Εθνικισμός,Μνήμη,Χώρος

Να αποσυρθεί ο ανδριάντας του Λυγγερίδη από το Σιντριβάνι

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, απέναντι από το Σιντριβάνι, εδώ και πολύ λίγο καιρό έχει τοποθετηθεί ανδριάντας του αστυνομικού που έχασε τη ζωή του από κροτίδα που έριξαν χούλιγκαν μετά από έναν αγώνα.

Απ’ ό,τι διαπίστωσα, το γεγονός αυτό παρέμενε άγνωστο για πολλούς Θεσσαλονικείς, ακόμη και ανθρώπους που μένουν λίγες δεκάδες μέτρα από το σημείο. Δεν γνωρίζω πώς, πότε και από ποιον λήφθηκε η απόφαση και αν κοινοποιήθηκε στους ενδιαφερομένους –δηλαδή τους χρήστες του δημόσιου χώρου- ή ζητήθηκε η γνώμη τους. Δεν αμφιβάλλω βέβαια ότι, αν θέσουμε κάποιο ερώτημα στις αρμόδιες αρχές, εκείνες θα απαντήσουν ότι τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες διαδικασίες. Το θέμα που θέλω να θέσω εδώ δεν αφορά τη διαδικασία, αλλά την ουσία.

Βρίσκω την πρωτοβουλία αυτή άθλια και γκροτέσκα. Και ακόμη περισσότερο το φρονηματιστικό κείμενο που μπήκε ως «υπότιτλος» από κάτω.

Ότι ο άνθρωπος αυτός σκοτώθηκε, προφανώς είναι θλιβερό και απαράδεκτο. Το ότι σκοτώθηκε κατά την υπηρεσία του, πράγματι, είναι αληθές. Όμως, δεν μαχόταν για την υπηρεσία του. Και, ακόμη περισσότερο, δεν μαχόταν για την πατρίδα του.

Και εκείνοι που τον σκότωσαν, από την ίδια πατρίδα προέρχονταν. Εκτός και αν στην Ελλάδα συμβαίνει εμφύλιος πόλεμος και δεν μας το έχουν πει –στο πλαίσιο του οποίου οι οπαδοί ποδοσφαιρικών και άλλων συλλόγων θεωρούνται εσωτερικός εχθρός.

Επιπλέον, βρίσκω μακάβριο να τοποθετείται στον δημόσιο χώρο ένα πιστό ομοίωμα ενός νέου ανθρώπου που δεν βρίσκεται πια στη ζωή, υπό όποιες συνθήκες και αν συνέβη αυτό, και μάλιστα νατουραλιστικό, που αποτυπώνει με σχεδόν σαδιστική λεπτομέρεια κάθε χαρακτηριστικό του προσώπου του στο μέταλλο. Αν καθ’ υπόθεσιν τύχαινε να είμαι συγγενής αυτού του ανθρώπου, δεν θα ήθελα να μου θυμίζουν κάθε μέρα την όψη του και τον θάνατό του, και μάλιστα με αυτόν τον γελοίο και κραυγαλέο τρόπο, ο οποίος αναστέλλει την εργασία του πένθους και καθηλώνει στη μελαγχολία και στη νεκροφιλία.

Εκτός τούτων, είναι ακατανόητη η επιλογή του χώρου. Δεν βλέπω κανέναν λόγο για να τοποθετηθεί ο ανδριάντας ειδικά εκεί –ούτε στο μνημείο αναφέρεται κάποιος. Το συγκεκριμένο σημείο βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την περιοχή όπου άνθρωπος αυτός έχασε τη ζωή του. Από την άλλη, βρίσκεται ακριβώς στο σημείο όπου πριν είκοσι χρόνια ένας άλλος νέος άνθρωπος, ο Κύπριος φοιτητής Αυγουστίνος Δημητρίου, κόντεψε να χάσει τη ζωή του από μία τελείως αναίτια και βάναυση επίδειξη αστυνομικής βίας, χωρίς να έχει τελέσει το παραμικρό αδίκημα, ενώ οι δράστες παρέμειναν ατιμώρητοι. Η χειρονομία λοιπόν της τοποθέτησης του ανδριάντα μπορεί να ερμηνευθεί και ως ένα είδος «σημειολογικής εκδίκησης» σε έναν άτυπο ανταγωνισμό ηρωοποίησης μέσω της θυματοποίησης: τιμούμε –και απαθανατίζουμε- τη βία εις βάρος αστυνομικών για να «ταπώσουμε» τη μνήμη της βίας την οποία άσκησαν αστυνομικοί. Δεν θα είναι άλλωστε η πρώτη φορά που εργαλειοποιείται η χρήση του δημόσιου χώρου και των μνημείων για την διαγραφή ή την χειραγώγηση της μνήμης: ένα άλλο σχετικό παράδειγμα είχαμε προ ετών επισημάνει σε σχέση με τη μνήμη/ λήθη του μπλόκου της Κοκκινιάς.

Κάτι που επιτείνει την υποψία είναι ότι ο ανδριάντας αυτός τοποθετήθηκε μπροστά στην είσοδο μιας πολυκατοικίας στον εξωτερικό τοίχο της οποίας έχει εδώ και χρόνια τοποθετηθεί ένα τερατώδες «αστέρι της Βεργίνας» συνοδευόμενο από την επιγραφή «Η Μακεδονία είναι Ελλάδα». Στο ισόγειο υπάρχει ένα κατάστημα ιατρικών ειδών κάποιου κυρίου ο οποίος, αν δεν το μπερδεύω με κάτι, είχε κατέβει προ ετών ως υποψήφιος δήμαρχος Θεσσαλονίκης, επιχειρώντας να εκφράσει τον υπερσυντηρητικό ελληνοχριστιανικό χώρο –χωρίς επιτυχία, διότι άλλοι το έκαναν καλύτερα.

Αυτό το, κυριολεκτικό και μεταφορικό, «τσιμέντωμα» του δημόσιου χώρου με τα υλικά της εθνικοφροσύνης και των πελατειακών εργολαβικών αναθέσεων, υλικά ως επί το πλείστον ξένα προς τη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή με το πολυεθνικό παρελθόν τους, για το οποίο είχαμε γράψει και παλιότερα, κάνει το αστικό περιβάλλον πραγματικά ασφυκτικό. Λίγες εκατοντάδες μέτρα από εκεί, ας πούμε, υπάρχει η περίφημη πλατεία Μακεδονομάχων, στην οποία προ ετών υπήρχαν κάποια ανάλογης κιτς αισθητικής ανδριάντες κάποιων μαχαιροβγαλτών δίπλα-δίπλα με ορισμένα από τα θύματα των δολοφονιών τους, σε ένα τσουβάλιασμα που τους εντάσσει όλους φύρδην-μίγδην στο σχήμα των «πεσόντων για την πατρίδα τους» (τη στιγμή που η Μακεδονία δεν ήταν πατρίδα κανενός εξ αυτών, πλην του γκρεκομάνου Коте Христов, ο οποίος αναπαρίσταται υδροκέφαλος και μετονομασμένος σε «καπετάν Κώττα»). Τα κακόγουστα αυτά δημιουργήματα είχαν αποσυρθεί επί μεγάλο διάστημα λόγω των εργασιών του μετρό, (πράγμα που επέσυρε διάφορα γαυγίσματα και κλαψουρίσματα εθνικιστών), και για ένα διάστημα στη θέση τους είχε γίνει μια παιδική χαρά. Τώρα επανήλθαν στον «φυσικό» (;) τους χώρο στήθηκαν μπροστά στην παιδική χαρά σαν ποδοσφαιριστές μπροστά στη μεγάλη τους περιοχή για να σχηματίσουν τείχος πριν την εκτέλεση φάουλ –σκιάζοντας την όποια παιδική χαρά με την ενήλικη θλίψη κάποιων αγριωπών μυστακοφόρων.

Η κατηφόρα αυτή θα συνεχίζεται για όσον καιρό δεν αντιταχθούμε σε αυτήν. Βέβαια, δεν έχω αυταπάτες ότι η διοίκηση ενός δήμου που καταπατά ανερυθρίαστα την δημοκρατική νομιμότητα και ομαλότητα αγνοώντας με το έτσι θέλω την εκφρασμένη βούληση εικοσιτριών χιλιάδων δημοτών του θα λάβει υπόψη της και θα καμφθεί από την όποια διαμαρτυρία. Αναρωτιέμαι όμως μήπως θα άξιζε τον κόπο έστω να διατυπωθεί από κάποιους, με κάποιο τρόπο, το αίτημα να αποσυρθεί η γελοιότητα αυτή από τον δημόσιο χώρο. Not in our name.

 

Κλασσικό

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.