Ανάλυση λόγου,Ιστορία,Μνήμη

Καποδίστριας, o Τσακ Νόρρις του εκσυγχρονισμού;

του Άκη Γαβριηλίδη

Εδώ και κάποια χρόνια, στον ελληνόφωνο κυβερνοχώρο έχει τεθεί σε κυκλοφορία –άγνωστο από ποιον ακριβώς, όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις- ένα κείμενο το οποίο, υπό τη μορφή ενός καταιγισμού ρητορικών ερωτήσεων προς τον αναγνώστη («θα το πίστευες αν σου έλεγε κάποιος ότι τον 19ο αιώνα υπήρξε κάποιος που …»), απαριθμεί μία σειρά απολύτως τερατολογικών κατορθωμάτων και ιδιοτήτων που αποδίδει στον Βενετό, αδριατικής καταγωγής, ρώσο κόμη Giovanni Capo d’Istria. Για τις τερατολογίες αυτές, η λογική συνέχεια θα ήταν: όχι, δεν θα το πίστευες, και πολύ καλά θα έκανες.

Όπως επίσης συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, το κείμενο γνωρίζει διάφορες παραλλαγές και προσθαφαιρέσεις κάθε φορά –από τις πολλές- που αναπαράγεται. Μία σχετικά πρόσφατη αρχίζει ως εξής:

Πολλοί λένε ότι μετά από τον Ιωάννη Καποδίστρια τελείωσε και η ζώσα δημοκρατία! Αλλά ας ελπίζουμε στον θεό και ας είμαστε αισιόδοξοι…[1]

Πόσο θα πίστευες αν σου έλεγε κάποιος ότι τον 19ο αιώνα υπήρξε κάποιος που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελλάδα (Έλληνας) που:

Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο επίτευγμα να γράψεις τρεις προτάσεις και να μην πεις ούτε μία αλήθεια.

Η δημοκρατία, ζώσα ή ημιθανής, δεν τελείωσε μετά τον Καποδίστρια. Τελείωσε με τον Καποδίστρια. Ο Καποδίστριας, αριστοκρατικών πεποιθήσεων και άλλωστε αριστοκράτης ο ίδιος, είναι εκείνος που έθεσε τέρμα στην όποια δημοκρατική προοπτική των συνταγμάτων της επανάστασης του 21. Ποια ήταν άραγε αυτή η «ζώσα δημοκρατία» που υπήρχε επί των ημερών του και «τελείωσε μετά»;

Ο Καποδίστριας είναι αλήθεια ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα μέρος που σήμερα ανήκει στο ελληνικό κράτος. Oι εμμονικές διαβεβαιώσεις όμως ότι «γεννήθηκε στην Ελλάδα» και «ήταν Έλληνας» άνευ άλλου προσδιορισμού, είναι στην καλύτερη περίπτωση ένα μέρος της αλήθειας. Ανήκε σε μία γενιά που «τραύλιζε το έθνος», για να δανειστούμε την έκφραση από το πρόσφατο βιβλίο της Κωνσταντίνας Ζάνου. Ήταν υπήκοος της Βενετίας, γραμμένος στο Libro d’Oro, και το όνομα του πατέρα του –το ένα από τα δύο ονόματα- ήταν … Μαρία. Σπούδασε στην Ιταλία και υπηρέτησε το ρωσικό κράτος. Όλα αυτά είναι πολύ μακριά από την ελλληνικότητα και την εμπειρία της όπως την νοούμε σήμερα.

Αλλά και όσα ακολουθούν μετά το «που» δεν πάνε πίσω. Αυτά τα οποία ερωτάται ο αναγνώστης «πόσο θα τα πίστευε» είναι μεταξύ άλλων τα εξής:

Πήρε τρία διδακτορικά διπλώματα στην Ιταλία!

Έφτιαξε το Σύνταγμα της τότε Επτανησιακής Πολιτείας (και έγινε κυβερνήτης της σε ηλικία 26 χρονών!)

Έφτιαξε το επιτυχημένο Ελβετικό Σύνταγμα (που ισχύει μέχρι σήμερα)

Έσωσε από διαμελισμό και από πτώχευση την ηττημένη το 1815 Γαλλία.

Έγινε Υπουργός Εξωτερικών (1816) της μεγαλύτερης (τότε) Ευρωπαϊκής δύναμης (της Ρωσίας)

Έσωσε την Ελληνική επανάσταση.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός στην ιστορία του 19ου αιώνα για να αντιληφθεί ότι αυτός ο τύπος λόγου προσιδιάζει περισσότερο σε διαφήμιση παρά σε ιστορική αφήγηση. Μονολεκτικές διαβεβαιώσεις χωρίς καμία περαιτέρω ανάπτυξη ή τεκμηρίωση, (αλλά με άφθονα θαυμαστικά και λέξεις με κεφαλαίο πρώτο γράμμα), που προορίζονται να εμπνεύσουν όχι την επιθυμία για γνώση αλλά την αποχαύνωση και το θαυμασμό.

Εάν κανείς «ξύσει» στοιχειωδώς αυτές τις κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις, έστω π.χ. αυτή περί του «ελβετικού συντάγματος», θα δει ότι είναι παραμύθια. Σύμφωνα με ανάρτηση στο επίσημο σάιτ του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας, το ελβετικό σύνταγμα που ισχύει σήμερα ψηφίστηκε το 2000, ενώ και το πρώτο στην ιστορία θεσπίστηκε το 1848, δηλαδή αρκετά χρόνια μετά το θάνατο του Καποδίστρια. Άρα μάλλον αδύνατο να συνέταξε εκείνος είτε το ένα, είτε το άλλο.

Το ίδιο δημοσίευμα αναφέρει ότι «Το 1821 παραιτήθηκε από την Ρωσική κυβέρνηση και πήγε στην Ελβετία (1821- 1827)». Πώς «έσωσε την ελληνική επανάσταση» λοιπόν; Εξ αποστάσεως;

Επίσης, αναφέρεται ότι «Οργάνωσε το Πολεμικό ναυτικό και γενικά την ναυτιλία». Δεν διευκρινίζεται ποίας χώρας· φαντάζομαι της Ελλάδας. Πότε πρόλαβε όμως να οργανώσει κοτζάμ πολεμικό ναυτικό;

Παραλείπω εδώ τα κάκιστα ελληνικά στα οποία, επίσης όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι συνταγμένο το κείμενο. Σε αυτό παρατηρούνται πλείστοι όσοι σολοικισμοί και ανορθογραφίες: «φιλικά προσκείμενους με [sic] την Οθωμανική Αυτοκρατορία», «τα χτήματα του», «συνεδρίαση της Τριζίνας».

Επίσης, ακυρολεξίες:

Ο Κολοκοτρώνης τον ονόμασε «Πατέρα του Έθνους». (Από τότε δεν έχουμε καθορίσει στον Κυβερνήτη Καποδίστρια αυτήν την τιμή).

«Καθορίζω την τιμή» στα ελληνικά σημαίνει αποφασίζω ποιο θα είναι το αντίτιμο σε μια πώληση. «Καθορίζω μία τιμή σε έναν άνθρωπο» δεν σημαίνει τίποτε.

Η μη απόδοση τιμής στον Καποδίστρια είναι μάλλον το «διά ταύτα», η ultima ratio (αν θεωρήσουμε ότι υπάρχει κάποια ratio) του κειμένου:

Ο Καποδίστριας ήταν μια οικουμενική προσωπικότητα. Ακόμη τον τιμούν στην Ρωσία, στην Γαλλία, στην Ελβετία, στην Σλοβενία. Στην Ελλάδα μάλλον τον αγνοούμε.

Φυσικά, ο ισχυρισμός αυτός είναι απολύτως ανακριβής. Στην Ελλάδα δεν αγνοούμε καθόλου τον Καποδίστρια. Υπάρχουν τουλάχιστον τρία αγάλματά του (Αθήνα/ Ναύπλιο/ Κέρκυρα), δύο προτομές (μία στον Εθνικό Κήπο και μία στην Πάτρα) και δυο αναμνηστικές πλάκες (Ναύπλιο), ένα Μουσείο Καποδίστρια στην Κέρκυρα, όπου και το αεροδρόμιο του νησιού φέρει το όνομά του, αποκαθίσταται το Κυβερνείο στην Αίγινα … Το όνομά του έφερε και το σχέδιο ενοποίησης των δήμων του 1997 (από το οποίο έχει μείνει έκτοτε η έκφραση «καποδιστριακός δήμος»), ενώ στις τελευταίες εκλογές κατέβηκε συνδυασμός με την επωνυμία «Κοινωνία-Πολιτική Παράταξη συνεχιστών της πολιτικής του Καποδίστρια». Όσο για οδούς, λεωφόρους ή πλατείες με το όνομά του, υπάρχουν σε όλους τους δήμους της Ελλάδας! Μόνο στην Αττική υπάρχει διψήφιος αριθμός. Το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο, αυτό που βρίσκεται στην πρωτεύουσα της χώρας, λέγεται Καποδιστριακό. Χωρίς υπερβολή, δεν πρέπει να υπάρχει πολιτικός άνδρας τον οποίο να έχει τιμήσει περισσότερο το ελληνικό κράτος, με την εξαίρεση του Ελευθέριου Βενιζέλου –του οποίου όμως η δράση υπήρξε πολύ πιο μακροχρόνια, πιο πρόσφατη, και συνδέθηκε με πιο θεμελιώδη γεγονότα της ελληνικής ιστορίας. Τι άλλο να κάναμε δηλαδή; Να ονομάζαμε Καποδιστρία την χώρα;

Φυσικά, το γεγονός ότι ένα κείμενο είναι γραμμένο στο πόδι ή λέει ανακρίβειες δεν εμποδίζει από μόνο του τη διάδοσή του. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ίσως και να την ευνοεί. Και ειδικότερα, υπό την προϋπόθεση το κείμενο να ανταποκρίνεται σε κάποιες προσδοκίες, να ακολουθεί κάποιες οικείες και αναγνωρίσιμες αφηγηματικές δομές που καλύπτουν κάποιες συναισθηματικές ανάγκες. Εν προκειμένω, αυτό περί του Καποδίστρια – Τσακ Νόρρις καταφέρνει να ενεργοποιήσει κάποια πολύ δημοφιλή κλισέ, με βασικότερο το «κάτι μας κρύβουν», «κάποιοι δεν θέλουν να μάθουμε την αλήθεια». (Είναι χαρακτηριστικό ότι σε κάποιες αναδημοσιεύσεις φέρει τον τίτλο «Ο άγνωστος Καποδίστριας»). Κατά δεύτερον, αυτή η υποτιθέμενη απόκρυψη έχει να κάνει με ένα άλλο πολυχρησιμοποιημένο κλισέ, το «η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της», «Έλληνας υπερήρωας που διέπρεψε στο εξωτερικό και εμείς τον αγνοούμε». (Ανάλογο ρόλο καλείται να παίξει σε άλλα δημοσιεύματα ο Καραθεοδωρή, ο οποίος εμφανίζεται ως «ο δάσκαλος του Αϊνστάιν»).

Πρόκειται δηλαδή για το γνωστό επιφώνημα «ce n’est pas ça» που ακολουθεί την έλευση της απόλαυσης για να καταγράψει το χάσμα ανάμεσα στην προσδοκώμενη και στην επελθούσα. Ο εθνικιστής επιθυμεί ακαταμάχητα το έθνος του να είναι υπερδύναμη, να κινεί τα νήματα των παγκόσμιων εξελίξεων· αυτό ή έστω κάποιοι εκπρόσωποί του. Όταν δεν βρίσκει τέτοιους, οδηγείται να επινοήσει, και να αυτο-ετερομαστιγωθεί που δεν τους έχει αποδώσει τη σημασία που τους πρέπει.

Δείγμα αυτής της προσπάθειας είναι και το ότι, το διάστημα αυτό, ετοιμάζει κινηματογραφική βιογραφία του Καποδίστρια –φυσικά με διεθνή συμπαραγωγή- ο Γιάννης Σμαραγδής. Ένας κινηματογραφιστής που υπηρετεί με συνέπεια όλα αυτά τα χρόνια την εμπέδωση ενός αφηγήματος για «εξαιρετικές προσωπικότητες», όλες φυσικά ενήλικες άνδρες, ελληνικής καταγωγής αλλά και με «οικουμενική» (κυρίως βέβαια ευρωπαϊκή) δράση, χάρη στην οποία διέπρεψαν στις τέχνες και το εμπόριο.

Τέλος, αυτή η θεοποίηση του Καποδίστρια αρδεύεται επίσης από ένα άλλο λογοθετικό ρεύμα στο χώρο της δημόσιας ιστορίας και επικοινωνεί με αυτό. Πρόκειται για την προσπάθεια να συγκροτηθεί μία γενεαλογία «χαρισματικών και εκσυγχρονιστών ηγετών» που «αντιστάθηκαν στο λαϊκισμό και στα οθωμανικά κατάλοιπα» –χωρίς όμως να τύχουν της αναγνώρισης που τους άξιζε από τον αχάριστο και αδαή λαό τους, που είναι μαθημένος στην κουλτούρα τού underdog. Πριν από τον Σημίτη και τον ήδη αναφερθέντα Βενιζέλο, η ανάγκη επινόησης προγόνων φέρνει καμιά φορά στην επιφάνεια και τον κόμη-υπουργό του Τσάρου.

Φυσικά αυτή η συνάντηση δεν είναι απαλλαγμένη από ανακολουθίες. Διότι έχουμε ένα πρόταγμα που επαγγέλλεται τον εξορθολογισμό των κοινωνικών σχέσεων, στην υπηρεσία του οποίου τίθεται μια αφήγηση με θρησκευτικές-μυστικιστικές συνηχήσεις[2]. Βέβαια ο μύθος δεν είναι το αντίθετο του Λόγου, όπως ξέρουμε από τους γάλλους (μετα)δομιστές. Δεν είμαι όμως σίγουρος αν αυτό το ξέρουν και οι Διαμαντούρος-Βερέμης-Μαυρογορδάτος και συντροφία.

Όλα αυτά απολήγουν και μπερδεύονται γλυκά στη νέα μεγάλη (μεσαία) ιδέα της Ελλάδας του τουρισμού, των αρχαιοτήτων, της αυτοπεποίθησης και της επιχειρηματικότητας. Ένα αυτοείδωλο, και ένα καθεστώς (κλοπής της) απόλαυσης, πάνω στα οποία «χτίζει» η τριάδα Καλύβας-Μενδώνη-Μητσοτάκης, επιχειρώντας να αιχμαλωτίσει και να αποκρυσταλλώσει όλες αυτές τις συναισθηματικές ανάγκες και όλη αυτή την επιθυμία για αυτοδικαιωτικούς εθνικούς μύθους.

[1] Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται η φράση «Η Ελβετία κόσμησε την Λωζανη με άγαλμα του Καποδίστρια!». Η φράση αυτή είναι λογικά ασύνδετη με όσα προηγούνται ή έπονται, και πιθανολογώ ότι, σε κάποια προηγούμενη εκδοχή η οποία μεταφέρθηκε εδώ με κόπυ-πέιστ, αποτελούσε τη λεζάντα για κάποια φωτογραφία η οποία χάθηκε κατά τη μεταφορά.

[2] Αντιγράφω ξανά από την ίδια κλάψα-αγιογραφία:
«Ομολογώ ότι κατά καιρούς άκουγα για κάποιον Καποδίστρια με τόσα απίθανα κατορθώματα που μου φαινόντουσαν το λιγότερο, υπερβολές!

Τέτοια κατορθώματα είμαστε συνηθισμένοι μόνο στα μυθικά χρόνια. Ποιος να ήταν αυτός ο Έλληνας του 19ου αιώνα που, τουλάχιστον σε πολιτικούς άθλους, φάνηκε αντάξιος του Ηρακλή; Είναι όλα αυτά αλήθεια; Το όνομα του: Ιωάννης Καποδίστριας». Οι υπογραμμίσεις δικές μου· διατηρείται η στίξη και η ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Κλασσικό
ρατσισμός,Ηθική,Ιστορία

Ο Καραμανλής είναι απόγονος τραμπούκων και βιαστών

του Άκη Γαβριηλίδη

Σύμφωνα με πληροφορίες που αναφέρονται στην ελληνική Wikipedia, και συγκεκριμένα στο λήμμα «Κωνσταντίνος Καραμανλής», ο και «εθνάρχης» αποκληθείς ήταν γιος του Γεωργίου Καραμανλή, δημοδιδασκάλου ο οποίος είχε «πολεμήσει» και στον «Μακεδονικό Αγώνα». (Τα εισαγωγικά τα προσθέτω εγώ, διότι ο λεγόμενος μακεδονικός –κατ’ ουσίαν αντιμακεδονικός– αγώνας δεν ήταν φυσικά πόλεμος, δεν συνίστατο σε μάχες μεταξύ στρατών, αλλά απλώς μια τρομοκρατική επιχείρηση που διεξήγαγαν χωρίς επιτυχία σώματα ατάκτων εις βάρος κυρίως αμάχων χωρικών).

Αυτό που δεν αναφέρει το λήμμα, ούτε και καμία άλλη αγιογραφία του «εθνάρχη», είναι ότι ο εν λόγω πρόμαχος του ελληνισμού άσκησε τρομοκρατία όχι μόνο εις βάρος ντόπιων Μακεδόνων, αλλά και εις βάρος Ποντίων Συνέχεια

Κλασσικό
Ιστορία

Αλέξανδρος ο όχι και τόσο μέγας: η ιστορία μέσα από περσικά μάτια

του Aλί Aνσαρί

 

Στον ελληνόφωνο κυβερνοχώρο -και όχι μόνο- είναι ευρύτατα διαδεδομένη η άποψη ότι ο Αλέξανδρος «λατρεύεται σαν θεός» και «μνημονεύεται ως εκπολιτιστής» από τους λαούς των χωρών τις οποίες κατέκτησε. Είναι όμως πράγματι έτσι; 

NU

Στα δυτικά βιβλία ιστορίας υπό ελληνική επίδραση, ο Μέγας Αλέξανδρος απεικονίζεται ως ένας θρυλικός κατακτητής και στρατιωτικός ηγέτης. Από περσική οπτική γωνία, όμως, η κληρονομιά του φαίνεται πολύ διαφορετική.

Κάθε επισκέπτης των θεαματικών ερειπίων της Περσέπολης –της τελετουργικής πρωτεύουσας της αρχαίας περσικής αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών- πληροφορείται τρία γεγονότα: ότι η πόλη χτίστηκε από τον Δαρείο τον Μέγα, εξωραΐστηκε από τον γιο του, τον Ξέρξη, και καταστράφηκε από αυτόν τον άνθρωπο, τον Αλέξανδρο.

Ο άνδρας αυτός αποθεώθηκε στον δυτικό πολιτισμό ως ο κατακτητής της περσικής αυτοκρατορίας και μια από τις μεγάλες στρατιωτικές ιδιοφυΐες της ιστορίας.

Μάλιστα, διαβάζοντας κάποια δυτικά βιβλία ιστορίας θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι οι Πέρσες υπήρξαν μόνο και μόνο για να κατακτηθούν από τον Αλέξανδρο.

Κάποιο πιο φιλέρευνο μυαλό θα μπορούσε να ανακαλύψει ότι οι Πέρσες είχαν ηττηθεί δύο φορές στο παρελθόν από τους Έλληνες κατά τη διάρκεια δύο αποτυχημένων εισβολών στην Ελλάδα, υπό τον Δαρείο τον Μέγα το 490 π.Χ. και στη συνέχεια από τον γιο του, Ξέρξη, το 480 π.Χ. –για τις οποίες η επίθεση του Αλεξάνδρου ήταν ένα δικαιολογημένο αντίποινο.

Αλλά ιδωμένος μέσα από τα περσικά μάτια, ο Αλέξανδρος απέχει παρασάγγας από το να είναι «Μέγας».

Ο Αλέξανδρος κατέστρεψε ολοσχερώς την Περσέπολη μετά από μια νύχτα μέθης και υπερβολών, κατόπιν Συνέχεια

Κλασσικό
Ιστορία

Ο ημιπαρανοϊκός μέγας σφαγέας Αλέξανδρος και τα κατορθώματά του

του Ιάσονα Αποστολόπουλου

 

Τα εγκλήματα του εθνικού ήρωα Αλέξανδρου του Γ (που ονομάστηκε Μagnus=Μέγας από τους επίσης μεγαλομανείς κατακτητές Ρωμαίους) δεν είχαν προηγούμενο στην μέχρι τότε καταγεγραμμένη ιστορία της ανθρωπότητας.

Για τους ανατολικούς λαούς, ο βάρβαρος Αλέξανδρος είναι ότι ο Ούννος Αττίλας για την Δύση, ενώ στη λογοτεχνία των Περσών παρομοιάζεται με τον σατανά. (Περσ. Ahriman). 

Με εντολή του Αλεξάνδρου, η Θήβα αφού λεηλατήθηκε, ισοπεδώνεται τελείως και ουσιαστικά παύει να υπάρχει. 6.000 άμαχοι Θηβαίοι σφαγιάσθηκαν και 30.000 σύρθηκαν αιχμάλωτοι στα σκλαβοπάζαρα.

Στην φοινικική πόλη της Τύρου, έσφαξε 10.000 άμαχους κατοίκους, τους 2.000 τους σταύρωσε γυμνούς κατά Συνέχεια

Κλασσικό
Ιστορία,Μουσική

«Α. Κωστής»/ Μπέζος: από τον Αττίκ στο ρεμπέτικο και από κει στις λίστες του Rolling Stone

του Προκόπη Σαμαρτζή

«Α. Κωστής»: Ο μυστηριώδης και άγνωστος μποέμ ρεμπέτης του Μεσοπολέμου που το περιοδικό Rolling Stone έβαλε στις λίστες του …

Γεννήθηκε πριν από 118 χρόνια στο χωριό Μπολάτι Κορινθίας από μεσοαστική οικογένεια. Τέλειωσε το γυμνάσιο στην Κόρινθο και ήρθε στην Αθήνα, όπου γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα κιθάρας και έτσι τον απορρόφησε η μουσική.

Εργάστηκε σε εφημερίδες ως αρθρογράφος και σκιτσογράφος, αλλά και ως ηθοποιός. Συνάδελφός του και φίλος, στην εφημερίδα «Πρωία», ήταν μάλιστα ο Κώστας Βάρναλης.

Το 1920 γίνεται μέλος της περίφημης «Μάντρας» του Αττίκ και συνεργάτης του διάσημου συνθέτη. Εκεί δημιουργεί το δικό του 8μελές συγκρότημα με χαβάγιες, τα «Άσπρα πουλιά»· ονομάστηκαν έτσι επειδή έπαιζαν πάντα ντυμένοι στα άσπρα. Χρησιμοποιώντας το «ελαφρό» τραγούδι, γυρίζουν τα πάλκα και τις θεατρικές σκηνές σε όλη την Ελλάδα κάνοντας ταυτόχρονα επιθεώρηση, με μεγάλη επιτυχία. Το συγκρότημά του υπήρξε φυτώριο και για άλλα πολύ μεγάλα ονόματα της μουσικής και του τραγουδιού, όπως η Δανάη Στρατηγοπούλου και ο Νίκος Γούναρης. Εκεί άρχισε την καριέρα του σαν κιθαρίστας και ο Μανώλης Χιώτης.

Στις αρχές του 1930 και σε ηλικία 25 ετών, ηχογραφούν στην Αθήνα με προτροπή του Τέτου Δημητριάδη για την Αμερικάνικη αγορά, για λογαριασμό της RCA Victor, και φωνογραφούν μαζί μια δωδεκάδα «αδέσποτων μάγκικων» τραγουδιών. Δωδεκάδα ιστορικά ρεμπέτικα, που τραγούδησε και έπαιξε κιθάρα ο ίδιος με συνοδεία και δεύτερης κιθάρας. Το ποιος ήταν ο δεύτερος κιθαρίστας παραμένει μυστήριο. Σ’ αυτά χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο «Α. Κωστής». Η χρήση της κιθάρας σ’ αυτά τα κλασσικά ρεμπέτικα δείχνει μια δεξιοτεχνία παιξίματος με τα δάχτυλα σε Μικρασιάτικους δρόμους και ασυνήθιστα κουρδίσματα στην αυγή των ρεμπέτικων, πριν την επικράτηση του μπουζουκιού, που για πρώτη φορά ηχογραφείται στην Ελλάδα το 1931. Συγκριτικά, ο Βαμβακάρης ξεκινάει την καριέρα του μόλις το 1932 και μετά τον ακολουθούν και άλλοι μεγάλοι όπως ο Παπαϊωάννου, ο Δελιάς ή ο Τσιτσάνης. Για τα επόμενα χρόνια της ζωής του, αλλά και για δεκαετίες μετά τον θάνατό του, μάλλον εσκεμμένα παρέμεινε σιωπηλός σχετικά με τις συγκεκριμένες ηχογραφήσεις. Έπρεπε να περάσουν 85 χρόνια για να αποκαλυφθεί ότι πίσω από τον Α. Κωστή ήταν ο Κώστας Μπέζος. Την «αποκάλυψη» δεν την έκανε το Υπουργείο Πολιτισμού ή κάποιος δημόσια επιχορηγούμενος φορέας, αλλά δύο ξένοι που είναι οι μεγαλύτεροι θαυμαστές του. Οι δύο αυτοί «ξένοι» είναι ο Άγγλος ψυχίατρος Tony Klein και ο Αμερικάνος Gordon Ashworth, και οι δύο μουσικοί ερευνητές.

Στα χρόνια μέχρι τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, ο Κώστας Μπέζος, καταγράφει την Ελλάδα μέσα από τα τραγούδια του. Η πολιτική αλητεία κάθε μορφής, ο κόσμος που ψηφίζει τους βασανιστές του και η έλλειψη αυτοκριτικής είναι τα θέματά του στιχουργικά. Όταν ξεκινάει ο πόλεμος το 1940 ο Μπέζος θα χρησιμοποιήσει την πένα του και με τα αντιφασιστικά του σκιτσάκια γελοιοποιεί τον ίδιο τον Ντούτσε. Μάλιστα ο Μπέζος δημιουργούσε γελοιογραφίες του Μουσολίνι πριν από το 1940, τις οποίες η Μεταξική λογοκρισία που απαγόρευε «καθ’ οιονδήποτε τρόπον προσβολή αρχηγών μεγάλων δυνάμεων» έκοβε συνεχώς.

Στις 14 Ιανουαρίου του 1943, μέσα στην πείνα, τις στερήσεις και τις κακουχίες της γερμανικής κατοχής, ο φωτεινός Μπέζος ξεψυχά σε ένα υγρό δωμάτιο νοσοκομείου στην Αθήνα από φυματίωση. Ήταν 38 μόλις ετών.

Δύο ημέρες μετά τον θάνατό του, ο Κώστας Βάρναλης τον αποχαιρετά με κείμενο στην εφημερίδα «Πρωία»:

Μια ζωή, ένα παραμύθι, ένας τάφος. Τι άδικα που χάθηκε μια εξαιρετική καλλιτεχνική ψυχή, ένας θαυμάσιος άνθρωπος, ο τελευταίος της γενεάς των βοημών!

Το 2017 το περιοδικό «Rolling Stone», συγκαταλέγει ανάμεσα στους 15 καλύτερους δίσκους της χρονιάς για ακρόαση και τον δίσκο του Κώστα Μπέζου «Kostas Bezos and the White Birds».

Συνέχεια

Κλασσικό
Δίκαιο,Ιστορία,Φύλο

Τα εγκλήματα των αμερικανών στρατιωτών στην Ευρώπη –βιασμοί και φόνοι

των Υβ Μούρμαν και Βερονίκ Σαπέν

Με τη συγγραφή αυτού του βιβλίου, σκοπός μας ήταν να υπενθυμίσουμε ότι η απελευθέρωση της Ευρώπης δεν προκάλεσε μόνο εκρήξεις χαράς μεταξύ των πληθυσμών. Δυστυχώς, τόσο οι εισβολείς όσο και οι απελευθερωτές κόμισαν το δικό τους μερίδιο τρόμου σε βιασμούς και φόνους. Το καθήκον αμεροληψίας των δικαστηρίων όσον αφορά τις καταδίκες για τα ίδια εγκλήματα δεν έγινε σχεδόν ποτέ σεβαστό, ιδίως στη βάση του χρώματος και της καταγωγής του δράστη.

Ο φάκελος λοιπόν αυτός είναι ευαίσθητος, έχει δημοσιοποιηθεί και σχολιαστεί ελάχιστα, απλώς επειδή στο μυαλό πολλών ανθρώπων ο βιασμός είναι απαίσια πράξη. Σχεδόν όλες οι γυναίκες που υφίστανται βιασμό συχνά προτιμούν να το αποκρύψουν από την οικογένειά τους, από το φόβο για το «τι θα πει ο κόσμος», για τα κουτσομπολιά, αλλά επίσης από φόβο μήπως γίνουν δακτυλοδεικτούμενες. Ο πόνος όλων αυτών των βιασμένων γυναικών, που θα κουβαλούν μέσα τους για όλη τους τη ζωή το στίγμα αυτού του εγκλήματος. Και τι να πούμε για την περίπτωση που, συνεπεία αυτού του βιασμού, έμειναν έγκυες και έφεραν στον κόσμο ένα παιδί που θα τους θυμίζει διαρκώς τον πόνο αυτού του εγκλήματος. Δυστυχώς οι βαρβαρότητες αυτές υπήρξαν ανέκαθεν, και διαπράχθηκαν από όλους τους στρατούς.

Σε όλους τους καιρούς και σε όλες τις εποχές, ιδίως σε περίοδο πολέμου, ο άντρας πάντοτε χρησιμοποίησε το όπλο Συνέχεια

Κλασσικό
Ιστορία,Πολιτική

Ο Μαραντζίδης και οι μπάτσοι της αριστεροσύνης

του Άκη Γαβριηλίδη

Από τη στιγμή που έγινε γνωστό ότι ο πολιτικός επιστήμονας και ιστορικός Νίκος Μαραντζίδης θα συνεργαστεί ως σύμβουλος με την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ κατά την ανάλυση και την οργάνωση της προεκλογικής καμπάνιας, στον ηλεκτρονικό και γενικότερο δημόσιο χώρο ξέσπασε ακόμα ένα κύμα απαξίωσης και ηθικού σκανδαλισμού για την «προδοσία», ένα τυχαίο δείγμα του οποίου παραθέτω αμέσως κατωτέρω.

ανασύρονται γκαιμπελίσκοι ιστορικοί ως ο κύριος Μαραντζίδης (το κύριος… ποιητική αδεία).

Αλλά δεν σταματούν εκεί. Στην κατρακύλα τους, στον ακροδεξιό τους κατήφορο, στην πορεία εκφασισμού τους, αγκαλιάζουν κάθε αλήτικο, ακροδεξιό, αντικομμουνιστικό, φασιστικό υποκείμενο που επιπλέει στον δυσώδη βόρβορο του εκμεταλλευτικού συστήματος που ξεδιάντροπα υπηρετούν. Συνέχεια

Κλασσικό
Εθνικισμός,Ιστορία,Τέχνη

Καιρός να κλείσει το μουσείο Βρέλλη

του Άκη Γαβριηλίδη

Τις προάλλες, έτυχε να επισκεφθώ το μουσείο ομοιωμάτων Βρέλλη, έξω από τα Γιάννενα.

Η επίσκεψη αυτή δεν ήταν στο πρόγραμμα, επρόκειτο για επιλογή ανάγκης (είχε καταρρακτώδη βροχή και δεν υπήρχε εκεί κοντά διαθέσιμη κάποια άλλη λύση κλειστού χώρου) και δεν είχα υψηλές προσδοκίες. Έστω και έτσι, όμως, η εντύπωση ήταν απογοητευτική. Πρόκειται για ένα μουσείο (ακόμα και ο χαρακτηρισμός αυτός είναι μάλλον καταχρηστικός) φτιαγμένο με όρους του 19ου αιώνα.

Το μουσείο έχει 12 «αίθουσες», σε καθεμιά από τις οποίες παρουσιάζεται και ένα ταμπλώ βιβάν από (υποτίθεται) την ελληνική ιστορία. Το πρώτο πρώτο, όμως, αναπαριστά το «Κρυφό Σχολειό» –κάτι δηλαδή που εδώ και καιρό έχει καταδειχθεί ότι δεν υπήρξε ιστορικά, όπως υποστήριξε νομίζω πρώτος πειστικά ο Άλκης Αγγέλου, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Τα Συνέχεια

Κλασσικό
Ιστορία,Πολιτική,έξοδος

Το έθνος κράτος πηγή δυστυχίας: σημειώσεις για την ενδεχομενικότητα της «Ελλάδας»

του Άκη Γαβριηλίδη

Ο τίτλος της εισήγησής μου είναι παραλλαγή του τίτλου ενός γνωστού κειμένου του Φρόιντ (για την ακρίβεια, της πρώτης ελληνικής απόδοσης) στο οποίο ως τέτοια πηγή κατονομαζόταν ο «πολιτισμός» (Kultur). Eπιλέχθηκε για έναν πολύ απλό λόγο που θα εξηγήσω αμέσως.

Η δική μου εισήγηση έχει αντικείμενο τις «μεγάλες αφηγήσεις», όχι κάποια ειδική έρευνα.

Θέλει να εκφράσει σχετικά μία αρκετά απλή όσο και φιλόδοξη ιδέα, με την οποία θα προτείνω έναν νέο τρόπο ανάγνωσης της ιστορίας της Ελλάδας (και των Βαλκανίων) του 20ού αιώνα.

Μέχρι τώρα, οι ιστορικοί περιέγραφαν τις πολιτικές, κοινωνικές και στρατιωτικές συγκρούσεις των δεκαετιών του 1910 και 20, αν όχι και ολόκληρου τον 20ό αιώνα, ως εκδήλωση της προσπάθειας για σχηματισμό εθνικών κρατών. Υπέθεταν ως δεδομένο ότι όλοι οι άνθρωποι ανήκαν ανέκαθεν σε έθνη, και ότι κάποια στιγμή επιδίωξαν να επιτύχουν την «ολοκλήρωση» των εν λόγω εθνών, δηλαδή να ιδρύσουν τα κράτη που αντιστοιχούν σε αυτά, και να τα επεκτείνουν όσο το δυνατόν περισσότερο. Επειδή αυτές οι επιδιώξεις ήταν αδύνατο να υλοποιηθούν όλες ταυτόχρονα, προέκυψαν συγκρούσεις. Δευτερευόντως, κάποιες συγκρούσεις προέκυψαν επειδή, στο εσωτερικό του ίδιου έθνους, κάποιοι επιθυμούσαν κράτος του Χ τύπου ενώ άλλοι του Ψ.

Η εξέλιξη αυτή αναγνωρίζεται προφανώς ότι προκάλεσε μεγάλης έκτασης ανθρώπινο πόνο και αναστάτωση στις ζωές των ανθρώπων, (όσων επέζησαν), αλλά η παραδοχή αυτή συνοδεύεται από την πεποίθηση ότι δεν γινόταν αλλιώς, ότι οι θυσίες αυτές Συνέχεια

Κλασσικό
Εθνικισμός,Ιστορία,Πολιτική

Από την Ε.Α.Κ. στην Α.Ε.Κ.

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Τις τελευταίες μέρες, διάβασα το βιβλίο  του Νίκου Βαφέα Από τον λιποτάκτη στον αντάρτη. Η «στάσις των ανυποτάκτων» στη Δυτική Κρήτη (1921-1922) (Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2022). Πρόκειται για ένα βιβλίο πολύ σημαντικό στο οποίο ελπίζω να αφιερώσω σύντομα αυτοτελές σημείωμα.

Η σημασία του αυτή έγκειται στο ότι φέρνει στο φως ένα τελείως άγνωστο περιστατικό από τον ελληνικό μεσοπόλεμο –ή μάλλον, ακριβώς, όχι ένα μόνο, αλλά πολλά τα οποία συνδέονται μεταξύ τους και για τα οποία οι περισσότεροι (ή τουλάχιστον εγώ) δεν είχαμε ποτέ ακούσει, ή αν είχαμε ακούσει δεν τα είχαμε ιδιαίτερα προσέξει ή συνδέσει μεταξύ τους. Έτσι, αποτελεί ακόμα έναν κρίκο σε μια αλυσίδα ιστορικών ερευνών που δημοσιεύονται τα τελευταία χρόνια για την περίοδο αυτή οι οποίες, χωρίς υπερβολή, θεωρώ ότι μας οδηγούν να πρέπει να ξανασκεφτούμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ιστορία του ελληνικού κράτους.

Αυτά όμως θα τα πούμε αναλυτικότερα αλλού. Ένα από αυτά τα αγνοημένα γεγονότα, που μας ενδιαφέρει σήμερα, είναι και το ότι το διάστημα 1920-22, δηλαδή το διάστημα κατά το οποίο ο ελληνικός στρατός ήλεγχε το βιλαέτι της Σμύρνης και διεξήγαγε επιχειρήσεις σε άλλα βιλαέτια με σκοπό … (με σκοπό τι άραγε; Να φτάσει στην Κόκκινη Μηλιά;), υπήρχε και δρούσε μία ομάδα ονόματι Εθνική Άμυνα Κωνσταντινουπόλεως, βασισμένη στο επιτυχημένο προηγούμενο της ομώνυμής της της Συνέχεια

Κλασσικό