του Άκη Γαβριηλίδη
Σε ένα εκτενές άρθρο του στην ναυαρχίδα του ελληνικού γιαλαντζί φιλελευθερισμού, με τίτλο «Η υποκρισία του ελληνικού αντισιωνισμού», ο ερευνητής, μουσικός και πολυθεματικός καλλιτέχνης[1]Ιλάν Μανουάχ παραπονείται ότι, «από τις 7 Οκτωβρίου και μετά», τα ελληνικά social media γενικώς –και τα δικά του ειδικότερα- «έχουν μετατραπεί σε θέατρο του παραλόγου». Σε τι συνίσταται αυτό το παράλογο; Συνίσταται στο ότι
Ένας γραφίστας, που έχει χτίσει καριέρα σχεδιάζοντας τετριμμένες εταιρικές ταυτότητες χωρίς να έχει ποτέ δείξει το παραμικρό πολιτικό ενδιαφέρον για την επικαιρότητα, εμφανίζεται ξαφνικά να αγορεύει, σαν ιστορικός, για την «εγκληματική» Διακήρυξη Μπάλφουρ του 1917. Λίγο πιο κάτω, ένας DJ γνωστός για τα μισογυνικά του σχόλια ανακαλύπτει τον φεμινισμό – αλλά μόνο όταν πρόκειται να ασκήσει κριτική στο υποτιθέμενο «pinkwashing» του Ισραήλ, καταγγέλλοντας την «κουλτούρα του βιασμού» στους ισραηλινούς εποικισμούς. Λίγο αργότερα, ένας θεωρητικός που δεν έχει ποτέ εκφραστεί δημόσια για τίποτ’ άλλο πέρα από μουσικολογικά θέματα και περιορισμένου ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος, παίρνει δημόσια θέση για το Μεσανατολικό, λες και είμαστε σε θεατρική παράσταση όπου ο «γιατρός» του χωριού τοποθετείται επί παντός επιστητού. Εντωμεταξύ, μία επιμελήτρια τέχνης με οικογενειακή περιουσία που σχετίζεται με ελληνοεβραϊκές οικογένειες οι οποίες εκδιώχθηκαν το 1940, κάνει κηρύγματα στους ακολούθους της για το πώς οι κατηγορίες περί αντισημιτισμού χρησιμοποιούνται ως όπλο για να φιμώσουν τη νόμιμη κριτική στο Ισραήλ.
Αυτή η απαρίθμηση όμως επιβεβαιώνει κάτι για το οποίο προϊδέαζε ήδη ο τίτλος του άρθρου: ότι πρωταρχικός στόχος του δεν είναι να εξετάσει αν κάποιοι ισχυρισμοί ευσταθούν ή όχι, αλλά μόνο αν κάποια συγκεκριμένα άτομα που τους προβάλλουν είναι ειλικρινή ή όχι.
Τα δύο αυτά ερωτήματα είναι τελείως ανεξάρτητα μεταξύ τους. Μεταξύ των οπαδών όλων των θεωριών και των ιδεολογικών κατευθύνσεων, είναι αναμενόμενο να υπάρχουν άτομα υποκριτικά, ιδιοτελή, ανέντιμα, ή να άρχισαν από κάποια στιγμή και μετά να τις υποστηρίζουν ενώ προηγουμένως ήταν αδιάφορα. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι θέσεις τις οποίες υποστηρίζουν είναι άστοχες ως προς το περιεχόμενό τους. Ήδη, στον παραπάνω ετερόκλητο κατάλογο περιλαμβάνονται ισχυρισμοί οι οποίοι δεν είναι όλοι της ίδιας τάξεως: το ότι «οι κατηγορίες περί αντισημιτισμού χρησιμοποιούνται ως όπλο για να φιμώσουν τη νόμιμη κριτική στο Ισραήλ» είναι απολύτως αληθές. Πράγμα άλλωστε που, προς τιμήν του, παραδέχεται ο ίδιος ο αρθρογράφος σε άλλο σημείο –την παραδοχή αυτή όμως δεν την κάνει τίποτε, δεν την αξιοποιεί στο συλλογισμό του, απλώς την «αφήνει» κάπου ώστε να προφυλαχθεί από επικρίσεις. Επιπλέον, πρόκειται για μία κρίση για ένα απολύτως επίκαιρο γεγονός της επικαιρότητας. Από την άλλη, ο ισχυρισμός ότι η διακήρυξη Μπάλφουρ είναι «εγκληματική» είναι μία μάλλον αδιάφορη σήμερα ηθικολογική κρίση για ένα γεγονός του παρελθόντος, η οποία δεν είναι σαφές –παρεκτός ίσως για τους ιστορικούς- γιατί είναι αντισημιτική.
Αυτό όμως δεν έχει σημασία για τον Μανουάχ: αρκεί που ξέρει αυτός ότι είναι.
Τον πρωτοφανή αυτόν ισχυρισμό τον προβάλλει απερίφραστα ο ίδιος προς το τέλος του κειμένου. Για να μην το λέω με δικά μου λόγια, το σχετικό χωρίο είναι το εξής:
Το προοδευτικό κίνημα έχει θεμελιώσει μια σαφή και πολύτιμη αρχή: οι ομάδες μειονοτήτων έχουν το δικαίωμα να ορίζουν οι ίδιες τι συνιστά διάκριση εις βάρος τους. Όταν τρανς άτομα επισημαίνουν τρανσφοβική γλώσσα ή συμπεριφορά, λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη τις ανησυχίες που εκφράζουν. Το κίνημα #MeToo ανέδειξε αυτή την αρχή με υποδειγματικό τρόπο – όταν γυναίκες χαρακτηρίζουν συγκεκριμένες συμπεριφορές ως παρενοχλητικές που παλαιότερα άλλοι θα τις υποβίβαζαν ως «κομπλιμέντα» ή απλώς «χαριεντισμούς στον χώρο της εργασίας», οι προοδευτικές φωνές αποδέχτηκαν αυτόν τον ορισμό και απαίτησαν θεσμικές αλλαγές (…).
Όταν οι εβραίοι επισημαίνουν ότι ο ελληνικός αντισιωνιστικός λόγος συχνά εκτρέπεται σε αντισημιτικά μονοπάτια, οι ίδιοι «προοδευτικοί» που, υπό άλλες συνθήκες, θα αποδέχονταν την εμπειρία των μειονοτήτων ως αυθεντική, μετατρέπονται ξαφνικά σε δύσπιστους «επιτηρητές» του τι συνιστά πραγματική διάκριση. Μια τέτοια στάση θα ήταν αδιανόητη απέναντι σε οποιαδήποτε άλλη μειονότητα. Ποτέ δεν κατηγορεί κανείς τα non-binary άτομα ότι εκμεταλλεύονται τον αγώνα τους για πολιτικά οφέλη, ούτε απορρίπτει τις καταγγελίες σεξουαλικής παρενόχλησης των γυναικών ως στρατηγική χειραγώγηση. Κι όμως, ακριβώς αυτή είναι η στάση που υιοθετείται συχνά όταν εβραίοι αναγνωρίζουν αντισημιτικά μοτίβα στον δημόσιο λόγο—κατηγορούνται ότι «εργαλειοποιούν» το Ολοκαύτωμα, ότι εκμεταλλεύονται ιστορικά τραύματα για πολιτικά οφέλη ή ότι χρησιμοποιούν κυνικά την ιδιότητά τους ως θύματα για να προστατεύσουν το Ισραήλ από κριτική.
Όμως, με συγχωρείτε πολύ. Εδώ γίνεται μία λαθροχειρία, ή πάντως μια διολίσθηση νοήματος. Ίσως περισσότερες από μία.
Είναι πράγματι αλήθεια ότι ποτέ δεν κατηγόρησε κανείς τα non-binary άτομα ότι εκμεταλλεύονται τον αγώνα τους για πολιτικά οφέλη. Εξίσου αλήθεια όμως είναι ότι, καθόσον γνωρίζω, ποτέ δεν συνέβη κάτι τέτοιο: ποτέ κάποιο non-binary άτομο δεν εκμεταλλεύτηκε τον αγώνα του για πολιτικά οφέλη –ποια οφέλη άραγε; Και αν κάπου κάποτε συνέβη, αυτό θα ήταν κάτι τελείως περιθωριακό και ασήμαντο.
To ότι όμως Εβραίοι –όχι οι Εβραίοι, δηλαδή όχι όλοι, αλλά κάποιοι Εβραίοι, και ιδίως εκείνοι που είναι και Ισραηλινοί- χρησιμοποιούν κυνικά την ιδιότητά τους ως θύματα για να προστατεύσουν το Ισραήλ από κριτική, είναι κάτι που έχει πολλάκις συμβεί, και συνεχίζει να συμβαίνει κάθε μέρα. Εάν λοιπόν κάποιος Εβραίος σε κάποια περίπτωση «αναγνωρίζει αντισημιτικά μοτίβα», είναι πράγματι πιθανό να πρόκειται για μια τέτοια προσχηματική επίκληση. Φυσικά, είναι πιθανό και να μην πρόκειται γι’ αυτό. Για να αποφανθούμε επ’ αυτού, θα πρέπει να γνωρίζουμε τι ακριβώς συνέβη, τι συγκεκριμένα ειπώθηκε σε κάθε περίπτωση.
Ο συγκεκριμένος συλλογισμός λοιπόν αποτελεί αδικαιολόγητη αξίωση λευκής επιταγής: εκ μόνου του γεγονότος ότι κάποιος είναι Εβραίος, καλούμαστε να του αναγνωρίσουμε «αυθεντία», δηλαδή επιστημολογικό προνόμιο, και να δεχθούμε ως ορθή οποιαδήποτε απόφανσή του ότι κάτι είναι αντισημιτικό.
Η απαίτηση αυτή καταρχάς προσκρούει σε προφανείς πρακτικές δυσκολίες: δεν συμφωνούν όλοι οι Εβραίοι για το ποια μοτίβα είναι αντισημιτικά. Για παράδειγμα: στο Βέλγιο, όπου ζει, ο Ιλάν θα έχει παρατηρήσει ότι υπάρχει η Union des Progressistes Juifs de Belgique. H Ένωση αυτή έχει ζητήσει με ανακοινωθέν της από την κυβέρνηση του Βελγίου να ασκήσει «πραγματική πίεση στο Ισραήλ» ώστε αυτό να σταματήσει την «αποικιοκρατική και πολεμοχαρή πολιτική του». Γνωρίζω πολλούς Εβραίους, μεταξύ των οποίων –ακριβώς- οι ιθύνοντες και μεγάλο μέρος της κοινωνίας του Ισραήλ, οι οποίοι θα θεωρούσαν αυτό το αίτημα αντισημιτικό. Εβραίοι οι μεν, Εβραίοι οι δε. Σε ποιον πρέπει να αναγνωριστεί η αυθεντικότητα της εμπειρίας;
Η πρακτική αυτή δυσκολία συνδέεται με ένα άλλο, θεμελιακώς προβληματικό στοιχείο του συλλογισμού. Την αξίωση να γίνεται αναντίρρητα δεκτή κάθε καταγγελία Εβραίων περί αντισημιτισμού ο Ιλάν την θεμελιώνει στην ιδιότητα της μειονότητας. Ωστόσο, οι Εβραίοι, σε κάποιες περιπτώσεις, και ειδικότερα όταν είναι και Ισραηλινοί, δεν είναι μειονότητα. Είναι πλειονότητα, και μάλιστα πλειονότητα η οποία καταπιέζει και δολοφονεί άλλες εθνοτικές ομάδες. Το άρθρο όμως αρνείται να κάνει αυτή τη διάκριση, μιλώντας γενικώς για «Εβραίους» –και μάλιστα για τους Εβραίους, δηλαδή όλους, συγκαλύπτοντας τις αντιθέσεις και ζητώντας την ίδια λευκή επιταγή για όλους.
Το άρθρο επικαλείται το γεγονός ότι οι Εβραίοι «αποτελούν μόλις το 0,2% του παγκόσμιου πληθυσμού». Ωστόσο, η μειονοτική ιδιότητα δεν είναι ποσοτικό ζήτημα. Με αυτή τη λογική, όλοι οι άνθρωποι από κάποια άποψη είμαστε μειονότητα, ακόμη και οι λευκοί ετεροκανονικοί άνδρες –αν όχι ιδίως αυτοί, όπως μας υπενθύμισαν και οι Ντελέζ/ Γκουατταρί:
Είναι προφανές ότι ο «άνθρωπος» [ή: «ο άνδρας» -l’homme] έχει την πλειοψηφία, έστω και αν αριθμητικά είναι πιο ολιγάριθμος απ’ ό,τι τα κουνούπια, τα παιδιά, οι γυναίκες, οι Μαύροι, οι αγρότες, οι ομοφυλόφιλοι … κ.λπ. Και αυτό διότι εμφανίζεται δύο φορές: μία φορά στη σταθερά, μία στη μεταβλητή απ’ όπου αντλείται η σταθερά. Η πλειονότητα προϋποθέτει μία κατάσταση εξουσίας και επιβολής, και όχι το αντίστροφο.
Ένα άλλο επιχείρημα που επικαλείται το άρθρο ανήκει στη σφαίρα του καθαρού whataboutism:
Σήμερα, σε έναν κόσμο σπαρασσόμενο από συνεχιζόμενες συγκρούσεις όπως στο Κονγκό, στην Μιανμάρ ή την Συρία με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, με μαζικό εκτοπισμό 12–13 εκατομμυρίων στο Σουδάν και με λιμό που επηρεάζει έως και 25 εκατομμύρια ανθρώπους (εκ των οποίων πάνω από 500.000 παιδιά αντιμετωπίζουν οξύ υποσιτισμό), το Ισραήλ δέχεται προνομιακή μεταχείριση. Όλα τα εγκλήματα πολέμου πρέπει να καταδικάζονται, συμπεριλαμβανομένων των ισραηλινών – αλλά μόνο ο εβραϊκός εθνικισμός καταγγέλλεται συλλήβδην και καλείται να διαλυθεί εκ θεμελίων.
Όλα τα εγκλήματα πολέμου πρέπει να καταδικάζονται. Σύμφωνοι. Ωστόσο, δεν είναι –απαραίτητα- προνομιακή μεταχείριση να αποδίδει κανείς μεγαλύτερη σημασία σε κάποια εγκλήματα πολέμου τα οποία είναι πιθανό να οδηγήσουν σε παγκόσμιο ή/ και πυρηνικό πόλεμο, και τα οποία, επιπλέον, τελούνται με τη συμμετοχή της ελληνικής κυβέρνησης, πράγμα που γεννά σοβαρό κίνδυνο να εμπλακεί και το ελληνικό κράτος σε αυτόν τον πόλεμο –αν δεν έχει ήδη εμπλακεί.
Ο αρθρογράφος προτείνει να «ληφθεί υπόψη ο ίδιος ο ελληνικός εθνικισμός» (ως στόχος κριτικής). Εδώ ας μου επιτραπεί μία προσωπική αναφορά. Ως κάποιος που εδώ και δεκαετίες έχει ασκήσει κριτική στον ελληνικό εθνικισμό, περιλαμβανομένης και της αντισημιτικής του διάστασης, συμφωνώ απολύτως, και εμπράκτως. Συμφωνώ λοιπόν απολύτως, και εμπράκτως, με την ιδέα να καταγγείλουμε «τον εξαναγκαστικό ‘εξελληνισμό’ των μουσουλμανικών μειονοτήτων στη Θράκη και τις συνεχιζόμενες επαναπροωθήσεις προσφύγων». Πολύ ευχαρίστως να «θυμηθούμε επίσης τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του 1990». Αυτό το έχω κάνει κατά πληθωρικό τρόπο, στο μέτρο φυσικά των δυνάμεών μου, ήδη από τότε.
Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, όμως, είναι καλό να «θυμηθούμε» και την ενθουσιώδη στήριξη του ελληνικού εθνικισμού, και σύσσωμης της ελληνικής (ακρο)δεξιάς (εκτός μερικών γραφικών εξαιρέσεων), προς τον ισραηλινό εθνικισμό. Δεν χρειάζεται άλλωστε ιδιαίτερη προσπάθεια για να το θυμηθούμε αυτό. Το τρώμε στη μάπα δέκα φορές τη μέρα. Όχι μόνο από τα κοινωνικά, αλλά –ιδίως- από τα κρατικά μέσα, και από τα γνωστά ιδιωτικά που επιτελούν κρατική λειτουργία. Προσπάθεια χρειάζεται για να ξεχάσουμε ότι ο ελληνικός εθνικισμός, το ίδιο το επίσημο ελληνικό κράτος, έχει δημόσια διακηρύξει εδώ και χρόνια ότι βρίσκεται σε στρατηγική συμμαχία με το ισραηλινό, και επίσης δεν κρύβει ότι καταφεύγει στην τεχνογνωσία του τελευταίου επί θεμάτων παρακολούθησης και συλλογής πληροφοριών.
Η πραγματικά αχαρακτήριστη δήλωση του Μητσοτάκη ότι «η επίθεση του Ισραήλ στο Λίβανο είναι αντιπαραγωγική» (!) είναι μόνο η πιο πρόσφατη εκδήλωση αυτής της συνενοχής.
Αυτήν την προσπάθεια λήθης την ανέλαβε ο Ιλάν Μανουάχ, με απόλυτη επιτυχία.
Το σημείο αυτό έχει σημασία να το αναδείξουμε όχι για ηθικολογικούς, αλλά κυρίως για αναλυτικούς λόγους. Για να φέρουμε δηλαδή στο φως όχι κάποια «υποκρισία», κάποια «ασυμμετρία» ή κάποιο «θέατρο του παραλόγου», αλλά μία αναλυτική ανεπάρκεια του ελληνικού αντι-αντισιωνισμού.
Όλα αυτά τα περιστατικά που επισημαίνει, αν και χωρίς πολλές λεπτομέρειες, ο Μανουάχ, πράγματι ισχύουν. Ίσως να μην ισχύουν πάντοτε. Είναι όμως γεγονός ότι στην Ελλάδα υπάρχει αντισημιτισμός, και επίσης ότι συχνά ο αντισημιτισμός αυτός καλύπτεται πίσω από ρητορικές ελευθερίας και δικαιοσύνης.
Το ερώτημα είναι: γιατί υπάρχει;
Το συγκεκριμένο άρθρο δεν μας δίνει κάποια εξήγηση. Ούτε και άλλα ανάλογα στο παρελθόν. Ή μάλλον, η μόνη εξήγηση που δίνει είναι η εκπαίδευση: οι Έλληνες είναι αντισημίτες επειδή αυτό διδάχθηκαν στο σχολείο. Αυτό όμως δεν επιλύει το πρόβλημα, απλώς το μεταθέτει: κάποιοι απέκτησαν αντισημιτισμό επειδή τους τον μετέδωσαν άλλοι. Ωραία. Αλλά αυτοί οι άλλοι πού τον βρήκαν;
Το άρθρο καταγγέλλει το «αντισιωνιστικό κίνημα στην Ελλάδα» διότι «αντιμετώπιζε συστηματικά τον σιωνισμό όχι ως πολιτική ιδεολογία αλλά ως κακόβουλη ιστορική υπόσταση». Ορθώς. Πράγματι, ο «σιωνισμός», στα λόγια πολλών Ελλήνων, περιλαμβανομένων και αριστερών, προσλαμβάνει διαστάσεις μιας σατανικής δύναμης με μυστικές ιδιότητες. Όμως, το ίδιο ακριβώς μπορεί να ειπωθεί για το αντι-αντισιωνιστικό κίνημα στην Ελλάδα: και αυτό αντιμετωπίζει τον ελληνικό αντισημιτισμό ουσιοκρατικά, ως μία μεταδοτική ασθένεια που πλήττει εγγενώς την ελληνική κοινωνία από αρχαιοτάτων χρόνων, χωρίς να πολυξέρουμε πώς και γιατί –αυτό που προέχει είναι να τον καταγγέλλουμε ή/ και να απευθύνουμε εκκλήσεις να περιοριστεί διότι «η χώρα μας βρίσκεται στον πάτο της Ευρώπης» κ.λπ. κ.λπ.
Προσωπικά, εδώ και είκοσι τουλάχιστον χρόνια, είχα διατυπώσει μία ερμηνεία διαφορετική από την παθολογική. Φυσικά την ερμηνεία αυτή δεν την γέννησα από το κεφάλι μου, αλλά την εμπνεύστηκα από γραπτά άλλων. Την εξής:
Ο ελληνικός αντισημιτισμός, όπως σχεδόν κάθε ανθρώπινο πάθος, είναι εγγενώς αμφίθυμος· είναι ταυτόχρονα και φιλοσημιτισμός. Δεν είναι καθαρό μίσος· είναι ένα μίσος που βασίζεται όχι στην απόρριψη, αλλά στον φθόνο. Μισούμε κάποιον στο βαθμό που φανταζόμαστε ότι έχει πρόσβαση σε μια μυστική απόλαυση την οποία εμείς στερούμαστε. Άρα όχι στο βαθμό που είναι διαφορετικός από μας, αλλά στο βαθμό που μας μοιάζει, ή που θα θέλαμε να του μοιάσουμε· επειδή (φανταζόμαστε ότι) κάνει καλύτερα από μας αυτό θα θέλαμε να κάνουμε κι εμείς, και που ως ένα βαθμό ήδη κάναμε. Άρα, είναι ταυτόχρονα και θαυμασμός. Σε πολλές αναρτήσεις αυτού εδώ του μπλογκ, και κυρίως στο βιβλίο μου Εμείς οι έποικοι, μπορεί κανείς να βρει αναλυτική ανάπτυξη αυτού του βασικού ισχυρισμού.
Αν δεν λάβουμε υπόψη μας αυτή τη διάσταση, μας είναι αδύνατο να εξηγήσουμε πώς όλοι οι Έλληνες δεξιοί αντισημίτες (και όχι μόνο οι Έλληνες βέβαια) μετατράπηκαν εν μια νυκτί, ή στην απόληξη μιας μακρόχρονης διαδικασίας, σε ένθερμους φιλοϊσραηλινούς που ντρέπονται για τον προηγούμενο αντισημιτισμό τους. Δεν πρόκειται (μόνο) για «κωλοτούμπα» και για οπορτουνισμό· η μεταστροφή αυτή βασίστηκε σε κάποια στοιχεία τα οποία ήδη ενυπήρχαν στο διαθετικό [affective] μείγμα που τους διακατείχε και προηγουμένως.
Επίσης, και κυρίως, αν δεν λάβουμε υπόψη μας αυτή τη διάσταση μας είναι αδύνατο να μετασχηματίσουμε το φαινόμενο αυτό και να επιδράσουμε επ’ αυτού· μπορούμε μόνο να καταγράφουμε ως τροχονόμοι τις εκδηλώσεις του και να νουθετούμε τους «ακαλλιέργητους και φανατικούς» δράστες, και την ελληνική κοινωνία γενικότερα, που «δεν πέρασαν διαφωτισμό».
Βεβαίως, δεν ισχυρίζομαι ότι, με βάση αυτή τη διαπίστωση, έχουμε κάποια βασιλική οδό, κάποια μαγική συνταγή για να απαλλαγούμε από τον αντισημιτισμό. Αυτό που γνωρίζω όμως είναι ότι, αντί να επισημαίνουμε και να ονειδίζουμε «ασυμμετρίες» και «ανακολουθίες» των νυν ή πρώην αντισημιτών, θα ήταν πολύ πιο παραγωγικό να ξεκινήσουμε από τις συμμετρίες. Και πάλι ο Ντελέζ ήταν αυτός που, εξαιρετικά έγκαιρα, είχε επισημάνει ότι
Η συνενοχή των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ισραήλ δεν προέρχεται μόνο από τη δύναμη ενός σιωνιστικού λόμπυ. Ο Ελίας Σανμπάρ έχει δείξει ξεκάθαρα πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες βρήκαν στο Ισραήλ μια πτυχή της ιστορίας τους: την εξόντωση των Ινδιάνων, η οποία, και εδώ, ήταν μόνο εν μέρει άμεσα σωματική. Το ζητούμενο ήταν να δημιουργηθεί ένα κενό, σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ Ινδιάνοι, έξω από τα γκέττο που θα τους μετέτρεπαν σε ισάριθμους εσωτερικούς μετανάστες. Από πολλές απόψεις, οι Παλαιστίνιοι είναι οι νέοι Ινδιάνοι, οι Ινδιάνοι του Ισραήλ.
Αντίστοιχα ισχύουν και για τη συνενοχή της Ελλάδας με το Ισραήλ. Διότι, όπως σε ανύποπτο χρόνο –χωρίς ακόμη να έχω υπόψη μου το συγκεκριμένο άρθρο- είχα ισχυριστεί, οι Μακεδόνες, από πολλές απόψεις, είναι οι Παλαιστίνιοι της Ελλάδας.
Η συμμετρία και οι ομοιότητες στην ιστορία της κατασκευής έθνους-κράτους στην Ελλάδα και το Ισραήλ αντίστοιχα αναδείχθηκαν και από άλλους στη συνέχεια. Ένα εξαιρετικό παράδειγμα αποτελεί το κοινό βιβλίο των Χαμηλάκη και Γκρήνμπεργκ Αρχαιολογία, έθνος και φυλή. Αναμέτρηση με το παρελθόν, αποαποικιοποίηση του μέλλοντος στην Ελλάδα και το Ισραήλ.
Είμαστε λοιπόν μερικοί για τους οποίους η αντίθεση στον ελληνικό εθνικισμό δεν αποτελεί συμμόρφωση σε μια ηθική υποχρέωση, σε μία μέριμνα συνέπειας, ή ανταπόκριση σε έναν whataboutism, αλλά αυτοτελή πολιτική επιθυμία. Απότοκο της ίδιας πολιτικής επιθυμίας είναι και η αντίθεση στον ισραηλινό εθνικισμό. Είτε αυτοί οι δύο εμφανίζονται ως αντίπαλοι, όπως παλιότερα, είτε ως σύμμαχοι, όπως τώρα.
Δεν έχω λόγους να αμφιβάλλω ότι μεταξύ αυτών των μερικών, σε επίπεδο αρχής, είναι και ο Ιλάν.
Ομολογουμένως δεν είμαστε πολλοί. Δεν θα γίνουμε όμως περισσότεροι αν τονίζουμε την αντίθεση μεταξύ των δύο εθνικισμών και ζητάμε από τους αριστερούς πατριώτες κατανόηση για τον δεύτερο στη βάση τού ότι δείχνουν κατανόηση για τον πρώτο.

[1] Σύμφωνα με το βιογραφικό του που μπορεί να βρει κανείς στην ιστοσελίδα του Ιδρύματος Ωνάση.