθυνη για τα φονικά. Με μια ακινησία αράχνης, την οποία αποκαλούμε, τυφλοί, επιμονή. Τη χρονική της ασθένεια, αδιάφορη για κάθε αλλαγή, την κάνουμε αρετή –την πιστότητα- αλλά επίσης και γνώση –την ιστορία. Ωστόσο, πρέπει να υπολογίσουμε το κόστος της, που είναι θανάσιμο: γύρω από την Ανδρομάχη, και εξαιτίας της, πληθαίνουν διαρκώς οι φόνοι, τραγικοί, οι απελπισίες και η παραφροσύνη. Εκείνη μόνη θα επιζήσει και θα βασιλεύσει: μαύρη χήρα, κακοποιητική γεννήτρα, κεκορεσμένη από ένστικτο θανάτου, επαναληπτική αράχνη στο κέντρο του ιστού, καταβροχθίζει με γεροντικά δόντια αυτά τα νέα, όμορφα και δυνατά πρόσωπα που δεν ζητούσαν άλλο απ’ το να ζήσουν, να αγαπήσουν, να ελπίσουν στο μέλλον.
Ας υποθέσουμε ότι, αντίθετα, αφήνει τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους, συγκατατίθεται να ξεχάσει λίγο, όπως αναγγέλλει ο εραστής της –«αλλά τέλος πάντων συγκατατίθεμαι να ξεχάσω το παρελθόν», λέει ο Πύρρος-, δέχεται να ζήσει, ακολουθεί την πορεία του ζωντανού παρόντος, μαγεύεται από καινούριες αγάπες, επινοεί σχέδια … τότε, η ζωή παίρνει τη θέση της απελπισίας και το δράμα εξαφανίζεται. Οι αρχαίοι το είχαν δει σωστά: η Μνημοσύνη, η μητέρα Μνήμη γεννά τις Μούσες, και μεταξύ αυτών μία, τρομερή, την Τραγωδία.
Ποιος λέει όχι; Χωρίς ιστορία, ξαναγινόμαστε ζώα. Επιβάλλεται λοιπόν μία υποχρέωση θύμησης, δεσμός που μας κρατά στη γλώσσα και, πιθανότατα, στη συνείδηση· αλλά επιβάλλεται επίσης ένα καθήκον σχεδίου. Δυσκολότερο απ’ το πρώτο, το δεύτερο απαιτεί φαντασία, διάκριση, αίσθηση του παρόντος, προνοητικότητα, θέληση επιβίωσης για να ακολουθήσεις την πορεία που αποφάσισες, ενθουσιασμό, θάρρος … αρετές υπερβατικές σε σχέση με την επανάληψη, που, αυτή, γέρνει προς το ένστικτο του θανάτου.
Η ιστορία και η παράδοση μας στηρίζουν, ασφαλώς, αλλά βρίσκουν το νόημά τους μόνο από το πώς τις ξαναδιαβάζει ένα επιθυμητό μέλλον. Οδηγούμαστε στο χαμό όχι τόσο από τους εχθρούς ή τα εμπόδια, όσο από έλλειψη απογόνων ή παραγωγής, στο κρεβάτι της άπειρης λεπτομέρειας της ακίνητης αναμνημόνευσης. Χωρίς στέρεο σχεδιασμό, το παρελθόν πέφτει στο θάνατο και τη λήθη· μια συλλογικότητα χωρίς αποφασιστικότητα δεν ξέρει πια να γράψει την ιστορία της· χωρίς επινόηση και χωρίς σύγχρονα ζωντανά έργα, μια κουλτούρα βρίσκεται σε θανάσιμη αγωνία. Η μνήμη σκάβει τον τάφο μας και, σε αυτό το κλειστό θεμέλιο, το σχέδιο οικοδομεί την κατοικία μας.
Το παραπάνω κείμενο είναι το ομότιτλο απόσπασμα από το βιβλίο Michel Serres, Andromaque, veuve noire, L’Herne, Παρίσι 2011 (σ. 37-41). Μετάφραση: Α.Γ.